Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Ο μύθος του Ερυσίχθονα


Ο μυθικός Ερυσίχθονας ο Θεσσαλός,  ήταν γιος του Τρίοπα και εγγονός του Θεού Ποσειδώνα. O Ερυσίχθονας ήταν εγωιστής, ασεβής, βλάσφημος, και υπερόπτης. Δεν είναι τυχαίο πως το όνομα του  σημαίνει,  αυτός που σχίζει, που προκαλεί πληγή στη γη, όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια του Μύθου. 

Θέλοντας να χτίσει ένα μεγαλοπρεπές παλάτι,  κάποια ημέρα ο  Ερυσίχθονας διέταξε τους υπηρέτες του να πάνε στο παρακείμενο ιερό άλσος, το οποίο είχαν αφιερώσει οι Πελασγοί στη θεά Δήμητρα για να κόψουν τα δέντρα, ώστε να μπορέσει να χτίσει με αυτά το παλάτι του. 

Ανάμεσα στα δέντρα  βρισκόταν  και μία πανύψηλη ιερή βελανιδιά η οποία ήταν αφιερωμένη στην Θεά Δήμητρα (Θεά της Γης) , γύρω από την οποία  χόρευαν οι Δρυάδες.  (Η  βελανιδιά  ήταν επίσης  το ιερό δένδρο του Δία και το χαρακτηριστικό θρόισμα των φύλλων της μαζί με το νερό που έβγαινε από την κοιλότητα του δέντρου θεωρούνταν στη Δωδώνη έδινε χρησμό).  
Πριν προχωρήσω  στην συνέχεια του μύθου,  είναι σκόπιμο να κάνω μία αναφορά,   τόσο στην σχέση ανθρώπου και φύσης  στην αρχαιότητα,  όσο και στην «υπόσταση» των νυμφών. 

Στην αρχαιότητα ο άνθρωπος  ένοιωθε αναπόσπαστο μέρος της φύσης,  βιώνοντας   την αμοιβαία αλληλεξάρτηση όλων των βασιλείων της ζωής.  Θεωρούσε την Γαία (γη) και τα βασίλεια της  ζώντες οργανισμούς, εκφράσεις ενός ενιαίου συνόλου, αποδίδοντας τους Θεϊκές ιδιότητες.


Όσον αφορά τις νύμφες, πίστευαν πως κατοικούσαν στα όροι, στα  δάση στα ποτάμια και στις Θάλασσες. Οι Νύμφες κατατάσσονταν γενικά μεταξύ θεών και θνητών  ως ημίθεες. Δεν ήταν αθάνατες ζούσαν όμως πολλά χρόνια και τρέφονταν με αμβροσία. 

Οι αρχαίοι τις λάτρευαν παντού στην Ελλάδα και τους πρόσφεραν θυσίες με πρόβατα, κατσίκες, μέλι και λάδι. Ζούσαν στα βουνά  και στην άγρια φύση,  τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί με τον Πάνα,  τις Χάριτες, και την  Άρτεμη σε λιβάδια και  πλαγιές, συνήθως κοντά σε  πηγές.  Υπήρχαν οι Νύμφες των ποταμών, οι Ναϊάδες,  οι νύμφες  της θάλασσας οι  Νηρηίδες και οι  Ωκεανίδες,  οι νύμφες των Βουνών, και  οι νύμφες των δασών και των δέντρων οι  Αμαδρυάδες  οι οποίες  ζούσαν στα δέντρα . 



Μόλις  έκανε την εμφάνιση του ένα δέντρο  στην επιφάνεια της γης,  πίστευαν πως  μία Αμαδρυάδα το «εμψύχωνε»,   το προστάτευε,  και μοιραζόταν την μοίρα της μαζί του. Πίστευαν πως οι Αμαδρυάδες πέθαιναν ταυτόχρονα με τα δένδρα,  και τις θεωρούσαν «όντα» που μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο μεσάζοντα ανάμεσα στους θεούς. Όταν ερχόταν η ώρα της Νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της μέσα στη γη. Οι Νύμφες έχουν επιζήσει στη λαϊκή παράδοση έως  σήμερα,  ως  νεράιδες.
Επιστρέφοντας στην εξιστόρηση του μύθου,  όταν οι  υπηρέτες του Ερυσίχθονα  έχοντας διαπιστώσει την αλόγιστη  καταστροφή των δέντρων εξαιτίας της πλεονεξίας του, προσπάθησαν να τον μεταπείσουν για την άσκοπη κοπή τόσων δένδρων.  Κυρίως όμως του εξέφρασαν τον φόβο τους για το ενδεχόμενο να ξεσπούσε επάνω τους  η οργή της θεάς Δήμητρας. 

Αυτός όμως  άρπαξε ένα τσεκούρι και είπε: «Δεν με ενδιαφέρει αν το δέντρο αυτό το αγαπά η Θεά. Ακόμα και η ίδια να ήταν, θα την έριχναν κάτω αν στεκόταν στον δρόμο μου». 

Κάποιον δε που προσπάθησε να τον σταματήσει, τον σκότωσε φωνάζοντας : «Ορίστε η ανταμοιβή σου για τον οίκτο σου».



Με την πρώτη όμως τσεκουριά που έδωσε,  παρουσιάσθηκε ενώπιον του η ιέρεια της Δήμητρας Νικίππη, που δεν ήταν παρά η ίδια η θεά μεταμορφωμένη. Η ιέρεια προσπάθησε να σταματήσει το κόψιμο των δέντρων, αλλά ο Ερυσίχθονας την απείλησε με την αξίνα του. Η Θεά τότε  εμφανίσθηκε με όλη της τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια.  Σύμφωνα με τον Καλλίμαχο (3ο αι. π.X.),  η Θεά ρώτησε : 

«Tις μοι καλά δένδρεα κόπτει;»  - ποιος είναι ο βέβηλος που κόβει την ιερή βελανιδιά της - ; 

Hταν ο Eρυσίχθων,«πίτυς, μεγάλαι πτελέαι και όχναι» – πεύκα, φτελιές μεγάλες και αχλαδιές. Στα  επόμενα χτυπήματα του τσεκουριού η βελανιδιά, δέντρο πελώριο με κορμό δεκαπέντε οργιές χοντρό, αναστέναξε κι από την πληγή έτρεξε αίμα, και η νύμφη που ζούσε μέσα του, πεθαίνοντας μαζί του, προέβλεψε την τιμωρία του ιερόσυλου Ερυσίχθονα.

Οι δούλοι στην θέα της Θεάς Δήμητρας  έφυγαν πανικόβλητοι, ικετεύοντας για οίκτο. Η Δήμητρα πράγματι τους λυπήθηκε και τους άφησε να φύγουν δίχως να τους βλάψει, ενώ τον ασεβή Ερυσίχθονα τον περίμενε πολύ σκληρή τιμωρία, λίγο αργότερα. 

Η θεά Δήμητρα ζήτησε από την Πείνα που κατοικούσε στην Σκυθία μαζί με τον τρόμο  και το κρύο, να επισκεφτεί και να κυριεύσει τον Ερυσίχθονα. Της ζήτησε να μην μπορεί να ανακουφίσει την πείνα του ο Ερυσίχθονας με τα πλούσια δώρα που η Γη παρέχει στον άνθρωπο. 

Η πείνα υπάκουσε τις εντολές της Δήμητρας,  και το βράδυ που ο Ερυσίχθονας κοιμόταν τον επισκέφτηκε. Μετά από αυτό, η πείνα έφυγε από την γη της αφθονίας την Θεσσαλία,  και επέστρεψε στο σπίτι της. Ο ιερόσυλος Ερυσίχθονας ονειρεύτηκε στον ύμνο του  πως πεινούσε,  και όταν ξύπνησε η πείνα του είχε γίνει απερίγραπτη. 

Από εκείνη την στιγμή ο Ερυσίχθονας άρχισε να τρώει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Αφού έφαγε ό,τι φαγώσιμο βρισκόταν στο σπίτι του, άρχισε να γυρίζει στους δρόμους και να αρπάζει τις προσφορές από τους βωμούς. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να τον βοηθήσει, ούτε οι γονείς του,  ούτε  ο  παππούς του ο Ποσειδώνας,  λόγω της ύβρεως απέναντι σε άλλο Θεό.



Στο μεταξύ ο Ερυσίχθονας βασανιζόταν όλο και περισσότερο από την πείνα. Η κόρη του Μήστρα  που είχε την ικανότητα  από τον Ποσειδώνα να μεταμορφώνεται, μεταμορφωνόταν συνέχεια σε διαφορετικές σκλάβες  προς πώληση,  ώστε να κερδίζει χρήματα για να «σώσει» με αυτά αγοράζοντας τρόφιμα  για τον πατέρα της.  
Στο τέλος όμως  τίποτα δεν ήταν ικανό να κορέσει την πείνα του Ερυσίχθονα. Έτσι μη έχοντας να φαει τίποτα πια, άρχισε να τρώει τις ίδιες του τις σάρκες έως ότου βρήκε κατ’  αυτό τον τρόπο  φρικτό θάνατο...!

Ο μύθος του Ερυσίχθονα παραμένει επίκαιρος και αποτελεί ένα διαχρονικό μήνυμα στην ανθρωπότητα. Δυστυχώς οι σύγχρονοι Ερυσίχθονες πολλοί. Τόσο οι καταστροφείς του φυσικού περιβάλλοντος, όσο  και οι άνθρωποι που έχουν υπέρ αναπτύξει το «εγώ» , έναντι του  «εμείς».  Άνθρωποι που έχουν υιοθετήσει αξίες που είναι ξένες προς την πραγματική «φύση» του. Ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός, ανταγωνισμός, οικονομική κυριαρχία και υλισμός. 

Αξίες marketing, διαφημίζουν το πρόσκαιρο κέρδος και το ατομικό συμφέρον αδιαφορώντας για τις ανεπανόρθωτες βλάβες που προκαλούν στο περιβάλλον, υποθηκεύοντας  το μέλλον των επόμενων γενιών. Αναζήτηση  πλούτου,  αδιαφορώντας για τις πραγματικές αξίες και ανάγκες του ανθρώπου. Χρήμα, ένας  πρόθυμος υπηρέτης, που δεν αργεί να γίνει δυνάστης όπως σήμερα, στην εποχή της οικονομικής κρίσης.... 

Χλέτσος Βασίλης


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΛΛΑΔΑ



Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του   60, 70 και 80 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει. Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο.
Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαριές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκίτη  μαγουλάδες, ανεμοβλογιά. Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.

Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε. Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ήρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός. Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.

Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
                     


Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα  Cortina,  FIAT 1100. Θυμάστε τα Anglia τα , τα Renault 10…….. ¨η το Simca , με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.
Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.

Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο , αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. 
Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας. Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαστιχένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.

Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμμένα  τυλιγμένα σε ρόλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε Νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια…


Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωί τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστό υποβρύχιο μέσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το έσπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. 
Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπάνιο με τις κομπινεζόν  Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό. 
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά! 
Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι  ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό.
Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.  Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.



                       
Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. 
Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. 
Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας. Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. 
Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. 
Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου……… και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας. Όταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέτο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι.
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων.
Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν. 
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέτες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. 
Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.


                           


Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. 
Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες . 
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.

Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει. 
Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε. 
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι. 

Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε ιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.



                                



Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρεις μέρες πρωί  τρεις μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς. 
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πει τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι. Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλε ποδιές τους. 
Μπλε κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλε κορδέλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και τα  αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου. Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν. Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.



                      

Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.

Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. 
Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.

Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.
Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρεις ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;

                                  

Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Η σοφία των Ινδιάνων της Αμερικής


·        Ξύπνα με το Φως του Ήλιου για να προσευχηθείς. Να προσεύχεσαι συχνά και μόνος. Το Μεγάλο Πνεύμα θα ακούσει, αρκεί να μιλήσεις.

Να δείχνεις κατανόηση γι’ αυτούς που έχασαν το δρόμο τους. Άγνοια, αλαζονεία, θυμός, ζηλοτυπία και πλεονεξία, ανθίζουν από μια χαμένη ψυχή. Προσευχήσου ότι θα βρουν καθοδήγηση.

Ψάξε μέσα σου, να είσαι ο εαυτός σου. Μην επιτρέπεις σε άλλους να δημιουργούν το μονοπάτι σου. Είναι δικός σου ο δρόμος και μόνο. Άλλοι μπορούν να περπατήσουν μαζί σου, αλλά κανένας δεν μπορεί να περπατήσει στη θέση σου.

Να συμπεριφέρεσαι στους καλεσμένους σου με σύνεση. Να τους σερβίρεις το καλύτερο φαγητό, δώσε τους το καλύτερο κρεβάτι και συμπεριφέρσου τους με εκτίμηση και τιμή.

Μην παίρνεις κάτι που δε σου ανήκει, είτε από κάποιον άνθρωπο, μια κοινότητα, ή τη φύση. Αν δεν το κέρδισες ή δεν στο χάρισαν, δεν σου ανήκει.

Να σέβεσαι ό,τι υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη, είτε ανθρώπους, είτε φυτά, είτε ζώα.

Τίμα τις σκέψεις άλλων ατόμων, τις επιθυμίες τους και τα λόγια τους.  Ποτέ μην διακόπτεις κάποιον, ή να τον χλευάσεις ή να τον μιμηθείς με αγένεια. 

Αναγνώρισε το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης κάθε ατόμου.


Ποτέ μην αναφέρεσαι σε άλλους με κακό τρόπο.  Η αρνητική ενέργεια που στέλνεις στο Σύμπαν θα πολλαπλασιαστεί όταν επιστρέψει σε σένα.

Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη  κι όλα τα λάθη μπορούν να συγχωρεθούν.

Οι κακές σκέψεις προκαλούν ασθένεια του μυαλού, του σώματος και του πνεύματος. Κάνε θετικές σκέψεις.

Η Φύση δεν είναι ΓΙΑ εμάς. Είναι ΚΟΜΜΑΤΙ μας. Είναι μέρος της παγκόσμιας οικογένειάς σου. 

Τα παιδιά είναι οι σπόροι του μέλλοντός σου. Σπείρε αγάπη στις καρδιές τους και πότισε τις με σοφία και μαθήματα της ζωής. Όταν μεγαλώσουν, δώσε τους χώρο να αναπτυχθούν.

Μην πληγώνεις τις καρδιές άλλων. Το δηλητήριο του πόνου σου θα επιστρέψει σε σένα.

Να είσαι ειλικρινής. Πάντα. Η ειλικρίνεια είναι το μέτρο της θέλησης κάποιου μέσα στο Σύμπαν.

Κράτα τον εαυτό σου ισορροπημένο. Ο Νους, το πνεύμα, η ψυχή και το σώμα σου, πρέπει να διατηρούνται αγνά και υγιή. Γύμνασε το σώμα για να δυναμώσεις το μυαλό. Πλούτισε σε πνεύμα για να γιατρέψεις τις σωματικές και ψυχικές ασθένειες.

Να παίρνεις συνειδητές αποφάσεις για το ποιος θα είσαι και πώς θα αντιδράς. Να είσαι υπεύθυνος για τις πράξεις σου.

Να σέβεσαι τις προσωπικές στιγμές και τον προσωπικό χώρο όλων. Μην αγγίζεις ιδιοκτησίες άλλων, ειδικά ιερά και θρησκευτικά αντικείμενα. Αυτό απαγορεύεται.

Να είσαι αληθινός με τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να βοηθήσεις τους άλλους αν δεν βοηθήσεις πρώτα τον εαυτό σου.

Να σέβεσαι τις θρησκευτικές απόψεις των άλλων. Μην προσπαθείς να επιβάλεις τις δικές σου απόψεις.

Μοιράσου την καλοτυχία σου με άλλους!

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος































Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Η Κόλαση και ο παράδεισος...


Ενας πολεμοχαρης Σαμουραϊ , λεει ενα παλιο γιαπωνεζικο παραμυθι , καποτε , προκαλεσε ενα δασκαλο του Ζεν να του εξηγησει την εννοια του Παραδεισου και της Κολασης . Ομως , ο μοναχος του απαντησε με περιφρονηση : “δεν εισαι παρα ενας τιποτενιος….δεν μπορω να χανω τον καιρο μου με σενα κι τους ομοιους σου…”

Με θιγμενο εγωισμο , ο Σαμουραϊ , τραβηξε οργισμενος το σπαθι του απο το θηκαρι και ακουμπωντας το στον λαιμο του μοναχου , ουρλιαξε : “Θα μπορουσα να σε σκοτωσω γι αυτην σου την αναιδεια”


“Αυτο”….ειπε ηρεμα ο μοναχος….”ειναι η Κολαση”

Ξαφνιασμενος , κι αναγνωριζοντας ποσοαληθεια ηταν αυτο που του ελεγε ο Δασκαλος , σχετικα με την οργη που τον ειχε κυριεψει , ο Σαμουραϊ ηρεμησε , εκρυψε το σπαθι στο θηκαρι , και υποκλιθηκε , ευχαριστωντας τον μοναχο , για την βαθεια του γνωση.

“Κι αυτο”…ειπε ο μοναχος….”ειναι ο Παραδεισος” .

Η αιφνιδια συνειδητοποιηση , απο τον Σαμουραϊ , της ιδιας του της ταραχης , δειχνει την καιρια διαφορα , αναμεσα στο να καταλαμβανεσαι απο ενα συναισθημα και στο να αντιλαμβανεσαι οτι παρασυρεσαι απο αυτό .
 
Η ρηση του Σωκρατη , “γνωθι σαυτον” εκφραζει αυτον ακριβως τον θεμελιο λιθο , της συναισθηματικης νοημοσυνης : να αντιλαμβανεσαι δηλαδη τα συναισθηματα σου , μολις γεννηθουν μεσα σου .

Tο μυστικό του Θεού...

Κάποτε, βαθιά μέσα στο χρόνο, όλοι οι άνθρωποι "μετείχαν" του Θείου. Αλίμονο, καταχράστηκαν σε τέτοιο βαθμό τη θεία δύναμή τους, που ο σπουδαιότερος των Θεών αποφάσισε να τους αφαιρέσει τη θεία φύση τους και να την κρύψει σ' ένα μέρος, όπου θα τους ήταν αδύνατο να την ξαναβρούν και να την βεβηλώσουν. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν τώρα να βρεθεί μια σίγουρη κρυψώνα.
Οι Θεοί που συγκεντρώθηκαν για να λύσουν αυτό το πρόβλημα, πρότειναν το εξής: "Να θάψουμε τη θεότητα του ανθρώπου μέσα στη γη". Αλλά ο Brahma απάντησε: "Όχι, αυτό δεν αρκεί, γιατί ο άνθρωπος θα σκάψει και θα τη βρει".

Τότε οι Θεοί πρότειναν: "Αφού είναι έτσι, ας τη ρίξουμε στα βάθη των ωκεανών". Αλλά ο Brahma απάντησε: "Όχι, γιατί αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος θα εξερευνήσει τους βυθούς όλων των ωκεανών και είμαι σίγουρος πως μια μέρα θα τη βρει και θα τη φέρει στην επιφάνεια".

Στη συνέχεια πρότειναν : «Να την κρύψουμε στα πέρατα του Ουρανού». Όχι, είπε πάλι ο Μέγιστος των Θεός, γιατί ο άνθρωπος κάποια εποχή θα καταφέρει να ταξιδέψει στους μακρινούς γαλαξίες και θα την ανακαλύψει».


Μετά από αυτό οι Θεοί δεν είχαν πια τι να προτείνουν. "Δεν ξέρουμε που να την κρύψουμε γιατί δε νομίζουμε να υπάρχει μέρος στη γη ή στη θάλασσα ή στον ουρανό απροσπέλαστο από τον άνθρωπο".

Τελικά ο Brahma κούνησε το κεφάλι και είπε: "Ξέρω τι θα κάνουμε με τη θεότητα του ανθρώπου. Θα την κρύψουμε όσο γίνεται πιο βαθιά μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, γιατί είναι το μόνο μέρος που δε θα σκεφτεί ποτέ να την ψάξει".

Από τότε, και έτσι τελειώνει ο θρύλος, ο άνθρωπος κάνει το γύρο της γης, εξερευνά το διάστημα, αναρριχάται, καταδύεται και σκάβει μάταια, ψάχνοντας για κάτι που βρίσκεται μέσα του...

Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στο πρότυπο πειραματικό γυμνάσιο της Πνύκας


Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. 

Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. 

Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. 

Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. 

Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.



Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. 

Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.


Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.