Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Η δύναμη της αλλαγής....


Πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Δημοτικὸ σχολεῖο ὑπῆρχε μία δασκάλα, η κυρία Τόμπσον.
Τὴν πρώτη μέρα τῆς καινούργιας σχολικῆς χρονιᾶς, στάθηκε μπροστὰ ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῆς πέμπτης τάξης, τοὺς συστήθηκε καὶ στὴ συνέχεια τοὺς εἶπε όπως καὶ οἱ περισσότεροι ἄλλωστε δάσκαλοι, θὰ τοὺς ἀγαπάει καὶ θὰ τοὺς προσέχει ὅλους τὸ ἴδιο.

Στὴν μπροστινὴ σειρά, κάθονταν ἕνα μικρὸ ἀγόρι, ὁ Τέντυ Στάλλαρντ. Ἡ κυρία Τόμπσον εἶχε παρατηρήσει τὸν Τέντυ ἀπὸ τὴν προηγούμενη χρονιὰ καὶ δὲν τὸν συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα. Δὲν ἔπαιζε μὲ τὰ ἄλλα παιδιά, δὲν συμμετεῖχε στὴν τάξη, τὰ ροῦχα του ἦταν συνέχεια βρώμικα καὶ σίγουρα δὲν ἔκανε ὅσο συχνὰ ἔπρεπε μπάνιο.

Ὁ Τέντυ ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ τὴν δυσαρεστοῦσε ὅποτε τὸν ἔβλεπε γιὰ αὐτὸ καὶ ἀπολάμβανε τὶς στιγμὲς ποὺ σχημάτιζε μὲ τὸν κόκκινο στυλὸ της τὰ τεράστια Χ στὰ τετράδιά του, ἔσβηνε τὰ λάθη του ἢ βαθμολογοῦσε μὲ 6 καὶ μὲ 5 τὶς ἐργασίες του.
Στὸ σχολεῖο, ὅπου δίδασκε ἡ κυρία Τόμπσον, ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ἐλέγχει τὸ παρελθὸν ὅλων τῶν παιδιῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὴ τάξη της. Ἀκόμη καὶ τοῦ μικροῦ Τέντυ. Ἔτσι ὅταν ἄνοιξε τὰ ἀρχεῖα του, τὴν περίμενε μία μεγάλη ἔκπληξη.

Ὁ δάσκαλος ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴν πρώτη τάξη τοῦ Δημοτικοῦ ἔγραφε γιὰ αὐτόν: 

«Ὁ Τέντυ εἶναι ἕνα ὑπέροχο παιδὶ ὅλο χαμόγελο. Εἶναι ὀργανωτικός, μελετηρὸς καὶ ἔχει καλοὺς τρόπους. Εἶναι μία ἔμπνευση γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται γύρω του.»

Ἡ δασκάλα ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴ Δευτέρα Δημοτικοῦ ἔγραφε: 

«Εἶναι ἐξαιρετικὸς μαθητής, τὸν συμπαθοῦν πολὺ οἱ συμμαθητὲς του ἀλλὰ ὁ ἴδιος μοιάζει πολὺ προβληματισμένος ἐπειδὴ ἡ μητέρα του πάσχει ἀπὸ μία ἀνίατη ἀσθένεια καὶ ἡ ζωὴ στὸ σπίτι του πρέπει νὰ εἶναι πολὺ δύσκολη.»

Ἡ δασκάλα ποὺ τὸν δίδαξε στὴν Τρίτη Δημοτικοῦ ἔγραφε: 

«Ὁ θάνατος τῆς μητέρας του τοῦ στοίχισε πολύ. Ὁ ἴδιος προσπαθεῖ νὰ κάνει ὅ,τι καλύτερο μπορεῖ, ἀλλὰ ὁ πατέρας του δὲν τοῦ δείχνει μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἄσχημη κατάσταση στὸ σπίτι θὰ τὸν ἐπηρεάσει πολὺ σύντομα, ἂν δὲν ἀλλάξει γρήγορα κάτι.»

Ὁ δάσκαλος τοῦ Τέντυ στὴν Τετάρτη Δημοτικοῦ ἔγραφε: 

«Ὁ Τέντυ ἔχει παραιτηθεῖ καὶ δὲν δείχνει κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ σχολεῖο. Δὲν ἔχει πολλοὺς φίλους καὶ πολλὲς φορὲς κοιμᾶται στὴν τάξη.»

Ἡ κυρία Τόμπσον συνειδητοποίησε τὸ πρόβλημα καὶ αἰσθάνθηκε ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό της. Αἰσθάνθηκε ἀκόμη χειρότερα, ὅταν ὅλοι οἱ μαθητές της, τῆς ἔφεραν χριστουγεννιάτικα δῶρα τυλιγμένα μὲ ἀστραφτερὰ περιτυλίγματα καὶ ὄμορφες κορδέλες. Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τὸ δικό του δῶρο ἦταν ἀδέξια τυλιγμένο σὲ ἕνα βρώμικο, καφὲ χαρτὶ ποὺ μᾶλλον πρὶν ἦταν ἡ σακούλα ἑνὸς παντοπωλείου.


Ἡ κυρία Τόμπσον δυσκολεύτηκε νὰ τὸ ἀνοίξει. Τὰ περισσότερα παιδιὰ γέλασαν ὅταν ἔβγαλε ἀπὸ μέσα ἕνα βραχιόλι ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος μὲ σπάγκο καὶ πέτρες ἀλλὰ καὶ ἕνα ἀνοιχτό, μισογεμάτο μπουκάλι μὲ ἄρωμα. Σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση της καὶ σταμάτησε ἀπότομα τῶν γέλιο τῶν παιδιῶν ὅταν φώναξε δυνατὰ πόσο πολύ τῆς ἄρεσε τὸ δῶρο του. Στὴ συνέχεια φόρεσε τὸ βραχιόλι καὶ ἔριξε λίγο ἀπὸ τὸ ἄρωμα στὸ χέρι της.

Ὁ Τέντυ ἔφυγε τελευταῖος ἐκείνη τὴ μέρα ἀπὸ τὴν τάξη. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴ πόρτα γύρισε πρὸς τὴ δασκάλα του καὶ τῆς εἶπε μὲ θλιμμένη φωνὴ «Σήμερα κυρία μυρίζετε σὰν τὴ μαμά μου!»

Ἡ κυρία Τόμπσον ἔκλαψε πολὺ ἐκείνη τὴ μέρα. Ἀπὸ τότε ἔδινε ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸν μικρὸ Τέντυ. Κάθε φορᾶ ποὺ τὸν βοηθοῦσε στὰ μαθήματά του, τὸ μυαλὸ του ἐμοίαζε νὰ ζωντανεύει. Ὅσο περισσότερο τὸν ἐνθάρρυνε, τόσο πιὸ γρήγορα ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις της. Μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὁ Τέντυ εἶχε γίνει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἔξυπνα παιδιὰ τῆς τάξης καί, παρὰ τὸ ψέμα της ὅτι θὰ ἀγαποῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ τὸ ἴδιο, ὁ Τέντυ ἦταν πλέον καὶ ἐπίσημα ὁ ἀγαπημένος της.

Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἀνέλαβε πάλι τὴν Πέμπτη Δημοτικοῦ καὶ ἔβλεπε τὸν Τέντυ μόνο στὰ διαλείμματα. Μία μέρα, πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, βρῆκε ἕνα σημείωμα κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της. Τὸ σημείωμα εἶχε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Τέντυ καὶ ἔγραφε: «Εἴσαστε ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχα ποτὲ στὴ ζωή μου».

Ἔξι χρόνια μετὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἔλαβε ἄλλο ἕνα σημείωμα, αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ τὸ ταχυδρομεῖο.

Ἦταν πάλι ὁ Τέντυ καὶ τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε τελειώσει τρίτος σὲ βαθμὸ τὸ Λύκειο, ἀλλὰ ἐκείνη ἦταν ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχε ποτὲ στὴ ζωή του.

Τέσσερα χρόνια μετά, πῆρε ἄλλη μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶναι δύσκολα στὸ Πανεπιστήμιο ἀλλὰ πολὺ σύντομα θὰ ἔπαιρνε τὸ πτυχίο του καὶ μὲ καλὸ βαθμό. Τελείωσε τὸ γράμμα του γράφοντας ὅτι ἀκόμη ἐκείνη εἶναι ἡ καλύτερη καὶ ἡ πιὸ ἀγαπημένη του δασκάλα ποὺ εἶχε ποτέ.

Ἔπειτα ἀπὸ τέσσερα χρόνια ἄλλο ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του στὸ ταχυδρομικὸ κουτὶ τῆς κυρία Τόμπσον. Τῆς ἔγραφε ὅτι ἀφοῦ πῆρε τὸ πτυχίο του, ἀποφάσισε νὰ προχωρήσει λίγο ἀκόμη τὶς σπουδές του. Τελείωνε τὴν ἐπιστολὴ γράφοντας ὅτι παραμένει ἡ καλύτερη καὶ ἡ ἀγαπημένη του δασκάλα.

Ἡ κυρία Τόμπσον πῆρε ἀκόμη ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἐκείνη τὴν ἄνοιξη. Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ὑπέγραφε,ἦταν διαφορετικό: Δρ. Θίοντορ Φ. Στάλλαρντ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε βρεῖ μία κοπέλα καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὴν παντρευτεῖ. Τῆς ἔλεγε ὅτι ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει μερικὰ χρόνια πρὶν καὶ ἀναρωτιόταν ἂν θὰ μποροῦσε ἐκείνη, νὰ καθίσει στὴ θέση ποὺ κάθεται ἡ μητέρα τοῦ γαμπροῦ.


Φυσικὰ ἐκείνη τὸ ἔκανε... Πῆγε στὸ γάμο φορώντας στὸ χέρι ἐκεῖνο τὸ βραχιόλι ἀπὸ πέτρες ποὺ τῆς εἶχε κάνει δῶρο ὁ Τέντυ καὶ φορώντας τὸ ἄρωμα ποὺ τοῦ θύμιζε τὴ μητέρα του. Τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Δρ. Στάλλαρντ τὴν ἀγκαλίασε τῆς ψιθύρισε στὸ αὐτί: «Σᾶς εὐχαριστῶ, κυρία Τόμπσον, γιατί πιστέψατε σὲ μένα. Σᾶς εὐχαριστῶ τόσο πολὺ γιατί μὲ κάνατε νὰ αἰσθανθῶ σημαντικὸς καὶ μοῦ δείξατε πὼς μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά».

Ἡ κυρία Τόμπσον μὲ δάκρυα στὰ μάτια τοῦ ἀπάντησε: «Τέντυ, κάνεις πολὺ μεγάλο λάθος. Ἐσὺ εἶσαι αὐτὸς πού μού ἔμαθε ὅτι μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά. Δὲν ἤξερα πῶς νὰ διδάξω τοὺς μαθητές μου μέχρι ποὺ σὲ γνώρισα.»


Προσπαθῆστε νὰ μὴν κρίνετε ἀπὸ τὸ περιτύλιγμα καὶ μὴν ὑποτιμᾶτε ποτὲ μὰ ποτὲ τὴν δύναμη ποὺ ἔχετε καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων γύρω σας.

Αναδημοσίευση από εδώ

Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος




Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

H φιλία των Πυθαγορείων - Δάμων και Φιντίας





Κάθε φορά που θέλουμε να μιλήσουμε για μία μεγάλη φιλία μεταξύ δύο μεγάλων ανδρών, λέμε "Δάμων και Φιντίας". Η φιλία τους έμεινε αιώνιο παράδειγμα και μέτρο συγκρίσεως των πραγματικών συναισθημάτων απέναντί μας.

Ποιοι όμως υπήρξαν οι Δάμων και Φιντίας; Ο Δάμων ήταν Πυθαγόρειος φιλόσοφος ο οποίος έζησε και έδρασε στις Συρακούσες της Σικελίας. Εζησε κατά τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., όταν τύραννος των Συρακουσών υπήρξε ο Διονύσιος ο νεότερος. Ο τελευταίος θεώρησε τον Φιντία, τον καλύτερο φίλο του Δάμωνος, ύποπτο συνομωσίας εναντίον του και τον κατεδίκασε εις θάνατον. 

Σύμφωνα με όσα γράφτηκαν (από τον Κικέρωνα, τον Βαλέριο Μάξιμο, τον Ιάμβλιχο τον φιλόσοφο Αριστόξενο, τον Πορφύριο και τον Διόδωρο το Σικελό μετά την απόφαση του Διονυσίου να εκτελέσει τον Φιντία, ο Δάμωνας ίσως προσπαθεί να εκμαιεύσσει χάρη, όμως δεν εισακούγεται. Επειδή ο Φιντίας έχει σοβαρές εκκρεμότητες σχετικές με τις ευθύνες του και στον κύκλο των Πυθαγορείων (δεν ξέρουμε τι λογής) ο Δάμων μένει ως όμηρος, ανθρώπινο αμανάτι ή εγγύηση, και εκείνος φεύγει να τις τακτοποιήσει.


Αν δεν επιστρέψει εγκαίρως, στη θέση του θα εκτελεστεί ο Δάμων. Δεν είναι βέβαιο πώς ακριβώς βρέθηκε ο Δάμων σε αυτή τη θέση αν και όλοι συμφωνούν ότι ήταν προθυμότατος. Πιθανόν να προσφέρθηκε μόνος του ώστε να τακτοποιήσει ο φίλος του τις υποθέσεις του, πιθανόν και να το πρότεινε ο Φιντίας σίγουρος ότι δεν θα αμφισβητείτο ο λόγος της τιμής του ότι θα επιστρέψει, ίσως και να ήταν ιδέα του Διονυσίου -όταν δηλαδή ο Φιντίας ζήτησε αναστολή εκτέλεσης της ποινής για λίγες ώρες ώστε να ρυθμίσει σοβαρά ζητήματα, πιθανόν ο Διονύσιος να του είπε "εντάξει, αλλά θα κρατήσω όμηρο τον Δάμωνα". Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Δάμων με φυσικότητα και εμπιστοσύνη αποδέχτηκε την ομηρία. Αν ο Φιντίας δεν επέστρεφε, θα σταύρωναν ή θα αποκεφάλιζαν εκείνον στη θέση του.

Ο μυθιστορηματικές παραλλαγές του μύθου αναφέρουν ότι έφυγε με τα πόδια για το χωριό του που δεν ήταν ιδιαίτερα κοντά στις Συρακούσες και ότι αφού τακτοποίησε τα της μητέρας και της αδελφής του, την πάντρεψε δηλαδή, στο δρόμο της επιστροφής τον έπιασαν ληστές, ότι ξέφυγε αλλά βρέθηκε σε ένα φουσκωμένο ποτάμι και ταλαιπωρήθηκε να το διαβεί και ότι έβλεπε τον ήλιο να δύει και να πλησιάζει η ώρα της εκτέλεσης και να αγωνιά για το φίλο του. Όμως πιο τεκμηριωμένο φαίνεται πως έλειψε για λίγο και εκτός από τον Υγίνο κανείς δεν αναφέρεται σε γάμους, ληστές και ποτάμια.

Στο μεταξύ ο Διονύσιος το έβρισκε διασκεδαστικό να λέει στο Δάμωνα ότι ήταν ανόητος να πιστέψει πως θα επέστρεφε ποτέ ο Φιντίας που "τώρα βρίσκεται κάπου πανευτυχής που γλίτωσε τη θανατική καταδίκη ενώ ο φίλος του είναι το ελάφι της υπόθεσης" -παραλληλίζοντας τις περιστάσεις με τη θυσία της Ιφιγένειας. Ο Δάμωνας υπερασπίζεται με σθένος τον Φιντία και λέει ότι σαν όλους τους πυθαγόρειους θα κρατήσει το λόγο του και ότι η μόνη περίπτωση να μην έρθει στην ώρα του, θα οφείλεται σε κάποιο απρόβλεπτο και μεγάλο εμπόδιο. Καθώς τον οδηγούν πια στο σταυρό ή στη λαιμητόμο της εποχής, παρακαλάει όντως να υψωθεί κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο να κρατήσει μακριά τον Φιντία για αρκετή ακόμα ώρα, ώστε να εκτελεστεί αυτός αντί εκείνου.

Όμως πάνω που θα τον εκτελούσαν, εμφανίστηκε κάθιδρος ο Φιντίας. Ο Δάμων, από αγάπη για το φίλο του, επέμεινε να εκτελεστεί εκείνος "αφού ο Φιντίας έφθασε μετά την προθεσμία" αλλά ο Φιντίας αντέτεινε ότι έστω και αργοπορημένος πρόλαβε και ότι δεν θα έπρεπε να θανατωθεί στη θέση του κανένας. Καθώς οι δύο φίλοι πάλευαν να πείσουν τον Διονύσιο όχι για να γλιτώσουν τη δική τους ζωή, αλλά για να γλιτώσουν ο ένας τη ζωή του άλλου, ο κυβερνήτης των Συρακουσών συγκινήθηκε και είπε να αφεθούν και οι δύο ελεύθεροι και "να τον δεχτούν ως τρίτο φίλο" επειδή θαύμασε το βαθμό της φιλίας τους.

Σύμφωνα με τις πηγές, οι δύο φίλοι του εξήγησαν ότι αυτό ήταν αδύνατον -μάλλον επειδή δεν ήταν πυθαγόρειος και δεν μετείχε στις τελετές τους- και έφυγαν προς άγνωστη -σε εμάς- κατεύθυνση. Φέρεται δε ότι όλα αυτά τα ιστόρησε στον Αριστόξενο ο ίδιος ο Διονύσιος όταν είχε πια ξεπέσει στην Κόρινθο, όπου είναι γνωστό ότι πέρασε τον τελευταίο χρόνο της περιπετειώδους ζωής του μέσα στην αθλιότητα ή πάντως αρκετά άσχημα.  (1)


Από τότε η φιλία τους έχει μείνει ένα αξεπέραστο πρότυπο αληθινών συναισθημάτων.

Η φιλία του Δάμωνος με τον Φιντία δεν είναι η μόνη παροιμιώδης στην αρχαιότητα. Ονομαστή κατά τους αρχαιοτάτους χρόνους υπήρξε η φιλία του Αχιλλέως με τον Πάτροκλο. Και οι δύο έλαβαν μέρος στον Τρωϊκό πόλεμο. Η ιστορία τους είναι η εξής: Οταν ο Αχιλλεύς θυμωμένος με τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα εγκατέλειψε την μάχη μαζί με τον υπόλοιπο στρατό του, τους περίφημους Μυρμηδόνες, οι Αχαιοί άρχισαν να χάνουν τον πόλεμο για πρώτη φορά. Οι Αχαιοί κινδύνεψαν πραγματικά να πυρποληθεί ο στόλος τους και να μην μπορέσουν ποτέ να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ακόμα και να νικούσαν.

Τότε ο Πατροκλος ο φίλος του Αχιλλέως και ένας από τους Μυρμηδόνες, επειδή συμπόνεσε τους Αχαιούς ζήτησε από τον φίλο του να του επιτρέψει να λάβει εκείνος μέρος στον πόλεμο φορώντας βέβαια την πανοπλία και πέρνωντας τα όπλα του Αχιλλέως. Ετσι, οι Τρώες θα τον περνούσαν για εκείνον και , θα τον φοβόντουσαν και θα υποχωρούσαν. Ο Πάτροκλος λοιπόν με την συγκατάθεση του Αχιλλέως, φορώντάς πάνω του την στολή του τελευταίου και έχοντας μαζί του τους Μυρμιδόνες κατάφερε να αποκρούσει τους Τρώες. Σκοτώθηκε όμως από τον αρχηγό τους, τον Εκτορα.

Όταν έμαθε το περιστατικό ο Αχιλλεύς όχι μόνο λυπήθηκε και θρήνησε βαρειά τον φίλο του αλλά εξοργίσθηκε εναντίον του Εκτορος και, παρόλο που γνώριζε ότι η δική του ύπαρξη και ζωή ήταν στενά συνδεδεμένη με την ύπαρξη του Εκτορος, προτίμησε να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του σκοτώνοντας τον Εκτορα ακόμα και αν έπρεπε να πληρώσει και ο ίδιος με την ζωή του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Αχιλλέας, θέτει πάνω και από την ίδια του την ζωή την φιλία. Ο Αχιλλεύς κηδεύει με άκρως τιμητικό τρόπο τον φίλο του και νεκρό πια Πάτροκλο θεσπίζοντας ακόμη και αθλητικούς αγώνες πρός τιμήν του. Τελικά κατευθύνεται εναντίον του Εκτορος. Και παρόλο που η μητέρα του, η Θέτις ως νηρηίδα, (νεράϊδα - θαλασσινή θεότητα), του κάνει γνωστό ότι θα πεθάνει και εκείνος, αν θανατώσει τον Εκτορα, εκείνος δεν υπολογίζει τίποτα. Από μία μακροχρόνια ζωή όπου θα πεθάνει σε βαθειά γεράματα, προτιμάει να πεθάνει νέος και ωραίος πάνω στο άνθος της ηλικίας του, αρκεί να λάβει την τιμή ότι εκδικήθηκε τον φονιά του φίλου του.

Στον διάλογο που έχει με την μητέρα του στην ραψωδία Σ’ της Ιλιάδος ο Αχιλλεύς λέει χαρακτηριστικά: "...γιατί η καρδιά μου δεν το ζητά και να βρίσκομαι μεταξύ ανδρών, αν πριν από το κοντάρισμα δεν χτυπηθεί και χάσει την ζωή του ο Εκτωρ, πληρώνοντας του Πατρόκλου το σπάραγμα, του γιού του Μενοιτίου" . Η Θέτις κλαίγοντας απαντά "λιγόζωος λοιπόν θα μου είσαι παιδί μου με αυτά που λες, γιατί ύστερα από τον Εκτορα είναι βέβαιος ο χαμός σου." Και ο Αχιλλεύς απαντά βαρυστενάζοντας: "Μακάρι να πέθαινε αμέσως, αφού δεν ήταν γραφτό μου να δώσω βοήθεια στον φίλο μου όταν σκοτωνόταν..."

Ετσι λοιπόν, είναι βέβαιο και το γνωρίζει ο Αχιλλεύς ότι θα πεθάνει. Εντούτοις, προτιμά τον θάνατο χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς συζήτηση, παρόλο που είναι η ίδια η μάνα του που τον παρακαλεί και βλέπει τον πόνο της και τον σπαραγμό της. Προέχει όμως η φιλία.


Αυτή η βαθειά σχέση Αχιλλέως και Πατρόκλου έγινε πηγή εμπνεύσεως και παράδειγμα για τον Μέγα Αλέξανδρο προς τον Ηφαιστίωνα. Κορυφαία όμως στιγμή υπήρξε όταν ο νικητής της περσικής αυτοκρατορίας ο Μέγας Αλέξανδρος μπαίνει στην σκηνή της μητέρας του ηττημένου Δαρείου. Εκείνος το έχει βαλει στα πόδια. Στην σκηνή βρίσκονται η μητέρα του Δαρείου μαζί με όλη την πολυτέλεια της περσικής αυλής και τους υπασπιστές της. Ο Αλέξανδρος μπαίνει μέσα για να την συναντήσει έχοντας στο πλευρό του τον Ηφαιστίωνα και επειδή όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, ο Ηφαιστίων υπήρξε πιο ψηλός από τον Αλέξανδρο και η αμφίεσή του δεν διέφερε καθόλου - τί και αν εκείνος δεν υπήρξε αρχιστράτηγος;- η μητέρα του Δαρείου χωρίς να το ξέρει υποκλίνεται μπροστά στον Ηφαιστίωνα.
Οι υπασπιστές μάταια της έκαναν νοήματα για να της δείξουν ποιος είναι ο Αλέξανδρος. Οταν πια το καταλαβαίνει είναι αργά. Η πράξις έχει πια συντελεστεί. Τότε εκείνη πέφτει στα πόδια του Αλέξανδρου ντροπιασμένη. Ο Αλέξανδρος γελά την σηκώνει από τα χέρια απαλά και τρυφερά και της λέει "δεν πειράζει μητέρα και εκείνος Αλέξανδρος είναι" αναφερόμενος βεβαίως στον φίλο του τον Ηφαιστίωνα. Ο Αλέξανδρος όχι μόνο δεν θύμωσε με την γυναίκα αλλά αντιμετώπισε το επεισόδιο εύθυμα. Γιατί δεν ένοιωθε καθόλου να απειλείται η εξουσία του ή να ανταγωνίζεται ο ίδιος τον παιδικό του φίλο Ηφαιστίωνα.

Από αυτό το επεισόδιο θα μπορούσαμε να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα για την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οταν πολύ αργότερα το 324 π.Χ. ο Ηφαιστίων στα βάθη της Ανατολής στα Εκβάτανα θα πεθάνει, ο Αλέξανδρος θα λυπηθεί τόσο πολύ ώστε θα θελήσει να τιμήσει τον νεκρό φίλο του με τρόπο που ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια. Από εκεί, οι μελετητές συμπεραίνουν ότι ο Αλέξανδρος άρχισε να ξεφεύγει από το μέτρο και την ελληνική κοσμοθέαση των πραγμάτων. Ομως είναι δείγμα και αυτό του υπέρμετρου πόνου που ένοιωσε για τον χαμό του φίλου του.

Ο Αλέξανδρος όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Ηφαιστίωνος, δεν θέλησε επί τρείς ημέρες να αγγίξει τροφή, παρά έκλαιγε και οδύρετο ή έμενε γεμάτος πένθιμη σιγή. Δέκα χρόνια πριν, είχαν και οι δύο στεφανώσει τον Ιλιο, την πρωτεύουσα της Τροίας, τους τάφους του Αχιλλέως και του Πατρόκλου. Μόλις πέθανε ο Πάτροκλος μετά από λίγο τον ακολούθησε και ο Αχιλλεύς. Και τί τραγικό! Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε και με τον Ηφαιστίωνα και τον Μέγα Αλέξανδρο. Ενας νεότερος ιστορικός γράφει: "Ο Αλέξανδρος και ο Ηφαιστίων είχαν στεφανώσει μαζί, στο Ιλιο, τους τάφους των δύο ομηρικών ηρώων. Είχαν περάσει από τότε ακριβώς δέκα χρόνια. Χρόνια που έκαναν την ίδια ιστορία να γίνει μύθος. Η αθανασία ζητάει έναν πρόωρο θάνατο. Και η αιωνιότητα της φιλίας τον πρόωρο θάνατο των δύο φίλων."


«Φίλος» στα αρχαία ελληνικά είναι ο αγαπημένος, αυτός δηλαδή που βρίσκεται πολύ κοντά στην ψυχή μας.

φίλος= αγαπητός, αγαπημένος, φιλότης=φιλία, αγάπη, στοργή.

Και φιλότης είναι η φιλία, η αγάπη και η στοργή. Πολλές είναι οι λέξεις του δυτικού λεξιλογίου οι οποίες κατάγονται από την αρχαία ελληνική και ως πρώτο συνθετικό έχουν την λέξη φίλος:

«Φιλάνθρωπος», «φιλαρμονικός» ( από το φίλος και αρμονία δηλαδή αυτός που αγαπάει την αρμονία).

Φιλαρμονική ονομάζεται η ορχήστρα στα ελληνικά η οποία αγαπά την μουσική, αγαπά την αρμονία, τους αρμονικούς ήχους. Γι' αυτό άλλωστε και philarmonique στα γαλλικά και σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες, σημαίνει τον φιλόμουσο.

Φιλολογία είναι η αγάπη για τους λόγους, ενώ φιλοσοφία είναι η αγάπη για την σοφία δηλαδή η αγάπη για την αναζήτηση της σοφίας κάτι το οποίο προσπαθεί να επιτύχει ο φιλόσοφος. Ο όρος φιλοτελισμός έχει να κάνει με την αγάπη για την συλλογή γραμματοσήμων. Ο όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις φίλος και τέλος. «Τέλος» στα ελληνικά είναι ο «φόρος», εξ ού και τελωνείο, τέλη κυκλοφορίας κλπ για την αποστολή επιστολών και συλλογές γραμματοσήμων λέγεται «φιλοτελισμός».

Επομένως και οι λέξεις οι οποίες πλάστηκαν στην Δυτική Ευρώπη, για να αποδώσουν στην εντέλεια το νόημα που χρειάζεται, χρησιμοποιούν ελληνικές ρίζες. Πολλές από τις λέξεις που προαναφέραμε δεν έχουν το αντίστοιχό τους στην λατινική. Αυτό σημαίνει είτε ότι τις δανείσθηκαν απ' ευθείας οι υπόλοιπες δυτικές γλώσσες από την αρχαιοελληνική παρακάμπτοντας την λατινική ή ότι είναι μεταγενέστεροι όροι, οι οποίοι επλάσθησαμν αργότερα όπως προείπαμε για την λέξη φιλοτελισμός. Ολα αυτά μας αποδεικνύουν για πολλοστή φορά ότι η ελληνική γλώσσα είναι αξεπέραστη όσον αφορά στην ετυμολογία και την ακριβολογία της. Γι' αυτό άλλωστε και οι δυτικές γλώσσες καταφεύγουν στο ελληνικό οπλοστάσιο για κάθετι νέο που θέλουν να ονομάσουν. Μόνον έτσι το όνομα που θα προσδώσουν θα αποδίδει με σαφήνεια τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά αυτού του πράγματος που ονοματοδοτούν.
(2)


Σύνθεση από πηγές (1) & (2)

Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Επιλογές από κείμενα του Osho...


Τα δόγματα είναι σαν τα αποτυπώματα των ποδιών.
Μια μέρα κάποιος περπάτησε εκεί, όμως ο ίδιος δεν βρίσκεται πια εκεί.
Μόνο τα αποτυπώματά του έμειναν πάνω στην άμμο, στην άμμο του χρόνου.
Ένας βούδας περπατάει, τα αποτυπώματα μένουν κι εσύ λατρεύεις εκείνα τα αποτυπώματα επί αιώνες.

Τώρα δεν υπάρχει κανένας εκεί.
Απλώς ένα σχήμα πάνω στην άμμο και τίποτε άλλο.
Τα δόγματα είναι μορφές μέσα στο νου, όπως ακριβώς τα αποτυπώματα.
Ναι, κάποιος ήταν εδώ κάποτε, μα δεν είναι πια εδώ.
Κι εσύ συνεχίζεις να λατρεύεις εκείνες τις απολιθωμένες μορφές.

Και μη νομίζεις ότι έχεις γίνει θρησκευτικός, αλλιώς θα χάσεις.
Για να υπάρξει θρησκεία, πρέπει να την αναζητήσεις από μόνος σου.
Είναι μια προσωπική ανάπτυξη, μια προσωπική συνάντηση με την πραγματικότητα, πρόσωπο με πρόσωπο, άμεση και χωρίς μεσολάβηση.
Δεν έχει καμία σχέση με την παράδοση του παρελθόντος.
Πρέπει να αναπτυχθείς μέσα της.

Πρέπει να της επιτρέψεις να αναπτυχθεί μέσα σου.
Η θρησκεία είναι επανάσταση, όχι προσαρμογή.
Δεν είναι πεποίθηση στην οποία έχεις φτάσει διανοητικά.
Είναι αφύπνιση ολόκληρου του είναι σου.

Ασφαλώς μπορείς να γεννηθείς μέσα σε μια ιδεολογία, μπορείς να μάθεις θεολογία, λόγια σχετικά με το Θεό, θεωρίες σχετικά με το Θεό, δόγματα και δοξασίες, το να γνωρίζεις όμως σχετικά με το Θεό δεν έχει καμία σχέση με το να γνωρίζεις τον ίδιο το Θεό.

Το πουλί είναι η θρησκεία και όχι το κλουβί, ενώ το πουλί είναι μέσα σε κλουβί.
Το πουλί δεν μπορεί να πετάξει.
Του έχουν κόψει τα φτερά του.
Το πουλί έχει φυλακιστεί σε ένα χρυσό κλουβί, όμορφα στολισμένο, πολύ ακριβό, πολύτιμο, τώρα όμως είναι πιο σημαντικό το κλουβί από το πουλί.

Και σιγά σιγά, οι άνθρωποι θα ξεχάσουν εντελώς το πουλί, επειδή το πουλί θα πεθάνει και θα λατρεύουν το κλουβί και θα το στολίζουν ολοένα και περισσότερο και θα ανεγερθούν ναοί γύρω του και μεγάλη παράδοση, κατεστημένο και κανένας δεν σκοτίζεται για το πού είναι το πουλί.


Ένα πτώμα μέσα σε ένα χρυσό κλουβί.
Η αμφισβήτηση είναι φυσική, έμφυτη ιδιότητα του είναι σου είναι δοσμένη από το Θεό. Χρησιμοποίησε την, γιατί περιέχει τρομακτική δύναμη. Είναι όργανο για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η αμφισβήτηση είναι μέθοδος για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η αμφισβήτηση δεν είναι εχθρός της αλήθειας, είναι ο μόνος της φίλος."

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προκαλούν σύγχυση, εκμεταλλευόμενοι την ανθρώπινη ανοησία να πιστεύεις πως ό,τι δεν μπορείς να καταλάβεις πρέπει να είναι κάτι ανώτερο, κάτι μεγαλειώδες, από το άγνωστο, από το μυστηριακό. Αυτοί οι άνθρωποι είναι εκμεταλλευτές.

Με τους σοφούς ανθρώπους συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Μιλούν με μικρές προτάσεις. Οι προτάσεις τους δεν είναι τόσο σύνθετες, είναι απλές. Οτιδήποτε λένε μπορεί να κατανοηθεί από οποιονδήποτε που έχει φυσιολογική ευφυΐα
Δεν προκαλούν σύγχυση.

Ό,τι διδάσκουν είναι πάρα πολύ απλό — απλό, όπως είναι απλή η ζωή, απλό, όπως είναι απλή η ύπαρξη, όπως είναι απλά τα ποτάμια και τα βουνά, όπως είναι απλά τα πουλιά και τα δέντρα.

Οι σοφοί άνθρωποι είναι απλοί και τους καταλαβαίνουν οι περισσότεροι. Όσο περισσότερο όμως τους καταλαβαίνεις, όσο βαθύτερα διεισδύεις μέσα στην απλότητα τους, τόσο περισσότερο βρίσκεις να ανοίγονται καινούργιες διαστάσεις μυστηρίου.

Τα λόγια τους είναι απλά, αυτό όμως που θέλουν να δείξουν είναι μυστηριακό.
Δείχνουν με απλό τρόπο, αυτό που δείχνουν όμως είναι μυστηριακό.
Η τώρα ζωή είναι μια ζούγκλα από λέξεις και δεν θα μπορέσεις να βγεις από τη ζούγκλα. Η πολυμάθεια είναι τόσο μεγάλη ζούγκλα , για την ακρίβεια, είναι η μόνη ζούγκλα που απόμεινε στον κόσμο.

Εδώ και χιλιάδες ·χρόνια, σου λένε πως το ταξίδι προς το Θεό είναι πολύ μεγάλο.
Το ταξίδι όμως, στην πραγματικότητα, δεν είναι μεγάλο, ο Θεός δεν είναι καθόλου μακριά.

Ο Θεός είναι στην αναπνοή σου, ο Θεός είναι στον χτύπο της καρδιάς σου, ο Θεός είναι στο αίμα σου, στα κόκαλα σου, στο μεδούλι σου.