Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Ιστορίες και Ονομασίες Νησιών στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία





Τα Ελληνικά νησιά είναι ποτισμένα από τις διηγήσεις για τους έρωτες και τις περιπέτειες ανθρώπων και θεών, τους μύθους και τις ιστορίες ηρώων και γιγάντων. Έξι από αυτές, τις πιο ενδιαφέρουσες και λιγότερο διαδεδομένες, νησιώτικες ιστορίες μυθολογίας συγκεντρώσαμε, για να έχετε κάτι να διηγείστε καθ’ οδόν για το νησί.

Στη Δήλο γεννήθηκαν ο Απόλλωνας και η Άρτεμις, στην Κρήτη ο Μινώταυρος κατασπάραζε κάθε χρόνο μερικούς Αθηναίους για κολατσιό....


Στη Νίσυρο: Τις μέρες εκείνες που στο Αιγαίο μαίνεται ο πόλεμος μεταξύ των Γιγάντων, γιων της Ρέας, και των δώδεκα θεών του Ολύμπου, ο Ποσειδώνας καταδιώκει έναν από τους Γίγαντες, τον Πολυβώτη, σε στεριές και θάλασσες. Μην μπορώντας να τον πιάσει, κι έχοντας φτάσει πια στην Κω, κόβει με την τρίαινα ένα κομμάτι του νησιού και το ρίχνει κατά πάνω του. Ο Πολυβώτης θάφτηκε ζωντανός από κάτω, με το στόμα του να ανοίγει στη θέση που βρίσκεται σήμερα το ηφαίστειο και τους βρυχηθμούς του να προκαλούν τακτικές δονήσεις στο μικρό κομμάτι γης που αργότερα ονομάστηκε Νίσυρος. Ένας ακόμα από τους Γίγαντες συνδέθηκε αργότερα με τους σεισμούς, και θάφτηκε κι εκείνος κάτω από ένα νησί, την Σικελία, από τον Δία. Το όνομά του ήταν Εγκέλαδος.


Στη Νάξο: Κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, η πανέμορφη Αριάδνη ερωτεύτηκε τον Θησέα, που είχε έρθει στην Κρήτη για να σκοτώσει τον Μινώταυρο, βάζοντας τέλος στο αιματηρό χρέος των Αθηναίων να στέλνουν κάθε χρόνο δέκα νέους θυσία στο τερατάκι του βασιλιά πατέρα της. Η Αριάδνη του έδωσε τον μίτο, τον οποίο της είχε χαρίσει ο ίδιος ο Ήφαιστος, και ο γενναίος Αθηναίος κατάφερε να βρει τον δρόμο του βγαίνοντας από τον λαβύρινθο. Για να της ανταποδώσει την χάρη, ο Θησέας υποσχέθηκε να την παντρευτεί, και την πήρε μαζί του φεύγοντας από την Κρήτη. 

Όταν, όμως, το πλοίο έφτασε στη Νάξο, ο γιος του Αιγέα, που δεν ήταν στην πραγματικότητα ερωτευμένος μαζί της, την εγκατέλειψε καθώς εκείνη κοιμόταν σε μια παραλία, και άνοιξε πανιά για την Αθήνα. Εκεί την βρήκε ο Διόνυσος, ο οποίος την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Την πήγε στη Λήμνο, την παντρεύτηκε και ζήτησε από τον Δία να την κάνει αθάνατη και αγέραστη για χάρη του, όπως και έγινε. Παιδιά του Διονύσου και της Αριάδνης είναι ο Οινοπίων, ο Στάφυλος, ο Θόας, ο Πεπάρεθος και ο Ευρυμέδων.


Στην Χίο: Ο γιος του Διονύσου και της Αριάδνης, Οινοπίων, ήταν ο πρώτος βασιλιάς του νησιού. Η όμορφη κόρη του, Μερόπη, υπήρξε ο πρώτος έρωτας του γίγαντα Ωρίωνα, γιου του Ποσειδώνα, τον οποίο ο Οινοπίων φιλοξενούσε στο παλάτι του. Όταν, κατά μία εκδοχή, ο Ωρίωνας βίασε την Μερόπη ή κατά μία άλλη απλώς την ερωτεύτηκε και θέλησε να την πάρει μακριά από τον πατέρα της, ο Οινοπίων τύφλωσε τον γίγαντα, δίνοντάς του να πιεί ένα ποτό, και τον πέταξε στη θάλασσα. Ο Ωρίωνας, που είχε από τον πατέρα του το χάρισμα να περπατά επάνω στο νερό, έφτασε περπατώντας στη Λήμνο, όπου ζήτησε βοήθεια από τον Ήφαιστο. Εκείνος με την σειρά του τον έστειλε στον Απόλλωνα, ο οποίος του ξανάδωσε την όρασή του. 

Ο Ωρίωνας επέστρεψε στη Χίο για να εκδικηθεί τον Οινοπίωνα, αλλά ο βασιλιάς κρύφτηκε σε μια σπηλιά, και ο γίγαντας, μην μπορώντας να τον βρει, εγκαταστάθηκε για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Δήλο, όπου κυνηγούσε παρέα με την Άρτεμις. Πέθανε από δάγκωμα σκορπιού, τον οποίο έστειλε, σύμφωνα με τον Όμηρο, η θεά να τον δαγκώσει τυφλωμένη από την ζήλια της, όταν ο Ωρίωνας ερωτεύτηκε την Ηώ. Οι δύο εχθροί, Ωρίωνας και Σκορπιός, έγιναν αστερισμοί που κυνηγιούνται μέχρι σήμερα στο ουράνιο στερέωμα –εξ ου και όταν ο ένας ανατέλλει, ο άλλος δύει.


Στη Ρόδο: Κόρη της Θάλασσας και αδελφή των Τελχινών, η Αλία ήταν μία νύμφη την οποία είχε ερωτευτεί ο Ποσειδώνας. Μαζί της απέκτησε έξι γιους και μία κόρη, τη Ρόδο. Οι γιοι του Ποσειδώνα και της Αλίας δεν έδωσαν καταφύγιο στην Αφροδίτη, η οποία ταξίδευε στις θάλασσες από τα Κύθηρα προς την Κύπρο, και η θεά προσβεβλημένη τιμώρησε τους νεαρούς με την κατάρα της παραφροσύνης. Επάνω στην τρέλα τους, εκείνοι βίασαν τη μητέρα τους, η οποία ντροπιασμένη αυτοκτόνησε πέφτοντας στην θάλασσα. Ο Ποσειδώνας τιμώρησε τους γιους του φυλακίζοντάς τους στις θαλάσσιες σπηλιές κάτω από το νησί, τις οποίες στοίχειωσαν ως δαίμονες. Το νησί αργότερα ονομάστηκε Ρόδος, από το όνομα της αδελφής τους.


Στην Αίγινα: Γιος του Δία και της νύμφης Αίγινας, ο Αιακός ήταν ο πρώτος βασιλιάς του νησιού και, σύμφωνα με τον Πλίνιο, εκείνος που ανακάλυψε το ασήμι και έκοψε το πρώτο νόμισμα. Ο Αιακός απέκτησε τρεις γιούς από δύο διαφορετικές γυναίκες: τον Πηλέα, τον Τελαμώνα και τον Φώκο. Επειδή αυτός ο τελευταίος ήταν καλύτερος από τον Τελαμώνα σε όλα τα αθλήματα, όταν ο Τελαμώνας τον σκότωσε κατά λάθος ενώ εξασκούνταν στην δισκοβολία, οι κάτοικοι της Αίγινας πίστεψαν ότι το έκανε από φθόνο. Ο πατέρας του, που τον αγαπούσε πάρα πολύ, εξόρισε και τους δύο γιους του από την Αίγινα για να κατευνάσει τους δύσπιστους πολίτες της. 

Έτσι ο Πηλέας κατέφυγε στη Φθία όπου παντρεύτηκε την Θέτιδα με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Αχιλλέα, ενώ ο Τελαμώνας πήγε στη Σαλαμίνα, όπου έγινε βασιλιάς και πατέρας του Αίαντα –τα δύο εγγόνια του Αιακού θα συναντηθούν πολλά χρόνια αργότερα, στον Τρωικό Πόλεμο. Καθώς έβαλε τη δικαιοσύνη πάνω από τους συγγενικούς δεσμούς, ο Αιακός θεωρήθηκε ο πιο ευσεβής και δίκαιος άνθρωπος στον κόσμο και για αυτό τον λόγο έγινε μετά τον θάνατό του κριτής στον Κάτω Κόσμο και κάτοχος των κλειδιών του Άδη.


Στη Σάμο: Γιος του Ωκεανού και της Τέθυδας, ή κατά μία διαφορετική εκδοχή του Απόλλωνα και της Νύμφης Ωκυρρόης, ο Ίμβρασος ήταν ποτάμιος θεός (*) στην όχθη του οποίου γεννήθηκε η Ήρα. Ονομαζόταν και Παρθένιος, λόγω της μαγικής του ιδιότητας να… ξανακάνει την θεά παρθένα κάθε φορά που εκείνη λουζόταν εκεί. Η κόρη του, η Νύμφη Ωκυρρόη, προσπάθησε να ξεφύγει από την… ερωτική πολιορκία του Απόλλωνα φεύγοντας από το νησί με μια βάρκα με κουπιά. Ο θεός του φωτός, όμως, μεταμόρφωσε την βάρκα σε βράχο επάνω στον οποίο συνευρέθηκε με τη νύμφη.

(*) Συνηθισμένα πρόσωπα στην Ελληνική μυθολογία, οι ποτάμιοι θεοί ήταν ποταμοί οι οποίοι μπορούσαν να πάρουν τη μορφή ανθρώπων ή άλλων πλασμάτων –σε μία από τις μεταμορφώσεις του, για παράδειγμα, ο Αχελώος είχε σώμα ανθρώπου και κεφάλι βοδιού, από τη γενειάδα του οποίου έτρεχαν νερά. Ο Ίμβρασος σήμερα είναι χείμαρρος της Σάμου.

Σύνδεσμος στην πηγή


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Ο ψαράς και η χαμένη ευκαιρία




Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία  για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι΄αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.



Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο. Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.

Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι  πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.



Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει : ¨Ποιός ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία…” Και αμέσως διορθώνει : “Στη δική μου παραλία.

“Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες….” 
 



Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στην ακροθαλασσιά, και ξαναμπαίνει με τα δίχτυα στο νερό. Είναι θεοσκότεινα…΄Ισως γι΄αυτό, όπως βγαίνει πάλι από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακκούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.



Ο ψαράς σκέφτεται:”Δεν είμαι στα καλά μου”. Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες.



Ο ψαράς ξανασκέφτεται “μα ποιός είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό…” Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει στη θάλασσα.


Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ! Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό. Ακούει ξανά το πλουπ!


 


Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ -πλουπ! Ύστερα προσπαθεί να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ – πλαφ!….

Διασκεδάζει…ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει…πότε με δύο, πότε με μία, και με κλειστά μάτια τώρα, και με τρεις μαζί…και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.



Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος.

Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα.

Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι εχει ήδη βγει ο ήλιος.

Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.



Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του, και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά και αντιλαμβάνεται ότι είναι από μέταλλο. 



Αρχίζει τότε να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο και με το πουκάμισό του, και συνειδητοποιεί πως η πέτρα είναι από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει, όμως, μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα. Και σκέφτεται: “Τι χαζός που ήμουνα!



Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό…Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί…να λυπάται για τις χαμένες πέτρες…Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχυσμένος άνθρωπος…είναι τρελλός, είναι ηλίθιος…



Μετά σκέφτεται…Αν έμπαινε στη θάλασσα, αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει…Κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται….

Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.

 

Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα…συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.



Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει έναν θησαυρό, κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος.

Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμα στα χέρια του....!


Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ Ο Δρόμος των Δακρύων Φύλλα Πορείας ΙΙΙ 

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

H δυναμική του μύθου




Στην καθομιλούμενη γλώσσα ο μύθος είναι φαντασία, κάτι που δε θεωρείται αληθινό. Οι μελετητές της μυθολογίας, ωστόσο, δίνουν μια διαφορετική εξήγηση. Ο μύθος είναι ένα ιδιαίτερο είδος ιστορίας, που προσπαθεί να ερμηνεύσει κάποιες όψεις του κόσμου που μας περιβάλλει. Κάποιοι άλλοι όπως ο Φράι, προβάλλουν την άποψη πως οι μύθοι είναι ιστορίες για θεούς και άλλες υπερφυσικές υπάρξεις. 
Με τη σειρά του ο Μιρτσέα Ελιάντε θεωρεί πως ο μύθος είναι συχνά αφήγηση της ανθρώπινης προέλευσης ή της δημιουργίας του κόσμου και την ίδια στιγμή μια ιερή εξιστόρηση. Ο Λεβί Στρος από την άλλη ισχυρίζεται πως χρειάζεται γλωσσολογική ανάλυση του μύθου. Είναι εκείνη που μπορεί να αποδώσει ή να αποκαλύψει το κεντρικό του νόημα. 


Για τον Φρόιντ ο μύθος είναι όνειρα που πηγάζουν από τον ασυνείδητο νου. Στην πραγματικότητα είναι δυνατόν, όπως έδειξε ο Καρλ Γιουνγκ, να αποκαλύπτουν και αρχέτυπα του συλλογικού ασυνείδητου. 
Για τον Κάμπελ ο μύθος προσανατολίζει τον άνθρωπο προς τις μεταφυσικές διαστάσεις της ύπαρξης, ερμηνεύει την προέλευση του σύμπαντος, ζωντανεύει τις κοινωνικές αξίες και ταυτόχρονα απευθύνεται στα έσχατα βάθη της ψυχής. 
Ο Φρέιζερ με τη σειρά του αντιμετωπίζει το μύθο ως προεπιστημονική προσπάθεια από μέρους του ανθρώπου να ερμηνεύσει το φυσικό του περιβάλλον.
 Ο Μαλινόβσκι μάλλον συμφωνεί με τούτη την άποψη και θεωρεί μάλιστα ότι είναι η επιστήμη των πρωτόγονων κοινωνιών. Για τον Ντιρκχάιμ ο μύθος είναι το κλειδί για τη διάκριση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο, το ανίερο αν θέλετε. 


Βλέπετε πολλοί ασχολήθηκαν με το μύθο και ο καθένας από τη σκοπιά του προσπάθησε να δώσει τη δική του ερμηνεία. Δε διαφωνούμε με καμία από αυτές τις έννοιες. 

Ο μύθος είναι τόσο μεγάλη υπόθεση, που χωρά πολύ περισσότερες ερμηνείες ή προσπάθειες αποκωδικοποίησης.Ωστόσο, σε όλα αυτά θα προσθέσουμε κάτι που κατά την άποψή μας είναι ουσιαστικό. Εκτός από όλα τα άλλα, ο μύθος είναι μια ζωντανή διδασκαλία για την ανθρωπότητα από την αυγή της ύπαρξής της και εμπεριέχει όλη τη βιωμένη της εμπειρία.
 Η συσσώρευση της γνώσης από τη στιγμή που αφηγήθηκε κάποιος πανάρχαιος πρόγονός μας τον πρώτο μύθο ως τη σύγχρονη μυθοπλασία της επιστημονικής φαντασίας, είναι τεράστια. 
Εκεί, μέσα στο μύθο εμπεριέχονται όλα τα αρχέτυπα που καθορίζουν τις ατομικές ή συλλογικές μας μεταμορφώσεις μέσα στους αιώνες. 
Άσχετα, λοιπόν, αν ο μύθος εμφανίζεται με τη μορφή της ιερής εξιστόρησης, του παραμυθιού ή του θρύλου, πάντα ο κεντρικός πυρήνας του συνίσταται από τρεις βασικές αλήθειες.


Καταρχήν είναι μια προσπάθεια ερμηνείας του μακρόκοσμου, των δυνάμεων που ελέγχουν τον κόσμο και της σχέσης που έχουν τα ανθρώπινα πλάσματα με αυτές τις δυνάμεις. Έπειτα, είναι ένας συμβολικός τρόπος διδασκαλίας αυτών των πλασμάτων, για το πώς μπορούν να τα βγάζουν πέρα με τις δυνάμεις της εξέλιξης, μέσα από καθορισμένα ανοδικά μονοπάτια που καλείται να βαδίσει η συνείδηση. 

Τέλος, ακόμη και αν δεν αναγνωρίζεται από τους επιστήμονες ιστορικούς, σε πολλές περιπτώσεις είναι καταγραφή -στη μορφή του θρύλου- ιστορικών γεγονότων με συγκεκριμένες χωροχρονικές αναφορές.
Σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις εποχές, και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις οι μύθοι των ανθρώπων υπήρξαν η ζωντανή έμπνευση για όλες τις δραστηριότητες του νου, των συγκινήσεων και του σώματος. 
Δε θα ήταν υπερβολή να λέγαμε εδώ πως ο μύθος είναι ένα μυστικό άνοιγμα, μέσα από το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να ρίξει μια φευγαλέα ματιά στις ανεξάντλητες ενέργειες του σύμπαντος και στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι ενέργειες μεταβάλλονται, μετουσιώνονται σε πολιτισμό Οι θρησκείες, οι τέχνες, οι κοινωνικές δομές των πρωτόγονων και των σύγχρονων κοινωνιών, οι πρώτες ανακαλύψεις στην επιστήμη και την τεχνολογία, τα ζωντανά όνειρα που ευλογούν τον ύπνο μας, όλα αυτά ξεχύνονται από το βασικό, μαγικό δακτυλίδι του μύθου.


Τα μυθικά περιεχόμενα προσδίδουν στη ζωή μας κάποιο νόημα, ή μάλλον το κεντρικό νόημα. Και τούτο γιατί έχουν τη δυνατότητα να μας προσανατολίζουν προς τον κεντρικό πυρήνα, στη ουσία των πραγμάτων. Η ουσία των πραγμάτων με τη σειρά της είναι ζήτημα προσδιορισμού του εαυτού και της σχέσης του με το περιβάλλον. 
Δίχως τον μυθολογικό πλούτο, δίχως το κεντρικό νόημα, η ζωή μας γίνεται ανούσια και πληκτική. Χρειάζόμαστε το μύθο, για να την κάνουμε ενδιαφέρουσα, να της προσδώσουμε μια λάμψη που δεν είναι δική της πιθανώς, αλλά της δίνει τη δυνατότητα να αποκαλύψει την κρυμμένη της ακτινοβολία. 
Από αυτή την άποψη, λοιπόν, ο μύθος είναι μια πραγματική δυνατότητα για να φτάσει κανείς στην κρυμμένη λάμψη της ψυχής του και από εκεί να αντλήσει τα περιεχόμενα του προσωπικού του μύθου. 
Τούτος ο μύθος της προσωπικής αναζήτησης θα του ρίξει αναμφίβολα το γάντι, θα τον προκαλέσει σε μια άλλη ευρύτερη, μεγαλύτερη και πιθανώς πιο μακρινή αναζήτηση. 
Σε αυτή τη νέα και μακρινή αναζήτηση, ο άνθρωπος που έχει ήδη ρίξει μια ματιά στα περιεχόμενα του προσωπικού του μύθου και της ψυχής του, αποδέχεται το κάλεσμα να γίνει ο ίδιος μυθοπλάστης, να παράγει ένα μύθο που δεν αφορά πλέον τον ίδιο αλλά την ανθρωπότητα ολάκερη. Αγκαλιάζει, λοιπόν, μια εικόνα του κόσμου, την ενσωματώνει στην προσωπική του πορεία και σε κάθε βήμα του συμπαρασύρει τις κοινωνικές δομές του παγκόσμιου πολιτισμού που τον γέννησε προς την ιεροποίηση, προς τον εξαγνισμό. Αυτό δεν έκαναν άλλωστε με το παράδειγμά τους όλοι οι μυθικοί ήρωες ή οι ιδρυτές των θρησκειών, εκείνοι που τόλμησαν να εγκαταλείψουν την ασφάλεια του εαυτού, να διαβούν τα επικίνδυνα μονοπάτια και εν τέλει να θυσιαστούν για χάρη της ανθρωπότητας;


Ο μύθος είναι αφεαυτού αναζήτηση. Η ίδια η γνώση είναι διαδικασία αναζήτησης. Η βιωμένη εμπειρία είναι αναζήτηση, οι μικρές και συχνά άχαρες ζωές μας είναι αναζήτηση. Μια αναζήτηση στην οποία δε γνωρίζουμε συχνά το γιατί, το πώς ή τι αναζητάμε. 

Ωστόσο αναζητάμε, ψάχνουμε και όσο προχωράμε στο αναπόφευκτο τέλος του βιολογικού μας κύκλου, τόσο περισσότερο αντιμετωπίζουμε τα ιστορικά γεγονότα της ζωής μας ή της συλλογικής ζωής του περιβάλλοντός μας ως μύθο. Τα περιβάλλουμε με την αχλύ του φανταστικού, τους αποδίδουμε νόημα, δύναμη και τα μετουσιώνουμε σε αναπόσπαστο κομμάτι του συλλογικού μύθου. Τούτο γιατί κάθε ατομική επίτευξη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παγκόσμιας μυθολογίας. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο μύθος. Μας γοητεύει, μας συναρπάζει, μας μετουσιώνει, αναπλάθει τη ζωή μας σύμφωνα με υψηλά κοσμολογικά αρχέτυπα και της δίνει τη λάμψη που πραγματικά της ανήκει. 


Η Ανθρώπινη Φαντασία

Ο μύθος είναι συνάμα και η παγκόσμια γλώσσα της ανθρώπινης φαντασίας. Είναι μια διαφορετική όραση, μια ενόραση των πολυδιάσταστων κόσμων που μας περιβάλλουν. Είναι ο τρόπος με τον οποίο θα μιλήσουμε για κάτι που φαντάζει ορθολογικά αδύνατο. Είναι μια επαναστατική διαδικασία και ταυτόχρονα θεώρηση ενός κόσμου με άπειρες δυνατότητες. 

Αυτά που χθες αναγνωρίζαμε ως μύθο της επιστημονικής φαντασίας, σήμερα είναι τεχνολογικά κατακτημένη και μάλιστα βιωμένη πραγματικότητα.
Όσο περισσότερο προχωρά η μυθοπλασία στις αχανείς κοσμικές εκτάσεις, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να επιστρέψει η ανθρωπότητα στους φυσικούς της γεννήτορες, στα άστρα. 
Η κοσμική μυθοπλασία είναι εκείνη που γεννιέται από τις ανάγκες της ανθρωπότητας και συνάμα σπρώχνει την ανθρωπότητα προς τα άστρα. Ο Ικαρομένιππος είναι ήδη μια βιωμένη πραγματικότητα. Το ταξίδι στον Άρη και ο εποικισμός του πολύ σύντομα θα γίνουν πραγματικότητα. Η ανθρωπότητα ακολουθεί κατά πόδας το συλλογικό της μύθο, τα όνειρα που πλάθει η φαντασία της. 


Μπορούμε να ξεφύγουμε από τη φανταστική δομή του μύθου; Μήπως χρειάζεται να πατήσουμε γερά στα πόδια μας μέσα στην ύλη και να αποβάλλουμε οτιδήποτε άλλο ως απλή φαντασίωση. Μάλλον όχι! 

Δεν είναι δυνατόν να αποδράσουμε ή να υπερβούμε το μύθο, γιατί στην πραγματικότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας υλοποιούμε ιστορίες και μύθους, που μας είναι διαθέσιμοι. 
Όλοι χρειαζόμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα σημεία αναφοράς που σχηματοποιούν την εικόνα του κόσμου. Σύμφωνα με τη σύγχρονη κβαντική θεώρηση ο κόσμος μας, η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο, είναι εκείνη την οποία εκπαιδευθήκαμε να αντιλαμβανόμαστε. 
Αν είχαμε εκπαιδευτεί να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα διαφορετικά, διαφορετική θα ήταν και η εικόνα του κόσμου. 
Όσο παράδοξο και αν ακούγεται κάτι τέτοιο είναι αληθινό ακόμη και με όρους της σύγχρονης τεχνολογίας. Αν με κάποιο τρόπο το ανθρώπινο πλάσμα αποκτούσε αίσθηση -όραση- της κοσμικής, για παράδειγμα ακτινοβολίας, θα είχε διαφορετική εικόνα για τον κόσμο.
Ο μύθος σχηματοποιεί για εμάς τον κόσμο και επιπλέον παρέχει ερμηνείες για τη ζωή και τη συμπεριφορά μας. Όσο, λοιπόν, και αν τον περιορίζουμε στον κόσμο του φανταστικού, οι επιδράσεις του επάνω μας είναι πραγματικές και πανίσχυρες. Όλοι οι άνθρωποι χρειάζονται το μύθο, τα συμβολικά του νοήματα, τις πίστεις και τα χαρακτηριστικά του, προκειμένου να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τη ζωή τους, όλοι οι άνθρωποι τελικά έχουν την ανάγκη ενός μύθου. 


Είπαμε πως ο μύθος σχετίζεται με την ψυχή. Πιθανώς θα έπρεπε να πούμε πως ο μύθος είναι η γλώσσα της ψυχής. Και πάλι, όμως, κάτι φαίνεται να λείπει. Μήπως ο μύθος σε όλες του τις εκφάνσεις αντιπροσωπεύει τη δομή της ψυχής; Μήπως είναι μια συμβολική απεικόνιση την περιεχομένων της;
Κάτι τέτοιο φαίνεται στην πρακτική της γιουνγκιανής ψυχοθεραπείας, σύμφωνα με την οποία ο φανταστικός κόσμος του μύθου είναι παρών ως κυρίαρχη δύναμη της ψυχής. 
Όταν εξετάζονται οι προσωπικοί μύθοι στη διαδικασία της ψυχανάλυσης, ανακαλύπτει κανείς ότι στην πραγματικότητα αντανακλούν μη-προσωπικά μοτίβα, τα οποία είναι παρόντα στην τραγωδία, στο έπος, στα λαϊκά παραμύθια, τους θρύλους και τους μύθους.
 Η ίδια η φαντασία από αυτή την άποψη είναι μια προσπάθεια της ψυχής, να αποδώσει μυθολογική λάμψη στα περιεχόμενά της, να τα αναμορφώσει σύμφωνα με το υπόδειγμα του μύθου ή να αποκαλύψει τη γενική ασυμφωνία των περιεχομένων της ψυχής προς το μυθικό μοτίβο.Αυτός είναι από τους λόγους για τον οποίο χρειάζεται εξοικείωση από μέρους μας με το μύθο στην παγκόσμια διάστασή του. 
Ο Καρλ Γιουνγκ συνήθισε να λέει πως ήταν έργο ζωής για εκείνον να δείξει, πως μόνο κατανοώντας τους μύθους, είναι δυνατόν να κατανοήσει κανείς την ψυχολογία και το αντίστροφο.


Η ψυχανάλυση και η ψυχοσύνθεση, στην προκειμένη περίπτωση, πηγαίνουν χέρι-χέρι με την αποκωδικοποίηση της συνείδησης και την αποκατάσταση της σύνδεσής της με μυθικά και μεταφορικά πρότυπα. Συνεπώς, αντί να προσπαθεί κανείς να ερμηνεύει το μύθο με ιδέες και ορθολογικές ερμηνείες, είναι προτιμότερο για την ψυχική του υγεία να αντιλαμβάνεται το μύθο ως πηγή ενέργειας και με τον αυθορμητισμό του παιδιού να ρουφάει τα περιεχόμενά του και να βρίσκει το δρόμο του μέσα στη ζωή. 

Ας μην ξεγελιόμαστε, η πλανεύτρα θεά Αφροδίτη και ο μαχητικός Άρης ποτέ δεν πέθαναν, όπως και ο παιχνιδιάρης Έρωτας ή ο επινοητικός Ερμής. Είναι για πάντα ζωντανοί μέσα στην ανθρώπινη ψυχή ως μηχανισμοί λειτουργίας της συνείδησης και από αυτή την άποψη κανείς δεν μπορεί να τους αγνοήσει δίχως συνέπειες. 


Ο μύθος είναι ιερός στη φύση του, κοσμογονικός. Μας μιλά για το πώς ήλθε σε ύπαρξη ο κόσμος, ο άνθρωπος, τα ζώα και τα φυτά, οι κοινωνίες των ανθρώπων. Είναι μια αρχέγονη ιερή ιστορία, που ξεπήδησε από τα βάθη του χρόνου και καθοδηγεί τον άνθρωπο στις αναζητήσεις του. Παρέχει τον άχωρο τόπο και τον άχρονο χρόνο μέσα στον οποίο διαδραματίζεται το ταξίδι του αναζητητή, του ήρωα αν θέλετε. Ενός ήρωα που μπορεί να είναι, έχει το δικαίωμα να είναι, οποιοσδήποτε από εμάς. 


Άλλωστε ο αέναος κοσμογονικός κύκλος και ο ρόλος του ήρωα αναζητητή μέσα σε αυτόν είναι παρών σε κάθε παράδοση. Είναι μια διαρκής, σπειροειδής επανάληψη που με μυστηριώδη τρόπο κατορθώνει και επιβιώνει ως σήμερα, στην άχαρη και γκρίζα εποχή που η ανθρωπότητα στηρίζει τις αξίες της σε οικονομικούς δείκτες. 


Ωστόσο, η ιερότητα του μύθου κρύβεται στη χαρακτηριστική του ικανότητα να προσεγγίζει και να εμπνέει βαθιά δημιουργικά κέντρα μέσα μας. Μια ικανότητα που κρύβεται ακόμη και στο πιο ασήμαντο παιδικό παραμύθι, όπως η ουσία του ωκεανού περιέχεται σε μια σταγόνα νερού, ή το μυστήριο της ζωής στην προνύμφη του μεταξοσκώληκα. 

Από αυτή την άποψη είναι το επίκεντρο της θρησκευτικής τελετουργίας, γιατί μπορεί και μεταφέρει την ουσία της ιεροφάνειας, της ιεροπραξίας. Το ιερό δεν κατασκευάζεται, δεν ταξινομείται, δεν εφευρίσκεται, μήτε απωθείται. Είναι αυθόρμητη τάση της ψυχής -όπως και ο μύθος- και φέρει την άφθαρτη σπερματική δύναμη της πηγής του -όπως και ο μύθος.


Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Η Δροσοσταλίδα


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή ψιχάλα. Μια τό...οοσο δα μικρή δροσοσταλίδα. Δεν είχε ηλικία γιατί έτσι κι αλλιώς οι δροσοσταλίδες δεν έχουν ηλικία, είναι αιώνιες!

Σπίτι μου είναι τα σύννεφα, τα ποτάμια, οι λίμνες, η θάλασσα, έλεγε και ξανάλεγε με περηφάνια χορεύοντας πάνω σ’ ένα μικρό κατάλευκο σύννεφο.

Κάποια μέρα την είδε ένας αετός καθώς περνούσε από κει, να χορεύει χαρούμενη και της χαμογέλασε.

Η δροσοσταλίδα σταμάτησε το χορό της και πλησιάζοντας στην άκρη του συννέφου τον ρώτησε διστακτικά.




-”Μήπως ξέρεις τ’ όνομά μου;”

-”Όχι”, απάντησε ο αετός και μ’ ένα δυνατό τίναγμα των φτερών του απομακρύνθηκε συνεχίζοντας την πορεία του στον ουρανό.

Μετά από λίγο φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και πήρε το σύννεφο μακρυά, στέλνοντας το στη χώρα της Βροχής.

Μόλις έφτασαν εκεί η δροσοσταλίδα είδε τις αδελφές της να αφήνουν τα χέρια τους από το σύννεφο και να πέφτουν με γέλια και φωνές προς τη γη. Μια και δυο έκανε κι αυτή το ίδιο. Άφησε τα χέρια της από το σύννεφο κι άρχισε να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει… ώσπου ανταμώθηκε με το ποτάμι.

Σκαρφάλωσε σ’ ένα ξεραμένο φύλλο που ταξίδευε στην επιφάνεια του νερού και άρχισε πάλι να χορεύει…




Ξάφνου σταματάει το χορό της και σοβαρή σοβαρή ρωτάει το ξεραμένο φύλλο.

-”Μήπως ξέρεις τ’ όνομά μου;”

-”Όχι”, αποκρίθηκε εκείνο τρέχοντας πάνω στα διάφανα νερά του ποταμού.

Μετά από το μεγάλο ταξίδι της στο ποτάμι, η δροσοσταλίδα έφτασε στη θάλασσα.

Τώρα είχε γαντζωθεί πάνω σ’ ένα άδειο μπουκάλι που επέπλεε πάνω στα κύματα, και χόρευε κι αυτό μαζί της.

-”Μήπως ξέρεις πως με λένε;” ρώτησε κάποια στιγμή λυπημένη η δροσοσταλίδα.




  -”Όχι”, απαντάει το μπουκάλι, “μα σίγουρα θα ξέρει ο αφρός των κυμάτων!” . Όταν έφτασαν στην κορυφή ενός τεράστιου κύματος η δροσοσταλίδα είπε με τρεμάμενη φωνή στον αφρό.

-”Μου είπε το μπουκάλι ότι εσύ θα ξέρεις το όνομά μου. Είναι αλήθεια ; Το ξέρεις;”

-”Όχι”, είπε ο αφρός των κυμάτων καθώς άσπριζε ολοένα και πιο πολύ τη θάλασσα….

Κουρασμένη η δροσοσταλίδα από τους χορούς και τα ταξίδια αποκοιμήθηκε επάνω στο μαλακό φελλό του μπουκαλιού…

Το πρωί που ξύπνησε ήταν πάλι στο σπίτι της, στο σύννεφο, (γιατί όταν κοιμούνται οι δροσοσταλίδες και ονειρεύονται, ελαφραίνουν και πετούν προς τον ουρανό).

Τεντώθηκε λοιπόν και όπως το ‘χε συνήθεια έριξε μια ματιά κάτω προς τη γη. Και τι να δει!

Από κάτω ακριβώς βρισκόταν ένας πανέμορφος κήπος, με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια. Μαργαρίτες, τριανταφυλλιές, ορτανσίες…




Η δροσοσταλίδα σάστισε από την ομορφιά του κήπου και αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Άφησε λοιπόν τα χέρια της από το σύννεφο και άρχισε να ταξιδεύει προς τον κήπο….

Προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα καταπράσινο φυλλαράκι γιασεμιού και άρχισε να κυλάει σαν δάκρυ προς την άκρη του.

Το φυλλαράκι ένιωσε την δροσοσταλίδα πάνω του και χάρηκε πολύ.

-”Σ’ ευχαριστώ για τη δροσιά που μου έδωσες”, είπε ,”πες μου τι θες να κάνω κι εγώ για σένα;”

-”Το όνομά μου”, είπε. “Θα ‘θελα να μάθω το όνομά μου!”

-”Δυστυχώς δεν το ξέρω”, αποκρίθηκε το φυλλαράκι καθώς έβλεπε τη δροσοσταλίδα να πηδά προς τα κάτω…

Για καλή της τύχη η δροσοσταλίδα έπεσε πάνω στην πλάτη μιας πασχαλίτσας.




Και όχι όποιας κι όποιας μα της πιο σοφής του κήπου.

-”Τι έχεις και είσαι λυπημένη;” ρώτησε η πασχαλίτσα.

-”Θέλω να μάθω το όνομά μου”, είπε η δροσοσταλίδα μελαγχολικά.

“-Αιώνες τώρα χορεύω στα σύννεφα, στα ποτάμια, στις λίμνες, στις θάλασσες…και όποιον συναντώ τον ρωτώ πως με λένε, μα κανείς δεν ξέρει. Μήπως ξέρεις εσύ;”

-”Όχι”, απάντησε η σοφή πασχαλίτσα, “αλλά θα σε πάω σε κάποιον που σίγουρα ξέρει!”




Μια και δυο ξεκίνησαν και μετά από λίγο έφτασαν σ’ ένα σπόρο φραουλιάς που λιαζόταν ξαπλωμένος τεμπέλικα στο χώμα.

Η πασχαλίτσα άφησε τη δροσοσταλίδα πάνω στο σπόρο και φεύγοντας είπε χαμογελώντας.

-”Να αυτός ξέρει το όνομά σου”.

Έκπληκτη η δροσοσταλίδα ρώτησε τον σπόρο της φραουλιάς.

-”Αλήθεια; Αλήθεια εσύ ξέρεις το όνομά μου;”

-”Ναι, το ξέρω” απάντησε ο σπόρος μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, “το ξέρω”.

-”Σε λένε ΖΩΗ και σε περίμενα…” της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά…  





Συγγραφέας: Αντώνης Δημητρακόπουλος, Εκδόσεις ''Ίκαρος''

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος





Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Πατέρας και γιός


Στα παλιά χρόνια στην Ιαπωνία οι γέροι που δεν μπορούσαν πια να εργαστούν μεταφέρονταν στα βουνά και αφήνονταν εκεί μόνοι. Αυτός ήταν ο νόμος. Ο νόμος άλλαξε χάρη στην αγάπη ενός γιου και τη σοφία του πατέρα του. Τα ονόματά τους δε διασώθηκαν.

Όταν ήρθε η ώρα ο γιος να μεταφέρει και να εγκαταλείψει τον πατέρα του στο βουνό, τον πήρε στην πλάτη του και άρχισε να εισχωρεί στη δασωμένη βουνοπλαγιά. Ο πατέρας, γεμάτος έγνοια για το παιδί του, κάθε τόσο έσπαγε ένα κλαδάκι και το άφηνε χάμω στο μονοπάτι για να μη χάσει το δρόμο της επιστροφής ο γιος.

Όταν έφτασαν ψηλά μέσα σ' ένα φαράγγι κι ο γιος κατέβασε τον γέροντα από την πλάτη του, εκείνος του είπε να ακολουθήσει τα κλαδιά: έτσι ούτε το δρόμο θα έχανε ούτε θα καθυστερούσε. Συγκινημένος από τη φροντίδα του πατέρα ο γιος τον ξανάβαλε στην πλάτη κι επέστρεψε σπίτι τους. Αν τους ανακάλυπταν οι άνθρωποι του ντάιμιο (μεγάλος άρχοντας), θα τους τιμωρούσαν και τους δύο πολύ αυστηρά. Αλλά ο γιος, αποφασισμένος για όλα, έσκαψε μια υπόγεια σπηλιά στην πίσω αυλή κι έκρυψε το γέροντα εκεί, φροντίζοντας για την τροφή και τις άλλες ανάγκες του.



Μια μέρα ήρθε μήνυμα στο χωριό τους πως ο ντάιμιο ζητούσε σκοινί από στάχτες. Το είχε δει σε όνειρο και έπρεπε να το έχει. Κανένας από τους χωρικούς δεν ήξερε πώς να φτιάξει κάτι τέτοιο. Κανένας σε ολόκληρη την επικράτεια δεν μπόρεσε να το φτιάξει. Μόνο ο γέροντας στην υπόγεια σπηλιά είπε στο γιο του: «Στερέωσε σ' ένα μακρύ, φαρδύ σανίδι ένα κομμάτι σκοινί ζικ-ζακ και κάψε το».

Ο γιος το παρουσίασε στον άρχοντα κι αυτός, ευχαριστημένος, τον επαίνεσε για την εξυπνάδα του και τον αντάμειψε.

Λίγο αργότερα, ο ντάιμιο του έστειλε ένα ομοιόμορφο κοντάρι από μπαμπού και του ζήτησε να βρει σε ποια άκρη ήταν αρχικά η ρίζα. Ο γιος το έδειξε στον πατέρα του και ζήτησε τη γνώμη του. «Ω, είναι απλό», είπε ο γέροντας. «Βάλτο αργά σε νερό και η άκρη που τείνει προς τα κάτω είναι η ρίζα- η άλλη που τείνει να βγει πάνω από το νερό είναι η κορυφή.» Ο γιος το έκανε και, πηγαίνοντας στο παλάτι, έδωσε στον άρχοντα το αποτέλεσμα.

Ο ντάιμιο εντυπωσιάστηκε πάλι. Αμέσως όμως παρουσίασε ένα τρίτο πρόβλημα. Ζήτησε από το χωρικό να του φτιάξει ένα ταμπούρλο που ηχεί δίχως να χρειάζεται να το χτυπά κανείς.

Ο γιος συμβουλεύτηκε πάλι τον πατέρα του. Πήγαινε να αγοράσεις δέρμα» είπε εκείνος. «Μετά φέρε από το βουνό ένα μελίσσι.» Όταν ο γιος εκτέλεσε τις παραγγελίες, ο γέρος έφτιαξε ένα τύμπανο με το μελίσσι από μέσα και είπε στο γιο να το πάει στο ντάιμιο. Όταν ο ντάιμιο το πίεσε λίγο, οι μέλισσες μέσα κουνήθηκαν και ξαφνιασμένες πέταξαν στα τυφλά χτυπώντας στο δερμάτινο τοίχωμα που, φυσικά, βούιξε! Έτσι το ταμπούρλο ηχούσε χωρίς να το χτυπά κανείς.


Κι ο άρχοντας ομολόγησε τη μεγάλη του έκπληξη στο πώς μόνος αυτός ο χωρικός σε όλη την επικράτεια μπόρεσε να λύσει τα προβλήματα.

«Άρχοντά μου» αποκρίθηκε ο χωρικός, «εγώ είμαι πολύ νέος για να έχω την πείρα και τη σοφία να λύσω τέτοια προβλήματα. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους κατοίκους της περιοχής μας. Μόνο κάποιος πολύ γηραιότερος θα μπορούσε να το κάνει. Η αλήθεια είναι πως εγώ βρήκα όλες τις λύσεις χάρη στη βοήθεια του πατέρα μου που είναι μεγάλος σε ηλικία κι έχει την απαραίτητη πείρα και σοφία.» Μετά, με τη σκέψη της πιθανής τιμωρίας, συνέχισε δακρύζοντας: «Δεν άντεξα να αφήσω το γέροντα πατέρα μου στο βουνό να πεθάνει μόνος κι αφρόντιστος. Τον έκρυψα στο σπίτι μας. Εκείνος βρήκε αυτές τις λύσεις.»

Ο άρχοντας εντυπωσιάστηκε. Καταλαβαίνοντας ξαφνικά πόσο πολύτιμοι για τη χώρα θα ήταν οι γέροντες με την πείρα και τη σοφία τους, αντέστρεψε το νόμο. Από τότε κι έπειτα απαγορεύτηκε στους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τους γέροντες πατέρες τους στην άγρια ερημιά των βουνών.