Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η κούπα του Πυθαγόρα, παν μέτρον άριστον....

                            

Η «κούπα του Πυθαγόρα» ή «δίκαιη κούπα» ή «κούπα της ελευθερίας». Πολλά ονόματα, ένας μύθος, ένα μυστήριο. Η κούπα του Πυθαγόρα είναι ίσως το πιο γνωστό «κεραμικό» της Σάμου, ένα πήλινο ποτήρι που αδειάζει κατά έναν «μαγικό» τρόπο όταν εκείνος που το κρατάει αποδειχτεί... πλεονέκτης και θέλει να πιει περισσότερο απ' όσο πρέπει. 




Στην κούπα υπάρχει χαραγμένο ένα όριο, μια γραμμή· αν το υγρό που περιέχει η κούπα, είτε αυτό είναι κρασί είτε νερό, δεν υπερβεί τη γραμμή αυτή, το σκεύος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κανονικό ποτήρι. Όμως, στο εσωτερικό της κούπας υπάρχει και ένας κούφιος κύλινδρος, μέσα στον οποίο υπάρχει ένας αυλός που καταλήγει στη βάση της κούπας. 

                         

Το υγρό περνάει μέσα από δυο οπές του πυθμένα μέσα στον αυλό. Αν ξεπεράσει τη γραμμή του ορίου, τότε απλά ο αυλός γεμίζει και αρχίζει η διαρροή από τη βάση, ελευθερώνοντας τον αέρα. Πρόκειται για την απλή αρχή του σιφονιού! Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα, η κούπα αυτή όντως χρησιμοποιήθηκε κατά την εκσκαφή του Ευπαλίνειου ορύγματος, προκειμένου να ελέγχεται η ποσότητα του νερού που μοιραζόταν στους δούλους, αλλά και στα μεγάλα θαλάσσια ταξίδια των Σαμιωτών εμπόρων, για τον ίδιο σκοπό.




Πέρα, ωστόσο, από τη δίκαιη κατανομή του νερού ή -αν προτιμάτε την πιο γοητευτική εκδοχή- την αποφυγή του μεθυσιού, η κούπα περνούσε, και εξακολουθεί να περνάει, και ένα άλλο μήνυμα: αυτό του μέτρου, της ισορροπίας, της ανεκτικότητας αλλά και της ίδιας της λειτουργίας της φύσεως: εφόσον ξεπερνιόνται τα όρια της ανοχής και της επέμβασης στη φύση (ύβρις) , επέρχεται ο νόμος της Νεμέσεως, έτσι ώστε δεν χάνονται μόνον όσα έχουν ξεπεράσει το όριο,  αλλά και όλα τα προηγούμενα που είχαν αποκτηθεί.
Το άριστο οφείλουμε να το απολαμβάνουμε με μέτρο, σαν τον οίνο που ήδη έχουμε στην κούπα μας, αντλώντας τη μέγιστη ωφέλεια χωρίς να επιζητούμε παραπάνω!


                           


Άλλωστε, ακόμη και ένα απλό, καθημερινό κεραμικό σκεύος, όπως η κούπα αυτή, δεν θα μπορούσε να φέρει το όνομα ενός από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους και μαθηματικούς των αιώνων, του Πυθαγόρα, αν δεν μετέφερε ένα βαθύτερο νόημα, έτσι δεν είναι;    

                        
Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Ο αετός και το γεράκι



«Τις παλιές ημέρες οι άνθρωποί μας δεν είχαν εκπαίδευση. Όλη η σοφία και η γνώση ερχόταν σε αυτούς από τα όνειρα. Έβαλαν σε δοκιμασία τα όνειρά τους και με αυτόν τον τρόπο έμαθαν την ίδια τους τη δύναμη».
Ojibwa elder


Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

"Αγαπιόμαστε" αρχίζει ο νέος.

"Και θα παντρευτούμε" λέει εκείνη.

"Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε..."


"Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό..."


"Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί."

"Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου".


"Σε παρακαλούμε" ικετεύουν, "πες μας τί μπορούμε να κάνουμε..."


Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.



"Υπάρχει κάτι ..." λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. "Αλλά δεν ξέρω...είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες."

"Δεν μας πειράζει" λένε και οι δύο.


"O,τι και να' ναι" επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.


"Ωραία" λέει ο μάγος. "Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας ; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;"



  
Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά."Κι εσύ Άγριε Ταύρε" συνεχίζει ο μάγος, "πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ' όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο....Πηγαίνετε τώρα."

Οι δυο νέοι κοίτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο...


Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

"Πετούσαν ψηλά;" ρωτάει ο μάγος.

"Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε....Και τώρα;" ρωτάει ο νέος. "Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;"

"Όχι" λέει ο γέρος.


"Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;" προτείνει η νεαρή.

"Όχι" ξαναλέει ο γέρος. "Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ' αυτές τις δερμάτινες λωρίδες...Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα."


Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
 

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται."Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι."

Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Η ομιλία του Ινδιάνου αρχηγού See-at-la (Σιάτλ), τον Ιανουάριο του 1854

H ομιλία του Αρχηγού Σιάτλ, τον Ιανουάριο του 1854, αποτελεί αντικείμενο  ιστορικής έρευνας όσο αφορά την αυθεντικότητα  της. Σε κάθε περίπτωση το σίγουρο είναι πως το κείμενο βρίσκεται πολύ κοντά στις πεποιθήσεις των γηγενών αμερικανών. 
.
Αποτελεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα από τα πιό σημαντικά οικολογικά μανιφέστα διατυπωμένο από έναν «πρωτόγονο, άγριο»  ινδιάνο.  Σήμερα ίσως πιο επίκαιρο από ποτέ αποδεικνύει ότι μιά πολύ υψηλης στάθμης ολιστική συνείδηση, σε αρμονία με το περιβάλλον, ήταν προ πολλού κατεκτημένη σε πολιτισμούς ξένους από τον δυτικό.


Οι ινδιάνοι Suquamish κατοικούσαν στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η πολιτεία της Ουάσιγκτον επί πολλούς αιώνες. Ήταν άριστοι ψαράδες, χαράκτες, κατασκευαστές καλαθιών και κανό. Στα μέσα του 19ου αιώνα η τότε κυβέρνηση των αμερικανών αποίκων τους ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αγοράσει τη γη τους και να τους μεταφέρει σε έναν άλλο τόπο για να ζήσουν. 


Εκείνη την εποχή αρχηγός της φυλής Suquamish ήταν ο See-at-la, ο οποίος γεννήθηκε το 1786 και πέθανε στις 7 Ιουνίου του 1866. Από το όνομά του πήρε το όνομά της η πόλη του Σηάτλ. 

Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση της Ουάσινγκτον το 1854, ο αρχηγός See-at-la εκφώνησε έναν λόγο ο οποίος καταγράφηκε και έμεινε στην ιστορία ως μια συγκλονιστική μαρτυρία για τη σχέση του ανθρώπου με τον πλανήτη πάνω στον οποίο ζει. Ο λόγος του αποτελεί μια πραγματική κατάθεση ψυχής που αφυπνίζει τις πλέον ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης φύσης. Μέσα σε αυτά τα λόγια συμπυκνώνεται όλη η σοφία ενός λαού που βίωνε την ομορφιά και τη χαρά της ζωής σε κάθε της έκφραση.

Στις μέρες μας ο πλανήτης μας,  έχει φτάσει στα όριά του από την καταστροφή που έχει επιφέρει επάνω του η ασυλλόγιστη δράση του ανθρώπου. Έτσι, τα όσα είπε ο See-at-la σήμερα έχουν ακόμη περισσότερη αξία καθώς τα λεγόμενά του αποκαλύπτουν το όραμα ενός ομορφότερου κόσμου, τον οποίο ο άνθρωπος θα μπορεί να μοιράζεται με κάθε πλάσμα αυτού του πλανήτη.

Στη συνέχεια παρατίθεται ο λόγος αυτός (που δημοσιεύτηκε στις 29 Οκτωβρίου του 1887 στην εφημερίδα Seattle Sunday Star), βασισμένος στην ελεύθερη απόδοση του αγγλικού κειμένου.



«Ο Μεγάλος Αρχηγός μας έστειλε μήνυμα ότι επιθυμεί να αγοράσει τη γη μας. Ο Μεγάλος Αρχηγός στέλνει, επίσης, μηνύματα φιλίας και καλής θέλησης. Αυτό είναι ευγενικό εκ μέρους του, διότι δεν έχει ανάγκη, ως αντάλλαγμα, τη φιλία μας. Θα σκεφθούμε την προσφορά σας. Διότι γνωρίζουμε ότι αν δεν πουλήσουμε τη γη μας, τότε οι λευκοί άνθρωποι θα έρθουν με όπλα και θα την αρπάξουν.

Πως μπορείς όμως να αγοράσεις ή να πουλήσεις τον ουρανό και τη ζεστασιά της γης; Η ιδέα αυτή είναι παράξενη για εμάς. Αφού η φρεσκάδα του αέρα και η λάμψη του νερού δεν μας ανήκουν πως μπορείτε να τα αγοράσετε;


Κάθε κομμάτι αυτής της γης είναι ιερό για τους ανθρώπους της φυλής μου. Κάθε λαμπερή πευκοβελόνα, κάθε παραλία με άμμο, κάθε ομίχλη στα σκιερά δάση, κάθε έντομο που βουίζει, όλα είναι ιερά στη μνήμη και την εμπειρία του λαού μου. Οι χυμοί που ρέουν μέσα από τα δένδρα κουβαλούν τις μνήμες του κόκκινου ανθρώπου. Οι νεκροί του λευκού ανθρώπου λησμόνησαν τη χώρα που γεννήθηκαν όταν πήγαν να περπατήσουν ανάμεσα στα αστέρια. Οι δικοί μας νεκροί ποτέ δε λησμόνησαν αυτή την όμορφη γη, διότι είναι η μητέρα του κόκκινου ανθρώπου. Είμαστε κομμάτι της γης και εκείνη είναι κομμάτι μας.


Τα ευωδιαστά λουλούδια είναι οι αδελφές μας, το ελάφι, το άλογο, ο μεγάλος αετός, αυτά είναι τα αδέλφια μας. Οι βραχώδεις βουνοκορφές, οι χυμοί των λιβαδιών, η θερμότητα του σώματος των αλόγων και του ανθρώπου – όλα ανήκουν στην ίδια οικογένεια. 

Έτσι όταν ο Μεγάλος Αρχηγός στην Ουάσιγκτον έστειλε μήνυμα πως θέλει να αγοράσει τη γης μας, ζήτησε πολλά από εμάς. Ο Μεγάλος Αρχηγός μας ειδοποίησε πως θα μας φυλάξει ένα μέρος όπου θα μπορούμε να ζούμε άνετα. Θα είναι ο πατέρας μας και θα είμαστε τα παιδιά του. Έτσι θα σκεφθούμε την προσφορά του για να αγοράσει τη γη μας.

Όμως δεν θα είναι εύκολο, διότι αυτή η γη είναι ιερή για εμάς. Αυτό το λαμπερό νερό που κυλάει στα ρέματα και στους ποταμούς δεν είναι απλά νερό αλλά το ίδιο το αίμα των προγόνων μας. Αν σας πουλήσουμε γη θα πρέπει να θυμάστε ότι είναι ιερή και πρέπει να διδάξετε στα παιδιά σας ότι είναι ιερή και ότι κάθε φευγαλέα αντανάκλαση στο καθαρό νερό των λιμνών εξιστορεί γεγονότα και αναμνήσεις για τη ζωή του λαού μου.

Το κελάρυσμα του νερού είναι η φωνή των προγόνων μας. Τα ποτάμια είναι αδέλφια μας, μας δροσίζουν και μας ξεδιψούν. Τα ποτάμια μεταφέρουν τα κανό μας και τρέφουν τα παιδιά μας.

Αν σας πουλήσουμε τη γη μας πρέπει να θυμάστε και να διδάξετε στα παιδιά σας ότι τα ποτάμια είναι αδέλφια μας και επίσης δικά σας αδέλφια. Έτσι από εδώ και πέρα πρέπει να τους δείχνετε την καλοσύνη που αρμόζει σε κάθε αδελφό.


Ο κόκκινος άνθρωπος πάντοτε υποχωρεί μπροστά στην πρόοδο του λευκού ανθρώπου, όπως η ομίχλη του βουνού τρέχει μπροστά από τον πρωινό ήλιο.
Αλλά οι στάχτες των προγόνων μας είναι ιερές. Οι τάφοι τους αποτελούν ιερό έδαφος, όπως και αυτοί οι λόφοι, αυτό το κομμάτι της γης που προσφέρθηκε σε εμάς.

Γνωρίζουμε ότι ο λευκός άνθρωπος δεν καταλαβαίνει τις συνήθειές μας. Κάθε κομμάτι γης για αυτόν είναι το ίδιο με κάθε άλλο, διότι είναι σαν τον ξένο που έρχεται μέσα στη νύχτα και αρπάζει από τη γη ό,τι χρειάζεται.

Για αυτόν η γη δεν είναι αδέλφι του αλλά εχθρός του και όταν τον κατακτήσει συνεχίζει να μετακινείται. Αφήνει πίσω τον τάφο του πατέρα του δίχως να νοιάζεται. Ληστεύει τη γη. Δεν νοιάζεται. Οι τάφοι των προγόνων του και τα δικαιώματα των παιδιών του έχουν ξεχαστεί.

Μεταχειρίζεται τη μητέρα του τη γη και τον αδελφό του τον ουρανό ως πράγματα προς αγορά, προς λεηλασία, προς πώληση, όπως τα πρόβατα η τα φανταχτερά στολίδια. Η λαιμαργία του ρημάζει τη γη και αφήνει πίσω μόνο έρημο.
Δεν ξέρω. Οι τρόποι μας είναι διαφορετικοί από τους δικούς σας. Ο όψη των μεγάλων σας πόλεων πονάει το μάτι του κόκκινου ανθρώπου. Αλλά ίσως αυτό οφείλεται στο ότι ο κόκκινος άνθρωπος είναι πρωτόγονος και δεν καταλαβαίνει…


Δεν υπάρχει ήσυχο μέρος στις πόλεις του λευκού ανθρώπου. Κανένα μέρος για να ακούσεις το θρόισμα των φύλλων την άνοιξη ή το βόμβο από τα φτερά των εντόμων. Αλλά ίσως αυτό το αντιλαμβάνομαι έτσι διότι είμαι ένας πρωτόγονος και δεν καταλαβαίνω. Ο θόρυβος φαίνεται μόνο να προσβάλει τα αυτιά.
Και τι υπάρχει στη ζωή αν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ακούσει το κελάηδισμα των πουλιών του ή το κρώξιμο των βατράχων γύρω από τις λίμνες τα βράδια; Αλλά είμαι ένας κόκκινος άνθρωπος και δεν καταλαβαίνω.

Ο Ινδιάνος προτιμά τον απαλό ήχο του αέρα που ορμά πάνω στην επιφάνεια τη λίμνης και τη μυρωδιά του ίδιου του ανέμου, καθαρισμένου από τη βροχή και αρωματισμένου από το άρωμα του κουκουναριού του πεύκου.

Ο αέρας είναι πολύτιμος για τον κόκκινο άνθρωπο, διότι όλα μοιράζονται την ίδια ανάσα. Το αγρίμι, το δένδρο, ο άνθρωπος, όλα μοιράζονται την ίδια ανάσα.
Ο λευκός άνθρωπος δεν φαίνεται να προσέχει τον αέρα που αναπνέει. Μοιάζει με κάποιον που αργοπεθαίνει. Αν σας πουλήσουμε τη γη μας πρέπει να θυμόσαστε ότι ο αέρας είναι πολύτιμος για εμάς, ότι ο αέρας μοιράζεται το πνεύμα του με όλη τη ζωή που υποστηρίζει.



Ο αέρας που έδωσε στους προγόνους μας την πρώτη τους ανάσα, λαμβάνει και την τελευταία τους πνοή. Και ο άνεμος θα δώσει στα παιδιά μας το πνεύμα της ζωής. Αν πουλήσουμε τη γη μας πρέπει να την κρατήσετε ιερή, ως έναν τόπο όπου ακόμη και ο λευκός άνθρωπος θα μπορεί να πηγαίνει για να νιώσει τον άνεμο που μεταφέρει τη γλυκιά μυρωδιά των λουλουδιών από τα λιβάδια. Έτσι θα σκεφθούμε την προσφορά σας να αγοράσετε τη γη μας.

Αν αποφασίσουμε να δεχτούμε θα θέσω έναν όρο: ο λευκός άνθρωπος πρέπει να συμπεριφέρεται στα αγρίμια αυτής της γης σαν σε αδέλφια του. Είμαι ένας πρωτόγονος και δεν καταλαβαίνω κάποιον άλλο τρόπο. Όμως έχω δει χιλιάδες νεκρούς βούβαλους στις πεδιάδες αφημένους από τον λευκούς ανθρώπους που τους πυροβόλησαν από ένα τραίνο. Πως μπορεί το σιδερένιο άλογο που καπνίζει να είναι ποιο σημαντικό από τον βούβαλο που πρέπει να τον σκοτώνουμε μόνο για να επιβιώνουμε;


Τι είναι ο άνθρωπος δίχως τα αγρίμια; Αν όλα τα αγρίμια πέθαιναν ο άνθρωπος θα πέθαινε από πνευματική μοναξιά. Διότι ό,τι συμβαίνει στα αγρίμια σύντομα συμβαίνει και στον άνθρωπο. Όλα τα πράγματα συνδέονται.

Πρέπει να διδάξετε στα παιδιά σας ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια τους είναι οι στάχτες των παππούδων μας. Έτσι, για να σεβαστούν τη γη πείτε στα παιδιά σας ότι είναι ποτισμένη με τις ίδιες τις ζωές των ανθρώπων μας. Διδάξτε στα παιδιά σας ό,τι έχουμε διδάξει στα δικά μας παιδιά: πως η γη είναι η μητέρα μας.

Οτιδήποτε συμβαίνει στη γη συμβαίνει και στα παιδιά της γης. Αν οι άνθρωποι φτύνουν πάνω στο έδαφος φτύνουν επάνω στον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτό γνωρίζουμε: πως η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο αλλά ο άνθρωπος ανήκει στη γη.
Όλα τα πράγματα συνδέονται όπως το αίμα που ενώνει την οικογένεια. Όλα τα πράγματα συνδέονται. Οτιδήποτε συμβαίνει στη γη συμβαίνει και στα παιδιά της γης. Ο άνθρωπος δεν ύφανε τον ιστό της ζωής. Είναι απλά ένα νήμα του. Οτιδήποτε κάνει στον ιστό το κάνει στον εαυτό του.



Αλλά θα σκεφθούμε την προσφορά σας να πάμε στην περιοχή που έχετε φυλάξει για τον λαό μου. Θα ζούμε ξεχωριστά και ειρηνικά.

Λίγη σημασία έχει το που θα περάσουμε τις υπόλοιπες μας ημέρες. Τα παιδιά μας έχουν δει τους πατεράδες τους ταπεινωμένους από την ήτα. Οι πολεμιστές μας ένιωσαν ντροπή και μετά την ήτα έγιναν αργόσχολοι και δηλητηριάζουν το σώματά τους με γλυκά φαγητά και δυνατά ποτά. Λίγη σημασία έχει το που περάσουμε τις υπόλοιπες ημέρες μας. Δεν έχουν απομείνει άλλωστε πολλές.
Λίγες ακόμη ώρες, λίγους ακόμη χειμώνες και κανένα από τα παιδιά των μεγάλων φυλών που κάποτε ζούσαν πάνω σε αυτή τη γη ή που περιπλανιόνται τώρα σε μικρές ομάδες στα δάση, δεν θα απομείνουν για να θρηνήσουν τους τάφους ενός λαού που κάποτε ήταν ισχυρός και γεμάτος όνειρα όπως είστε εσείς τώρα.

Αλλά γιατί πρέπει να θρηνώ τον θάνατο του λαού μου; Οι φυλές είναι φτιαγμένες από ανθρώπους και τίποτα παραπάνω. Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, όπως τα κύματα της θάλασσας. Ακόμη και ο λευκός άνθρωπος του οποίου ο Θεός του μιλά ως φίλος προς φίλο και περπατά μαζί του, δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την κοινή μοίρα. Μπορούμε να είμαστε αδέλφια παρόλα αυτά, θα δούμε.


Ένα πράγμα γνωρίζουμε, το οποίο μπορεί κάποια μέρα να το ανακαλύψει ο λευκός άνθρωπος – ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός με τον δικό σας. Μπορεί να σκέφτεστε ότι είναι δικός σας, όπως εύχεστε να είναι δική σας η γη, αλλά δεν μπορείτε να τον έχετε δικό σας.

Είναι ο Θεός του ανθρώπου και η συμπόνια του είναι ίδια για τους κόκκινους και τους λευκούς ανθρώπους. Η γη είναι πολύτιμη για αυτόν και το να τη βλάπτει κάποιος είναι σαν να περιφρονεί τον ίδιο τον Δημιουργό του.

Οι λευκοί άνθρωποι επίσης θα παρέλθουν, ίσως νωρίτερα από άλλες φυλές.

Συνεχίστε να μολύνετε το κρεβάτι σας και μια νύχτα θα πνιγείτε από την ίδια σας τη βρωμιά.

Αλλά μέσα στο χαμό και την παρακμή σας θα λάμψετε έντονα από το φως και από τη δύναμη του Θεού που σας έφερε σε αυτή τη γη και που για κάποιον λόγο σας έδωσε τη δυνατότητα να κυριαρχήσετε πάνω σε αυτήν και στον κόκκινο άνθρωπο.

Αυτή η μοίρα είναι ένα μυστήριο για εμάς, διότι δεν κατανοούμε το γιατί οι βούβαλοι σφαγιάζονται, τα άγρια άλογα εξημερώνονται, οι ιερές γωνιές των δασών μυρίζουν άσχημα από τη μυρωδιά πολλών ανθρώπων και η θέα των λόφων παραμορφώνεται από καλώδια που μεταφέρουν την ομιλία.


Που είναι οι πυκνοί θάμνοι; Χάθηκαν. Που είναι ο αετός; Χάθηκε. Και τι σημαίνει το να αποχαιρετήσεις το γρήγορο άλογο και το κυνήγι; Το τέλος του φυσικού τρόπου ζωής και την απαρχή της σκληρής επιβίωσης.

Θα σκεφθούμε την προσφορά σας για να αγοράσετε τη γη μας. Αν συμφωνήσουμε θέλουμε να είμαστε σίγουροι για τη γη που μας υποσχεθήκατε. Εκεί ίσως ζήσουμε τις σύντομες ημέρες μας όπως το επιθυμούμε. Όταν και ο τελευταίος κόκκινος άνθρωπος θα έχει εξαφανιστεί από τη γη και η μνήμη του θα μοιάζει σαν τη σκιά του σύννεφου που κινείται πάνω από μια πεδιάδα, αυτές οι ακτές και τα δάση ακόμη θα έχουν μέσα τους το πνεύμα του λαού μου. Διότι αγαπούμε τη γη όπως το νεογέννητο αγαπάει τον χτύπο της καρδιάς της μητέρας του.

Έτσι αν σας πουλήσουμε τη γης μας αγαπήστε τη όπως και εμείς την έχουμε αγαπήσει. Φροντίστε την όπως και εμείς την φροντίσαμε. Κρατήστε στον νου σας τη μνήμη αυτής της γης όπως ήταν όταν την πήρατε. Και με όλη σας τη δύναμη, με όλον σας το νου και με όλη σας την καρδιά διαφυλάξτε τη για τα παιδιά σας και αγαπήστε τη όπως ο Θεός μας αγαπάει όλους.



Ένα πράγμα γνωρίζουμε: ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός με τον δικό σας. Αυτή η γη είναι πολύτιμη για αυτόν. Ακόμη και ο λευκός άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει από την κοινή μοίρα. Μπορούμε να είμαστε αδέλφια παρόλα αυτά. Θα δούμε.»

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Ηττημένος είναι μόνο όποιος παραιτείται

Στον κύκλο της φύσης δεν υπάρχει νίκη ούτε ήττα: υπάρχει κίνηση. Ο χειμώνας μάχεται να επικρατήσει, στο τέλος όμως αναγκάζεται να παραχωρήσει τη νίκη στην άνοιξη, που φέρνει μαζί της λουλούδια και χαρά.

Το καλοκαίρι θέλει να κρατήσουν οι ζεστές του μέρες για πάντα, γιατί είναι πεπεισμένο ότι η ζέστη είναι ευεργετική για τη γη. Τελικά όμως αποδέχεται την άφιξη του φθινοπώρου, που θα επιτρέψει στη γη να ξεκουραστεί.
Η γαζέλα τρώει το χορτάρι και την καταβροχθίζει το λιοντάρι. Το θέμα δεν είναι ποιος είναι ο πιο δυνατός, αλλά πώς μας δείχνει ο Θεός τον κύκλο του θανάτου και της ανάστασης.


Στον κύκλο αυτό δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, μονάχα στάδια που πρέπει να ολοκληρωθούν. Όταν το καταλάβει αυτό η καρδιά του ανθρώπου, θα απελευθερωθεί. Θα αποδέχεται χωρίς πόνο τις δύσκολες στιγμές και δε θα αφήνεται να ξεγελαστεί από τις στιγμές της δόξας.

Και τα δύο θα περάσουν. Η μία κατάσταση θα διαδεχτεί την άλλη. Και ο κύκλος θα συνεχιστεί μέχρι να απελευθερωθούμε από τη σάρκα και να συναντηθούμε με τη θεϊκή Ενέργεια.
.
Έτσι, όταν ο παλαιστής βγει στην αρένα -είτε από δική του επιλογή είτε επειδή τον έστειλε εκεί το μυστηριώδες πεπρωμένο-, ας νιώθει χαρά το πνεύμα του για τη μάχη που θα δώσει. Αν διατηρήσει την αξιοπρέπεια και την τιμή του, δε θα ηττηθεί ποτέ, ακόμα κι αν χάσει τον αγώνα, επειδή η ψυχή του θα είναι άθικτη.
Και δε θα κατηγορήσει κανέναν γι’ αυτό που του συμβαίνει. Από τότε που αγάπησε για πρώτη φορά και τον απέρριψαν κατάλαβε πως αυτό δε σκότωσε την ικανότητα του να αγαπάει. 



Ό,τι ισχύει στον έρωτα ισχύει και στον πόλεμο. Όταν χάνουμε μια μάχη ή όλα όσα νομίζαμε πως είχαμε, ζούμε στιγμές δυστυχίας. Όταν όμως οι στιγμές αυτές περνούν, ανακαλύπτουμε μια άγνωστη δύναμη που υπάρχει μέσα στον καθένα από μας, μια δύναμη που μας εκπλήσσει και αυξάνει τον αυτοσεβασμό μας.
Κοιτάζουμε γύρω μας και λέμε στον εαυτό μας: «Επέζησα». Και χαιρόμαστε με τα λόγια μας.

Μόνο όσοι δεν αναγνωρίζουν τη δύναμη αυτή λένε: «Έχασα». Και νιώθουν λύπη.
Άλλοι όμως, ακόμα κι αν υποφέρουν από την ήττα και ταπεινώνονται από τις ιστορίες που διαδίδουν γι’ αυτούς οι νικητές, επιτρέπουν στον εαυτό τους να δακρύσει, μα ποτέ δε νιώθουν αυτολύπηση. Ξέρουν απλώς πως η μάχη διακόπηκε και πως τη συγκεκριμένη στιγμή οι ίδιοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Ακούν τους χτύπους της καρδιάς τους. Προσέχουν πως βρίσκονται σε ένταση. Πως φοβούνται. Κάνουν έναν απολογισμό της ζωής τους και ανακαλύπτουν πως, παρά τον τρόμο που αισθάνονται, η πίστη καίει ακόμα στην καρδιά τους και τους ωθεί προς τα εμπρός.


Προσπαθούν να μάθουν πού έκαναν λάθος και πού όχι. Εκμεταλλεύονται τη στιγμή που είναι πεσμένοι κάτω για να ξεκουραστούν, για να γιατρέψουν τις πληγές τους, να ανακαλύψουν νέες στρατηγικές και να εξοπλιστούν καλύτερα.
Και φτάνει μια μέρα που τους χτυπά την πόρτα μια καινούρια μάχη. Ο φόβος υπάρχει ακόμα, όμως πρέπει να δράσουν - αλλιώς θα μείνουν πεσμένοι για πάντα. Σηκώνονται, αντικρίζουν τον αντίπαλο και θυμούνται τον πόνο που έζησαν και δε θέλουν να ξαναζήσουν.

Η προηγούμενη ήττα τούς αναγκάζει να νικήσουν τούτη τη φορά, αφού δε θέλουν να ξαναζήσουν τον ίδιο πόνο.Κι αν η νίκη δεν έρθει αυτή τη φορά, θα έρθει την επόμενη. Κι αν όχι την επόμενη, τη μεθεπόμενη. Το χειρότερο δεν είναι να πέφτεις, είναι να μη σηκώνεσαι.

Ηττημένος είναι μόνο όποιος παραιτείται. Οι άλλοι είναι όλοι νικητές.



Και θα έρθει η μέρα που οι δύσκολες στιγμές θα είναι μονάχα ιστορίες τις οποίες θα αφηγούνται περήφανοι σε όποιον θέλει να τους ακούσει. Και όλοι θα ακούν με σεβασμό, και θα μάθουν να έχουν τρία σημαντικά πράγματα:

  • Υπομονή, και να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να δράσουν.
  • Σοφία, για να μην αφήσουν την επόμενη ευκαιρία να ξεφύγει.
  • Και περηφάνια για τις ουλές τους.
    .
Οι ουλές είναι μετάλλια χαραγμένα στη σάρκα τους με φωτιά και σίδερο και θα τρομάζουν τους εχθρούς τους, γιατί θα δείχνουν πως ο άνθρωπος που στέκεται απέναντι τους έχει μεγάλη εμπειρία στη μάχη. Συχνά αυτό μας κάνει να επιζητάμε το διάλογο και να αποφεύγουμε τις συγκρούσεις.
Οι ουλές μιλούν πιο δυνατά από την κόψη του σπαθιού που τις δημιούργησε.

 «Το χειρόγραφο της Άκρα», του  PauloCoelho

Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Ο Διονύσιος των Συρακουσών και ο φιλόξενος Κυθήριος


Ο Διονύσιος ο γιος του Ερμοκράτη, που για να τον ξεχωρίζουμε από τον ομώνυμο γιο και διάδοχό του, η ιστορία τον αναφέρει ως Πρεσβύτερο, ύστερα από μεγάλες περιπέτειες κατόρθωσε να γίνει τύραννος των Συρακουσών και εν συνεχεία δημιούργησε ένα πολύ μεγάλο κράτος, που περιλάμβανε ολόκληρη σχεδόν τη Σικελία, εκτός από τη δυτικότατη γωνία της, που την κρατούσαν οι Καρχηδόνιοι, την χερσόνησο της Καλαβρίας και πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Αδριατικής, ενώ η χερσόνησος της Απουλίας και εκτεταμένες περιοχές της Ιλλυρίας και της Ηπείρου, ήταν τρόπον τινά προτεκτοράτα του.

Μολονότι ξεκίνησε ως εκλεκτός του λαού, όταν πήρε την εξουσία την άσκησε απολυταρχικά και με μεγάλη σκληρότητα. Είχε γεμίσει τις Συρακούσες με χαφιέδες και πληροφοριοδότες, που καθώς του μετέφεραν ό,τι άκουγαν είχαν ονομαστεί «Διονύσου ώτα». Ταυτόχρονα όντας καχύποπτος και νοιώθοντας συνεχώς ανασφάλεια, όποιον υποπτευόταν ως μέλλοντα ή ενδεχόμενο αντίπαλο, είτε τον εξόριζε από την επικράτειά του, είτε τον έστελνε στα διαβόητα λατομεία των Συρακουσών, όπου τρεις δεκαετίες πιο μπροστά είχαν βασανιστεί πολλοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι της άτυχης εκστρατείας του 415.

Από την άλλη πλευρά ο Διονύσιος είχε την πετριά πως ήταν μεγάλος καλλιτέχνης και σπουδαίος δραματικός ποιητής. Έγραψε μάλιστα και τέσσερις τραγωδίες, «λύτρα Έκτορος», «», «» και «», για την ποιότητα των οποίων δεν μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη, καθώς τα κείμενά τους έχουν χαθεί και τα όσα ξέρουμε γι΄ αυτές προέρχονται  από έναν ορκισμένο εχθρό του, τον Τίμαιο και από έναν γλοιώδη κόλακά του, τον Φίλιστο. Το γεγονός είναι πως η παρουσίαση μιας τραγωδίας του στην Ολυμπία, στα πλαίσια των Ολυμπιακών αγώνων του 384, γνώρισε παταγώδη αποτυχία, σε σημείο που οι αγανακτισμένοι θεατές έδειραν τους τραγωδούς και έκαψαν τις σκηνές της «θεωρίας» του Διονύσιου.


Καθώς ισχυριζόταν πως ήταν πνευματικός άνθρωπος, άκουσε τον συγγενή του τον Δίωνα και κάλεσε στις Συρακούσες τον Αθηναίο φιλόσοφο Πλάτωνα, αλλά πολύ σύντομα διαφώνησε μαζί του και τον ξαπόστειλε πίσω με σπαρτιατική τριήρη. Συνεννοήθηκε όμως με τον πλοίαρχο του πλοίου, τον Πόλλι και εκείνος αντί να μεταφέρει φιλόσοφο στην Αθήνα, τον παράδωσε σε Αιγινήτες δουλεμπόρους, που τον πούλησαν δούλο στην Αίγινα. Ευτυχώς το μάθανε οι μαθητές του και ο Κυρηναίος Αννίκερις, ήρθε στην Αίγινα και εξαγόρασε την ελευθερία του αγαπημένου του δασκάλου. 

Ανεξαρτήτως αυτού ο Διονύσιος συνήθιζε να καλεί στο παλάτι του τους γνωστότερους ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες της Σικελίας και να τους απαγγέλλει ποιήματά του. Φυσικά όλοι χειροκροτούσαν με θαυμασμό τα αριστουργήματα του αφεντικού τους και γι΄ αυτό ονομάστηκαν «διονυσιοκόλακες». Διασημότεροι τέτοιοι κόλακες ήταν ο μιμογράφος Ξέναρχος, ο ηδονιστής φιλόσοφος Αρίστιππος και ο Δαμοκλής, ο οποίος κάποτε είπε στον Διονύσιο πως μόνο κοντά του ένοιωθε ασφαλής και πως θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να χαθεί έστω και μία τρίχα του Διονύσιου. Εκείνος τότε έκοψε από τα μαλλιά του μερικές τρίχες και μ΄αυτές κρέμασε πάνω από το ανάκλιντρο του Δαμοκλή ένα σπαθί. Από το επεισόδιο αυτό βγήκε η έκφραση «Δαμόκλειος σπάθη». 


Μια φορά όμως, σε μια τέτοια σύναξη, ο Διονύσιος παρατήρησε πως ένας από τους προσκεκλημένους του ο ποιητής Φιλόξενος ο Κυθήριος, γνωστός «διθυραμβοποιός» δεν χειροκροτούσε. Του ζήτησε να πει τη γνώμη για την ποιότητα των ποιημάτων που άκουσε και εκείνος με παρρησία  είπε απερίφραστα πως δεν άξιζαν τίποτα. Ο Διονύσιος έξω φρενών τον έστειλε αμέσως στα λατομεία. Επενέβησαν όμως κάποιοι φίλοι του Φιλόξενου και ο Διονύσιος ανακάλεσε λίγες μέρες μετά την απόφασή του. Και όχι μόνο συγχώρησε τον ποιητή, αλλά τον κάλεσε στην επόμενη φιλολογική συγκέντρωσή, στο παλάτι του.
Όπως ήταν επόμενο άρχισε πάλι να απαγγέλλει στους καλεσμένους του ποιήματά του και τότε είδε πως ο Φιλόξενος σηκώθηκε και τράβηξε προς την έξοδο. «Πού πας Φιλόξενε» τον ρώτησε,

«Στα λατομεία»,  απάντησε αυτός και βγήκε από το παλάτι. !!!!

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Οι τρεις γυναίκες και η Ευτυχία

Τρεις   γυναίκες ταξίδευαν και ξαφνικά, βλέπουν μες στο δρόμο ένα μεγάλο λάκκο και ανακαλύπτουν πως μέσα βρίσκεται παγιδευμένη η Ευτυχία.


Τότε η πρώτη γυναίκα λέει:
- Ευτυχία, θέλω να με κάνεις όμορφη.
Αμέσως, μεταμορφώθηκε σε μια καλλονή κι ευτυχισμένη έφυγε.



Η δεύτερη γυναίκα ζήτησε:
- Ευτυχία, θέλω να με κάνεις πλούσια.
Αμέσως, εμφανίσθηκε μπροστά της ένα σακούλι γεμάτο χρυσαφικά και διαμάντια, η γυναίκα το αρπάζει κι ευτυχισμένη φεύγει.



Μόνο η τρίτη γυναίκα δεν έλεγε τίποτα και τότε η Ευτυχία της είπε μεσ’ από τον λάκκο:
- Πες μου κι εσύ τι θέλεις να σου δώσω;
Και τότε η γυναίκα έσκυψε, άπλωσε το χέρι της και είπε:



-"Δώσε μου το χέρι σου",  κι έβγαλε την Ευτυχία από το λάκκο.
Μετά συνέχισε το δρόμο της…..

 

Η Ευτυχία χαμογέλασε και την 

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ!!!

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Το “εγώ, ως εμπόδιο στο δρόμο προς την αυτογνωσία

 

Υπάρχουν μόνο δύο δυσκολίες στο μονοπάτι του διαλογισμού: Η μία είναι το «εγώ». Είσαι συνεχώς προετοιμασμένος απ΄ την κοινωνία, απ΄ την οικογένεια, απ΄ το σχολείο, απ΄ την εκκλησία, απ΄ τον καθένα γύρω σου, για να είσαι εγωιστής. Ακόμα και η σύγχρονη ψυχολογία είναι βασισμένη στην ενδυνάμωση τού «εγώ».

Ολόκληρη η ιδέα τής σύγχρονης ψυχολογίας και τής σύγχρονης εκπαίδευσης είναι, ότι ο άνθρωπος αν δεν έχει πολύ δυνατό «εγώ», δεν θα είναι ικανός να αγωνιστεί στη ζωή, όπου υπάρχει πολύ μεγάλος ανταγωνισμός κι ότι αν είσαι αγνός και αληθινός άνθρωπος, ο καθένας μπορεί να σε σπρώξει στην άκρη και πάντοτε θα είσαι παραγκωνισμένος.

Χρειάζεσαι ένα ατσάλινο, ένα πολύ ισχυρό «εγώ», για να πολεμήσεις μέσα σ΄ αυτόν τον ανταγωνιστικό κόσμο. Μόνο τότε μπορείς να πετύχεις. Σ΄ οποιοδήποτε πεδίο -σπουδές, επάγγελμα, πολιτική, αθλητισμός, οικογένεια- χρειάζεσαι μία πολύ κατηγορηματική προσωπικότητα. Ολόκληρη η κοινωνία που φτιάξαμε είναι προσαρμοσμένη στο να περάσει και να εμφυτέψει στα παιδιά αυτή την κατηγορηματική προσωπικότητα. 

Απ΄ τα πρώτα χρόνια τής ζωής τού παιδιού τού λέμε: «Γίνε ο πρώτος στην τάξη σου». Έτσι, όταν το παιδί είναι πρώτο στην τάξη του, όλοι το επαινούν. Αυτό που κάνεις είναι να ταΐζεις το «εγώ» του απ΄ την αρχή-αρχή. Του δίνεις συγκεκριμένες φιλοδοξίες: «Μπορείς να γίνεις σπουδαίος, πλούσιος, διάσημος, πρόεδρος της χώρας σου, μπορείς να γίνεις, πρωθυπουργός». Το ταξίδι του στη ζωή αρχίζει μ΄ αυτές τις ιδέες και καθώς πετυχαίνει τούς στόχους που του έβαλες, το «εγώ» του γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο.


Με κάθε τρόπο, το «εγώ» είναι η μεγαλύτερη αρρώστια  που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο. Αν είσαι επιτυχημένος το «εγώ» σου γιγαντώνεται. Αυτός είναι ένας κίνδυνος, γιατί τότε -στον δρόμο προς την αυτογνωσία σου- θα πρέπει να μετακινήσεις ένα μεγάλο βράχο, που σου κλείνει το δρόμο. Ή αν έχεις μικρό «εγώ», αν δεν τα έχεις καταφέρει, αν έχεις αποδειχθεί αποτυχημένος, τότε το «εγώ» σου θα γίνει πληγή, θα σε πονάει και θα σου δημιουργήσει σύμπλεγμα κατωτερότητας -πράγμα, που επίσης θα σού επιφέρει πρόβλημα. 

Στην κοιλιά τής μητέρας και κατά την εγκυμοσύνη, κάθε παιδί βρίσκεται σε βαθιά μακαριότητα. Φυσικά δεν έχει επίγνωση των γεγονότων που συμβαίνουν έξω απ΄ την κοιλιά που το προστατεύει, δεν ξέρει τίποτε γι΄ αυτά. Είναι τόσο πολύ ενωμένο με τη μακαριότητα, που δεν υπάρχει περιθώριο για να υπάρχει ο «γνώστης». 
Η μακαριότητα είναι η ίδια του η ύπαρξη, οπότε δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός ανάμεσα στο «γνώστη» και στο γνωστό, δηλαδή ανάμεσα στον «παρατηρητή» και στο παρατηρούμενο. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο το βρέφος δεν έχει επίγνωση ούτε της μακαριότητάς του. Αποκτάς επίγνωση και γίνεσαι παρατηρητής, μόνο όταν έχεις χάσει κάτι.     Είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζεις κάτι, χωρίς πρώτα να το έχεις χάσει, επειδή όταν δεν το έχεις χάσει, είσαι εντελώς ένα μαζί του. Δεν υπάρχει απόσταση. Ο «παρατηρητής» και το παρατηρούμενο είναι ένα.  Ο «γνώστης» και το γνωστό είναι ένα.     


Κάθε παιδί κατά την εγκυμοσύνη βρίσκεται σε μία κατάσταση βαθιάς μακαριότητας. Οι ψυχολόγοι συμφωνούν μ΄ αυτό. Έτσι όλη η θρησκευτική αναζήτηση, που θ΄ αποκτήσει το παιδί στη ζωή του ως ενήλικας, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας τρόπος, για να ξαναβρεί την κοιλιά της μητέρας του, για να ξαναβρεί την χαμένη μακαριότητα.      Η θρησκευτική σου αναζήτηση είναι μία προσπάθεια για να ξαναβρείς τη μακαριότητα που έχασες, απ΄ την κοιλιά τής μητέρας σου. Έτσι αυτό που ψάχνεις στην αναζήτηση για το θεό είναι ένωση, το να κάνεις αυτή την ύπαρξή σου μία ένωση με την κοιλιά.    

Το κάθε παιδί κατά την εγκυμοσύνη, είναι απόλυτα συντονισμένο με την μητέρα και τον συντονισμό αυτό δεν τον χάνει ποτέ. Αν η μητέρα είναι υγιής, είναι υγιές και το παιδί. Αν η μητέρα είναι άρρωστη, είναι άρρωστο και το παιδί. Αν η μητέρα είναι λυπημένη, είναι λυπημένο και το παιδί. Αν η μητέρα είναι ευτυχισμένη, είναι ευτυχισμένο και το παιδί. Αν η μητέρα χορεύει, χορεύει και το παιδί. Αν η μητέρα κάθεται σιωπηλά, κάθεται και το παιδί. Το παιδί δεν έχει αποκτήσει ακόμα δικά του όρια. Αυτή είναι η καθαρή μακαριότητα και για να την βρει κάποιος, πρέπει πρώτα να την χάσει.    
  
Το σοκ τής γέννησης είναι τεράστιο. Το παιδί γεννιέται και ξαφνικά πετάγεται απ΄ το κέντρο του. Ξαφνικά ξεριζώνεται απ΄ την γη, ξεριζώνεται απ΄ την κοιλιά της μητέρας του. Χάνει το λιμάνι του και δεν ξέρει πλέον ποιος είναι. Δεν υπήρχε λόγος να ξέρει, όταν ήταν ενωμένο με την μητέρα του. Δεν χρειαζόταν να το ξέρει, επειδή δεν υπήρχε διαχωρισμός. Δεν υπήρχε το «εσύ», οπότε δεν είχε ποτέ τεθεί το ζήτημα «εγώ». Η πραγματικότητα ήταν τότε αδιαχώριστη, καθαρή αντβάιτα (ένωση), καθαρή μη δυαδικότητα.

Απ΄ την στιγμή, όμως, που γεννιέται ένα παιδί, κόβεται ο ομφάλιος λώρος κι αρχίζει ν΄ αναπνέει από μόνο του. Ξαφνικά ολόκληρη η ύπαρξη γίνεται μία μοναδική αποστολή, το να γνωρίσει ποιος «είναι».Τώρα αρχίζει ν΄ αποκτά επίγνωση των ορίων του, τού σώματός του, των αναγκών του. Άλλοτε είναι ευτυχισμένο, άλλοτε δεν είναι, άλλοτε είναι ικανοποιημένο, άλλοτε δεν είναι. Μερικές φορές πεινάει και κλαίει και η μητέρα δεν είναι κοντά, μερικές φορές είναι στο στήθος τής μητέρας και απολαμβάνει την χαμένη ενότητα με την μητέρα του.



Τώρα όμως, υπάρχουν πολλές διαθέσεις και πολλά κλίματα και έχει αρχίσει και αισθάνεται τον διαχωρισμό του. Το διαζύγιο συνέβη, ο γάμος έσπασε. Ήταν απολύτως παντρεμένο με τη μητέρα του, από δω και στο εξής θα είναι για πάντα διαχωρισμένο από εκείνη. Και τώρα πρέπει να βρει ποιος είναι. Σ΄ ολόκληρη τη ζωή του εξακολουθεί ο καθένας από εμάς, ν΄ ανακαλύψει ποιος είναι. Αυτό είναι και το ποιο θεμελιώδες ερώτημα τού κάθε ανθρώπου.     Αρχικά το παιδί αποκτά την επίγνωση τού «δικό μου», ύστερα τού «εμένα», έπειτα τού «εσύ» και μετά τού «εγώ». Αυτή είναι η διαδικασία, με αυτή ακριβώς τη διάταξη. Πρώτα αποκτά επίγνωση τού «δικό μου». «Αυτό το παιχνίδι είναι δικό μου, αυτή η μητέρα είναι δική μου». Παρατήρησε το, επειδή αυτή είναι η δομή σου, επειδή αυτή είναι η δομή τού «εγώ». Έτσι αρχίζει να κατέχει. Πρώτα μπαίνει ο κτήτορας, η κτητικότητα είναι κάτι πολύ βασικό. Και με την κτητικότητα αρχίζει η κόλαση. 

Παρατήρησε τα μικρά παιδιά. Ζηλεύουν πολύ, είναι πολύ κτητικά, κάθε παιδί προσπαθεί ν΄ αρπάξει τα πάντα απ΄ τ΄ άλλα παιδιά και προσπαθεί να προστατέψει τα δικά του παιχνίδια. Και θα δεις παιδιά, που είναι πολύ βίαια, σχεδόν αδιάφορα για τις ανάγκες των άλλων. Αν ένα παιδί παίζει με το παιχνίδι του κι έρθει ένα άλλο παιδί, μπορεί να δεις έναν Αδόλφο Χίτλερ, ένα Τζέκινς Χαν, έναν Τουρκοεμάδα. Θα πιαστεί απ΄ το παιχνίδι του, είναι έτοιμο να τσακωθεί, είναι έτοιμο να χτυπηθεί. Είναι ζήτημα περιοχής, είναι ζήτημα εδαφικής κυριαρχίας.     
Η κτητικότητα μπαίνει πρώτη. Αυτό είναι το βασικό πρωταρχικό δηλητήριο. Και το παιδί αρχίζει να λέει: «Αυτό είναι δικό μου». Απ΄ τη στιγμή που μπαίνει το δικό μου, γίνεσαι ανταγωνιστικός με τον καθένα. Απ΄ τη στιγμή που μπαίνει το δικό μου, η ζωή σου θα μεταβληθεί σ΄ ένα πεδίο ανταγωνισμού, σ΄ ένα αγώνα, μία διαμάχη βίας και επιθετικότητας.     Το επόμενο βήμα μετά τού «δικό μου» είναι το «εμένα». Όταν έχεις να διεκδικήσεις κάτι σαν να είναι δικό σου, ξαφνικά μέσα απ΄ αυτή τη διεκδίκηση, εμφανίζεται η ιδέα, ότι τώρα είσαι το κέντρο των κτήσεών σου. Οι κτήσεις γίνονται η εδαφική σου περιοχή και μέσα απ΄ αυτές τις κτήσεις εμφανίζεται η καινούργια ιδέα: «Εμένα». Απ΄ τη στιγμή που έχεις εγκατασταθείς στο «εμένα», μπορείς να δεις καθαρά πως έχεις ένα όριο και πως αυτά που βρίσκονται έξω απ΄ το όριο είναι «εσύ». Ο άλλος γίνεται ξεκάθαρος. Τώρα τα πράγματα αρχίζουν να διαλύονται.


Στο σύμπαν όλα είναι ένα, όλα είναι μία ενότητα, τίποτα δεν είναι διαχωρισμένο. Το κάθε τι συνδέεται με κάθε τι άλλο. Υπάρχει μία πανέμορφη κι αρμονική σύνδεση. Είσαι συνδεδεμένος με τα ποτάμια, είσαι συνδεδεμένος με τα δέντρα, είσαι συνδεδεμένος με τη γη, με τα βουνά, είσαι συνδεδεμένος με τ΄ αστέρια. Αντιστοίχως τ΄ αστέρια είναι συνδεδεμένα με σένα, είναι συνδεδεμένα με τα δέντρα, με τα ποτάμια, με τα βουνά. Τα πάντα αλληλοσυνδέονται. Τίποτα δεν μπορεί να είναι διαχωρισμένο στη Φύση. Ο χωρισμός δεν είναι εφικτός. Απλά έχεις την ψευδαίσθηση τού διαχωρισμού, που απέκτησες μετά την γέννα σου. Κάθε στιγμή αναπνέεις, εισπνέεις, εκπνέεις. Συνεχώς υπάρχει μία γέφυρα με την ύπαρξη. Τρως, μέρος απ΄ το όλο μπαίνει μέσα σου, αφοδεύεις, γίνεται κοπριά. Το μήλο απ΄ το δέντρο θα γίνει μέρος τού σώματός σου κι ένα μέρος απ΄ το σώμα σου θα γίνει λίπασμα, θα γίνει τροφή για το δέντρο. Ένα συνεχές πάρε-δώσε. Δεν σταματάει ούτε μία στιγμή, όταν σταματήσει είσαι νεκρός.

Τι είναι θάνατος; Ο διαχωρισμός είναι θάνατος. Το να βρίσκεσαι σε ενότητα με το όλον, σημαίνει πως είσαι ζωντανός. Το να βρίσκεσαι έξω απ΄ την ενότητα διαχωρισμένος απ΄ το όλον, σημαίνει πως είσαι νεκρός. Έτσι, όσο περισσότερο θα σκέπτεσαι «είμαι διαχωρισμένος, είμαι ξεχωριστός απ΄ το όλον, είμαι αυτόνομος», τόσο λιγότερο ευαίσθητος γίνεσαι και περισσότερο πεθαμένος, εκτός πραγματικότητας, βαρετός και καθυστερημένος. 



Όσο περισσότερο αισθάνεσαι συνδεδεμένος, τόσο περισσότερο ολόκληρη η ύπαρξη είναι μέρος σου κι εσύ είσαι μέρος ολόκληρης τής ύπαρξης, ενωμένος με το όλον. Απ΄ την στιγμή που αντιληφθείς, πως είμαστε μέλος ο ένας τού άλλου, τότε ξαφνικά αλλάζει η οπτική σου. Τότε τα δέντρα δεν είναι κάτι ξένο, είναι ένα κομμάτι σου, που προετοιμάζει τροφή για σένα. Τα πάντα είναι ένας ατελείωτος, ενωμένος ωκεανός. 

Όταν εισπνέεις παίρνεις το οξυγόνο μέσα σου, όταν εκπνέεις δίνεις διοξείδιο τού άνθρακα. Τα δέντρα εισπνέουν το διοξείδιο τού άνθρακα και εκπνέουν οξυγόνο. Μπορείς να το δεις. Υπάρχει μία διαρκής επικοινωνία. Είμαστε συντονισμένοι. Η πραγματικότητα είναι μία ενότητα και με την ιδέα τού «εμένα», τού «εσύ», τού «εγώ», βγαίνεις εκτός πραγματικότητας. Κι απ΄ την στιγμή που μπαίνει μέσα σου αυτή η λανθασμένη αντίληψη, τότε ολόκληρη η ύπαρξη αναποδογυρίζεται. Και τότε αρχίζει η τρέλα, αρχίζει η αρρώστεια…
Αρχικά το «εμένα», ύστερα το «εσύ» κι έπειτα σαν αντανάκλαση εμφανίζεται το «εγώ». Το «εγώ» είναι η πιο αποκρυσταλλωμένη μορφή κτητικότητας. 

Απ΄ την στιγμή που έχεις ξεστομίσει το «εγώ», έχεις κάνει ιεροσυλία… Απ΄ την στιγμή, που έχεις πει «εγώ», έχεις διαπράξει ύβρη, έχεις αποσπαστεί συνειδητά και εντελώς απ΄ την ύπαρξη. Δεν έχεις αποσπαστεί πραγματικά, γιατί αλλιώς θα πέθαινες, αλλά οι ιδέες σου, ο νου σου, η αντίληψή σου έχουν αποσπαστεί ολοκληρωτικά από την ύπαρξη. Από δω και στο εξής θα βρίσκεσαι σε μία διαρκή διαμάχη με την πραγματικότητα. Θα πολεμάς με τις ίδιες σου τις ρίζες, θα πολεμάς με τον ίδιο σου τον εαυτό...     


«Δικό μου», «εμένα», «εσύ», εγώ». Αυτή είναι η παγίδα. Κι αυτή η παγίδα δημιουργεί, δυστυχία, νεύρωση, τρέλα, αρρώστια      Τώρα το πρόβλημα είναι, ότι το παιδί πρέπει να περάσει μέσα απ΄ αυτό, επειδή δεν ξέρει ποιος είναι και κανείς δεν πρόκειται να τού μάθει. Χρειάζεται ένα είδος ταυτότητας. Μπορεί να είναι ψεύτικη ταυτότητα, αλλά είναι καλύτερη απ΄ τη μη ταυτότητα. Χρειάζεται κάποια ταυτότητα. Χρειάζεται να ξέρει, ότι είναι κάποιος, οπότε δημιουργείται ένα ψεύτικο κέντρο.      Το «εγώ» δεν είναι το πραγματικό σου κέντρο. Είναι ένα ψεύτικο κέντρο, που έχει κατασκευαστεί από σένα. Δεν έχει καμία σχέση με το αληθινό σου κέντρο. Το αληθινό σου κέντρο είναι κέντρο των πάντων. Ο αληθινός σου εαυτός είναι εαυτός των πάντων, ενωμένος με το παν. Στο κέντρο ολόκληρη η ύπαρξη είναι ένα, όπως ακριβώς στην πηγή τού φωτός, στον ήλιο, εκεί όλες οι ακτίνες του είναι ένα. Όσο πιο μακρυά πηγαίνουν, τόσο περισσότερο απομακρύνονται η μία απ΄ την άλλη.

Υπάρχει μία ανάγκη επειδή το παιδί γεννιέται χωρίς κανένα όριο, χωρίς καμμιά ιδέα τού ποιος ή τι είναι. Είναι μία ανάγκη για επιβίωση. Πως θα επιβιώσει; Πρέπει να τού δοθεί μία καταγωγή, μία θρησκεία, ένα όνομα, μία ιδέα για το ποιος είναι. Αυτή η ιδέα έρχεται απ΄ έξω. Κάποιος λέει πως είσαι όμορφος, ότι είσαι έξυπνος, πως είσαι δυνατός. Έτσι μαζεύεις αυτά που λένε οι άλλοι για σένα σε μία συγκεκριμένη εικόνα. Εσύ είσαι αυτό που σου είπαν οι άλλοι. 

Ποτέ δεν κοίταξες μέσα σου στον εαυτό σου να δεις ποιος είσαι. Δεν γνωρίζεις καν τον τρόπο να κοιτάξεις μέσα σου. Αυτή η εικόνα που σού έφτιαξαν είναι ψεύτικη, επειδή κανένας άλλος δεν μπορεί να ξέρει ποιος είσαι και κανένας άλλος δεν μπορεί να σου πει ποιος είσαι. Μόνο εσύ μπορείς να βρεις ποιος είσαι, μόνο σ΄ εσένα είναι διαθέσιμη η εσωτερική σου πραγματικότητα και σε κανέναν άλλο. Μόνο εσύ μπορείς να βρίσκεσαι εκεί. Την ημέρα που θα καταλάβεις, ότι η ταυτότητά σου είναι ψεύτικη, πως είναι ένα συνονθύλευμα από γνώμες, που έχεις μαζέψει από άλλους, τότε κάτσε σιωπηλά και σκέψου ποιος είσαι. Θα εμφανιστούν πολλές ιδέες. Απλά παρατήρησε από πού έρχονται και θα μπορέσεις να βρεις την πηγή. Τα περισσότερα έρχονται απ΄ την μητέρα σου περίπου 80%, κάτι απ΄ τον πατέρα σου, κάτι απ΄ τους δασκάλους σου στο σχολείο, κάτι έρχεται απ΄ τους φίλους σου και κάτι απ΄ την κοινωνία. 




Παρατήρησε, τίποτα δεν έρχεται από σένα, ούτε καν το 1%. Την ημέρα που καταλαβαίνεις αυτό αρχίζεις να ψάχνεις για μία τεχνική, για μία μέθοδο, ώστε να μπορέσεις να μπεις μέσα στην ύπαρξή σου, ώστε να μπορέσεις να γνωρίσεις με ακρίβεια και ουσιαστικά ποιος είσαι στ΄ αλήθεια. Μία απ΄ αυτές τις μεθόδους είναι ο διαλογισμός.

Ποιος ο λόγος να ρωτάς τους άλλους για σένα; Και ποιον να ρωτήσεις; Οι άλλοι είναι τόσο αδαείς, όσο είσαι κι εσύ. Δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους. Πως μπορούν λοιπόν να γνωρίσουν εσένα; Απλά δες πως λειτουργούν τα πράγματα. Έχεις εξαπατηθεί, είσαι ριγμένος, ζεις μέσα στα ψέματα. Εκείνοι που σ΄ εξαπάτησαν πιθανότατα να μην το έκαναν συνειδητά. Μπορεί να εξαπατήθηκαν κι αυτοί από άλλους. Ο πατέρας σου, η μητέρα σου, οι δάσκαλοί σου, όλοι έχουν εξαπατηθεί απ΄ τους δικούς τους. Έτσι έχουν εξαπατήσει κι εσένα. Θα κάνεις κι εσύ το ίδιο με τα δικά σου τα παιδιά;     Σ΄ ένα καλύτερο κόσμο, όπου οι άνθρωποι δεν θα κοιμούνται όρθιοι και θα είναι στοιχειωδώς έξυπνοι και αρκετά συνειδητοί, θα διδάσκουν στο παιδί, ότι η ιδέα τής ταυτότητας που γνωρίσαμε στην εποχή μας είναι ψεύτικη: «Χρειάζεται, θα στη δώσουμε, είναι για λίγο, μέχρι ν΄ ανακαλύψεις εσύ τον εαυτό σου και το ποιος είσαι». Πρέπει να πας εσύ και να σκάψεις βαθιά μέσα σου, στην ύπαρξη.

Η ταυτότητά που σου δώσανε δεν είναι η πραγματικότητά σου. Και όσο συντομότερα ανακαλύψεις το ποιος είσαι, τόσο το καλύτερο για σένα. Η προσωπικότητα είναι ψεύτικη, είναι δανεική· η ατομικότητα και η αυθεντικότητα είναι αληθινές. Όσο συντομότερα μπορέσεις να εγκαταλείψεις την ψεύτική σου ταυτότητα, τόσο το καλύτερο, επειδή εκείνη τη στιγμή θα γεννηθείς στ΄ αλήθεια και θα γίνεις πραγματικά αυθεντικός, αληθινός. Μόνο τότε θα γίνεις άνθρωπος.
                                                            
Όσσο
Πηγή


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων