Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Χαρακτηριστικές όψεις του Νεοπλατωνισμού

 

Η φιλοσοφία του Νεοπλατωνισμού αποτελεί μία από τις ευγενέστερες εκφράσεις του ανθρώπινου πνεύματος. Μπορεί να αναπτύσσεται μέσα σε ιστορικά συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όμως εξαρτάται από αυτήν μόνο εν μέρει, καθώς επέδρασε πολυποίκιλα στην Πατερική θεολογία, τη Βυζαντινή, τη Μεσαιωνική, τη Νεώτερη και Σύγχρονη φιλοσοφία. 

Ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός οδηγήθηκε στη συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου συστήματος σκέψης απαρτιζόμενο από κοσμολογικές, ηθικές, γνωσιολογικές, ψυχολογικές, θεολογικές, νοολογικές και φυσικές θεωρίες. 

Επίσης, προσέφερε μία στηριγμένη σε ανθρωπολογική βάση μεταφυσική ελπίδα για τη βίωση ενός μυστικού ταξιδιού της ψυχής. Εμπεριέχει ακόμη αστρολογικές και αστρονομικές θεωρίες, τις οποίες συνέδεσε με την τέχνη της μαντείας, αλλά και με τη θεωρία της συμπαντικής υπόστασης της Ψυχής και της Ψυχής του κόσμου. Ο κόσμος συχνά θεωρείται ως ένα παίγνιο ή μία φαρσοκωμωδία, όπου τα ανθρώπινα υποκείμενα εμπαίζονται και λοιδωρούνται, την οποία όμως ως τέτοια δεν θα πάρουν στα σοβαρά. 



Η νεοπλατωνική ψυχολογία αναφέρεται στη συμπαντική συνάφεια και αλληλεξάρτηση όλων των όντων, εντός της οποίας κάθε μεταβολή ενός μέρους επιδρά ομοιοπαθητικά σε ένα άλλο. Η αρμονία του όλου είναι σαν το παίξιμο μίας λύρας, στην οποία οι χορδές συντονίζονται μεταξύ τους. Μέσα σε αυτή την επικράτεια της κοσμικής συμπάθειας, οι άνθρωποι εντάσσονται όπως μπορούν, ενώ ανερχόμενοι την κλίμακα των υποστάσεων προσμένουν την ένωση με το Εν, εάν και μόνο γίνουν άριστοι. 

Η ζωή, η νόηση και το είναι,  συναποτελούν μία τριάδα στενά συνδεδεμένων όρων• οι παγιωμένες αξίες βρίσκονται στο βασίλειο των νοητών, εντός του Νου και όχι έξω από αυτόν: εκεί ανήκουν τα καθόλου, που συχνά αντιστοιχούν, χάρις σε μία απειρη δύναμη, σε κάθε επιμέρους ον. Ο Νεοπλατωνισμός θέλησε να αναδείξει την υπέρτατη αρετή, την οποία αντιπροσωπεύουν άνθρωποι που παρουσιάζονται να διαθέτουν εξαιρετική ωριμότητα και θεωρητική διαύγεια.

Παρά όλα αυτά, συνδυάζουν εκτός από τη διδασκαλία, συχνά, υπερφυσικά χαρίσματα, όπως την πρόβλεψη του μέλλοντος, διαίσθηση, αιώρηση, αποτελεσματικές μαγικές επικλήσεις και αντεπωδές. Προσχωρούν στον πανθεισμό και συνεχίζουν το παγανιστικό ιδεώδες, αν και αποδέχονται όλοι την προτεραιότητα της μία και μόνης, έστω απροσδιόριστης, πρώτης αρχής του παντός (Αγαθό, Εν, Θεός). Από αυτήν την αρχή απορρέει το σύνολο του υπαρκτού σύμφωνα με τις διαβαθμίσεις των υποστάσεων, που μετέχουν, λιγότερο ή περισσότερο, ανάλογα με τη μακρινή ή κοντινή απόστασή τους, στο Αγαθό. Η προσέγγιση του τελευταίου προϋποθέτει τη μύηση σε ένα είδος λογικής ενατενίσεως, ενώ ομοιάζει με την εισχώρηση του μυημένου των μυστηριακών τελετών στα άδυτα των αδύτων (Unio Mystica).


Πηγή

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Το τρισυπόστατο της Εκάτης και οι Τριαδικές Θεότητες


Θα ήταν ιδιαίτερα απλουστευτικό να θεωρήσει κάποιος την αρχαία Ελληνική Μυθολογία σαν εξιστόρηση φανταστικών γεγονότων με διάφορους συμβολισμούς και, ταυτόχρονα, να αγνοήσει το επιστημονικό και μεταφυσικό μήνυμα που αυτή εκπέμπει από τα βάθη των αιώνων.
 
Γιατί μπορεί μεν η Ελληνική Μυθολογία να πλημμυρίζει από το φως του Ήλιου και την ανθρώπινη διάσταση των Θεών της που δεν διστάζουν να κατεβαίνουν από τον Όλυμπο, να αναμειγνύονται με τους θνητούς, να ερωτεύονται και να συναλλάσσονται όπως αυτοί, εμφορούμενοι από τα ίδια με αυτούς συναισθήματα, πολλοί όμως συμβολισμοί της Μυθολογίας, όπως ο αριθμός τρία και οι, διαφόρων εκφάνσεων τριαδικές θεότητες εκφράζουν μία βαθύτερη φιλοσοφική και υπαρξιακή αντίληψη για τη γένεση, το θάνατο και, γενικά, τη μοίρα του ανθρώπου, χωρίς ιδιαίτερες δαιμονικές ή μοιρολατρικές προλήψεις.
 
Έτσι και η πιο σκοτεινή θεότητα της αρχαίας Ελλάδας, η Εκάτη δεν έχει τίποτα κοινό με τα ξωτικά της Αγγγλοσαξωνικής μυθολογίας ή τους μυθικούς δαίμονες της Μεσοποταμίας, όπως την πρωτόπλαστη Lilith της Kabbale και του Talmud.
 
Η Εκάτη ήταν κόρη Τιτάνων (του Πέρση και της Αστερίας), προϋπήρχε των Θεών του Ολύμπου και κυριαρχούσε σε Γη, Θάλασσα και Ουρανό. Και όταν ο Ζευς αναγνωρίσθηκε Θεός των Θεών και των θνητών την τίμησε διατηρώντας όλες τις θεϊκές της δυνάμεις, όπως ο Ησίοδος μας γνωρίζει στη Θεογονία του (στ. 411-412): «η (Αστερία) δ’ υποκυσαμένη Εκάτην τέκε, την περί πάντων Ζευς Κρονίδης τίμησε».
 
Η Εκάτη ήταν γνήσια Ελληνική θεότητα. Προστάτευε όσους απένειμαν δικαιοσύνη, τους κυνηγούς, τους πολεμιστές, τους ψαράδες και τα κοπάδια των βοσκών, εξ’ ου και η προσωνυμία της κουροτρόφος. Είχε στενή σχέση με τον Άδη και η μυθολογία την θέλει διαμεσολαβητή της επανόδου της Περσεφόνης από τον κάτω κόσμο και της απόδοσής της στη μητέρα της Δήμητρα.
 

Αργότερα, στους κλασσικούς χρόνους, η θεότητα της Εκάτης αρχίζει να παίρνει άλλη διάσταση. Πρώτος ο Ευριπίδης στη «Μήδεια» την παρουσιάζει σαν προστάτιδα των μαγισσών άποψη, που μετά πολλούς αιώνες, μας μεταφέρει και ο W. Shakespeare στην τραγωδία του «Macbeth». Ίσως από την κλασσική αρχαιότητα και μετά, η Εκάτη «ταυτίζεται» με τη Δήμητρα (ή την Άρτεμη) και την Περσεφόνη σε μία τριαδική οντότητα, θηλυκού γένους όπως αυτές που συναντούμε σε πολλές θρησκείες.

Η ταύτιση αυτή είναι καθαρά συμβολική, δεδομένου ότι εκφράζει την επικυριαρχία των τριών θεϊκών οντοτήτων στον Ουρανό και τη Σελήνη (Εκάτη), στη Γη (Άρτεμη) και στον Άδη (Περσεφόνη). Τρεις όμως ήσαν και οι μυθικές Γοργόνες, η Σθενώ (Δύναμη), η Ευρυάλη (Θάλασσα) και η Μέδουσα (Σοφία), αλλά και οι φοβερές Ερινύες, Τισεφόνη, Αλυκτώ και Μέγαιρα, που γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού όταν αυτός ακρωτηριάσθηκε από τον Κρόνο.
 
Αλλά και η ίδια η Εκάτη, στους ύστερους χρόνους της αρχαιότητας, εμφανίζεται σαν τρισυπόστατη εκφράζοντας ουσιαστικά τους τρεις κόσμους (Θεϊκό, Γήινο και Νεκρικό). Οι προς τιμήν της εορτές, τα Εκάτεια ετελούντο σε τρίστρατα, κατά προτίμηση εκτός των πόλεων ενώ, σε μία άλλη γιορτή κάθαρσης των οικιών, τα Οξυθύμια, επικαλούντο το όνομά της για την εκδίωξη των κακών πνευμάτων. Τα αγάλματα της θεάς έφεραν, συνήθως, τρία πρόσωπα ενώ, σε άλλες εκδοχές το πρόσωπο της γυναίκας συνόδευαν ένα πρόσωπο αλόγου και ένα, λέοντα.


Ο Αριστοτέλης χαρακτήριζε το 3 ως τον αριθμό του Παντός και οι Πυθαγόρειοι πίστευαν στο τριγωνικό (πρωταρχικό) σχήμα της γήινης επιφάνειας γι’ αυτό και οι Ναοί και οι Πόλεις κτίζονταν στις γωνίες ισοσκελών τριγώνων όπως, π.χ. η Ακρόπολη των Αθηνών, ο ναός της Αφαίας στην Αίγινα και ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Το Ορφικό Τρίπτυχο συντίθετο από τις έννοιες της Ύπαρξης, της Ζωής και της Διάνοιας ενώ στην Αλχημεία τα αιθερικά στοιχεία ήσαν τρία, το αλάτι, ο υδράργυρος και το θείο.

Το τρίμορφο και τρισυπόστατο της Εκάτης αποτελεί, ίσως, την πιο παλιά και αρχέγονη προσέγγιση του ανθρώπινου υπαρξιακού προβλήματος μέσα από τη συσχέτισή του με το Θείο και τον Θάνατο. Δεν είναι, εξάλλου τυχαία, η -με διάφορες μορφές- υιοθέτηση τριαδικών θεϊκών σχημάτων σε πολλές μεταγενέστερες θρησκείες, όπως τους αρχαίους Κέλτες, τους Βουδιστές, τους προ-Ισλάμ Άραβες, τους Ινδουιστές κ.ά.
 
Πολλές είναι και οι αρχαιοελληνικές τριαδικές θεότητες, είτε αμιγώς θηλυκές, όπως η Κόρη (της οποίας το όνομα θεωρείται τόσο ιερό ώστε να απαγορεύεται η προφορά του), η Δήμητρα και η Εκάτη, είτε μικτές όπως στην Αρκαδία όπου ελατρεύοντο ο Ποσειδώνας, η Δήμητρα και η άλλη κόρη τους, η Δέσποινα ή στα Καβείρια Μυστήρια όπου ελατρεύοντο ο Αξιόκερσος (Άδης), η Αξιόκερσα (Περσεφόνη) και ο Καδμίλος (Ερμής). Το δωδεκάθεο χωρίζεται ισότιμα σε 6 (3x2) θηλυκές θεότητες και 6 (3x2) αρσενικές ενώ και ήσσονος σημασίας θεότητες (Ώρες, Χάριτες, Μοίρες) αναφέρονται πάντα σε τριάδες.
 
Στις δύο από τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμό και Ισλάμ) η Τριαδική Θεότητα καταργήθηκε πλήρως, ενώ στο Χριστιανισμό προσέλαβε τη μορφή της Αγίας Τριάδας με τις όποιες δογματικές - θεολογικές ιδιομορφίες της. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι το θηλυκό στοιχείο εξοβελίσθηκε πλήρως από τη Χριστιανική αντίληψη της θεότητας και περιορίσθηκε μόνο στην αναγνώριση της «θεοτόκου» και «παναγίας» Μητέρας του Ιησού, «αειπαρθένου» (;) και «μεσολαβήτριας» υπέρ των ανθρώπων, όχι όμως θεάς.
 
Μέσα από αυτή την αντίληψη δεν είναι περίεργη η δαιμονοποίηση του θηλυκού στοιχείου στα ύστερα Ρωμαϊκά χρόνια και το Μεσαίωνα. Ακόμα και στον W. Shakespeare, οι μάγισσες («Macbeth») είναι μάλλον (!) θηλυκές και η Εκάτη αναγνωρισμένη από όλους θεά των. Η θεά-μητέρα των αρχαίων θρησκειών υποτιμήθηκε τόσο τα χρόνια της μονοθεϊστικής-θεοκρατικής αντίληψης που θα έπρεπε να περάσουν πολλοί αιώνες για να αναγεννηθεί, έστω και μερικώς, η αρχαιοελληνική άποψη της «ισοθεΐας» των δύο φύλων μέσα από την πρόοδο και την εξέλιξη των κοινωνιών και των πολιτικών συστημάτων.
 
Τα νερά των ποταμών δεν γυρίζουν πίσω όσο και αν τα διέτασσε ο Κανύτ, ο βασιλιάς των Σαξώνων. Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι δαιμονοποιήσεις δεν μπορούν να αποτελούν διαμορφωτές της ιστορίας του μέλλοντος, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Σε μία τέτοια μελλοντική κοινωνία πιστεύουμε ότι «Θεότητες» σαν την Εκάτη θα βρουν τη θέση που τους αρμόζει στο Πάνθεον της Φιλοσοφίας και της Κοινωνικής και Αισθητικής αρμονίας.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Οι Γοργόνες στην Ελληνική Μυθολογία


Οι γοργόνες ήταν κόρες της Κητούς και του Φόρκυ. Αυτές ήταν η Σθενώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα, το κεφάλι της οποίας έκοψε ο Περσεύς, μιας και ήταν η μόνη θνητή από τις τρείς. Η Σθενώ παράγεται από το ρήμα «σθένω», που σημαίνει είμαι δυνατός, έχω ισχύ. Η λέξη σθένος βέβαια χρησιμοποιείται και σήμερα. Η Σθενώ συμβόλιζε τη δύναμη της θάλασσας και δεν αναφέρεται σε κανένα προσωπικό της μύθο. 

Η Ευρυάλη παράγεται από το «ευρύς» και το αλς (γεν. αλός) και σήμαινε τη πλατιά θάλασσα. Μαζί με τη Σθενώ συμβόλιζαν την δύναμη και την απεραντοσύνη της θάλασσας. Ούτε κι αυτή αναφέρεται σε προσωπικούς της μύθους και ίσως να έχει δίκιο η Jane Harisson (Prolegomena to the Greek Religion 87), που λέει ότι η τριαδική εμφάνιση των γοργόνων είναι απλώς η τάση να εμφανίζονται οι θεότητες σε τριάδες, όπως οι Ώρες, οι Χάριτες, οι Μοίρες, κ.α. και επομένως ίσως οι δύο εκ των τριών να αποτελούν μια προσθήκη μεταγενέστερη, η οποία όμως είναι τόσο παλιά ώστε να είναι γνωστή στον Ησίοδο. Η Τρίτη γοργόνα, η Μέδουσα, είναι η κυρίως γοργόνα γύρω από την οποία πλέκονται οι διάφοροι μύθοι. 

Το όνομά της παράγεται από το ρήμα «μέδω» που σημαίνει άρχω, κυβερνώ, κυριαρχώ, προστατεύω. Ο δε μεδέων ήταν ο προστάτης, ο φύλακας, ο κυρίαρχος (“ώ φίλοι, Αργείων ηγήτορες ηδέ μέδοντες”). Άρα Μέδουσα σήμαινε τη βασίλισσα, την προστάτιδα, αυτή που είχε οριστεί να φυλάει κάτι. Ο χαρακτηρισμός μέδων έχει δοθεί πολλές φορές σε θαλάσσιες θεότητες όπως στον Νηρέα, στον Φόρκυ, στον Πρωτέα, στον Τρίτωνα κ.α. Έχουμε δηλαδή μία αρσενική απόδοση της Μέδουσας. 

Απεικονίζονται σαν τρομερά θηρία, με μάτια άγρια, με φίδια για μαλλιά και με την αποκρουστική γλώσσα τους να κρέμεται έξω από το στόμα τους. Βέβαια πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι πρόκειται περί προκατακλυσμιαίων θεοτήτων, κι όπως είναι φυσικό οι πιο σύγχρονες θρησκείες φρόντισαν να τις γελοιοποιήσουν είτε να τις αποδυναμώσουν.




Ο Ησίοδος μας λέει ότι οι γοργόνες κατοικούσαν μακριά, στις εσχατιές της νύχτας, πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό, εκεί όπου κατοικούσαν οι Εσπερίδες. Η τοποθέτηση της κατοικίας τους στα δυτικά, αναφέρεται σε όλους τους μύθους όπως παρατηρεί ο Στράβων. Στα «Κύπρια έπη» σαν κατοικία τους αναφέρεται το νησί Σαρπηδόνα, ενώ κατά τον Πλίνιο τοποθετούνται σε κάποιο σύμπλεγμα νησιών που ονομαζόταν Γοργάδες. Στο γεγονός αυτό στηρίζεται και η άποψη ότι τα ονόματα των τριών γοργόνων δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα ονόματα τριών μεγάλων νησιών που βρίσκονταν στο σύμπλεγμα των Εσπερίδων. Τέλος σαν κατοικία τους αναφέρεται και ο Άδης, αν κι εκεί θεωρούσαν πως κατοικούσε μόνο η εικόνα τους. 

Όπως μας αναφέρει ο Ησίοδος, η Μέδουσα ήταν η μόνη από τις γοργόνες που έσμιξε ερωτικά και άφησε απογόνους. Από τον Ποσειδώνα γέννησε, την στιγμή που της έκοβε το κεφάλι ο Περσεύς, τον Χρυσάορα και τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο. Στον Όμηρο, ο οποίος γνωρίζει το μύθο για τη θανατερή δύναμη της κεφαλής της Μέδουσας, αναφέρεται μόνο μία γοργόνα κι αυτή είναι η Γοργώ, αλλά από την περιγραφή της υποθέτουμε ότι εννοεί τη Μέδουσα, η οποία σε μία άλλη εκδοχή ταυτίζεται και με τη θεά Αθηνά. 


Ο Παλαίφατος (Αθηναίος γραμματικό, σύγχρονος του Αριστοτέλη), ταυτίζει τη γοργόνα με την παράσταση ενός χρυσού αγάλματος της Αθηνάς Παλλάδος (1.80 μ.), το οποίο κατασκευάστηκε κατόπιν εντολής του βασιλιά Φόρκυ, που βασίλευε στη Κυρήνη της Β. Αφρικής, στου οποίο το βασίλειο η Αθηνά είχε το προσωνύμιο γοργόνα. Για την σχέση αυτή έχουν δοθεί διάφορες εξηγήσεις και αποσυμβολισμοί. Η θεά ήταν αυτή που οδήγησε το χέρι του Περσέα για να κόψη το κεφάλι της Μέδουσας, το οποίο της έδωσε κατόπιν ο Περσεύς, για να το βάλει στη μέση της ασπίδας της.



Για την έχθρα αυτή λέγεται ότι η Μέδουσα καυχήθηκε πως είναι ομορφότερη από την θεά κι αυτή την τιμώρησε μεταμορφώνοντάς τη σε τέρας.
Θεωρείται λοιπόν από τους ερευνητές, πως η Μέδουσα στην αρχαία προ-ολυμπιακή θρησκεία ήταν ή ίδια η Αθηνά. Είναι πολύ πιθανό κατά τις τελετουργίες να χρησιμοποιούσαν κάποια τελετουργική μάσκα, που σκορπούσε τρόμο και δέος σε όσους την έβλεπαν. Τέτοιες μάσκες γνωρίζουμε πως χρησιμοποιούνταν στη Μινωική και Μυκηναϊκή περίοδο. 


Αυτή η τελετουργική μάσκα, που μάλλον προϋπήρξε της Μέδουσας, έγινε η αφορμή για να δημιουργηθεί στη συνέχεια μια κεφαλή η οποία είχε την τρομερή δύναμη της μάσκας, με μια αποτρόπαια εμφάνιση. Αργότερα προστέθηκε και σώμα ώστε να γίνει πιο αποδεκτή η ύπαρξη μιας τέτοιας κεφαλής και με την τάση να παρουσιάζονται οι θεότητες σε τριάδες, κατέληξε η αρχική τελετουργική μάσκα στην τριαδική εμφάνιση των γοργόνων. Το σώμα αυτό είχε χάλκινα χέρια και φτερά με τα οποία μπορούσαν να πετούν. Είναι λοιπόν πολύ πιθανό, η Μέδουσα να απορροφήθηκε από μια νέα θεά, πιο αποδεκτή στην ολυμπιακή θρησκεία ή η ίδια η Αθηνά να μετεξελίχθηκε και να λατρεύτηκε με πιο ήπια μορφή. 

Άλλωστε πηγαίνοντας πίσω στο μύθο του Περσέα, έχουμε τη κλασική περίπτωση του ήρωα, που κατορθώνει να σκοτώσει το φοβερό θηρίο και να παραδώσει τη κεφαλή του στη θεά Αθηνά, κι έτσι όλες οι δυνάμεις της Μέδουσας ενσωματώνονται στη καινούργια θεότητα. Όπως αναφέρεται στο Πλούταρχο, στη προσπάθειά του ο Θεμιστοκλής να πείσει τους Αθηναίους για τη σημασία του χρησμού με τα ξύλινα τείχη, πρότεινε ψήφισμα στο οποίο έλεγε να αναθέσουν τη προστασία της πόλης στην Αθηνά Μεδέσουσα. Αλλά η Μέδουσα συνδέεται και με την Περσεφόνη.


Είναι κι αυτή μια υποχθόνια θεότητα, φοβερή κι αδυσώπητη, που είναι ο τρόμος των ανθρώπων και δεν δείχνει ευμένεια σε κανένα που θα τολμήσει να τη κοιτάξει. Κι όταν ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη, όλες οι σκιές έντρομες παραμέριζαν για να περάσει εκτός της σκιά του Μελέαγρου και της Γοργόνας, που δεν τον φοβόντουσαν. Μήπως όμως και το ίδιο της το όνομα δεν τις συνδέει; Το όνομα Περσεφόνη είναι σύνθετο από το Περσεύς και το φόνος, που σημαίνει δηλαδή «αυτή που φονεύθηκε από τον Περσέα». Σε μια άλλη εκδοχή, οι γοργόνες θεωρούνται θεότητες σεληνιακές, καθώς όλες οι τριαδικές θεότητες ταυτίζονται με τις τρεις όψεις της Σελήνης. 

Οι Ορφικοί ονόμαζαν τη Σελήνη «Γοργόνος Κεφαλή», ενώ ο Preller βλέπει στο στρογγυλοπρόσωπο κεφάλι της Μέδουσας την ίδια τη Σελήνη και τον αποκεφαλισμό της τον συμβολίζει με την εξαφάνιση της πανσελήνου. Κατά τον Nilsson ο μύθος του φόνου της Μέδουσας είχε επικρατήσει από τα Μυκηναϊκά χρόνια. Εκεί λοιπόν κοντά στις Μυκήνες, υπήρχε μια παράδοση που ήθελε το αποκομμένο κεφάλι της Μέδουσας να είναι θαμμένο στο Άργος, όπου υπήρχε κι ένα τεράστιο λίθινο Γοργόνειο, που έλεγαν πως ήταν έργο των Κυκλώπων. Λίγο πιο πέρα, ο Ασκληπιός θεράπευε με το αίμα της Μέδουσας που είχε τρέξει κατά το φόνο της. Στο μεσαίωνα δημιουργήθηκε ένας νέος μύθος στον οποίο συγχωνεύτηκαν οι αρχαίοι μύθοι των γοργόνων, των σειρήνων με την ωραία φωνή και της Σκύλλας, του τέρατος που άρπαζε τους ναυτικούς και τους έτρωγε. 

Στα νεότερα χρόνια, και σε μια παράδοση που φτάνει μέχρι τις μέρες μας, ο λαός ήθελε την γοργόνα να είναι αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου.




Σύμφωνα με αυτό το μύθο ο Μ. Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί στην αδερφή του το νερό της αθανασίας, το οποίο είχε αποκτήσει αφού σκότωσε το δράκο που το φύλαγε. Η αδερφή του όμως το έχυσε πριν προλάβει ο αδερφός της να το χρησιμοποιήσει κι έτσι αυτός την καταράστηκε να γίνει ψάρι από την μέση και κάτω και να πλανιέται μέσα στις θάλασσες. Εκείνη όμως γνωρίζοντας το κακό που είχε κάνει στον αδερφό της δεν του κράτησε κακία και με αγωνία σταματά τα καράβια που θα βρεθούν στο δρόμο της και ρωτά τους ναυτικού «ζει ο Μ. Αλέξανδρος;». Κι αν πάρει τη σωστή απάντηση: «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει»,  τότε ευχαριστημένη χάνεται στα βάθη της θάλασσας, ειδάλλως παίρνει μαζί της και το καράβι. 

Στον αποσυμβολισμό του μύθου των γοργόνων, υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι οι τερατώδεις μορφές των γοργόνων συμβόλιζαν τα σκοτεινά νέφη και τα διάφορα φαινόμενα του ουρανού που σχηματίζονταν στον ορίζοντα πάνω από τη θάλασσα και τρόμαζαν όσους τα αντίκριζαν, κι ο αποκεφαλισμός συμβολίζει τη νίκη του ήλιου (Περσεύς) που νικά τις σκοτεινές δυνάμεις. 


Αυτές οι πληροφορίες σχετίζονται με τις αρχαίες πηγές. Στη σημερινή εποχή, ένας ερευνητής εν ονόματι Ενρίκο Ματίεβιτς (Enrico Mattievich), τοποθετεί τις γοργόνες στις Περουβιανές Άνδεις στο παλάτι του Τσαβίν ντε Χουαντάρ (Chavin de Huantar) που βρίσκεται σε υψόμετρο 3.180 μέτρα. Λέει λοιπόν τα εξής: «Στα ερείπια αυτού του παλατιού και στις στοές των μουσείων, μπορούμε να εκτιμήσουμε εξαιρετικά έργα τέχνης, γλυπτά ή εγχάρακτα σε πέτρα όπως τερατώδεις κεφαλές, γοργόνες, κέρβερους και τους απογόνους των υιών του Κρόνου». Ο Enrico Mattievich αναφέρει την μαρτυρία του Impelloni, ο οποίος ήταν ο πρώτος που το 1926 πρόσεξε την ομοιότητα των Γοργονείων που βρέθηκαν σε σημεία του ευρύτερου ελλαδικού χώρου με αυτά που βρέθηκαν στη Κολομβία και το Περού.

Απόστολος Γονιδέλης, περιοδικό ΙΧΩΡ, τεύχος 14, Οκτώβριος 2001


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Σοφίες και ευφυολογήματα Αρχαίων Ελλήνων


Οι Λακεδαιμόνιοι Βούλης και Σπέρχης πήγαν εθελοντικά στο βασιλιά των Περσών Ξέρξη για να τους επιβληθεί τιμωρία, που όφειλε η Σπάρτη σύμφωνα με κάποιον χρησμό, διότι σκότωσαν τους κήρυκες που είχαν σταλεί από τον Πέρση βασιλιά σ’ αυτούς. Αφού παρουσιάστηκαν στον Ξέρξη, του ζητούσαν να τους σκοτώσει με όποιον τρόπο θέλει για εξιλέωση των Λακεδαιμονίων. 

Κι όταν εκείνος, κατάπληκτος, τους άφησε ελεύθερους και πρότεινε σ’ αυτούς να μείνουν κοντά του, είπαν: «Και πώς θα μπορούσαμε να ζήσουμε εδώ, εγκαταλείποντας την πατρίδα και τους νόμους και εκείνους τους ανθρώπους, για χάρη των οποίων διανύσαμε τόσο δρόμο για να πεθάνουμε;».

Καθώς τους παρακαλούσε επίμονα και ο στρατηγός Ίνδαρος και υποσχόταν σ’ αυτούς ότι θα τύχουν ίση τιμή με τους πιο στενούς φίλους του βασιλιά, του απάντησαν: «Μας δίνεις την εντύπωση ότι αγνοείς πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η ελευθερία, την οποία κανένας συνετός άνθρωπος δεν θα αντάλλαζε με τη βασιλεία των Περσών».


Όταν o Ισμηνίας από τη Θήβα πήγε στην Περσία ως απεσταλμένος της πατρίδας του, θέλησε να δει από κοντά το μεγάλο βασιλιά. O υπηρέτης του βασιλιά τότε τού είπε: «Ξένε Θηβαίε, υπάρχει νόμος περσικός, σύμφωνα με τον οποίο αυτός που θα δει το βασιλιά και θα του μιλήσει, πρέπει πρώτα να τον προσκυνήσει. Αν θέλεις λοιπόν και συ να τον συναντήσεις, να κάνεις το ίδιο, διαφορετικά θα πεις ό,τι θέλεις σε μένα»
Τότε ο Ισμηνίας είπε: « οδήγησε με».

Αφού πλησίασε και τον είδε ο βασιλιάς, έβγαλε το δαχτυλίδι του και, χωρίς να φανεί, το έριξε κάτω στα πόδια του και αμέσως έσκυψε και το πήρε πίσω. Έτσι κατάφερε από τη μια να πιστέψει ο βασιλιάς ότι τον προσκύνησε και από την άλλη δεν έκανε τίποτε απ' αυτά που ντροπιάζουν τους Έλληνες. Αντίθετα μάλιστα πέτυχε να πάρει όλα όσα ζήτησε από τον Πέρση βασιλιά.


Όταν κάποιος ρώτησε τον βασιλιά Αγησίλαο, γιατί η Σπάρτη είναι ατείχιστη, τότε αυτός, δείχνοντας τα σώματα των Λακεδαιμονίων, απάντησε:
«Αυτά είναι τα τείχη των Λακεδαιμονίων!».


Ένας μοχθηρός άνθρωπος ήθελε να φυλάξει το σπίτι του από κάθε κακό. Έβαλε στην πόρτα μια επιγραφή που έλεγε: «Κανένα κακό να μη μπει στο σπίτι αυτό».


Ο Διογένης διάβασε την επιγραφή και απόρησε: «Μα ο ιδιοκτήτης του σπιτιού από που θα μπει;»

Ο Λεωτυχίδης, όταν κάποιος τον ρώτησε να μάθει για ποιόν λόγο οι Σπαρτιάτες πίνουν λίγο κρασί, απάντησε: «Για να μην αποφασίζουν άλλοι για μας, αλλά εμείς για τους άλλους».

 


Όταν ο ναύαρχος Λύσανδρος πήγε στη Σαμοθράκη για να πάρει μέρος στα Καβείρεια μυστήρια, o ιερέας των Καβειρίων που εξομολογούσε τους πιστούς, του ζήτησε να εξομολογηθεί τις  αμαρτίες του.Ο Λύσανδρος τότε  τον ρώτησε : «Πρέπει να το κάνω αυτό, επειδή το ζητάς εσύ ή οι θεοί;». Κι όταν ο ιερέας  απάντησε ότι «το απαιτούν οι θεοί»,  ο Λύσανδρος του απάντησε : «Βγες εσύ έξω από τον ναό, κι αν με ρωτήσουν οι θεοί θα το πω σε εκείνους»...


Ένας Έλληνας που δοκίμασε τον μέλανα ζωμό, είπε πως τότε κατάλαβε, «γιατί οι Σπαρτιάτες βαδίζουν με τέτοια ευχαρίστηση προς τον θάνατο...».


Στον  Φίλλιπο   ιερέα του Ορφέα, που ήταν πάμπτωχος και έλεγε ότι όσοι είχαν μυηθεί από αυτόν θα ζούσαν ευτυχισμένοι μετά το τέλος της ζωής τους, του είπε ο βασιλιάς Λεωτυχίδης:«Γιατί λοιπόν, ανόητε, δεν πεθαίνεις για να παύσεις να θρηνείς για την δυστυχία και την φτώχεια σου;»


Ο Χάρριλος, ερωτώμενος γιατί επιτρέπουν στις αδέσμευτες κοπέλες να κυκλοφορούν ακάλυπτες ενώ οι παντρεμένες με κάλυμμα στο κεφάλι, απάντησε: «Επειδή οι κοπέλες πρέπει να βρουν άνδρες, ενώ οι παντρεμένες να κρατήσουν τους άνδρες τους».


Πληροφορήθηκε ο Αριστοτέλης από κάποιον ότι μερικοί τον έβριζαν. Ο φιλόσοφος απάντησε: «Καθόλου δεν με νοιάζει. Όταν είμαι απών, δέχομαι ακόμα και να με μαστιγώνουν».


Ο Παυσανίας του Κλεόμβροτου όταν κάποιοι θαύμαζαν ανάμεσα στα λάφυρα την πολυτέλεια των ενδυμάτων των βαρβάρων, είπε:«Καλύτερα να ήταν οι ίδιοι μεγάλης αξίας, παρά να έχουν πράγματα μεγάλης αξίας»


Κάποιος Αθηναίος ρώτησε έναν Σπαρτιάτη: «Ποιά είναι η ποινή για όσους στη Σπάρτη απατούν τους συζύγους τους;». 
Ο Σπαρτιάτης αποκρίθηκε πως «πρέπει να θυσιάσουν έναν ταύρο, που όταν στέκεται στην κορυφή του Ταΰγετου, πίνει νερό στον Ευρώτα». Ο Αθηναίος απόρησε: «Μα υπάρχει τέτοιος μεγάλος ταύρος;». Για να εισπράξει την απάντηση του Σπαρτιάτη: «Γιατί, υπάρχει Σπαρτιάτης μοιχός;».


Επέστρεφε ο Διογένης από τους Ολυμπιακούς αγώνες και ένας τον ρώτησε, αν ήταν εκεί πολύς κόσμος. Ο Διογένης αποκρίθηκε: «Κόσμος υπήρχε πολύς, άνθρωποι όμως λίγοι».

 

Ο Παυσανίας του Πλειστοάνακτα σ’ εκείνον που τον ρώτησε γιατί δεν επιτρέπεται στην πόλη τους να αλλάξουν κανένα από τους παλιούς τους νόμους, απάντησε:«Γιατί πρέπει να επιβάλλονται οι νόμοι στους ανθρώπους και όχι οι άνθρωποι στους νόμους» 


Ένας Λάκωνας που ρωτήθηκε για ποιον λόγο τρέφει μεγάλα γένια, εκείνος απάντησε: «Για να βλέπω τις λευκές τρίχες και να μην κάνω τίποτε ανάξιο του χρώματός τους».


Όταν έδειξαν στον Διαγόρα τον «άθεο» τα πολλά αφιερώματα ανθρώπων που είχαν σωθεί από ναυάγια με τη βοήθεια των θεών. Ο Διαγόρας απάντησε:
«Αν οι θεοί φρόντιζαν να σώσουν και όσους πνίγηκαν, τότε θα βλέπατε πολύ περισσότερα αφιερώματα».


Ο  Πλάτωνας επέπληξε κάποιον γιατί έπαιζε κύβους. Εκείνος δικαιολογήθηκε: «Τα ποσά που παίζω στο παιχνίδι είναι ασήμαντα». Ο Πλάτωνας του παρατήρησε: «Η συνήθεια όμως να παίζεις δεν είναι καθόλου κάτι ασήμαντο».





Ένας που επισκέφτηκε τη Σπάρτη και επί πολλή ώρα έμενε όρθιος στηριζόμενος στο ένα του πόδι, είπε σε έναν Σπαρτιάτη: «Δεν πιστεύω, Λάκωνα, να μπορείς να σταθείς τόση ώρα στο ένα σου πόδι όση εγώ». Κι εκείνος απάντησε: «Εγώ όχι· μπορούν όμως όλες οι χήνες».



Ο φιλόσοφος Αντισθένης συμβούλευε τους Αθηναίους να ανακηρύξουν με την ψήφο τους τα γαϊδούρια σε άλογα. Και όταν του είπαν ότι κάτι τέτοιο είναι έξω από κάθε λογική, ο Αντισθένης παρατήρησε: «Μήπως και στρατηγούς δεν αναδεικνύετε άντρες απλώς με την ψήφο σας και χωρίς να έχουν πάρει καμία απολύτως εκπαίδευση;»


Όταν σε μια πόρτα τυλίχθηκε γύρω από το κλειδί ένα φίδι και οι μάντεις έλεγαν στον βασιλιά Λεωτυχίδη του Αρίστωνα ότι είναι παράξενο σημάδι, αυτός απάντησε: «Θα ήταν παράξενο σημάδι, αν το κλειδί τυλίγονταν γύρω από το φίδι».




Είπε κάποιος στον Διογένη: «Οι συμπολίτες σου σε καταδίκασαν σε εξορία».Και ο φιλόσοφος απάντησε: «Κι εγώ τους καταδίκασα να μένουν στον τόπο τους».


Ο Μ. Αλέξανδρος έστειλε στον Φωκίωνα 100 τάλαντα. Ο Aθηναίος πολιτικός ρώτησε τους ανθρώπους που του έφεραν το μεγάλο αυτό ποσό: «Γιατί ο Αλέξανδρος διάλεξε εμένα απ' όλους τους Αθηναίους για να μου χαρίσει 100 τάλαντα;» Οι απεσταλμένοι απάντησαν: «Γιατί μόνο εσένα θεωρεί έντιμο άνθρωπο». Ο Φωκίωνας αρνήθηκε το δώρο λέγοντας:  «Ας μ' αφήσει λοιπόν και να είμαι και να φαίνομαι έντιμος».


Ο Αγησίλαος άκουσε κάποτε ότι οι σύμμαχοι δυσανασχετούσαν με τις συχνές εκστρατείες, καθώς συμμετείχαν λίγοι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι ήταν πολλοί. Θέλοντας να αποδείξει το πλήθος αυτών, διέταξε όλους τους συμμάχους να καθίσουν από το ένα μέρος ανάμεικτοι μεταξύ τους και από το άλλο χωριστά μόνοι τους οι Λακεδαιμόνιοι. Έπειτα διέταξε με κήρυκα να σηκωθούν πρώτοι οι κεραμοποιοί, και μόλις σηκώθηκαν αυτοί, διέταξε να σηκωθούν δεύτεροι οι χαλκουργοί, έπειτα οι κτίστες και στη συνέχεια οι οικοδόμοι και μετά ο καθένας που ασκούσε άλλη τέχνη. Σχεδόν είχαν σηκωθεί όλοι οι σύμμαχοι, αλλά από τους Λακεδαιμόνιους κανείς, γιατί είχε απαγορευθεί σ’ αυτούς να μαθαίνουν και να ασκούν χειρωνακτική εργασία. Έτσι, γελώντας ο Αγησίλαος, είπε: «Βλέπετε, άνδρες, πόσο περισσότερους στρατιώτες, στέλνουμε εμείς στις εκστρατείες;».




Ένας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε αμοιβή 500 δραχμές. Ο πατέρας θεώρησε υπερβολικό το ποσό.
-«Με τόσα χρήματα», είπε, «θα μπορούσα να αγοράσω ένα ζώο». -«Αγόρασε», είπε ο Αρίστιππος, «κι έτσι θα έχεις δύο».

Όταν κάποιος Αθηναίος είπε στον Ανταλκίδα ότι «μόνοι εμείς σας διώξαμε πολλές φορές από τον Κηφισό», αυτός απάντησε: «Εμείς όμως ποτέ δεν σας διώξαμε από τον Ευρώτα».


Ένας φτωχός πλησίασε τον Σωκράτη και του είπε: «Θέλω να γίνω μαθητής σου, αλλά δεν έχω τίποτε, το μόνο που μπορώ να σου προσφέρω είναι ο εαυτός μου».
Ο Σωκράτης του απάντησε: «Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν ότι μου δίνεις το πιο σπουδαίο πράγμα;» 




Όταν κάποιος ρώτησε τον Δημάρατο, γιατί αυτούς που ρίχνουν τις ασπίδες τους στη μάχη τούς στερούν τα πολιτικά δικαιώματα, όχι όμως και αυτούς που ρίχνουν τις περικεφαλαίες και τους θώρακες, απάντησε: «Αυτά τα φορούν για να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους· την ασπίδα όμως την κρατούν για να υπερασπισθούν τον κοινό στρατιωτικό τους σχηματισμό».



Ο Μέγας Αλέξανδρος είπε: «Δεν φοβάμαι ένα στρατό λιονταριών που διοικούνται από ένα πρόβατο. Φοβάμαι ένα στρατό προβάτων που τα διοικεί ένα λιοντάρι».


Ένας Σπαρτιάτης με πρόβλημα όρασης που ήθελε να πάει στον πόλεμο, ρωτήθηκε από κάποιον: «Που πας σ' αυτήν την κατάσταση και τί νομίζεις ότι θα πετύχεις;». Αυτός τότε απάντησε: «Ακόμη κι αν δεν πετύχω τίποτε άλλο, σίγουρα θα στομώσω το ξίφος του εχθρού».


Όταν ο Αριστοτέλης ρωτήθηκε σε τι διαφέρουν οι μορφωμένοι από τους αμόρφωτους και εκείνος απάντησε « σε ότι και οι ζωντανοί από τους πεθαμένους».


Ένας στρατιώτης, πληροφόρησε τον Λεωνίδα, ότι είναι κοντά οι εχθροί. Εκείνος τότε είπε: «Επομένως, κι εμείς είμαστε κοντά τους».


 

O Δημόκριτος είπε πως: « Οι άνθρωποι προσεύχονται στους θεούς και ζητούν υγεία, ενώ ξεχνούν ότι αυτήν την δυνατότητα περνάει και από το χέρι τους. Από έλλειψη εγκράτειας , κάνουν τα αντίθετα από αυτά που πρέπει, προδίδουν μόνοι τους την υγεία τους» .

Στην ερώτηση, γιατί οι άριστοι προτιμούν τον ένδοξο θάνατο αντί για την άδοξη ζωή, ο Λεωνίδας απάντησε: «Γιατί, το δεύτερο το θεωρούν κάτι το φυσικό, ενώ το πρώτο είναι προσωπική επιλογή τους».


O Πυθαγόρας είπε πως: « Όπως δεν ωφελεί η ιατρική αν δεν νικάει τις αρρώστιες, έτσι και η φιλοσοφία αν δεν αποβάλει την κακία από την ψυχή».  

Το 338 π.Χ., μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, ο Φίλιππος Β' της Μακεδονίας ξεκίνησε μια θριαμβευτική πορεία στις πόλεις της νοτίου Ελλάδος για να εδραιώσει την πανελλήνια συμμαχία κατά των Περσών. Οι Σπαρτιάτες δεν του επέτρεψαν να μπει στην πόλη τους. Τότε ο Φίλιππος τους διεμήνυσε πως αν κυριεύσει την πατρίδα τους, δεν θα πρέπει να περιμένουν κανένα έλεος. Και οι Σπαρτιάτες του απάντησαν λακωνικά, με μία μόνο λέξη: «Αν».



Μια μέρα η Ξανθίππη έβαλε τις φωνές στον Σωκράτη και στην συνέχεια άδειασε πάνω του μια λεκάνη νερό. Ο Σωκράτης ατάραχος είπε: «Η Ξανθίππη κάνει ό,τι και ο Δίας: πρώτα βροντά και ύστερα βρέχει».!

Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Ο μύθος του Ερυσίχθονα


Ο μυθικός Ερυσίχθονας ο Θεσσαλός,  ήταν γιος του Τρίοπα και εγγονός του Θεού Ποσειδώνα. O Ερυσίχθονας ήταν εγωιστής, ασεβής, βλάσφημος, και υπερόπτης. Δεν είναι τυχαίο πως το όνομα του  σημαίνει,  αυτός που σχίζει, που προκαλεί πληγή στη γη, όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια του Μύθου. 

Θέλοντας να χτίσει ένα μεγαλοπρεπές παλάτι,  κάποια ημέρα ο  Ερυσίχθονας διέταξε τους υπηρέτες του να πάνε στο παρακείμενο ιερό άλσος, το οποίο είχαν αφιερώσει οι Πελασγοί στη θεά Δήμητρα για να κόψουν τα δέντρα, ώστε να μπορέσει να χτίσει με αυτά το παλάτι του. 

Ανάμεσα στα δέντρα  βρισκόταν  και μία πανύψηλη ιερή βελανιδιά η οποία ήταν αφιερωμένη στην Θεά Δήμητρα (Θεά της Γης) , γύρω από την οποία  χόρευαν οι Δρυάδες.  (Η  βελανιδιά  ήταν επίσης  το ιερό δένδρο του Δία και το χαρακτηριστικό θρόισμα των φύλλων της μαζί με το νερό που έβγαινε από την κοιλότητα του δέντρου θεωρούνταν στη Δωδώνη έδινε χρησμό).  
Πριν προχωρήσω  στην συνέχεια του μύθου,  είναι σκόπιμο να κάνω μία αναφορά,   τόσο στην σχέση ανθρώπου και φύσης  στην αρχαιότητα,  όσο και στην «υπόσταση» των νυμφών. 

Στην αρχαιότητα ο άνθρωπος  ένοιωθε αναπόσπαστο μέρος της φύσης,  βιώνοντας   την αμοιβαία αλληλεξάρτηση όλων των βασιλείων της ζωής.  Θεωρούσε την Γαία (γη) και τα βασίλεια της  ζώντες οργανισμούς, εκφράσεις ενός ενιαίου συνόλου, αποδίδοντας τους Θεϊκές ιδιότητες.


Όσον αφορά τις νύμφες, πίστευαν πως κατοικούσαν στα όροι, στα  δάση στα ποτάμια και στις Θάλασσες. Οι Νύμφες κατατάσσονταν γενικά μεταξύ θεών και θνητών  ως ημίθεες. Δεν ήταν αθάνατες ζούσαν όμως πολλά χρόνια και τρέφονταν με αμβροσία. 

Οι αρχαίοι τις λάτρευαν παντού στην Ελλάδα και τους πρόσφεραν θυσίες με πρόβατα, κατσίκες, μέλι και λάδι. Ζούσαν στα βουνά  και στην άγρια φύση,  τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί με τον Πάνα,  τις Χάριτες, και την  Άρτεμη σε λιβάδια και  πλαγιές, συνήθως κοντά σε  πηγές.  Υπήρχαν οι Νύμφες των ποταμών, οι Ναϊάδες,  οι νύμφες  της θάλασσας οι  Νηρηίδες και οι  Ωκεανίδες,  οι νύμφες των Βουνών, και  οι νύμφες των δασών και των δέντρων οι  Αμαδρυάδες  οι οποίες  ζούσαν στα δέντρα . 



Μόλις  έκανε την εμφάνιση του ένα δέντρο  στην επιφάνεια της γης,  πίστευαν πως  μία Αμαδρυάδα το «εμψύχωνε»,   το προστάτευε,  και μοιραζόταν την μοίρα της μαζί του. Πίστευαν πως οι Αμαδρυάδες πέθαιναν ταυτόχρονα με τα δένδρα,  και τις θεωρούσαν «όντα» που μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο μεσάζοντα ανάμεσα στους θεούς. Όταν ερχόταν η ώρα της Νύμφης να πεθάνει, μαραινόταν πρώτα το δέντρο της μέσα στη γη. Οι Νύμφες έχουν επιζήσει στη λαϊκή παράδοση έως  σήμερα,  ως  νεράιδες.
Επιστρέφοντας στην εξιστόρηση του μύθου,  όταν οι  υπηρέτες του Ερυσίχθονα  έχοντας διαπιστώσει την αλόγιστη  καταστροφή των δέντρων εξαιτίας της πλεονεξίας του, προσπάθησαν να τον μεταπείσουν για την άσκοπη κοπή τόσων δένδρων.  Κυρίως όμως του εξέφρασαν τον φόβο τους για το ενδεχόμενο να ξεσπούσε επάνω τους  η οργή της θεάς Δήμητρας. 

Αυτός όμως  άρπαξε ένα τσεκούρι και είπε: «Δεν με ενδιαφέρει αν το δέντρο αυτό το αγαπά η Θεά. Ακόμα και η ίδια να ήταν, θα την έριχναν κάτω αν στεκόταν στον δρόμο μου». 

Κάποιον δε που προσπάθησε να τον σταματήσει, τον σκότωσε φωνάζοντας : «Ορίστε η ανταμοιβή σου για τον οίκτο σου».



Με την πρώτη όμως τσεκουριά που έδωσε,  παρουσιάσθηκε ενώπιον του η ιέρεια της Δήμητρας Νικίππη, που δεν ήταν παρά η ίδια η θεά μεταμορφωμένη. Η ιέρεια προσπάθησε να σταματήσει το κόψιμο των δέντρων, αλλά ο Ερυσίχθονας την απείλησε με την αξίνα του. Η Θεά τότε  εμφανίσθηκε με όλη της τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια.  Σύμφωνα με τον Καλλίμαχο (3ο αι. π.X.),  η Θεά ρώτησε : 

«Tις μοι καλά δένδρεα κόπτει;»  - ποιος είναι ο βέβηλος που κόβει την ιερή βελανιδιά της - ; 

Hταν ο Eρυσίχθων,«πίτυς, μεγάλαι πτελέαι και όχναι» – πεύκα, φτελιές μεγάλες και αχλαδιές. Στα  επόμενα χτυπήματα του τσεκουριού η βελανιδιά, δέντρο πελώριο με κορμό δεκαπέντε οργιές χοντρό, αναστέναξε κι από την πληγή έτρεξε αίμα, και η νύμφη που ζούσε μέσα του, πεθαίνοντας μαζί του, προέβλεψε την τιμωρία του ιερόσυλου Ερυσίχθονα.

Οι δούλοι στην θέα της Θεάς Δήμητρας  έφυγαν πανικόβλητοι, ικετεύοντας για οίκτο. Η Δήμητρα πράγματι τους λυπήθηκε και τους άφησε να φύγουν δίχως να τους βλάψει, ενώ τον ασεβή Ερυσίχθονα τον περίμενε πολύ σκληρή τιμωρία, λίγο αργότερα. 

Η θεά Δήμητρα ζήτησε από την Πείνα που κατοικούσε στην Σκυθία μαζί με τον τρόμο  και το κρύο, να επισκεφτεί και να κυριεύσει τον Ερυσίχθονα. Της ζήτησε να μην μπορεί να ανακουφίσει την πείνα του ο Ερυσίχθονας με τα πλούσια δώρα που η Γη παρέχει στον άνθρωπο. 

Η πείνα υπάκουσε τις εντολές της Δήμητρας,  και το βράδυ που ο Ερυσίχθονας κοιμόταν τον επισκέφτηκε. Μετά από αυτό, η πείνα έφυγε από την γη της αφθονίας την Θεσσαλία,  και επέστρεψε στο σπίτι της. Ο ιερόσυλος Ερυσίχθονας ονειρεύτηκε στον ύμνο του  πως πεινούσε,  και όταν ξύπνησε η πείνα του είχε γίνει απερίγραπτη. 

Από εκείνη την στιγμή ο Ερυσίχθονας άρχισε να τρώει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Αφού έφαγε ό,τι φαγώσιμο βρισκόταν στο σπίτι του, άρχισε να γυρίζει στους δρόμους και να αρπάζει τις προσφορές από τους βωμούς. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να τον βοηθήσει, ούτε οι γονείς του,  ούτε  ο  παππούς του ο Ποσειδώνας,  λόγω της ύβρεως απέναντι σε άλλο Θεό.



Στο μεταξύ ο Ερυσίχθονας βασανιζόταν όλο και περισσότερο από την πείνα. Η κόρη του Μήστρα  που είχε την ικανότητα  από τον Ποσειδώνα να μεταμορφώνεται, μεταμορφωνόταν συνέχεια σε διαφορετικές σκλάβες  προς πώληση,  ώστε να κερδίζει χρήματα για να «σώσει» με αυτά αγοράζοντας τρόφιμα  για τον πατέρα της.  
Στο τέλος όμως  τίποτα δεν ήταν ικανό να κορέσει την πείνα του Ερυσίχθονα. Έτσι μη έχοντας να φαει τίποτα πια, άρχισε να τρώει τις ίδιες του τις σάρκες έως ότου βρήκε κατ’  αυτό τον τρόπο  φρικτό θάνατο...!

Ο μύθος του Ερυσίχθονα παραμένει επίκαιρος και αποτελεί ένα διαχρονικό μήνυμα στην ανθρωπότητα. Δυστυχώς οι σύγχρονοι Ερυσίχθονες πολλοί. Τόσο οι καταστροφείς του φυσικού περιβάλλοντος, όσο  και οι άνθρωποι που έχουν υπέρ αναπτύξει το «εγώ» , έναντι του  «εμείς».  Άνθρωποι που έχουν υιοθετήσει αξίες που είναι ξένες προς την πραγματική «φύση» του. Ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός, ανταγωνισμός, οικονομική κυριαρχία και υλισμός. 

Αξίες marketing, διαφημίζουν το πρόσκαιρο κέρδος και το ατομικό συμφέρον αδιαφορώντας για τις ανεπανόρθωτες βλάβες που προκαλούν στο περιβάλλον, υποθηκεύοντας  το μέλλον των επόμενων γενιών. Αναζήτηση  πλούτου,  αδιαφορώντας για τις πραγματικές αξίες και ανάγκες του ανθρώπου. Χρήμα, ένας  πρόθυμος υπηρέτης, που δεν αργεί να γίνει δυνάστης όπως σήμερα, στην εποχή της οικονομικής κρίσης.... 

Χλέτσος Βασίλης


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος