Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Νερό, η πανάρχαια κάθαρση







Η σημασία του νερού ως αστείρευτη πηγή ζωής αναγνωρίστηκε από τα πανάρχαια χρόνια απ' όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Οι μεγάλοι αρχαίοι πολιτισμοί της Μεσοποταμίας, της Αιγύπτου, της Κίνας και της Ινδίας στήριξαν την ανάπτυξή τους στο νερό των ποταμών Τίγρη, Ευφράτη, Νείλου, Κίτρινου ποταμού, Γάγγη και Ινδού). Αλλά και ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αναπτύχθηκε κοντά στο νερό (Αιγαίο - Μεσόγειος).
.
Η δύναμη που έδινε το νερό στις αρχαίες κοινωνίες, έκανε τους ανθρώπους να το λατρέψουν. Πέρα από αντικείμενο λατρείας το νερό θεωρήθηκε ένα από τα βασικότερα στοιχεία κοσμογονίας σε όλους τους πρωτόγονους λαούς. Στις πανάρχαιες δοξασίες των λαών, όπως σώζονται στις μυθολογίες τους, το νερό αποτελεί στοιχείο εξαγνισμού και κάθαρσης και η ζωοποιός του δύναμη συνδέθηκε με μαγικές και θεραπευτικές ιδιότητες. Το διαυγές νερό συμβολίζει την αγνότητα και γι' αυτό τελετουργικές διαδικασίες όπως το καθαρτήριο νίψιμο, το ράντισμα ή η κατάδυση στο νερό συναντώνται σε πάρα πολλούς αρχαίους λαούς (αρχαίοι Έλληνες, Ρωμαίοι, Άραβες, Εβραίοι, Ζουλού, Ινδουϊστές).


Στην ελληνική και την ξένη μυθολογία η δύναμη του νερού προσωποποιείται κι εκφράζεται με θεότητες. Θεός της θάλασσας είναι για τους Έλληνες ο Ποσειδώνας, για τους Ρωμαίους ο Neptunus, για τους Ινδούς ο Βαρούνα, για τους Σκανδιναβούς ο Όεγκιν.


Στην ελληνική μυθολογία πλήθος μύθων αναφέρονται σε θαλάσσιες θεότητες (Ποσειδώνας, Νηρέας, Γλαύκος, Τρίτωνας, Πρωτέας, Σειρήνες κ.ά.), με υπέρτατο θεό της θάλασσας και των υδάτων τον Ποσειδώνα, στον οποίο αντιστοιχεί και η αόριστη και γενική έννοια του Ωκεανού. Στον Όμηρο ο Ωκεανός χαρακτηρίζεται ως "ο πατήρ των Θεών" ο οποίος περιβάλλει κυκλικά τη Γη και είναι η πηγή "όθε αναβρύζει κάθε θάλασσα, κάθε ποτάμι, κάθε πηγή και κεφαλόβρυσο, κάθε βαθύ πηγάδι" (Ιλιάδα, Φ 196). Για τους αρχαίους Έλληνες η κοσμογονική δράση του Ωκεανού πραγματοποιείται μετά την ένωσή του με την Τηθύ απ' όπου προκύπτουν οι ποταμοί και οι Νύμφες.



Ποτάμια που θεοποιήθηκαν είναι ο Ασωπός, ο Αλφειός, ο Λάδωνας κ.ά. με σημαντικότερο τον Αχελώο. Το όνομά του σημαίνει όλα τα νερά που ρέουν και σε νομίσματα και αγγεία παριστάνεται άλλοτε σαν ανθρωπόμορφος ταύρος και άλλοτε σαν άνδρας με κέρατα. Μικρότερες θεότητες του νερού που λατρεύονταν από τους αρχαίους Έλληνες με πολύ σεβασμό αποτελούν οι Νύμφες και οι Ναϊάδες που συχνάζουν σε πηγές, ρυάκια και κρήνες και είναι σύμβολο γονιμότητας, νεότητας και υγείας.



Γενικότερα πίστευαν πως  στα νερά τους μια δύναμη κάθαρσης, ανά-λογη με εκείνη που αναζητούσαν στα ιερά του Απόλλωνα. “Μη διασκίζετε ποτέ”, λέει ο Ησίοδος,” τα νερά των ποταμών με το αιώνιο τους το ρέμα, πριν να πείτε μια προσευχή, με τα μάτια προσηλωμένα στα εξαίσια τους τα νάματα, πριν να βρέξετε τα χέρια σας στο ευχάριστο τους και καθάριο νερό. Εκείνος που περνάει ένα ποτάμι χωρίς να καθαρίσει τα χέρια του απ’ το κακό, που τα έχει μιάνει, προκαλεί την οργή των θεών, που του στέλνουν κατόπι φοβερές τιμωρίες.” Πρόκειται ακριβώς για την πίστη της κάθαρσης με το νερό.

Η παγκοσμιότητα των «κατακλυσμιαίων μύθων» αποδεικνύει επίσης την πεποίθηση του ανθρώπου ότι το νερό είναι τιμωρός (πλημμύρα-καταστροφή) και καθαρτήριο συγχρόνως, αφού η ανάδυση σ’ έναν νέο κόσμο είναι η απαρχή μιας νέας πορείας.



Όπως συμβολίζεται ο θάνατος και η ανάσταση του ανθρώπου με την κατάδυση στο νερό, έτσι και ο κατακλυσμός αντιπροσωπεύει την καταστροφή του παλαιού κόσμου και την έναρξη ενός νέου. Κάθε φορά που ένας κατακλυσμός κατέστρεφε έναν πολιτισμό θεωρούνταν ως η τιμωρία για το διεφθαρμένο αυτό κόσμο. Εφόσον ο αμαρτωλός άνθρωπος καταστρέφεται δημιουργείται ένας νέος, ηθικός και ο παλιός δεν έχει την ευκαιρία να γίνει χειρότερος, γιατί παύει να υπάρχει. Η κιβωτός (ή η βάρκα) συμβολίζει τη θετική αξία του κατακλυσμού.



Τη σωτηρία απέναντι στο θάνατο. Άρα ο θάνατος ίσως δεν είναι το τελευταίο ταξίδι του ανθρώπου αλλά το πρώτο, καθώς μετά απ’ αυτόν έρχεται η αναγέννηση.




Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε ότι το νερό υπήρχε πριν από κάθε άλλη ύλη, προτού υπάρξει ζωή. Η δύναμη του νερού παρουσιάζεται με έντονες, χαρακτηριστικές εικόνες κατά την έξοδο των Ισραηλιτών από τη γη της Αιγύπτου όταν σχίστηκαν τα νερά της Ερυθράς Θάλασσας και πέρασαν οι Ισραηλίτες χωρίς να πάθουν το παραμικρό αντίθετα με τους Αιγυπτίους οι οποίοι καταπνίγηκαν ή όταν κτύπησε ο Μωυσής με το ραβδί του στο βράχο στη Ραφιδείν και άρχισε ξαφνικά να τρέχει από το βράχο νερό, για να πιει ο λαός.



“Ἀρχή τοῦ κόσμου τό ὕδωρ καί ἀρχή τῶν Εὐαγγελίων ὁ Ἰορδάνης”,   Κύριλλος Ιεροσολύμων



Στη χριστιανική θρησκεία το νερό είναι σύμβολο εξαγνισμού. Συμβολίζει τη ζωογόνο δύναμη, με την οποία ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο (Γέν. 1, 2). Ο Χριστός παρομοίωσε τον Εαυτό του με ύδωρ «ζων» και «πηγή ύδατος» (Ιωάν. κεφ. δ΄ 10, 14) που με το λόγο του μπορεί να ξεδιψάσει αιώνια τον άνθρωπο. Οι χριστιανοί βαφτίζονται στο νερό, για να καθαριστεί η ψυχή τους από το προπατορικό αμάρτημα και να λάβουν την ευλογία του Αγίου Πνεύματος. Με το Βάπτισμα αρχίζει μια νέα ζωή.



Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει χαρακτηριστικά: «Καθώς βυθίζουμε το κεφάλι μας στο νερό ο παλιός άνθρωπος εξαφανίζεται και όταν αναδυόμαστε εμφανίζεται ο νέος άνθρωπος». Έτσι το βάπτισμα σημαίνει θάνατος και μετά ανάσταση.



Στη Καινή Διαθήκη βλέπουμε τον Ιωάννη το Πρόδρομο ν’ ασκητεύει στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού και να βαφτίζει το λαό για να καθαριστούν οι ψυχές των ανθρώπων από τις αμαρτίες και να υποδεχτούν τον Μεσσία.



Ο Ιησούς Χριστός, αν και ήταν αναμάρτητος, βαφτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, που ονομάστηκε γι’ αυτό το λόγο Βαπτιστής. Σε ανάμνηση της βάφτισης του Χριστού, πολλοί, ακόμη και σήμερα, βαφτίζονται χριστιανοί στα νερά του Ιορδάνη. Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη βάφτιση του Χριστού, τα Θεοφάνια, στις 6 Ιανουαρίου. Ο ιερέας αγιάζει τα νερά του τόπου -τη θάλασσα, τη λίμνη ή το ποτάμι- ρίχνοντας μέσα τους το σταυρό.



Στη λαϊκή μας παράδοση η λατρεία των νερών πέρασε από τους αρχαίους προσωποποιημένους ποταμούς και στη χριστιανική πίστη. Πολλοί άγιοι της εκκλησίας αντικατέστησαν παλιότερες θεότητες των νερών όπως π.χ. ο Άγιος Νικόλαος, προστάτης της θάλασσας και των ναυτικών κατ' αναλογία του Ποσειδώνα. Οι χριστιανοί βαφτίζονται στο νερό για να εξαγνιστούν από το προπατορικό αμάρτημα και να λάβουν την ευλογία του Αγίου Πνεύματος. Στην αρχική μάλιστα περίοδο του Χριστιανισμού για να επιδρά η "χθόνια δύναμη" του νερού η βάφτιση έπρεπε να γίνεται σε πηγή ή ποταμό. Κατά τη λαϊκή αντίληψη το δωδεκαήμερο πριν από τα Θεοφάνια όταν "τα νερά είναι αβάφτιστα" ανεβαίνουν στη γη οι Καλικάντζαροι κι ενοχλούν τους ανθρώπους, αλλά ο αγιασμός των νερών διώχνει κάθε δαιμονικό από τη φύση.



Τα Θεοφάνια είναι μεγάλη γιορτή για το λαό γιατί γιορτάζεται η βάφτιση του Χριστού και όπως διδάσκει και η εκκλησία: "σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις". Η χριστιανική λαϊκή πίστη θεωρεί θαυματουργό με θεραπευτικές ιδιότητες το νερό των αγιασμάτων, δηλαδή νερό των πηγών που σύμφωνα με την παράδοση έχει αγιαστεί από την Παναγία ή από κάποιον Άγιο και γι' αυτό το πίνουν με ευλάβεια.

 Σύνθεση από διαφορες διαδικτυακές σελίδες


Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Ο Κέρβερος, αποσυμβολισμός


Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία ο Κέρβερος ήταν ο φύλακας του Πυλών του Άδη. Ήταν γιος του Γίγαντα Τυφώνα και της Έχιδνας. Παρουσιάζεται σαν ένας τρομερός σκύλος με τρία κεφάλια, ενώ σύμφωνα με κάποιους είχε πόδια λιονταριού και ουρά φιδιού. Ήταν υπεύθυνος για την παραμονή των νεκρών στον Κάτω κόσμο αλλά και για την απαγόρευση εισόδου στους ζωντανούς.

Όταν κάποιος νεκρός έφτανε στον Άδη, ο Κέρβερος κουνούσε την ουρά του χαιρετώντας τον, ενώ εάν κάποιος από αυτούς που είχαν ήδη περάσει την Πύλη τολμούσε να το σκάσει από τον Κάτω κόσμο τον κατασπάραζε. Στην αρχαία Ελλάδα οι συγγενείς του νεκρού τοποθετούσαν στο καλάθι του μια πίτα με μέλι για να ηρεμήσουν και να ευχαριστήσουν τον Κέρβερο. 

Ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του τον φέρει ζωντανό. Ο Ηρακλής πήγε στο ακρωτήριο Ταίναρο, βρήκε την είσοδο του  Αδη και τον Κέρβερο. Λίγο πριν πλησιάσει, ελευθέρωσε δύο δεμένους ανθρώπους που τους επιτίθονταν κτήνη. Ο Κέρβερος, όταν αντίκρισε την περήφανη κορμοστασιά του ήρωα, φοβήθηκε κι έτρεξε να κρυφτεί κάτω από τον θρόνο του Πλούτωνα. Ο Πλούτωνας, κάτω από την προτροπή της Περσεφόνης, δέχτηκε να πάρει τον Κέρβερο ο Ηρακλής, εφόσον μπορούσε να τον πιάσει. Ο ήρωας μετά από πάλη, τα κατάφερε.

Τα τρία κεφάλια θεωρείται ότι αντιπροσώπευαν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ενώ άλλες πηγές αναφέρουν ότι ήταν σύμβολο της γέννησης, της νεότητας και του γήρατος. Ίσως επίσης συμβολίζουν το  τρισυπόστατο, της ανθρώπινης φύσης. Η  ουρά φιδιού συμβολίζει τις  πλάνες και τις φοβίες που δηλητηριάζουν τη πνευματική ζωή. 

Η πιο ισχυρή ικανότητα Κέρβερου ήταν το βλέμμα του, το όποιο ήταν τόσο φοβερό που όποιος τον κοιτούσε στα μάτια αμέσως μετατρεπόταν σε πέτρα. Λέγεται ότι ο Κέρβερος είχε αιχμηρά δόντια και ένα δηλητηριώδες δάγκωμα. Από το δηλητήριο που έσταζε πάνω στο έδαφος φύτρωνε ένα φυτό που είναι γνωστό ως «Ακόνιτο».... 


Ο Ορφέας  ήταν ο μοναδικός που κατάφερε με τη λύρα του να κοιμίσει το μυθικό τέρας προκειμένου να περάσει τις πύλες του Άδη για να βρει την αδικοχαμένη γυναίκα του Ευρυδίκη.

Ο Ηρακλής ανεβαίνει σε ένα βουνό για να βρει την είσοδο του κάτω κόσμου, δηλαδή να εισχωρήσει στα άδυτα της ψυχής. Ο Κέρβερος με τα τρία κεφάλια, δείχνει επίσης τρία στάδια προετοιμασίας για την είσοδο στο άβατο των μυστηρίων: 

α) εξαγνισμός (απελευθέρωση από τα δεσμά του υλικού κόσμου)
β) μύηση μέσω της προσωπικής μας κόλασης, για να αγγίξουμε το συμπαντικό νόημα μέσα από την εμπειρία
γ) υπηρεσία στην ανθρωπότητα.

Και τα τρία είναι απαραίτητα, ειδικά το τελευταίο, καθώς διαπιστώνουμε παράλληλα με τους άθλους, ο Ηρακλής βοηθά κι άλλους ανθρώπους που υποφέρουν. Η ψυχή δεν ξεχνά πως είναι μέρος ενός συνόλου, ένα κομμάτι της συμπαντικής ενέργειας. 

Ο σκληρός αγώνας και η νίκη επί του Κέρβερου, δηλαδή κάθε υλικής επιθυμίας, απόλαυσης ή φοβίας, έχει στόχο την άνοδο στη κορυφή της γνώσης. Ο αναζητητής όμως θα πρέπει  να αντιμετωπίσει αυτές τις αδυναμίες, πριν εισχωρήσει στο άδυτο του ναού της γνώσης. Αν μπει με θάρρος κι αυτοπεποίθηση, όπως ο Ηρακλής, οι αδυναμίες θα τον φοβηθούν, όπως ο Κέρβερος. 


Η προσωπική εμπειρία μέσα από τη μάχη είναι απαραίτητη, κατάκτηση της γνώσης μέσω της εμπειρίας.

Αναδημοσίευση με προσθήκες από εδώ

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Ο Οδυσσέας ως κανένας, αποσυμβολισμός



Η Ομήρου Οδύσσεια σηματοδοτεί την ανθρώπινη μετάβαση από το γήινο πεδίο στο υπερβατικό. Οι άθλοι του Οδυσσέα, για τους οποίους μας ειδοποιεί ο μέγιστος των ποιητών, αποτελούν πορεία αυτογνωσίας και προϋπόθεση ώστε να διασωθεί η ανάμνηση και να μην αποπροσανατολιστεί ο άνθρωπος από τον ένθεο προορισμό του. 

Ο Όμηρος λειτουργεί ως μύστης, περιγράφοντας, με θαυμαστή λεπτομέρεια την περιπέτεια, ουσιαστικά, της επιστροφής της ψυχής στον πραγματικό της προορισμό, μέσω των άθλων που επιτελεί σ’ όλο το διάβα της πορείας της. Και, ιδιαιτέρως, θαυμαστό είναι το γεγονός, ότι ο Όμηρος είχε τη διόραση ώστε να «βλέπει» τα ορατά και τα αόρατα και να διαθέτει τη γνώση των φυσικών και υπερφυσικών φαινομένων!


Αδυνατούμε να εκτιμήσουμε το θαύμα του Ομηρικού λόγου στην πληρότητά του, μέσω του οποίου γίνεται μια διαχρονική πρόταση, ιδιαίτερα στον Έλληνα ώστε να εντρυφήσει στο νόημα της ζωής και κυρίως να αντιμετωπίσει τη ζωή ως σύγχρονος Οδυσσέας. Κατά την πορεία της αυτογνωσίας έρχεται αντιμέτωπος με τον κατώτερο εαυτό του, τον υποτάσσει και κυριαρχεί σ’ αυτόν, με τη βοήθεια της θεάς της Σοφίας (Αθηνά) . Άλλωστε, η κατάκτηση γνώσεων, σχετικών μ’ αυτό που είναι ο ίδιος και ακόμα δεν το γνωρίζει, φυσικά, προϋποθέτει άθλους, καθώς, μέσω της σχετικότητας, μετέρχεται αντιθετικών δυνάμεων, που εντός του κυοφορεί.


Δεν είναι ένα επίτευγμα ακατόρθωτο για τον άνθρωπο· χωρίς όμως την σωστή αξιολόγηση της ζωής, η οποία δεν διακόπτεται αλλά συνεχίζεται από τη μια διάσταση στην άλλη, θα ήταν αδύνατο. 
Ο Οδυσσέας συμβολίζει την ανθρώπινη ψυχή, ενώ το σπήλαιο αποτελεί ένα σύμβολο του συλλογικού ασυνειδήτου μέσα στο οποίο η ψυχή χάνει την ταυτότητά της και γίνεται ο Κανένας, όνομα με το οποίο ο Οδυσσέας συστήνεται στον Κύκλωπα. 

“Κ
κλωπα, τ' νομ μου θς ; γ σ' τ φανερνω•
κι
σ τ δρο πο ταξες ν μ φιλψης τρα.
Καν
νας νομα χω γ• Καννα μ φωνζουν κι μνα μου κι κρης μου, κι ο λλοι μου ο συντρφοι.”
Ομήρου Οδύσσεια [ραψωδία ι στίχ.364-367 (έμμετρη μετάφρ. Αργύρη Εφταλιώτη) ]
Ο Οδυσσέας αυτοχαρακτηρίζεται « ο Κανένας», γεγονός που σημαίνει ότι έχει την επίγνωση του κινδύνου και της απώλειας του εαυτού του μέσα στο σπήλαιο (συλλογικό ασυνείδητο). 

Η επίγνωση του κινδύνου, βέβαια, είναι πρωταρχική στην πορεία της αυτογνωσίας. Καθώς συνειδητοποιεί ο άνθρωπος τον κίνδυνο, εστιάζει την προσοχή του στον αυτοέλεγχο, χρησιμοποιεί τον νου και μάχεται ενάντια σε ό,τι τον παγιδεύει. 


Ο άνθρωπος δεν έχει την επίγνωση του κινδύνου χωρίς την αυτοπαρατήρηση. Είναι γεγονός, ότι, μέσω του ατομικού εγώ, έχει σχέση με το συλλογικό ασυνείδητο και τότε, παθητικά, παραχωρεί την ύπαρξή του στους άλλους, τους πολλούς («όταν είμαι οι άλλοι /είμαι ο κανένας»).



Κι αυτή η απουσία επιγνώσεως είναι καθοριστική, με αποτέλεσμα να χάνει τη μνήμη και να αποσυνδέεται από τη μοναδικότητά του.Το ατομικό εγώ προσφέρει το έδαφος ώστε να καλλιεργηθεί, ανεξέλεγκτα, κάθε είδους υποβολή που προέρχεται από το συλλογικό ασυνείδητο κι απ’ ό,τι συνιστά το κατεστημένο, τις αντιλήψεις, τις συνήθειες που επικρατούν στο πνεύμα των πολλών. Υπάρχει μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ του εγώ και του κόσμου. 

“ΕΓΩ είναι ένας άλλος” γράφει ο Rimbaud. Και ο Γεώργιος Σεφέρης, σχολιάζοντας στο δοκίμιό του «Το ημερολόγιο της Κυρίας Έρσης», γράφει: «αυτό που λέγεται εγώ μπορεί ν’ ανήκει σε πολλούς ανθρώπους..». Ασφαλώς και ανήκει σε πολλούς ανθρώπους, θα λέγαμε, για το λόγο ότι το εγώ, που είναι δέκτης σχηματοποιείται από τις επιρροές των άλλων, όχι όμως μόνον απ’ αυτές, φέρει και καταβολές!

Το «εγώ» αποτελεί έναν, κατ’ επίφαση, θώρακα αυτοπροστασίας. Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για αποκλεισμό καθώς ο άνθρωπος παραμένει μέσα στο χώρο της σχετικότητας ως αγνοών και αγνοούμενος. 


Ο καθείς αποτελεί μια μοναδικότητα ανεπανάληπτη, δεν έχει όμως αποκτήσει επίγνωση της μοναδικότητάς του κι όταν την αποκτήσει δεν είναι εύκολο να τη διατηρήσει στη σχετικότητα του χωροχρόνου· αυτό προϋποθέτει άθλους.
Το ατομικό εγώ, που ισχυροποιείται, μέσω του ενστίκτου της επιβιώσεως, μάχεται την επίγνωση της μοναδικότητας και έρχεται σ’ αντίθεση με τον αγώνα της αυτογνωσίας. 


Η υλιστική κοσμοθεωρία και το σύστημα που επικρατεί, κατέλυσε κάθε τέτοια ανάμνηση, δημιούργησε την εντύπωση του γραμμικού χρόνου, κατά την οποία, η ζωή αρχίζει με τη γέννηση και τελειώνει με το θάνατο και διέγραψε, μέσα σ’ αυτή τη διαδρομή, την υπαρξιακή ανησυχία. Έτσι, η ύπαρξη ενταφιάσθηκε μέσα στην αντίληψη του γραμμικού χρόνου που απέσπασε τον άνθρωπο από την ανησυχία, η οποία, βέβαια, εάν υπήρχε θα κρατούσε ζώσα την ύπαρξή του μέσα στο συνεχές παρόν. Σε κάθε προσπάθεια που επιχειρεί ο άνθρωπος να ξεχωρίσει, εκφράζοντας την ύπαρξή του δημιουργικά, δέχεται πολεμική. 


Οι άθλοι, λοιπόν, θα χρειαστούν, όχι μόνον, για να αντιμετωπίσει τις δικές του αδυναμίες αλλά και για να αντιμετωπίσει τους άλλους, που έρχονται αντιμέτωποι σ’ αυτή του την πορεία. Όταν ο άνθρωπος γίνει ο εαυτός του, τότε είναι ο Ένας («Όταν είμαι ο Ένας /Είμαι ο άλλος»)που σημαίνει ότι έχει τη δυνατότητα και την ελευθερία να γίνει ο άλλος, να τον κατανοήσει και συνεπώς να τον αντιμετωπίσει σωστά, χωρίς να χάνεται. 



Δεν υπάρχει στιγμή που δεν συμβαίνει κάποια μεταβολή, μέσα στη ροή των πραγμάτων( « τα πάντα ρει και ουδέν μένει») κατά τον Ηράκλειτο.
Εάν, λοιπόν, χάσει την ανάμνηση και την ανησυχία που κρατά ζωντανή την ύπαρξή του και τον συνδέει με τη ψυχή και τη συνείδηση, τότε είναι επόμενο να μην διαχειρίζεται το χρόνο σωστά. 


Το συλλογικό ασυνείδητο κρύβει τον κίνδυνο της απώλειας, μέσα σ’ αυτό η σχετικότητα μεσολαβεί και επέρχεται η λήθη. Ως επι τω πλείστον, ο άνθρωπος δεν θέλει να διαφέρει από τους άλλους για να μη νιώθει μοναξιά, θέλει να είναι αποδεκτός και δεν διαγωνίζεται ως προς το να κρατήσει ακέραιη την ανάμνηση της υπαρξιακής του αλήθειας, για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι, ότι κανένας δεν του το ζητάει αυτό, ούτε η κοινωνία, ούτε η οικογένεια, επομένως υπόκειται τη λήθη. Η διαφορά είναι λεπτή εάν την υπόκειται με επίγνωση ή ανεπίγνωτα! 


Ο Οδυσσέας δίνει το όνομα ο Κανένας μέσα στο σπήλαιο του Κύκλωπα Πολύφημου, αυτό δείχνει ότι είχε επίγνωση. Αν αντιπαραβάλουμε το σπήλαιο με το συλλογικό ασυνείδητο, ο κίνδυνος αυτός, της λήθης, συμβαίνει ως επί τω πλείστον ανεπίγνωτα.


Η υπαρξιακή ανησυχία στη σχετικότητα του χωροχρόνου, είναι απαραίτητη ώστε να διατηρηθεί η αλήθεια πως ο άνθρωπος είναι παιδί του σύμπαντος.

Αλκμήνη Κογγίδου , Ποιήτρια-δοκιμιογράφος.
.
Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Η θεική κουκουβάγια Πουέο (παραμύθι από την Χαβάη)




      Κάποτε στο νησί Οάχου της Χαβάης, ένας πεινασμένος άντρας που τον έλεγαν Καπόι, σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο, στη φωλιά μιας κουκουβάγιας και πήρε μερικά αυγά. Καθώς τα τύλιγε μέσα σε φύλλα και ετοιμαζόταν να τα μαγειρέψει στη φωτιά, μια κουκουβάγια τον πλησίασε και κάθησε σ' ένα δέντρο παραδίπλα.


     "Σε παρακαλώ, μην καταστρέψεις τα αυγά μου, Καπόι", έσκουξε η κουκουβάγια.


     Το στομάχι του νεαρού, γουργούριζε από την πείνα. Γιατί να τα επιστρέψει, αφού τα είχε βρει αφύλαχτα?


     "Είναι δικά μου τώρα", αποκρίθηκε.


     "Σε ικετεύω Καπόι, μην σκοτώσεις τα παιδιά μου", είπε η κουκουβάγια φτερουγίζοντας.


     Ο Καπόι ντράπηκε για τον εγωισμό του. Ξαφνικά, δεν ένοιωθε πια τόσο πεινασμένος. Πως μπορούσε να φάει τα αυγά, με την κουκουβάγια να τον παρακολουθεί?


     "Έλα, λοιπόν, να τα πάρεις. Δεν μπορώ να περνάω εγώ καλά σε βάρος κάποιου άλλου", είπε.


     Η κουκουβάγια κάθησε στον ώμο του και ψιθύρισε, "Σ' ευχαριστώ, Καπόι. Το όνομά μου είναι Πουέο και είμαι ένας θεός, που εσείς οι θνητοί δεν γνωρίζετε ακόμη. Χτίσε μου ένα βωμό και εγώ θα σας προστατεύω απ' όλα τα κακά".


     Ένας θεός που υπόσχεται να προστατεύει τους ανθρώπους από το κακό! Ο Καπόι πήρε πέτρες και ξύλα και έφτιαξε ένα μικρό βωμό. Ύστερα, έκανε θυσία στο θεό - κουκουβάγια. Ο καπνός από το βωμό  υψώθηκε στον ουρανό, ευχαριστώντας τον Πουέο για την προστασία του. Η κουκουβάγια πέταξε μακριά, σκούζοντας απαλά και ο Καπόι ήξερε πως είχε κάνει το σωστό. Κάποιος όμως πρόσεξε τον καπνό στον ουρανό - κάποιος πολύ ισχυρός. Ήταν ο βασιλιάς του Ουάχου, ο Κακουχιουέουα.


     "Τολμάει κάποιος να κάνει θυσία χωρίς την άδειά μου?" ρώτησε κακόκεφα. "Δεν ξέρουν οι άνθρωποι ότι μόνο ο βασιλιάς μπορεί να προσφέρει θυσίες?"


     Οι φρουροί του πήγαν να δουν τι συνέβαινε. "Ένας νεαρός προσεύχεται σε κάποιον νέο θεό, την κουκουβάγια Πουέο", ανέφεραν στο βασιλιά.


     "Δεν πιστεύω πως υπάρχει τέτοιος θεός", είπε εκείνος. "Φέρτε μου αυτόν τον άντρα. Πρέπει να δικαστεί για υποκρισία και παράβαση των διαταγών μου".


     Ένα τεράστιο πλήθος συγκεντρώθηκε στη δίκη του Καπόι.


     "Σε πιάσαμε να λατρεύεις ένα θεό που εμείς δεν αναγνωρίζουμε", δήλωσε ο βασιλιάς. "Η θυσία σου, μπορεί να κάνει τη μεγάλη θεά του ηφαιστείου να θυμώσει. Μπορεί να ρίξει στα κεφάλια μας πύρινη βροχή ή ακόμη να βυθίσει το νησί μας. Γι αυτό, Καπόι, σε εξορίζω. Οι φρουροί μου θα σε μεταφέρουν δεμένο σ' ένα έρημο νησί, μακριά απο το σπίτι σου, απ' όπου δε θα επιστρέψεις ποτέ".


     Ένα έρημο νησί μακριά από το σπίτι του! Θα ήταν μια υπαίθρια φυλακή, χωρίς κανέναν για να μοιραστεί τη μουσική ή την τροφή, κανέναν για να μιλήσει, καμιά οικογένεια για να επισκεφτεί. "Ω Πουέο", ψιθύρισε ο Καπόι. "Χάρισα τη ζωή στα παιδιά σου. Σώσε με κι εσύ από μια μοίρα που είναι χειρότερη και από θάνατο!"


    Αμέσως, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ο Καπόι και ο βασιλιάς κοίταξαν ψηλά και είδαν χιλιάδες κουκουβάγιες να ορμούν προς το μέρος τους - ένα θέαμα πολύ παράξενο, αφού οι κουκουβάγιες συνήθως κυκλοφορούν μόνο τη νύχτα, κάτω από το μανδύα του σκοταδιού. Ο αρχηγός των φρουρών σφύριξε μ' ένα μεγάλο κοχύλι και οι υπόλοιποι τράβηξαν τις λόγχες τους και τα ρόπαλά τους, που ήταν φτιαγμένα από δόντια καρχαρία. Οι κουκουβάγιες, κατέβαιναν και χιμούσαν πάνω τους, τρυπώντας τους με τα ράμφη και τα νύχια τους. Οι στρατιώτες μαζεύτηκαν γύρω από το βασιλιά, αφήνοντας τον Καπόι αφύλαχτο. Μια κουκουβάγια ράμφισε το σκοινί γύρω από τους καρπούς του, ελευθερώνοντάς τον. Ήταν ο ίδιος ο Πουέο, που ανταπέδιδε την καλοσύνη που είχε δεχτεί.


     "Η κουκουβάγια είναι πράγματι δυνατή ", φώναξε ο βασιλιάς Κακουχιουέουα. "Θα χτίσουμε ναούς και βωμούς στο όνομά της. Θα χορέψουμε προς τιμήν της".


     "Και ως ανταπόδοση, εκείνη θα μας προστατεύει", είπε ο Καπόι. "Δοξάστε τον Πουέο! Δοξάστε την κουκουβάγια!"


     Το πλήθος επεφήμισε και από τη μέρα εκείνη, οι χαβανέζοι πάντα τιμούν τις κουκουβάγιες..






Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Ηλιακό ανάλημμα




Εάν σε τακτά και ακριβή χρονικά διαστήματα φωτογραφίζατε τον ήλιο, καθημερινά ή εβδομαδιαία από το ίδιο ακριβώς σημείο επί ένα χρόνο θα παρατηρούσατε, ότι σχηματίσθηκε ένα σχήμα οκτώ στον ουρανό. Το ίδιο θα συμβεί αν φωτογραφίζετε την σκιά του ήλιου στον κήπο σας καθημερινά. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται ανάλεμμα ή ανάλημμα. Το φαινόμενο έχει την εξήγησή του σε δυο παράγοντες. Την εκλειπτική τροχιά της γης περί τον ήλιο και την κλίση του άξονα της γης στις 23.5 μοίρες και γι’ αυτό τον Ιούνιο ο Ήλιος ανατέλλει βορειοανατολικά και δύει βορειοδυτικά, ενώ τον Δεκέμβριο ανατέλλει νοτιοανατολικά και δύει νοτιοδυτικά και που εξηγούν τα δυο ανισομερή τμήματα του αναλήμματος, που  οφείλονται στην απόσταση του ήλιου από τον ουράνιο ισημερινό. 


Ακόμα οι διαφορετικές σε απόσταση θέσεις του ήλιου στο σχήμα δείχνουν, ότι η γη κινείται με μεγαλύτερη ή μικρότερη ταχύτητα σε κάθε εποχή κατά την διάρκεια ενός έτους. Επίσης, παρατηρήθηκε και κλίση του ήλιου ανατολικά προς δυτικά, με συνέπεια όταν ο ήλιος είναι κάθετα το μεσημέρι πάνω από το κεφάλι μας, τα ρολόγια μας να δείχνουν μπροστά ή πίσω σαν να τρέχει ο ήλιος ταχύτερα ή βραδύτερα από το ρολόι μας.



Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια  δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Το εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας


Το εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας βρίσκεται κοντά στο χωριό Βάστα της Μεγαλόπολης, και αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο, καθώς στην πέτρινη στέγη έχουν φυτρώσει 17 δέντρα μεγάλου βάρους δεκάδων τόνων και ύψους.. Το αξιοθαύμαστο είναι ότι τα δέντρα αυτά δεν έχουν εμφανείς ρίζες στο εσωτερικό του ναού. Πρόκειται για ένα πετρόκτιστο βυζαντινό εκκλησάκι του 11ου αι. του οποίου οι διαστάσεις δεν ξεπερνούν τα 4 μ. πλάτος και τα 5 μ. μήκος., ενώ σκεπάζεται και από δίριχτη σκεπή με πέτρινες πλάκες. Από τη βάση του ναΐσκου αναβλύζει πηγαίο νερό.


Οι επικρατούντες σχετικοί θρύλοι είναι δύο.  Σύμφωνα με τον Επισκόπο Θεόφιλο Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως,  η  νεαρή Θεοδώρα ήταν το μεγαλύτερο κορίτσι μιας φτωχής και πολύ θρήσκας οικογένειας με πατέρα ηλικιωμένο και άρρωστο και ζούσε σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, τη Βάστα, λίγο έξω από τη Μεγαλόπολη. 

Το χρηματικό ποσό που απαιτείτο για την πληρωμή μισθοφόρου ήταν πολύ μεγάλο για τις δυνατότητες της οικογένειάς της και ο πατέρας της ανήμπορος να πάρει μέρος σε μάχη. Έτσι η Θεοδώρα σε ηλικία 17 ετών αποφάσισε να υποδυθεί τον άντρα και να συμμετέχει η ίδια στο στρατό του χωριού της.

Μια νεαρή κοπέλα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη γοητεία του νεαρού στρατιώτη κι έτσι τον ερωτεύθηκε. Η Θεοδώρα δεν ήθελε να προδώσει το μυστικό της γιατί αυτό θα εξέθετε όλη την οικογένειά της.


Η συνεχής άρνηση της Θεοδώρας οδήγησε τη νεαρή κοπέλα να δηλώσει ότι η Θεοδώρα ήταν εκείνος που την άφησε έγκυο και θα έπρεπε να την παντρευτεί. Η άρνηση της Θεοδώρας, η οποία δεν ήθελε να αποκαλύψει το μυστικό της, στο συγκεκριμένο γάμο, δεν επέτρεπε παρά την καταδίκη της σε θάνατο λόγω ατίμωσης της νεαρής κοπέλας. Έτσι κι έγινε. Οδηγήθηκε έξω από το χωριό και εκτελέστηκε.

Καθώς ξεψυχούσε, είπε: «Κάνε, Κύριε, τα χρόνια μου να γίνουν δέντρα και το αίμα μου νερό να τα ποτίζει». και ξαφνικά, ένα ρυάκι σχηματίστηκε με ορμητικό νερό…


Μερικούς αιώνες αργότερα, γύρω στον 12ο αιώνα, στο σημείο αυτό φτιάχτηκε ένα εκκλησάκι εις μνήμη της Αγίας Θεοδώρας όπου μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν τα λείψανά της. Με την ολοκλήρωση του ναϊδρίου αυτού, φύτρωσαν 17 δέντρα στη στέγη του όσα και τα χρόνια της Θεοδώρας όταν θανατώθηκε και έτσι ολοκληρώθηκε ο θρύλος της Αγίας Θεοδώρας.


Σύμφωνα με άλλο θρύλο, που διασώζει ο Αθ. Μπάκας,  η Αγία Θεοδώρα ήταν η Αυγούστα Θεοδώρα, κόρη του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Η΄ της μακεδονικής δυναστείας, που λέγεται πως βασίλεψε σαν άνδρας από το 1055 μέχρι το 1056. Η Αυγούστα Θεοδώρα κατά τους ισχυρισμούς του Μιχαήλ ΣΤ΄ του Στρατιωτικού που την διαδέχθηκε με κίνημα αρρώστησε βαριά και πέθανε, ενώ κατ' άλλους εικάζεται ότι ο ίδιος την δολοφόνησε και την έθαψε εδώ.



Σύνθεση από διάφορες διαδικτυακές πηγές

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Η γνώση και η σοφία( Το όραμα του Ναρόπα )


Ο Ναρόπα, ήταν ένας μεγάλος λόγιος, ένας μεγάλος σοφός, με δέκα χιλιάδες μαθητές. Μια μέρα καθόταν, ανάμεσα σε χιλιάδες αρχαία, και πολύ σπάνια χειρόγραφα.  Ξαφνικά αποκοιμήθηκε. Πρέπει να ήταν πολύ κουρασμένος, και είδε ένα όραμα...

Είδε μια γυναίκα πάρα πολύ γριά, άσχημη, μια φοβερή γυναίκα, μια στρίγκλα.  Ήταν τόση η ασχήμια της, που άρχισε να τρέμει μέσα στον ύπνο του.  Ήθελε να το βάλει στα πόδια, μα που να πάει. Τον είχε υπνωτίσει με τα μάγια της. Τα μάτια της, ήταν σαν μαγνήτες.

«Τι μελετάς;» Ρώτησε η γριά.

Εκείνος είπε: «Φιλοσοφία, θρησκεία, επιστημολογία, γλώσσα, γραμματική, λογική.»

Η γριά ρώτησε: «Τα καταλαβαίνεις αυτά;»

Ο Ναρόπα είπε: «Ασφαλώς και τα καταλαβαίνω.»

Η γυναίκα ξαναρώτησε: «Καταλαβαίνεις τις λέξεις, ή το νόημα;»

Σε όλη του τη ζωή, του είχαν κάνει χιλιάδες ερωτήσεις. Χιλιάδες μαθητές, τον είχαν ρωτήσει τα πάντα, κανένας όμως δεν το είχε ρωτήσει αυτό, αν καταλαβαίνει τις λέξεις ή το νόημα.  Και τα μάτια της γυναίκας, ήταν τόσο διαπεραστικά, που του ήταν αδύνατον να της πει ψέματα.  Ένιωσε τελείως γυμνός, διάφανος. Σε οποιονδήποτε άλλον, θα μπορούσε να έχει πει:«Ασφαλώς και καταλαβαίνω το νόημα.»  Όμως σ' εκείνη τη γυναίκα, με αυτή την τρομακτική εμφάνιση, έπρεπε να πει την αλήθεια... 

Είπε: «Καταλαβαίνω τις λέξεις.»

Η γυναίκα χάρηκε πολύ.  Άρχισε να γελάει και να χορεύει, και τότε όλη της η ασχήμια μεταμορφώθηκε, κι άρχισε να βγαίνει από μέσα της, μια απαλή ομορφιά...

Ο Ναρόπα σκέφτηκε: «Την έκανα τόσο ευτυχισμένη, γιατί να μην την κάνω ακόμα πιο πολύ;" Και πρόσθεσε: «Καταλαβαίνω όμως και το νόημα...»


Η γυναίκα, σταμάτησε να γελάει και να χορεύει.  Άρχισε να κλαίει γοερά, και όλη της η ασχήμια, ξαναγύρισε και χίλιες φορές χειρότερη...

Ο Ναρόπα ρώτησε: «Γιατί κλαις και θρηνείς; Και γιατί, πριν γελούσες και χόρευες;»

Η γυναίκα είπε: «Χάρηκα γιατί ένας μεγάλος σοφός, σαν εσένα δεν είπε ψέματα... Τώρα όμως κλαίω, επειδή μου είπες ψέματα... και οι δυο μας ξέρουμε, ότι δεν καταλαβαίνεις το νόημα.»

Το όραμα εξαφανίστηκε, και τότε ο Ναρόπα άλλαξε. Εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο, και δεν ξανάπιασε ποτέ, γραφές στη ζωή του. Έγινε εντελώς αδαής.  Κατάλαβε ότι η γυναίκα, δεν είχε έρθει απ' έξω.  Ήταν απλώς μια προβολή.  Ήταν το ίδιο του το Είναι, που είχε γίνει άσχημο, μέσα από τη γνώση. Μόνο τόση κατανόηση, ότι «δεν καταλαβαίνω το νόημα»,και η ασχήμια, μεταμορφώθηκε αμέσως σε ομορφιά. Αυτό, το όραμα του Ναρόπα, είναι πολύ σημαντικό!...

Αν δεν νιώσεις, ότι η γνώση είναι άσχημη, δεν θα αναζητήσεις ποτέ τη σοφία. 
Θα κουβαλάς ένα κάλπικο νόμισμα, και θα νομίζεις πως είναι ο αληθινός θησαυρός.  Πρέπει να συνειδητοποιήσεις, ότι η γνώση είναι ένα κάλπικο νόμισμα. Δεν είναι κατανόηση, το πολύ-πολύ είναι διανόηση. 

Έχει κατανοηθεί η λέξη, αλλά έχει χαθεί το νόημα...

Osho: Το Ταρώ της Μεταμόρφωσης

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος





Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Η Ήρα, αποσυμβολισμός...


Το όνομα της Ήρας προέρχεται από αναγραμματισμό του ἀήρ. Συμβολίζει την νοητή ύλη ( αιθήρ -ας ) που δημιουργεί συνεχώς, που μένει πάντα νέα, γι'αυτό είναι πάντα αγνή παρθένα και δημιουργική.
Η Εστία ορκίστηκε ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΣ, καθώς κάθε φορά που λουζόταν στο Λούσιο ποταμό αποκτούσε και πάλι την παρθενία της.Για το λόγο αυτό στην Εστία αφιέρωσαν άγαλμα παρθένου με μεγάλα στήθη (βλέπε ομοιότητα με Δήμητρα και Άρτεμις), συμβολίζοντας τον αιθέρα ως την γονιμοποιό δύναμη της Γης - ύλης.
Ο Πορφύριος ονομάζει την Εστία νοητή οντότητα, θεωρεί τη θεά νοητή έφορο της γης "....και το ηγεμονικό της θείας δυνάμεως Εστία κέκληται".
Σύμφωνα με τον Σαλλούστιο, η Ήρα, η Δήμητρα και η Άρτεμις είναι θεές υπεύθυνες για τις ψυχές, ο Απόλλων, η Αφροδίτη και ο Ερμής για την αρμονία, ενώ η Εστία, η Αθηνά και ο Άρης είναι για την φρούρηση, ενώ τον κόσμο ποίησαν ο Ζεύς, ο Ποσειδών και ο Ήφαιστος.


Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Άβαρις ο Υπερβόρειος



        
    Στο ημικύκλιο από τον ποταμό Δον μέχρι τις εκβολές του Δούναβη δεκάδες φυλές Σκυθών είχαν αναπτύξει σχέσεις με τους Έλληνες από τα πολύ πρώιμα χρόνια, ήδη πριν από τους αποικισμούς. Από τη Μυκηναϊκή Εποχή και την πρώιμη εποχή του σιδήρου μέχρι τους πρωτογεωμετρικούς χρόνους, δηλαδή από το 1400 μέχρι το 700 π.Χ. συμπεραίνουμε ότι οι επισκέψεις των Ελλήνων πρέπει να ήταν συχνές σ’ αυτούς τους τόπους, παρόλον ότι οι περισσότερες πηγές μας προέρχονται από τη μυθολογία. 

Όμως, παρόλη τη γοητεία, που άσκησε στους Σκύθες ο ελληνικός πολιτισμός και παρά την αθρόα εισαγωγή αναρίθμητων προϊόντων ελληνικής κεραμοπλαστικής και μεταλλοτεχνίας, παρά τις πυκνές εμπορικές σχέσεις και τις συνεχείς επαφές με τους Έλληνες των αποικιακών κέντρων στο βορρά της Μαύρης Θάλασσας, και ακόμα παρά τη δημιουργία ελληνοσκυθικού πληθυσμού, που μιλούσε μια μικτή ελληνοσκυθική γλώσσα ήδη πριν από το 450 π.Χ. (όταν επισκέφθηκε ο Ηρόδοτος τη Σκυθία), ο πολιτισμός των Σκυθών δεν πέρασε στο στάδιο της καταγραφής της γλώσσας. 

Το έθνος, που κατείχε τις σημαντικότερες πηγές χρυσού στο βόρειο τμήμα της οικουμένης, διατήρησε τον ακμαίο και δυναμικό χαρακτήρα του νομάδα ιππέα και παρέμεινε αυστηρά προσηλωμένο στις παραδόσεις του. Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι σ’ ολόκληρη την περιοχή οι βασιλείς, οι άρχοντες και η άρχουσα τάξη των βαρβάρων λαών χρησιμοποίησαν την ελληνική γλώσσα και γραφή σε κάθε περίπτωση που έπρεπε να γράψουν κάτι. 

Η ελληνική γλώσσα - φορέας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, των πολιτικών και θρησκευτικών θεσμών, της ελληνικής σκέψης και της φιλοσοφίας, αλλά και η διεθνής γλώσσα του εμπορίου και της διπλωματίας – χρησίμευε ως ο σπουδαιότερος δεσμός μεταξύ των κατοίκων των βορείων χωρών, αλλά και ως κίνητρο για να τους ελκύσουν να επισκεφθούν την κυρίως Ελλάδα και τη Μεγάλη Ελλάδα.

Ο Ηρόδοτος (Δ, 34) μας διηγείται για τις προσφορές, που έστελναν οι υπερβόρειοι λαοί στη Δήλο για τα ταξίδια τους, για τη χώρα τους και τη θρησκεία τους. Οι Δήλιοι διηγούνται ότι οι υπερβόρειοι έστελναν τις προσφορές τυλιγμένες μέσα σε καλάμι από σιτάρι και ότι για πρώτη φορά έστειλαν δύο κόρες, την Υπερόχη και τη Λαοδίκη, να μεταφέρουν τις προσφορές αυτές. Όταν πέθαναν οι δύο αυτές κόρες, τις έθαψαν μέσα στο ιερό της Αρτέμιδος στη Δήλο κι εκεί εναποθέτουν οι κόρες και οι «παίδες» τα μαλλιά τους, που κόβουν όταν παντρεύονται. Επίσης οι Δήλιοι διηγούνται ότι και άλλες δύο κόρες νωρίτερα, η Άργη και η Ώπις, ήλθαν για να φέρουν τον φόρο που είχαν τάξει στη θεά Ειλειθυια για τον καλό τοκετό της Λητούς. Μάλιστα (Δ, 35) λέγεται ότι οι γυναίκες της Δήλου επικαλούνται τα ονόματα των δύο αυτών παρθένων σε έναν ύμνο, που συνέθεσε προς τιμή τους ο εκ Λυκίας ελθών Ωλήν. 

Ο Ωλήν συνέθεσε κι άλλους παλαιούς ύμνους, που ψάλλονται στη Δήλο. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον Άβαριν, που ήλθε οχούμενος επάνω σ’ ένα βέλος. Υπερβόρειοι, έτσι καλούνται από τους αρχαίους Έλληνες από τα χρόνια του Ησιόδου και του Πινδάρου οι κάτοικοι του απώτατου βορρά, περί των οποίων κυκλοφορούσαν πολλοί παράδοξοι θρύλοι, που είχαν ίσως αφορμή τη σκοτεινή, ομιχλώδη και άγνωστη περιοχή που κατοικούσαν. 

Θεωρούνταν δικαιότατοι, λεγόταν δε ότι δεν έτρωγαν κρέας και ζούσαν χίλια χρόνια, και ότι ήταν σε διαρκή πόλεμο προς τους γρύπες, φανταστικά ζώα, που απειλούσαν ν’ αρπάξουν τον χρυσό της χώρας τους. Κατά τον Στράβωνα (C 507) υπερβορείους καλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες τους λαούς που κατοικούσαν προς βορράν του Ευξείνου Πόντου και του Ίστρου (Δούναβη). Υπήρξε το αντικείμενο πολλών παράδοξων διηγήσεων. Ο Άβαρις θρυλείται ότι ήταν ένας από τους υπερβορείους ιερείς του Απόλλωνος, ο οποίος τον προέτρεψε να επισκεφθεί την Ελλάδα. Κατά τους νεοπλατωνικούς, και ιδιαίτερα στο έργο «Περί του Πυθαγορείου βίου», ο Ιάμβλιχος τον αποκαλεί Σκύθη, που ήλθε από τους υπερβορείους όντας άπειρος της ελληνικής παιδείας, αμύητος και προχωρημένος στην ηλικία. 


Πλησίασε, λοιπόν, τον Πυθαγόρα, για να μάθει την ελληνική φιλοσοφία. Ο Πυθαγόρας τότε, για να τον μυήσει στα ποικίλα πυθαγόρεια θεωρήματα, δεν εφάρμοσε την παιδαγωγική μέθοδο αλλά την πενταετή σιωπή και τις άλλες δοκιμασίες, αλλά σε σύντομο χρονικό διάστημα του δίδαξε τα βιβλία «Περί Φύσεως» και «Περί Θεών».           

Ο Άβαρις – συνεχίζει το κείμενο, τονίζοντας κι επαναλαμβάνοντας την υπερβόρεια καταγωγή του – ήταν γέρος και πολύ σοφός. Είχε έλθει στην Ελλάδα κι εκείνη την εποχή επέστρεφε στην πατρίδα του. Περιπλανήθηκε όμως και ο δρόμος τον έφερε στην Ιταλία, που είδε τον Πυθαγόρα και διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει κανείς άλλος άνθρωπος όμοιος με αυτόν. Χάρισε δε στον Πυθαγόρα ένα οιστό (βέλος), το οποίο είχε ο Άβαρις και το κρατούσε από την ώρα που έφυγε από τη χώρα του.      

Ο Άβαρις είχε χρησιμοποιήσει αυτό το βέλος γιατί, ιππεύοντας αυτό, μπορούσε να περάσει όλες τις δυσκολίες, που θα συναντούσε κατά τη μεγάλη του περιπλάνηση. Πάνω σ’ αυτό λοιπόν μπορούσε να διαβεί τα αδιάβατα, δηλαδή ποταμούς, λίμνες, βάλτους, όρη. Ο Πυθαγόρας, λέει ο Ιάμβλιχος (Πυθ. Β 91), δέχθηκε το βέλος ως κάτι το φυσικό, σαν να το περίμενε, χωρίς καθόλου να παραξενευτεί ούτε να τον ρωτήσει για ποιο λόγο του το έδωσε, αλλά πήρε παράμερα τον Άβαρι και του έδειξε το μηρό του, που ήταν χρυσός, δίνοντάς του δείγμα ότι δεν έκανε λάθος. 

Στη συνέχεια απαρίθμησε ο Πυθαγόρας στον Άβαρι ένα ένα όλα όσα βρίσκονται μέσα στο ιερό του Υπεβορείου Απόλλωνος, κι αυτός τον διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν ακριβώς έτσι. Επίσης τον παρακάλεσε να μείνει στην Ιταλία και να διδάσκει όσους συναντούσε. 

Έτσι λοιπόν έμεινε κοντά στον Πυθαγόρα, που του δίδαξε με συντομία φυσιολογία και, αντί της οιωνοσκοπίας με τις θυσίες, του παρέδωσε την πρόγνωση διά των αριθμών, επειδή πίστευε ότι αυτή είναι η περισσότερο καθαρή. Και άλλες ασκήσεις του πνεύματος, τις πλέον πρέπουσες, παρέδωσε στον Άβαρι.       


Εκτός της πυθαγόρειας φιλοσοφίας ο Άβαρις μυήθηκε και στην ορφική φιλοσοφία. Ο Ορφέας, γιος της Καλλιόπης, που η μητέρα του τον είχε μυήσει στο Πάγγαιον όρος, δίδαξε και τον Πυθαγόρα και του έμαθε ότι ο αριθμός είναι η ορισμένη ουσία των θεών και ότι διαμέσου των αριθμών γίνεται πρόγνωση θαυμαστή των μελλόντων να συμβούν. 

Με τη σειρά του ο Πυθαγόρας όλα αυτά τα δίδαξε στον Άβαρι και του έμαθε ότι, αντί να μαντεύει με αίμα και σφαγή, η ασφαλέστερη γνώση είναι μέσω των αριθμών, «του δίδαξε μια τέλεια γνώση όλης της αλήθειας, που είχε συναχθεί μέσω της αριθμητικής επιστήμης» (Πυθ. Β 146).       

Τον Άβαρι, κατά τον θρύλο, ποτέ δεν τον είδαν ούτε να πίνει ούτε να τρώει τίποτα.  

Κάποτε ο Φάλαρις, ο πιο σκληρός από τους τυράννους των πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας, συνέλαβε αιχμάλωτο τον Άβαρι και τον Πυθαγόρα, γιατί τους είδε να συνομιλούν και γιατί ο Άβαρις, αντί να θαυμάζει τον τύραννο, θαύμαζε τον Πυθαγόρα, και του έκανε πολλές ερωτήσεις, προπάντων ιερής φύσης, όπως για παράδειγμα ποιά είναι η πρόνοια των θεών για τους ανθρώπους, τί σχέση έχουν τα αγάλματα και αν πρέπει να λατρεύονται, τί είναι τα ουράνια σώματα και αυτά που περιστρέφονται γύρω από τη γη, και πολλά άλλα. 

Ο Πυθαγόρας συνέχιζε να διδάσκει τον Άβαρι ότι όλα τα πράγματα εξαρτιούνται και κυβερνιούνται από τη δύναμη του θεού, και ότι η δύναμη της ψυχής εξουσιάζει την ελευθερία της θέλησης. Συνέχισε δε να συζητάει διεξοδικά για την τέλεια ενέργεια του λογικού και του νου, για την παρρησία του λόγου, την τυραννία, την τύχη, την αδικία, την ανθρώπινη πλεονεξία, και κατέληξε ότι όλα τα εγκόσμια είναι χωρίς καμιά αξία. Μετά του έδωσε μια θεία συμβουλή για τον άριστο βίο κι έκανε σύγκριση με τον διεφθαρμένο βίο, του φανέρωσε ότι οι ασθένειες και οι άλλες βαριές συμφορές του σώματος είναι καρποί της ακολασίας. Του αποκάλυψε τη διάκριση μεταξύ εκείνων που προέρχονται από το πεπρωμένο και την ειμαρμένη και εκείνων που γίνονται από το νου. 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, ο Άβαρις μυήθηκε στην πυθαγόρεια φιλοσοφία κι έμαθε τα κυριότερα δόγματά της, και πρέπει να ήταν ένας από τους σπουδαιότερους πυθαγόρειους. Οι θρύλοι και οι πηγές δεν λένε αν ξαναγύρισε στη χώρα, απ’ όπου κατέβηκε, για να αναμεταδώσει τη φιλοσοφία που διδάχθηκε. Το πιθανότερο θα ήταν να ξαναγύρισε και να μετέδωσε σ’ αυτούς την πυθαγόρεια φιλοσοφία, και ιδιαίτερα το δόγμα περί αθανασίας της ψυχής, για το οποίο οι Σκύθες ήταν γνωστοί στην αρχαιότητα (Πυθ. Β 173).
 
Της Βούλας Λαμπροπούλου, Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Αθηνών

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος