Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

We are on a spaceship; a beautiful one...





All of humanity now has the option to "make it" successfully and sustainably, by virtue of our having minds, discovering principles and being able to employ these principles to do more with less. If the success or failure of this planet, and of human beings, depended on how I am and what I do, how would I be? 


What would I do? It is not for me to change you. The question is, how can I be of service to you without diminishing your degrees of freedom?


It is now highly feasible to take care of everybody on Earth at a ‘higher standard of living than any have ever known.It no longer has to be you or me. Selfishness is unnecessary and henceforth unrationalizable as mandated by survival.


We are on a spaceship; a beautiful one. It took billions of years to develop. We're not going to get another.  Now, how do we make this spaceship work. You never change things by fighting the existing reality. 




To change something, build a new model that makes the existing model obsolete. Love is omni-inclusive, progressively exquisite, understanding and compassionately attuned to other than self.


Humanity has the option to become successful on our planet if we reorient world production away from weaponry-- from killingry to livingry. Can we convince humanity in timeWe are prisoners of our own metaphors, metaphorically speaking.


Sometimes I think we're alone. Sometimes I think we're not. In either case, the thought is staggering.


R. Buckminster Fuller


Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Πρόκλος περί μύθων





«Οι άνθρωποι της εποχής μας κατεξοχήν συνηθίζουν να επικρίνουν τους Παλαιούς Μύθους ότι ευθύνονται, υποτίθεται, για τη μεγάλη, αφ’ ενός, θρασύτητα στις περί Θεών δοξασίες και, αφ’ ετέρου, για τις πολλές, άτοπες και πλημμελείς φανταστικές εικόνες, και ότι δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να οδηγούν τους πολλούς ανθρώπους στη τωρινή φοβερή και ανώμαλη καταπάτηση των ιερών θεσμών. 



Από πλευρά μας δεν θα χρειαστούμε πολλά λόγια για να απαντήσουμε σε αυτούς που ενοχοποιούν την παραδοχή των Μύθων για την αδιαφορία προς το Θείο∙ πρώτον, ότι εκείνοι που παραμέλησαν τη θεραπεία (=λατρεία) των κρειττόνων (=ανωτέρων) από εμάς λόγω των φαινομενικών πλασμάτων των Μύθων, αγνοώντας και το σκοπό της μυθοποιίας και τη δύναμή της, συνέβη να σωριαστούν στην αλόγιστη και  Γιγαντική [1]  ανοσιότητα. 



Διότι, αν οι μύθοι προέταξαν το φανερό τους περιεχόμενο στο σύνολό του αντί για την αλήθεια που είναι εγκαθιδρυμένη στην απόρρητη περιοχή και χρησιμοποιούν για τα αφανή και άγνωστα στους πολλούς διανοήματα [και το κατεξοχήν ιδιαίτερο αγαθό τους είναι το ότι δεν αποκαλύπτουν κανένα στοιχείο της Αλήθειας στου βέβηλους, αλλά φανερώνουν μόνο κάποια ίχνη της όλης Μυσταγωγίας τους σε εκείνους που από της φύση τους έχουν την ικανότητα να περιδιαβούν την απροσπέλαστη για πολλούς θεωρία (=θέαση)], και αν οι άλλοι, αντί να αναζητούν την Αλήθεια που βρίσκεται κρυμμένη μέσα στους Μύθους, ασχολούνται μόνο με την εξωτερική προσχηματική μορφή των μυθικών πλασμάτων και, αντί για την κάθαρση του νου, ακολουθούν τις φανταστικές και μορφοποιητικές εικόνες, τότε ποιό τέχνασμα μπορεί να βρεθεί ώστε να κατηγορηθούν οι Μύθοι για κάποια δική τους παρανομία και όχι εκείνοι που κάνουν κακή χρήση των Μύθων για τη δική τους αδιαφορία; 




Έπειτα, μπορούμε να απαντήσουμε ότι βλέπουμε πως οι πολλοί βλάπτονται και από όλα τα άλλα, όσα φαίνονται εξαιρετικά σεμνά και τίμια, εγκαθιδρυμένα στους Θεούς και δημιουργημένα από Εκείνους, χωρίς όμως για το λόγο αυτό να μεμφόμαστε τη γένεση εκείνων αλλά τη ανόητη έξη της ψυχής που έχουν τούτοι. Πράγματι, ποιός δεν θα συμφωνούσε ότι τα Μυστήρια και οι Τελετές ανυψώνουν τις ψυχές από την ένυλη και θνητή ζωή και τις συνάπτουν με τους Θεούς, ότι αφανίζουν όλη την ταραχή της αλογίας με τις νοερές ελλάμψεις τους, και ότι με το Φως των Θεών απομακρύνουν τον αόριστο και σκοτεινό χαρακτήρα των τελούμενων;»

 Πρόκλος «Υπόμνημα εις τας Πολιτείας Πλάτωνος» 1.74.4 – 1.75.10



[1] Οι Γίγαντες της Ελληνικής Μυθολογίας συμβολίζουν τα άλογα και ένυλα στοιχεία στις ζωές των ψυχών και στο σύμπαν.Βλ., Πρόκλος «Υπόμνημα εις Πλάτωνος Παρμενίδην 643.11, 643.14, 643.22, 687.27, 698.27, 849.14 », «Υπόμνημα εις Πλάτωνος Τίμαιον 1.168.25, 3.346.30»

Αναδημοσίευση από εδώ

Ο Ντα Βίντσι, ο Χριστός, ο Ιούδας και η αλαζονεία...







Η αλαζονεία είναι το γνώρισμα της συμπεριφοράς του ανθρώπου, που πηγάζει από την υπερτίμηση του εαυτού του. Η αλαζονεία απομονώνει ουσιαστικά το άτομο από τους συνανθρώπους του. Ο αλαζόνας θεωρεί τους άλλους κατώτερους, τους χρησιμοποιεί πολλές φορές σαν αντικείμενα και τους ταπεινώνει. Το πιο προσφιλές του μέσον είναι η ειρωνεία.



Ο αλαζόνας βρίσκεται ψηλά στην συνείδηση του, αλλά χαμηλά στην συνείδηση των συνανθρώπων του. Ο εγωισμός είναι η τάση του ατόμου να προβάλει και να αγαπά τον εαυτό του. Ο ατομισμός, η έπαρση, η υπεροψία και φυσικά η αλαζονεία είναι αποχρώσεις του ίδιου του εγωισμού. Ας εξετάσουμε λοιπόν, μία σχετική διδασκτική ιστορία.



Όταν ο Ντα Βίντσι σχεδίαζε τον μυστικό δείπνο, έψαχνε διάφορους ανθρώπους σαν πρότυπο, για να δώσει στα πρόσωπα που είχε στο μυαλό του, το αντίστοιχο βάθος. Είχε διαλέξει έναν νεαρό, πανέμορφο (ήταν γνωστές οι προτιμήσεις του στο αντρικό φύλο), για να αποτυπώσει στο πρόσωπο του, το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Όταν τελείωσε τον ευχαρίστησε και κινήθηκε σε αναζήτηση προσώπων για τους μαθητές του.



Μετά από χρόνια βρήκε κάποιον ρακένδυτο, ξιπασμένο ζητιάνο, άσχημο και απεριποίητο. Όταν του ζήτησε να τον ζωγραφίσει για να απεικονίσει τον Ιούδα, ο άνθρωπος ξέσπασε σε κλάματα. «Μην κλαις» του είπε, «θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε». Ο άνθρωπος με δάκρυα στα μάτια του απάντησε «Δεν κλαίω για την επιλογή σου, κλαίω γιατί εγώ ήμουν κάποτε που χρησιμοποίησες σαν εικόνα του Χριστού»



Όλα μέσα μας είναι και ο Χριστός και ο Ιούδας. Οι επιλογές μας, καθορίζουν το ποιόν μας και προβάλλουν αυτό που πραγματικά είμαστε και όχι αυτό που νομίζουμε πως είμαστε. Η αυτογνωσία είναι  η γνώση του εαυτού μας, των αρετών ή αδυναμιών μας. Είναι κάτι το σκληρό γι’ αυτούς που θέλουν να διατηρούν προσωπείο, είναι όμως ευλογία για όσους αγαπούν την αλήθεια.



Όταν πέσουν οι μάσκες, όλα βγαίνουν στο φως…


Αναδημοσίευση από εδώ

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Ο σπόρος της παπαρούνας...




Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.

Μια μέρα του καλοκαιριού η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλο της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα.

Το χώμα όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν.

Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων.

Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία.

Σαν έφτασε όμως εκεί, δεν ήξερε πού να το αποθέσει, γιατί στη γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί.

Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο.

Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει.

Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του ανέμου να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το γυρίσει εκεί απ’ όπου το ‘χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο.

Τίποτε όμως.


Γλάστρες δεν είχε στην πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο.

Τότε ο άνεμος που δεν άντεχε άλλο ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.

Το πεζοδρόμιο ήταν πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δύο μεγάλες πλάκες, που για καλή του τύχη δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά που ‘χασκε ανάμεσα τους και να κρυφτεί.

Εκεί μέσα ένιωθε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να το αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά.

Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν χώμα.

Θαμμένο εκεί κάτω από τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε, που ‘χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι κι ας ήταν και μικρό.

Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα, ανακαλύπτοντας με έκπληξη και κάποιον τρόμο, πως το κορμάκι του ήταν μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.

Τις μέρες που ακολούθησαν το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα, άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα κι έναν κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι στο κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.

Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή ειν’ έτσι τα σποράκια που γίνονται παπαρούνες.

Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώσει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πώς ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλα της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου.

Φανταστείτε αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, που ‘ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο.

Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου.

Σίγουρα θα σκεφτόσαστε πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωτινό έγινε κάτι σαν επανάσταση στην πόλη, πως η συγκοινωνία σταμάτησε, πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα, πως οι πίσω που δεν βλέπανε, φώναζαν στους μπρος «στην άκρη, να δούμε, κι εμείς», πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα και τα γκλομπς τους πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δεν χώραγαν πια τα κεφάλια τους, πως οι γυναίκες μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαί να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε.

Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα.

Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα σαν να μην είχε τίποτα συμβεί, γιατί όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν μα δεν βλέπανε.

Παράξενο πράγμα όμως, ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί επάνω της αόρατο περίφραγμα για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήταν αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.

Έτσι προφυλαγμένη έζησε τις μέρες της ζωής της και όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πέταλά της, κι αργότερα από την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας ανακατεμένος με εξατμίσεις αυτοκινήτων ήρθε και τα σάρωσε από ‘κει και τα ‘σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους.

Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας το ‘φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού που ‘χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια.

Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά που ‘χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.

Η ιστορία θα ‘πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί πού αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι;

Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ) γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…

Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.

Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνέχεια ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.

Του Αργύρη Χιόνη.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Το ταξίδι της Ζωής



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που πήρε την απόφαση να κάνει ένα μεγάλο και μακρινό ταξίδι.

Ήταν ένας άνθρωπος που είχε πιστέψει πως αν αποκτούσε πολλά λεφτά, σπίτια αυτοκίνητα, κότερα κλπ θα ήταν ευτυχισμένος. Ήταν ένας άνθρωπος που πίστεψε ότι αν ζούσε τον έρωτα και το σεξ θα ένιωθε ευτυχία και πληρότητα. Ακόμα είχε πιστέψει ότι αν ζούσε πολλές περιπέτειες και συγκινήσεις θα γευόταν τη ζωή ολοκληρωτικά.

Τέλος πίστεψε ότι η γνώση και η μάθηση θα τον έκανε ευτυχισμένο.

Παρόλα αυτά και ενώ τα είχε ζήσει όλα, από καιρό, ένα σαράκι έτρωγε την ψυχή  του και μια φωνή μέσα του ψιθύριζε μέρα και νύχτα πως η ζωή του ήταν λειψή και πως αυτό που του έλειπε ποτέ δεν θα το έβρισκε εκεί που ζούσε και όπως ζούσε.

Αποφάσισε, λοιπόν, να φύγει μακριά κι έτσι, μια μέρα, γέμισε τις βαλίτσες του με θάρρος και αισιοδοξία κι έβαλε πλώρη για το άγνωστο όπου, σαν τον Οδυσσέα που ψάχνει την Ιθάκη, έλπιζε κάποτε να βρει αυτό που αποζητούσε.

Είχε όλη την θέληση και την πρόθεση να κάνει αυτό το ταξίδι. Ήξερα ότι ήταν ένα τόλμημα που έμοιαζε επίπονο και ίσως επικίνδυνο. Άφησε πίσω του ένα κομμάτι ζωής και ξεκινούσε για κάτι καινούργιο.

Ξεκίνησε για το ταξίδι και στην καρδιά του είχε ό,τι και κάθε ταξιδιώτης: πόνο γι’ αυτά που άφηνε, χαρά για το ταξίδι, λαχτάρα για όσο τον περίμεναν κι ένα μούδιασμα στη ψυχή, γιατί ο δρόμος που έπαιρνε, έμοιαζε τραχύς, δύσκολος να τον διαβεί κανείς  και ίσως επικίνδυνος.

Τίποτα όμως δεν ήταν δυνατόν να τον εμποδίσει γιατί βαθιά μέσα στην καρδιά του υπήρχε η πίστη ότι αυτό ήταν που ήθελε. Έτσι το ταξίδι της αυτογνωσίας και της αυτοπραγμάτωσης είχε αρχίσει. Το ταξίδι της γνώσης και της ανάπτυξης.

Στο πρώτο μέρος του ταξιδιού περιπλανήθηκε στα βάθη του εαυτού του και τον γνώρισε από κάθε πλευρά. Βήμα βήμα, ανακάλυψε τις ικανότητες και τις αδυναμίες του, τις αρετές και τις κακίες του, τους φόβους και τους θυμούς του. Ήρθε σε επαφή με τα σκοτεινά του βάθη.



Πόνεσε χάρηκε, τρόμαξε. Στο τέλος κατανόησε τον λόγο που είχε γίνει αυτό που είχε γίνει, το αποδέχτηκε το αγάπησε  και πήρε το κουράγιο να αλλάξει ότι τον δυσκόλευε να ζήσει την χαρά της κάθε στιγμής.

Βρήκε το θάρρος να είναι ο πραγματικός, αληθινός του εαυτός.
Αυτό το μέρος του ταξιδιού τον γέμισαν με αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση. Ένιωθε την δύναμη του ανθρώπου που ξέρει ποιος πραγματικά είναι και τι θέλει.

Ήξερε τι μπορούσε να κάνει και δεχόταν ότι δεν μπορούσε να κάνει. Έγινε σαν να λέμε, ο άνθρωπος που  «τάχει καλά με τον εαυτό του».

Φορτωμένος μ’ όσα κέρδισε στο πρώτο μέρος του ταξιδιού, προχώρησε στο δεύτερο μισό που ο ίδιος ονόμασε πνευματικό, γιατί τον οδηγούσε πέρα από όσα είχε γνωρίσει μέχρι τότε, αλλά και πάλι πίσω σ’ αυτά.

Σ’ αυτό το μέρος του ταξιδιού ανακάλυψε την ολότητα του εαυτού του: ότι το σώμα η ψυχή και το πνεύμα του δεν είναι χωριστά αλλά ένα. Πως το ένα στηρίζει το άλλο, το διευκολύνει ν’ αναπτυχθεί και πως δεν μπορούσε να τρέφεται το ένα χωρίς να τρέφονται και τ’ άλλα δύο.
Προχωρώντας πιο μακριά, ανακάλυψε την ενότητά του με τους άλλους ανθρώπους και τέλος, την ένωση του με τον Κόσμο το Σύμπαν το Θεό.

Και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή του, αφού ταξίδεψε σε Γη και Ουρανό, σε βάθη και σε ύψη, είδε! Είδε ότι όλα όσα του φαίνονται χωριστά και αντίθετα ήταν ΕΝΑ. Είδε την ΑΓΑΠΗ, την ΣΟΦΙΑ και την ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ  να διευθύνουν το Σύμπαν και η ψυχή του αγαλλίασε.

Και τότε, ολόκληρος, χορτάτος, γαλήνιος και πλούσιος από εμπειρίες, έβαλε μπρος για το μεγάλο ταξίδι, το ταξίδι της ΖΩΗΣ.




Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Το ερώτημα..


Το πρώτο γεγονός. 

Ο καθηγητής της φυσικής κρατάει στο ένα του χέρι ένα βαρίδι και στο άλλο ένα φυλλαράκι δέντρου και τα αφήνει να πέσουν από το ίδιο ύψος Το βαρίδι φθάνει πρώτο στο πάτωμα της αίθουσας και εκείνος θέτει στους διδασκόμενους το ερώτημα «Γιατί δεν φθάνουν ταυτόχρονα;» και τους ζητεί να γράψουν το ερώτημα αλλά και την -κατά τη γνώμη τους- απάντηση στο πρόχειρο. Αρκετοί από τους διδασκόμενους απαντούν επικαλούμενοι τη «θεωρία» ότι ‘’ τα βαρύτερα πέφτουν πιο γρήγορα’’. Ο καθηγητής χωρίς να σχολιάσει τις απαντήσεις τους γνωστοποιεί ότι επί δύο χιλιάδες χρόνια περίπου –από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Γαλιλαίο- οι άνθρωποι πίστευαν ότι «τα βαρύτερα πέφτουν πιο γρήγορα».

Το δεύτερο γεγονός. 


Ο διδάσκων κρατάει τώρα στο ένα χέρι ένα φύλλο τετραδίου και στο άλλο ένα πολύ μικρό χαρτάκι το οποίο έχει τσαλακώσει. Ζητεί από τους μαθητές να προβλέψουν ποιο από τα δύο θα αντικείμενα θα φθάσει πρώτο και να καταγράψουν την πρόβλεψή τους στο πρόχειρο. Αφήνει τα δύο αντικείμενα ταυτόχρονα από τα χέρια του και διαπιστώνεται ότι το τσαλακωμένο χαρτάκι προσγειώνεται πρώτο.

Στη συνέχεια καλεί όλους τους μαθητές να καταγράψουν την προσωπική τους ερμηνεία για το φαινόμενο. Ζητεί, τέλος, από όσους άλλαξαν άποψη για την ερμηνεία του προηγούμενου γεγονότος να το καταγράψουν επίσης. Ενδεχομένως ορισμένοι κατανοούν την αδυναμία της θεωρίας στην οποία βασίστηκαν για να ερμηνεύσουν το πρώτο γεγονός. Σ’ αυτή την περίπτωση προκαλείται ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ανάμεσα στην προϋπάρχουσα πεποίθηση και στα στοιχεία που την αντικρούουν.


Το ερώτημα 

Ο ίδιος θέτει το ρητορικό ερώτημα. «Τελικά, ποια σώματα πέφτουν πιο γρήγορα; Τα βαρύτερα ή τα ελαφρύτερα; » και δίνει την απάντηση ότι «δεν υπάρχει νόμος με βάση τον οποίο να μπορούμε να προβλέψουμε τι θα συμβεί κατά την πτώση δύο οποιωνδήποτε αντικειμένων στον αέρα ».

Στη συνέχεια παρουσιάζει συνοπτικά την ιστορική εξέλιξη των ιδεών σχετικά με το φαινόμενο ‘’πτώση στον αέρα’’ για να καταλήξει στον Γαλιλαίο και να γνωστοποιήσει ότι ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΕΡΑΣ.




Δίνει έμφαση στην ιδέα ότι «εάν δεν υπήρχε ο αέρας, θα συνέβαινε το εκπληκτικό- για την τρέχουσα εμπειρία- γεγονός όλα τα στερεά αντικείμενα, οσονδήποτε βαριά ή ελαφριά, να πέφτουν ταυτόχρονα».

Αναδημοσίευση από εδώ


Τραίνα και αναμνήσεις....





Σε κάθε σταθμό άνθρωποι ανεβαίνουν, άνθρωποι κατεβαίνουν ,με κάποιους θα συνταξιδέψεις περισσότερο ,με άλλους λιγότερο...Μέσα στο τραίνο θα συναντήσεις πολλούς, ανθρώπους σημαντικούς για σένα αλλά και με αδιάφορους...


Θα έρθουν αυτοί που θα αγαπήσεις ,αυτοί που θα σε αγαπήσουν, άλλοι θα σου βάλουν τρικλοποδιές, άλλοι θα σε σηκώσουν όταν πέσεις, κάποιοι θα σου κρατούν το χέρι όταν φοβάσαι τον γκρεμό, άλλοι θα θελήσουν να σε πετάξουν από το παράθυρο....


Θα συναντήσεις συνεπιβάτες που θα σου μιλούν ψιθυριστά όπως ταιριάζει στον έρωτα και αυτοί που με κακία θα φωνάζουν!!!
 


Στο ταξίδι θα περάσεις από θάλασσες, βουνά, άλλοτε το ταξίδι είναι ήρεμο και άλλοτε περνάς κακοτράχαλα δύσβατα σημεία, χειμώνες και καλοκαίρια θα εναλλάσσονται....νηνεμία και φουρτούνες θα συναντήσεις..........νύχτα και μέρα ένας κύκλος είναι, φορές που ο ήλιος θα ζεσταίνει την καρδιά, μα και άλλες που το κρύο θα πληγώνει την ψυχή ,φορές που χαλαρός θα κοιμάσαι, φορές που με αγωνία θα ξενυχτάς!


Θα τύχει να δεις αγαπημένους σου να κατεβαίνουν γιατί το ταξίδι τους έφτασε στο τέλος του και θα πονάς για τον αποχωρισμό, θα τύχει να δεις αγαπημένους σου να αλλάζουν βαγόνι και να σε αφήνουν ,μα και εσύ θα αλλάξεις βαγόνι και θα τους αφήσεις .........


Μέσα στις αποσκευές σου κουβαλάς, γνώσεις, εμπειρείες ,αγάπη, πόνο, δάκρυα, γέλια ,χαρά και λύπη δίπλα δίπλα........


Ένα ταξίδι που συνέχεια σου δίνει και σε μαθαίνει, γεμίζουν οι αποσκευές σου και εσύ γεμάτος πια βαδίζεις προς το τέλος..

Έρχεται η ώρα να κατέβεις.......... 


Το τραίνο δεν σταματά ποτέ.......εσύ κατεβαίνεις, αυτό συνεχίζει ένα ταξίδι στον χρόνο…