Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Η ψυχολογία του «άχρηστου»..


            «Κάποτε ο Λάο Τσε ρώτησε τους υλοτόμους γιατί δεν κόβουν και τα στραβά δέντρα. ‘’Επειδή είναι άχρηστα’’ του απάντησαν και τότε ο σοφός δάσκαλος τους είπε ‘’έτσι να είστε και εσείς… πάντα άχρηστοι για να μη σας πειράζει κανείς»


             Φαντάζει κάπως περίεργη και αντισυμβατική η προτροπή του Κινέζου φιλοσόφου (4ος π.Χ.) στο βαθμό που ο άνθρωπος αγωνιά και αγωνίζεται για τη θετική εικόνα του. Προκαλεί ερωτήματα η άποψή του όταν γνωρίζουμε πως η ευτυχία και η επιτυχία του ατόμου είναι συνάρτηση της κοινωνικής αποδοχής και επιβεβαίωσης. Γιατί εκείνο που ενδόμυχα ταλανίζει τον άνθρωπο είναι ο φόβος της κοινωνικής απόρριψης.

            Αν εξαιρέσουμε κάποια ομάδα ανθρώπων ψυχολογικά ευπαθών και με αρνητικό δείκτη αυτοεκτίμησης(αυτοϋποτίμηση), όλοι μας πασχίζουμε να φανούμε στους άλλους δημιουργικοί, χαρισματικοί, με ιδιαίτερες ικανότητες, με κοινωνική προσφορά και γενικότερα να μας θεωρούν  «χ ρ ή σ ι μ ο υ ς».

            Η υπόνοια και μόνο ότι οι συνάνθρωποι μας θα έχουν αρνητική εικόνα για εμάς μάς συγκλονίζει και μάς καθιστά δυστυχισμένους. Η απόρριψη, η απαξίωση και η υποτίμηση των άλλων είναι ο εφιάλτης μας. Η απόλυτη δυστυχία μας είναι όταν συνειδητοποιήσουμε πως ο περίγυρος μας στην αξιακή κλίμακα μάς έχει εντάξει στους «ά χ ρ η σ τ ο υ ς». Τότε μελαγχολούμε, κλεινόμαστε στον εαυτό μας και γινόμαστε μισάνθρωποι και αντικοινωνικοί.

Τα κίνητρα

            Όλα τα παραπάνω μπορούν ως ένα βαθμό να ερμηνευτούν με όρους ψυχολογίας και ψυχιατρικής. Αλλά να πασχίζουν κάποιοι (σύμφωνα με την προτροπή του Λάο Τσε) να είναι ή να φαίνονται στους άλλους «άχρηστοι», συνιστά στοιχείο βαθύτερης διερεύνησης.

            Η ψυχολογία του άχρηστου είναι τελικά η μετριοφροσύνη, η συστολή, ο αυτοσεβασμός, οι φοβίες (αγοραφοβία), ένα ακαθόριστο αίσθημα αυτοενοχοποίησης και αυτοαπόρρριψης ή ένα υπερμεγέθες σύνδρομο κατωτερότητας; Είναι ο φόβος κάποιων να εκτεθούν στο βλέμμα των άλλων και να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής; Ίσως κάποιοι να επέλεξαν την ψυχολογία του άχρηστου ερμηνεύοντας λανθασμένα τη θέση του Επίκουρου «λάθε βιώσας».

            Μπορεί ένα αρνητικό συναίσθημα, όπως αυτό του άχρηστου, να τροφοδοτεί με δημιουργικό τρόπο μια άλλη θετική διεργασία για την πραγμάτωση της ευτυχίας μας και του βαθύτερου στόχου – νοήματος της ζωής μας; Πόσο, όμως, αυτό συμβάλλει στην επιβίωση που από τη φύση της προϋποθέτει και συνεπάγεται τη συμ – βίωση; Και συμβίωση σημαίνει διακονία κάποιων αρχών και κανόνων της κοινωνικής πραγματικότητας – αναγκαιότητας αλλά και δύναμη – θέληση να κατακτήσουμε τη θετική γνώμη των άλλων για τον εαυτό μας. Γιατί υπάρχουμε «ένεκεν των άλλων».

            Παρατηρώντας με κριτική ματιά τον περιβάλλοντα χώρο σίγουρα θα εντοπίσουμε πολλά «άχρηστα» πράγματα: Δέντρα, έντομα, καιρικά φαινόμενα, βράχους, κύματα και πολλά άλλα. Είναι αλήθεια, όμως, άχρηστα ή εμείς τα βλέπουμε έτσι; Η πραγματικότητα δεν υφίσταται αφεαυτής αλλά σύμφωνα με την εικόνα που έχουμε γι’ αυτήν.

            Η ψυχολογία του «άχρηστου» και η προτροπή του Λάο Τσε μπορούν να ερμηνευτούν και μέσα από την Τελεολογική αντίληψη των πραγμάτων του Αριστοτέλη (Όλα διακονούν έναν τελικό στόχο – τέλος).

Μια ιστορία

            Η παρακάτω ιστορία είναι άκρως διαφωτιστική για τη θέση μας απέναντι σε ό,τι εμείς θεωρούμε «άχρηστο».

            «Ένας πλανόδιος ξυλουργός, που τον έλεγαν Πέτρο, είδε στα ταξίδια του, μια παλιά βελανιδιά γίγαντα, κοντά σε ένα ακατέργαστο βωμό. Ο ξυλουργός είπε στον παραγιό του που θαύμαζε τη βελανιδιά: 

- «Να ένα άχρηστο δέντρο. Αν το ‘καναν καράβι, θα σάπιζε αμέσως. Αν το ‘καναν εργαλεία θα ‘σπαγαν. Τίποτε χρήσιμο δε μπορείς να φτιάξεις μ’ αυτό το δέντρο. Να γιατί μπόρεσε να γεράσει τόσο!». 

Στο χάνι όμως, την ίδια νύχτα, ο ξυλουργός είδε τη βελανιδιά στο όνειρό του και το δέντρο του είπε: 

-«Γιατί με συγκρίνεις με τα καλλιεργημένα σας δέντρα, όπως τ’ ασπράγκαθο, την αχλαδιά, την πορτοκαλιά, τη μηλιά κι’ όλα τ’ άλλα καρποφόρα δέντρα; Πριν ακόμα ωριμάσουν οι καρποί τους, οι άνθρωποι τ’ αφανίζουν, σπάνε τα κλαριά τους και τα κλωνιά τους. οι καρποί που δίνουν τα βλάπτουν, και δε χαίρονται τη ζωή μέχρι το φυσικό τους τέλος. Έτσι γίνεται παντού και γι’ αυτό προσπάθησα πριν από πολύ καιρό να γίνω ολότελα άχρηστο. Δύστυχε θνητέ! Πιστεύεις πως αν ήμουν χρήσιμο, θα μ’ άφηναν να κάνω τέτοιο μπόι; Ωστόσο συ και γω, είμαστε κι οι δυο δημιουργήματα, και με ποιο δικαίωμα ένα δημιούργημα δικάζει ένα άλλο; Ώ άχρηστε θνητέ, τι ξέρεις εσύ για το ανωφέλευτο των δέντρων».

            Ο ξυλουργός ξύπνησε, συλλογίστηκε αυτό το όνειρο, κι αργότερα, όταν ο παραγιός του τον ρώτησε γιατί υπήρχε μονάχα αυτό το δέντρο για να προστατεύει το βωμό απάντησε: «Σώπα, ας μη μιλάμε πια γι’ αυτό. Αυτό το δέντρο φύτρωσε εκεί επίτηδες, γιατί παντού αλλού, οι άνθρωποι θα το είχαν βλάψει. Αν δεν ήταν το δέντρο του βωμού, θα το είχαν ίσως κόψει».

            Είναι φανερό ότι ο ξυλουργός είχε καταλάβει ότι εκπληρώνοντας απλώς τον προορισμό σου, αυτό είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ανθρώπου, κι ότι ο ωφελιμισμός πρέπει να υποχωρεί στις απαιτήσεις της ασυνείδητης ψυχής. Αν εκφράσουμε αυτή τη μεταφορική έννοια με ψυχολογικούς όρους, το δέντρο συμβολίζει την πορεία προς την εξατομίκευση και δίνει ένα μάθημα στο κοντόθωρο Εγώ μας». 


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος
 
 

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019

Σίλφιο, το πολύτιμο βότανο των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, και παγκόσμιο σύμβολο της αγάπης




Λέγεται πως ήταν ο ίδιος ο Απόλλωνας αυτός που το χάρισε στους Έλληνες θέλοντας να τους κάνει ένα δώρο που δεν θα ξεχνούσε κανείς.

Και ξαφνικά μια κοινωνία λυσσούσε πια για σίλφιο! Ήταν βλέπετε αφροδισιακό και αντισυλληπτικό τρομερό, αλλά και λαχταριστό καρύκευμα για το φαγητό.
Τα είχε όλα και κανείς δεν το έκρυβε. Μας το λέει εξάλλου ο Ιπποκράτης, ο Διοσκουρίδης και ο Σωρανός ο Εφέσιος, αλλά και πλήθος άλλων Ελλήνων και Ρωμαίων.

Βλέπετε το σίλφιο (ή σύλφιο) ήταν το διασημότερο βότανο της αρχαιότητας, ένα φυτικό πασπαρτού για τα πάντα. Ήταν όμως, σαν από τραγική ειρωνεία, και όσο σπάνιο χρειαζόταν για να φτάσει να αξίζει το βάρος του σε ασήμι.

Φυόταν αποκλειστικά σε μια στενή λωρίδα γης στην Κυρήνη, εκεί στις ακτές της Βόρειας Αφρικής (σημερινή Λιβύη), και δεν ευδοκιμούσε πουθενά αλλού, φέρνοντας στον νου τη σημερινή μαστίχα της Χίου.

Όσοι το εμπορεύονταν πλούτιζαν, καθώς το λαχταρούσε όλος ο αρχαίος κόσμος. Το απαθανάτιζαν σε νομίσματα και αγγεία και το πήραν μετά οι Ρωμαίοι στέλνοντάς το στα ουράνια. Μόνο που κανείς τους δεν κατάλαβε πως η υπερεντατική του καλλιέργεια και η μαζική συγκομιδή του προσυπέγραφαν το τέλος του.

Σύντομα θα ζούσαν όλοι χωρίς σίλφιο και θα έπρεπε να βρουν πια υποκατάστατά του, αφήνοντάς το στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας να πονοκεφαλιάζει ακόμα και σήμερα τους βοτανολόγους.

Γιατί ναι μεν υπήρξε, τι ήταν όμως ακριβώς; 

Ένα μαγικό βοτάνι για τα πάντα

Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν δυσανάλογα πολύ την αντισύλληψη και ήταν σε αυτό το πλαίσιο που έκαναν ένα βοτάνι να εξαφανιστεί, ένα βοτάνι που αν τους πιστέψουμε ήταν το πλέον αποτελεσματικό μέσο αντισύλληψης όλου του αρχαίου κόσμου! Αν και δεν ήταν οι Ρωμαίοι αυτοί που τα ξεκίνησαν όλα.

Το βότανο λεγόταν σίλφιο και ήταν ένα φυτό που συγγένευε πιθανότατα με τον γιγαντιαίο μάραθο ή το σέλινο. Οι σοφιστικέ Έλληνες το καλλιεργούσαν αποκλειστικά για τη ρητίνη του, αν και οι πιο χοντροκομμένοι σε αυτά Ρωμαίοι το εκμεταλλεύονταν όλο, ακόμα και για τις ρίζες του είχαν κάποια χρήση.

Σίλφιο το έλεγαν οι πρόγονοί μας και silphium οι Ρωμαίοι, αν και αυτοί του επεφύλαξαν πολλές ακόμα ονομασίες (laserpicium, lasarpicium κ.ά.). Και το χρησιμοποιούσαν για τα πάντα, από αρωματικό καρύκευμα για τη νοστιμάδα της μαγειρικής και τοπική αναλγητική αλοιφή μέχρι φάρμακο για πάμπολλες νόσους. Σχεδόν όλες! Αν και περιβόητο σε όλο τον γνωστό κόσμο δεν θα γινόταν παρά για τις διεγερτικές και αντισυλληπτικές του ιδιότητες.

Ήταν οι Θηραίοι αυτοί που το ανακάλυψαν ήδη από το 630 π.Χ., όταν ίδρυσαν την ελληνική τους αποικία στη Βόρεια Αφρική, την περίφημη Κυρήνη. Οι Έλληνες ονόμασαν την αποικία τους από την πηγή Κύρη, αφιερωμένη στον θεό Απόλλωνα, και εκείνος τους έκανε δώρο το σίλφιο.

Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Βάττος Α’ αποβιβάστηκε στην Κυρηναϊκή και οδηγήθηκε από τους γηγενείς σε μια περιοχή που είχε «τρύπα στον ουρανό», πιθανότατα γιατί έβρεχε πολύ. Εκεί υπήρχε ένα ιερό του Απόλλωνα και ο Θηραίος αποφάσισε να ιδρύσει την πόλη του τιμώντας τα ιερά εδάφη.

Όπως κι αν έχει, ο Απόλλωνας του χάρισε το σίλφιο, ένα πολύτιμο βοτάνι που συνέβαλε τα μέγιστα στη μετατροπή της πόλης σε επίκεντρο του ελληνικού πολιτισμού στα άγνωστα εδάφη, καθώς η εμπορική του εκμετάλλευση κόμιζε στην Κυρήνη πλούτη θαυμαστά. Το σίλφιο έγινε τόσο σημαντικό για την κυρηναϊκή οικονομία που εμφανίζονταν από ένα σημείο και μετά σε κάθε σχεδόν νόμισμα της πόλης! Σε λακωνική κύλικα του 565-560 π.Χ. (Κύλιξ του Αρκεσίλα) απεικονίζεται εξάλλου ο βασιλιάς της Κυρήνης, Αρκεσίλαος Β΄, να επιβλέπει τη συγκομιδή του φυτού, τέτοια σημασία είχε για την οικονομική επιβίωση της ελληνικής αποικίας. Ήταν το απόλυτο έμβλημα της πόλης.

Γιατί το σίλφιο μετατράπηκε μαγικά σε βασικό συστατικό κάθε φαρέτρας γιατρού ή μύστη σε όλη τη Λεκάνη της Μεσογείου για τα επόμενα 700 περίπου χρόνια. Το ήξεραν φυσικά και οι Αιγύπτιοι, καθώς είναι οι δικές τους αναφορές από τον 7ο π.Χ. αιώνα που λογίζονται οι παλιότερες. Και αυτός ο σπουδαίος πολιτισμός το χρησιμοποιούσε ως ιατρικό βοήθημα για αντισύλληψη και άμβλωση, αλλά και ως πανάκεια σχεδόν για τα πάντα, από πονόλαιμο και βήχα μέχρι και θεραπεία για τη λέπρα.

Ήταν όμως και το άλλο: τόσο οι Αιγύπτιοι όσο και οι Μινωίτες είχαν συγκεκριμένο ιδεόγραμμα (γλύφο) που αντιπροσώπευε το σίλφιο! Κάτι που αναδεικνύει τη σημαντικότητά του για τους πρώιμους αυτούς μεσογειακούς πολιτισμούς. Ας μην ξεχνάμε πως το σίλφιο έβρισκε εφαρμογή σχεδόν στα πάντα και χρησιμοποιούνταν κάθε τμήμα του, από το κοτσάνι και τις ρίζες μέχρι και τον πολύτιμο χυμό του.
Έχει υποστηριχτεί μάλιστα ιστορικά πως η κλασική αρχαιότητα περιστράφηκε εν πολλοίς γύρω από το σίλφιο, ένα βότανο-πανάκεια. Οι Έλληνες, ας πούμε, το λάτρευαν και ως εύγευστο καρύκευμα για το φαγητό τους. Το αγαπούσαν με πάθος και το έβαζαν στα πάντα, σαν τον σημερινό μαϊντανό ένα πράμα.

Όπως μας παραδίδουν οι πρόγονοί μας, στο φαγητό χάριζε μια έντονη και πικάντικη γεύση, αντίστοιχη πιθανότατα με το σκόρδο, χωρίς ωστόσο τη βαριά μυρωδιά του. Οι Έλληνες αποξήραιναν τον χυμό του για τη μαγειρική του χρήση, ενώ οι πάντα υπερβολικοί Ρωμαίοι το έτρωγαν ολόκληρο. Ακόμα και τις ρίζες του γεύονταν, τις οποίες διατηρούσαν στο ξίδι.

Το φυτό ήταν τόσο παινεμένο ως μπαχαρικό που έφτασαν -τόσο στην κλασική όσο και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα- να πληρώνουν όσο τίποτα τα ζώα που είχαν βοσκήσει στο σίλφιο, γιατί πίστευαν πως έδινε καλύτερη γεύση στο κρέας τους!

Ακόμα και συνταγές έχουν φτάσει ως τις μέρες μας με το νόστιμο καρύκευμα: Ο δραματικός ποιητής Άλεξις μας λέει πως για να φτιάξουμε ωραία σαφρίδια «τους βγάζεις τα βράγχια, τα ξεπλένεις, τα καθαρίζεις, τα ανοίγεις στα δύο, τα στρώνεις, τα αλευρώνεις, τα αλείφεις με σίλφιο και τα καλύπτεις με τυρί, αλάτι και ρίγανη». Ο πλατωνικός φιλόσοφος Ξενοκράτης μοιράζεται μαζί μας το μυστικό για νοστιμότατες φούσκες (τα οστρακοειδή): «Τις κόβουμε, ξεπλένουμε και περιχύνουμε με κυρηναϊκό σίλφιο, απήγανο, άλμη και ξίδι ή φρέσκια μέντα σε ξίδι και γλυκό κρασί».

Αλλά και ο Αθηναίος στους «Δειπνοσοφισταί» του αναφέρει πως έτρωγαν παστό ψάρι, μαριναρισμένο με κρασί, λάδι και σίλφιο. Ως τη ρωμαϊκή εποχή, το βότανο είχε γίνει τόσο λατρεμένο που εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις συνταγές της μαγειρικής «Βίβλου» των Ρωμαίων, τον τσελεμεντέ του Καίλιου Απίκιου («Περί μαγειρικής»)! 

Τι μαγικό είχε η κυρηναϊκή χερσόνησος και φύτρωνε αποκλειστικά εκεί το σίλφιο, κανείς δεν ξέρει. Σε μια στενή λωρίδα της ακτής, 200x50 χιλιόμετρα περίπου, όπως μας παραδίδεται, έβγαινε το θαυματουργό φυτό και αρνούνταν πεισματικά να ευδοκιμήσει οπουδήποτε αλλού. Κι αν το προσπάθησαν οι αρχαίοι! Εφτακόσια χρόνια το πάλευαν όλοι, Μινωίτες, Αιγύπτιοι, Έλληνες, Ρωμαίοι και κάθε άλλος λαός της Μεσογείου, μάταια όμως. Μόνο η Κυρήνη είχε το προνόμιο να πλουτίζει από το σίλφιο, πάει και τέλειωσε.

Την ίδια ώρα, το θαυματουργό χορτάρι είχε και πολλές θεραπευτικές χρήσεις, αν και είναι δύσκολο να αποτιμήσουμε με σύγχρονους ιατρικούς όρους την αποτελεσματικότητά τους. Από πονόλαιμο, πυρετό και δυσπεψία μέχρι αφροδίσια νοσήματα (κονδυλώματα) και ανεπιθύμητες κυήσεις λεγόταν πως θεράπευε, ποιος να πει όμως με αποφασιστικότητα; Ο Ιπποκράτης ενδεχομένως, που παρότρυνε τους ασθενείς του: «Όταν εξέχει το έντερο και δεν επιστρέφει στη θέση του, ξύστε σε μικρά κομμάτια το καλύτερο και πιο συμπαγές σίλφιον και εφαρμόστε το ως κατάπλασμα».
Αλλά και ο Θεόφραστος ο Ερέσιος και ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος το παρομοίαζαν με την «Ηράκλεια Πανάκεια», λέγοντάς μας πως το σκιανθές φυτό ήταν κατάλληλο για όλες τις ασθένειες.

Ήταν πάντως αναμφίβολα η αντισυλληπτική του δράση που έκανε τους Έλληνες να το προτιμούν και τους Ρωμαίους να το λατρεύουν! Ακόμα και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος το καταμαρτυρεί, όταν υπαινίσσεται πως το σίλφιο μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για «την απομάκρυνση των υγρών που εκκρίνονται στην εμμηνόρροια». Ιδιότητες που συναντάμε εξάλλου ακόμα και σήμερα στα συγγενικά του είδη, όπως ο μαϊντανός.

Το βότανο εμφανίζεται και στην «Περιγραφή της Ελλάδος» του Παυσανία, σε μια ιστορία των Διόσκουρων που παραθέτει κατά τη διαμονή τους στο σπίτι του Σπαρτιάτη Φορμίωνος: «Γιατί, έτσι συνέβη, ότι η παρθένος κόρη του που ζούσε σε αυτό. Από την επόμενη μέρα, αυτή η παρθένα με όλη την κοριτσίστικη αμφίεσή της, είχε εξαφανιστεί και στην αίθουσα βρέθηκαν εικόνες των Διοσκούρων, ένα τραπέζι και σίλφιον πάνω σε αυτό».

Το σίλφιο με τη λατινική του ονομασία (laserpicium) παίζει και σε ποίημα του Κάτουλλου προς την ερωμένη του Λεσβία, διαδραματίζοντας έτσι σαφή ρόλο στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα.

Δεν είναι καθόλου απίθανο λοιπόν να ήταν φαρμακολογικά δραστικό στην πρόληψη ή ακόμα και τη διακοπή της κύησης. Ο Διοσκουρίδης το συνιστούσε πάντως ως αντισυλληπτικό και μέσο για την άμβλωση.

Την ίδια στιγμή, ο ανθός του χρησιμοποιούνταν στην παρασκευή αρωμάτων, καθώς οι αρχαίοι εκμεταλλεύονταν κάθε τετραγωνικό εκατοστό του.

Τι απέγινε

Φυτό-χρυσός για την Κυρήνη, φυτό-πανάκεια για τον αρχαίο κόσμο και ένα φυτικό βιάγκρα για όλους τους άλλους, το σίλφιο δεν έμελλε να μακροημερεύσει, καθώς κανείς δεν σκέφτηκε το μέλλον του. Οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που το ξετίναξαν ουσιαστικά, γενικεύοντας τη χρήση του και την υπερκαλλιέργειά του.

Ακόμα και τα καλύτερα ζώα τους έστελναν να τραφούν με κυρηναϊκό σίλφιο, για να αποκτήσουν νόστιμο κρέας και τιμή στα ουράνια. Ήταν οι μαγειρικές και προπάντων οι αντισυλληπτικές του ιδιότητες που προσυπέγραψαν το ηχηρό του τέλος. Κάποια στιγμή περί τον 1ο αιώνα μ.Χ. δεν φύτρωνε απλώς άλλο!

Η υπερκαλλιέργεια και οι οπλές των ζώων κατέστρεψαν το εύθραυστο οικοσύστημα των κυρηναϊκών ακτών, στέλνοντας το σίλφιο στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Σύμφωνα με τον θρύλο, που μας παραδίδει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος («Φυσική Ιστορία»), ήταν ο αυτοκράτορας Νέρων αυτός που γεύτηκε το τελευταίο ποτέ κλαράκι του: «Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, δεν υπάρχει καθόλου σίλφιο … λένε πως το τελευταίο βλαστάρι που βρέθηκε, απ’ όσο θυμούνται οι άνθρωποι, στάλθηκε στον αυτοκράτορα Νέρωνα». Και του στάλθηκε ως κάτι το αξιοπερίεργο, όπως μας λέει ο Πλίνιος.

Μέσα σε μερικές δεκαετίες, το ήδη σπάνιο σίλφιο εξαφανίστηκε. Τώρα όλοι αναπολούσαν τις εποχές που ο Ιούλιος Καίσαρας είχε φροντίσει δαιμόνια να πάρει στην κατοχή του μεγάλες ποσότητες του φυτού, τις οποίες παραχώρησε κάποια στιγμή στα δημόσια ταμεία του ρωμαϊκού κράτους. Καθώς μέχρι τότε άξιζε πραγματικό ασήμι. Οι Ρωμαίοι το έλεγαν άλλωστε χωρίς περιστροφές πως «ο χυμός του σίλφιου αξίζει το βάρος του σε δηνάρια»!

Ακόμα και μετά την εξαφάνισή του βέβαια συνέχισε να αναφέρεται στους καταλόγους των αρωματικών φυτών, περνώντας από τον έναν στον άλλο μέχρι και τον 8ο αιώνα μ.Χ.

Ο Θεόφραστος επιβεβαιώνει («Περί φυτών ιστορία») πως το σίλφιο δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί και ήταν η φήμη για τις αντισυλληπτικές ιδιότητες που ανέπτυξε τον 3ο-2ο αιώνα π.Χ. που έφεραν το οριστικό του τέλος. Ο Στράβωνας πάλι μας λέει πως ήταν οι λαοί της ερήμου αυτοί που κατέστρεψαν τις ρίζες του.

Ακόμα και σήμερα οι βοτανολόγοι δεν έχουν καταφέρει να το ταυτοποιήσουν, έχουν κυκλοφορήσει πάντως αρκετές εικασίες για την οικογένεια των φυτών στην οποία πιθανώς ανήκε. Γεγονός είναι πως ο αρχαίος κόσμος δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς σίλφιο, γι’ αυτό και οι άντρες του Αλέξανδρου βρήκαν στην Περσία ένα παρόμοιο φυτό, το οποίο στερούνταν ωστόσο τη γεύση ή τις θαυματουργές ιδιότητες του αυθεντικού.

Ήταν η ασαφοετίδα (ή ασαφέτιδα), που κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα στην Ινδία. Οι Ρωμαίοι την υποδέχτηκαν αρχικά με ενθουσιασμό, γρήγορα κατάλαβαν όμως πως σίλφιο δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο. Το καταμαρτυρεί και ο Διοσκουρίδης («Περί ύλης ιατρικής»): «Το κυρηναϊκό [το σίλφιο] έχει ένα πολύ υγιεινό άρωμα, που ελάχιστα το προσέχει κανείς στην αναπνοή. Αντίθετα, το μηδικό [ασαφοετίδα] είναι λιγότερο δυνατό και έχει χειρότερη μυρωδιά»…

Το παγκόσμιο σύμβολο της αγάπης

Έχουμε ακούσει πως το σύμβολο της καρδιάς, που δεν μοιάζει φυσικά σε τίποτα με την πραγματική καρδιά, έλκει πίσω του πολλούς θρύλους για την ύπαρξή του. Άλλοι λένε πως πρόκειται για μεσαιωνική αναπαράσταση διαφόρων φυτών (φύλλα συκής, κισσός ή ακόμα και νούφαρα) και άλλοι πάλι υποθέτουν πως το σχήμα της αγάπης έχει να κάνει πολύ με τη γυναικεία ανατομία (εφηβαίο).

Κι όμως, η πρώτη ποτέ παρόμοια αναπαράσταση μας έρχεται από το ασημένιο νόμισμα της Κυρήνης του 6ου-5ου αιώνα π.Χ., εκεί δηλαδή όπου ο σπόρος/καρπός του σίλφιου παραμοιάζει με το οικουμενικό σύμβολο της αγάπης και του έρωτα! Κι έτσι αρκετοί ιστορικοί τοποθετούν τη γέννησή του πολύ πριν από τον Μεσαίωνα και συγκεκριμένα κάπου, κάπως, κάποτε στην Κυρηναϊκή.

Κι ενώ η σύνδεση σίλφιου και σεξ είναι κάτι παραπάνω από προφανής και ιστορικά καταγεγραμμένη, όπως υπαινίσσονται εξάλλου και ο Παυσανίας και ο Κάτουλλος, μια τέτοια υπόθεση θα παραμείνει αναγκαστικά στη σφαίρα της ιστορικής φαντασίας. Σε άλλο κυρηναϊκό νόμισμα βλέπουμε μια γυναίκα να κρατά στο χέρι της γερμένο ένα κλαδί του φυτού, έτσι ώστε το άνθος του να δείχνει τα γεννητικά της όργανα.

Αν το σίλφιο παραμένει ακόμα μαζί μας με τη μορφή του ρομάντζου και της αγάπης, αυτό μόνο οι ερωτευμένοι το ξέρουν…!

Αναδημοσίευση από  www.pronews.gr

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος
 
 

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019

Το άγαλμα του Θεμιστοκλέους στον Πειραιά.



Ο Πειραιάς ως γνωστόν υπήρξε στην αρχαιότητα το κατ΄ εξοχήν δημιούργημα του Θεμιστοκλή. Είναι αυτός που όχι μόνο διέβλεψε την καθοριστική για την Αθήνα σημασία του ως λιμένα, αλλά και προχώρησε στην οχύρωσή του, πράγμα που αποτελεί σήμερα το πιο εντυπωσιακό κατάλοιπο της αρχαίας πόλης. Ο Θεμιστοκλής (του Νεοκλέους ο Φρεάριος 527 π.Χ. - 459 π.Χ.) ήταν Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός. Υπήρξε αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης στην κλασική Αθήνα, έλαβε μέρος στη Μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. και στη Ναυμαχία του Αρτεμισίου το 480 π.Χ.. Έμεινε όμως γνωστός ως ο θεμελιωτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας και ως ο κυριότερος συντελεστής της αποφασιστικής νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ., που σηματοδότησε την αρχή του τέλους της Περσικής παρουσίας στη Μεσόγειο.



Στο λιμάνι λοιπόν του Πειραιά, σε ένα μικρό πάρκο μπρόστα από το λιμάνι του Πειραιά (γεμάτο σκουπίδια και με έντονη την μυρωδιά ούρων) υπάρχει το άγαλμα του Θεμιστοκλή το οποίο κατασκευάστηκε το 1976 από τον γλύπτη Νικόλαο Παυλόπουλο (Εικ 1,2,3). Η τοποθέτηση του αποφασίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1975 από το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά για να καλύψει τον χώρο που κάποτε βρίσκονταν το παλαιό Δημαρχείο Πειραιά (Ρολόι) που κατεδαφίστηκε. Το άγαλμα έχει ύψος 9 μέτρων μαζί με τη βάση του, ενώ με το δεξί του χέρι δείχνει το λιμάνι και το ανοιχτό πέλαγος.Το πρόσωπό του είναι αντιγραφή από τον Θεμιστοκλή της Όστια Ιταλίας.



Κατά την διάρκεια της ανασκαφής προκειμένου να τοποθετηθεί η βάση του ανδριάντα βρέθηκαν ίχνη της εγκατάστασης του αγάλματος του Λέοντος του Πειραιώς, το οποίο συνετέλεσε ώστε να μετονομασθεί ο Πειραιάς σε Πόρτο - Δράκο και Πόρτο - Λεόνε κατά τον Μεσαίωνα. Το άγαλμα αυτό του Λέοντος βρίσκεται στο Ναύσταθμο Βενετίας κλεμμένο από τον Φραγκίσκο Μοροζίνη, μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του κατά των Τούρκων της Αττικής, που είχε μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα και την καταστροφή του Παρθενώνος.


Μία προτομή του Θεμιστοκλή (πάνω σε μαρμάρινη κολόνα και βάθρο) υπήρχε επίσης στην ομώνυμη πλατεία μπροστά από την Αγία Τριάδα (εικ 4). Όταν ο χώρος καταργήθηκε για να ανεγερθεί το μέγαρο της Εθνικής Τραπέζης, γνωστό αργότερα ως μέγαρο ΝΑΤ, απομακρύνθηκε και παράπεσε σε αφάνεια. Λίγα χρόνια μετά στήθηκε στην περιοχή των Ταμπουρίων, στο «περιβολάκι» μεταξύ των οδών Δημητρακοπούλου - Δογάνη - Μαυρομιχάλη και Σπάρτης.

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος
 

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

Η ψυχολογία του σύγχρονου ατόμου


            «Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω».  
Γαλάτεια Καζαντζάκη


            Κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά και τις επιλογές του σύγχρονου ανθρώπου καταφεύγουν στην καταγραφή όλων εκείνων των στοιχείων που συνθέτουν την ταυτότητα της σημερινής κοινωνίας. Θεωρούν πως οι αντιδράσεις και οι επιλογές του ατόμου καθορίζονται από το κοινωνικό περιβάλλον(κοινωνιογέννηση).

            Για αυτούς ο άνθρωπος δεν συνιστά μία αυθύπαρκτη οντότητα, αλλά είναι προϊόν των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, όπως αυτές καθορίζονται από τις βαθύτερες δομές και υπόγειες διαδρομές του κυρίαρχου οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Για τους ειδικούς συνιστά ερμηνευτικό ολίσθημα η αναγωγή όλων των εκδηλώσεων του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου σε κληρονομικούς ή γονιδιακούς παράγοντες.

            Χωρίς να υποβαθμίζουμε το στοιχείο της κληρονομικότητας, θα αποτελούσε μοιραία παράβλεψη,αν δεν χαρτογραφούσαμε στις βασικές του λεπτομέρειες τον ιστό της σύγχρονης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που τα κυρίαρχα γνωρίσματά της διαμορφώνουν τα επί μέρους υποσυστήματα και τα οποία με τη σειρά τους ενισχύουν και υποβαστάζουν τα πρώτα. Ο ορισμός της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

            Ωστόσο η δυσκολία καταγραφής της βαθύτερης δομής της κοινωνίας μας έγκειται στη δυσχέρεια ανίχνευσης και αξιολόγησης εκείνων των στοιχείων που από τη φύση τους πυροδοτούν άλλα επί μέρους φαινόμενα, ικανά,όμως,να επηρεάσουν και να συνδιαμορφώσουν το βασικό ιστό των σύγχρονων κοινωνιών. Μία τέτοια καταγραφή αποπειράται ο Έριχ Φρόμ στο εμβληματικό του έργο «Η υγιής κοινωνία». Μία καταγραφή που φωτίζει όλες τις βασικές παραμέτρους της κοινωνίας και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουν την ψυχολογία του σύγχρονου ατόμου:

            «Το οικονομικό μας σύστημα, ενώ πλούτισε υλικά τον άνθρωπο, τον φτώχυνε στο επίπεδο της ανθρωπιάς του. Παρ' όλη την προπαγάνδακαι τα σλόγκαν γύρω από την πίστη του Δυτικού κόσμου στο Θεό, τον ιδεαλισμό του, τα πνευματικά του ενδιαφέροντα, το σύστημά μας δημιούργησε μια υλιστική κουλτούρα κι έναν υλιστικό άνθρωπο. Στο διάστημα που εργάζεται, το άτομο διοικείται σαν μέρος μιας παραγωγικής ομάδας. Στον ελεύθερο χρόνο του κατευθύνεται και χειραγωγείται έτσι που να είναι ο τέλειος καταναλωτής που προτιμάει αυτό που του λένε να προτιμάει, με την ψευδαίσθηση πως ακολουθεί τα δικά του γούστα.
            Όλη τη μέρα τον σφυροκοπούν από παντού τα σλόγκαν, οι υποβολές, οι φωνές μιας πλαστής πραγματικότητας που τον στερούν από το τελευταίο ίχνος ρεαλισμού που μπορεί να του έχει μείνει. Από τα παιδικά χρόνια κιόλας οι γνήσιες πεποιθήσεις αποθαρρύνονται. Η κριτική σκέψη είναι ελάχιστη, το ίδιο και το πραγματικό συναίσθημα κι επομένως μόνο η ομοιομορφία μπορεί να σώσει το άτομο από το αφόρητο αίσθημα της μοναξιάς κα ιτης ερημιάς.
            Το άτομο δεν βιώνει τον εαυτό του σαν ενεργητικό φορέατων προσωπικών του δυνάμεων και του εσωτερικού του πλούτου, αλλά σαν ένα φτωχό "αντικείμενο", εξαρτούμενο από δυνάμεις έξω απ' αυτόν, πάνω στις οποίες έχει προβάλει τη ζωντανή του ουσία. Ο άνθρωπος έχει αποξενωθεί από τον εαυτό του και προσκυνάει τα προϊόντα των χεριών του. Σκύβει και προσκυνάει τα αντικείμενα που παράγει, το κράτος και τους ηγέτες που κατασκεύασε ο ίδιος. Η ίδια του η πράξη γίνεται μια ξένη δύναμη που στέκεται πάνω κι απέναντι του αντί να διευθύνεται απ' αυτόν.

            Περισσότερο από ποτέ στην ιστορία η αναγωγή των ιδίων των κατασκευασμάτων μας σε αντικειμενική δύναμη πάνω μας, ξεφεύγοντας από τον έλεγχό μας, διαψεύδοντας τις προσδοκίες μας και ξεγελώντας τους υπολογισμούς μας, αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες που καθορίζουν την εξέλιξη μας. Τα προϊόντα του, οι μηχανές του και το κράτος έχουν γίνει είδωλα του σύγχρονου ανθρώπου και τα είδωλα αυτά αντιπροσωπεύουν τις δικές του ζωτικές δυνάμεις σε αλλοτριωμένη μορφή.

            Το αποτέλεσμα είναι ο μέσος άνθρωπος να νιώθει ανασφάλεια, μοναξιά και κατάθλιψη και να υποφέρει από έλλειψη χαράς μέσα στην αφθονία. Η ζωή του φαίνεται άσκοπη μαντεύει κάπου αχνά πως το νόημα της ζωής δεν μπορεί να είναι μόνο και μόνο στην "κατανάλωση". Αυτή τη ζωή δίχως χαρά και δίχως νόημα δε θα μπορούσε να την αντέξει αν δεν υπήρχε το γεγονός ότι το σύστημα του προσφέρει αμέτρητες διεξόδους φυγής, απ' την τηλεόραση ως τα ηρεμιστικά, που του επιτρέπουν να ξεχνάει ότι χάνει όλο και περισσότερο αυτό που είναι πολύτιμο στη ζωή.

            Παρ' όλα τα αντίθετα συνθήματα, πλησιάζουμε ολοταχώς προς μια κοινωνία διευθυνόμενη από γραφειοκράτες που κυβερνούν ένα μαζάνθρωπο, καλοθρεμμένο και καλοφροντισμένο, που έχει χάσει την ανθρωπιά του».
 
            Αν η παραπάνω καταγραφή αποτυπώνει με ενάργεια την εικόνα της σύγχρονης κοινωνίας και τον αντιπροσωπευτικό τύπο ανθρώπου αυτής (μαζάνθρωπος), τότε μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε την παρακάτω θέση:

            «Κάθε κοινωνία τιμά τους ζωντανούς κομφορμιστές της και τους νεκρούς ταραχοποιούς της» 
 Mignon Mc Laughlin, Αμερικανίδα αρθρογράφος.

 

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος