Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Σελήνη και το Ταξίδι των Ψυχών (από τον Πλούταρχο)



Το πρόσωπο της Σελήνης τρομοκρατεί τις ψυχές, αναφέρει  ο Πλούταρχος λέγοντας  πως αυτό που βλέπουν οι ψυχές όταν αφήνουν το σώμα πίσω στη Γη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα βάθος/κοίλωμα, το μεγαλύτερο μάλιστα από αυτά που αποκαλούν και μυχό της Εκάτης.  Στο μέρος αυτό, αναφέρει ο Πλούταρχος τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα υποστούν ή πράξουν. Ας δούμε πώς περιγράφει ο Πλούταρχος αυτό το σημείο:

«Τις φοβίζει [ψυχές] όμως και το αποκαλούμενο πρόσωπο, όταν φθάνουν κοντά, που είναι βλοσυρό και τρομακτικό να το βλέπεις. Ωστόσο στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε, αλλά, όπως ακριβώς η δική μας η γη διαθέτει κόλπους βαθείς και μεγάλους … έτσι και τούτα είναι τα βάθη της σελήνης και τα κοιλώματα. Από αυτά το μεγαλύτερο αποκαλούν μυχό της Εκάτης, όπου τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα τυχόν υποστούν ή πράξουν. Και δύο μεγάλες από αυτές ονομάζονται πύλες και από μέσα τους περνούν οι ψυχές, η μια προς τη μεριά της σελήνης που βλέπει προς στον ουρανό, την άλλη προς τη μεριά που βλέπει προς τη γη.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 944c)



Ας δούμε, όμως, από την αρχή πώς περιγράφει ο Πλούταρχος το ταξίδι αυτό των ψυχών. Στην ιστορία αυτή ο αναγνώστης θα διαπιστώσει πάρα πολλές ομοιότητες με τις ιδέες του Πλάτωνα και συγκεκριμένα με το τρόπο που παρουσιάζεται η ψυχή στο έργο του Τιμαίος.
Και για τους δύο συγγραφείς ο άνθρωπος αποτελείται από τρία μέρη: τον νου (πνεύμα), την ψυχή και το σώμα όπου προχέρχονται ή δίνονται στον άνθρωπο αντίστοιχα από τον Ήλιο, τη Σελήνη και τη Γη. Δεν θα πρέπει να θεωρείται ο νους σαν το μέρος της ψυχής, όπως θεωρείται η ψυχή σαν μέρος του σώματος. Στον Τιμαίο η ψυχή έχει ένα θνητό και ένα αθάνατο κομμάτι: στο μεν πρώτο κατοικεί το θυμοειδές και το επιθυμητικόν και στο αθάνατο κατοικεί το λογιστικόν. Για τον Πλούταρχο ο νους (πνεύμα) είναι ανώτερος και πιο θεϊκός από την ψυχή για όσο βρίσκεται η ψυχή στο σώμα. Η ανάμειξη της ψυχής και του σώματος δημιουργεί αίσθηση, ενώ η σύνοδος του νου και της ψυχής τον λόγο. Όλα αυτά τα αναφέρουμε γιατί κεντρικό θέμα της ιστορίας του Πλουτάρχου σχετικά με το ταξίδι των ψυχών στη Σελήνη έχει να κάνει με τον Διπλό Θάνατο.

«Όσο για το θάνατο που πεθαίνουμε, ο ένας [πρώτος θάνατος] κάνει τον άνθρωπο αντί για τρία [νους-ψυχή-σώμα] να αποτελείται από δύο στοιχεία· ο άλλος [θάνατος] αντί για δύο να αποτελείται από ένα. Ο πρώτος γίνεται στη γη της Δήμητρας [επίγειος θάνατος]…, μέσα σε αυτή γίνεται το μυστήριο και τους νεκρούς Δημήτρειους ονόμαζαν παλιά οι Αθηναίοι. Ο άλλος θάνατος γίνεται στη Σελήνη της Φερσεφόνης [Περσεφόνης]. Συνοικος της μίας είναι ο χθόνιος Ερμής, της άλλης ο ουράνιος. Λύνει όμως η Γη γρήγορα και με βία την ψυχή από το σώμα, ενώ η Φερσεφόνη μαλακά και επί μεγάλο χρονικό διάστημα λύνει τον νου από την ψυχή, για αυτό το λόγο έχει αποκληθεί και μονογενής, γιατί μένει μόνο του το καλύτερο μέρος του ανθρώπου, καθώς διαχωρίζεται από αυτήν.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943a-c)

 Στο κομμάτι, λοιπόν αυτό είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλούταρχος αναφέρεται στο διπλό θάνατο του ανθρώπου και στο πόσο διαφορετικά αυτοί συμβαίνουν. Στη συνέχεια περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες τι συμβαίνει στις ψυχές μέχρι να έρθει ο δεύτερος θάνατός τους. Είναι αρκετά αξιοσημείωτο ότι για τον Πλούταρχο δεν έχουν όλες οι ψυχές αυτό που ονομάζει νου-πνεύμα, ή όπως θα λέγαμε θεϊκό σπινθήρα. Το πιθανότερο είναι να αναφέρεται σε αυτό που ονομάζουμε έμψυχα και άψυχα όντα, έμψυχοι και άψυχοι άνθρωποι. Αυτό που ακολουθεί είναι μία καταπληκτική περιγραφή της «ενεργειακής απογύμνωσης της ψυχής κατά επίπεδα.»

«Καθένας από αυτούς τους διαχωρισμούς (νου-ψυχής) επιτυγχάνεται κατά φύση με τον τρόπο αυτό: κάθε ψυχή, τόσο χωρίς όσο και με νου, όταν βγει από το σώμα, είναι ορισμένο από την ειμαρμένη να πλανηθεί στην περιοχή μεταξύ Γης και Σελήνης για ορισμένο διάστημα—όχι ίσο· αλλά οι άδικες και οι ακόλαστες ψυχές πληρώνουν για τα αδικήματά τους, ενώ οι άλλες όσο για να εξαγνιστούν, και, σαν να ήταν χαλασμένος ατμός, να εκπνεύσουν τα μιάσματα που προέρχονται από το σώμα, στο πιο γαλήνιο μέρος του αέρα που το αποκαλούν «τα λιβάδια του Άδη,» πρέπει να μείνουν για ορισμένο χρονικό διάστημα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943c)
  


Σε αυτό θα λέγαμε το μεσοδιάστημα, οι ψυχές πριν φθάσουν στη Σελήνη έχουν την ψευδαίσθηση της κίνησης και ζουν σε μία εικονική πραγματικότητα νιώθοντας ανάμεικτα συναισθήματα. Ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την εικόνα της θάλασσα και των κυμάτων για να αποδώσει το νόημα αυτό:

«Εκεί σαν να επαναφέρονται στην πατρίδα από την ξενιτιά της εξορίας γεύονται χαρά παρόμοια με εκείνη που νιώθουν όσοι μυούνται στα μυστήρια, συνδυασμένη με ελπίδα γλυκιά αλλά ανακατεμένη σε μεγάλο βαθμό με ταραχή και έξαψη.» Πράγματι, πολλές είναι εκείνες τις οποίες σπρώχνει εκείνη και απομακρύνει με το κύμα, μολονότι έχουν ήδη πιαστή από τη Σελήνη, ορισμένες πάλι από τις εκεί βλέπουν να αναποδογυρίζουν και να καταποντίζονται, λες, πάλι σε βυθό.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943d)

Μετά από αυτό μεσοδιάστημα αγκιστρώνονται οι ψυχές στη Σελήνη τις οποίες ο Πλούταρχος παρομοιάζει με ακτίνες, που όμως έχουν φωτιά στην ψυχή που ελαφραίνει και πηγαίνει προς τα πάνω.

Εκτός από το πρόσωπο της Σελήνη που όπως αναφέραμε πιο πάνω τρομοκρατεί τις ψυχές, ένα άλλο στοιχείο που έχει την ίδια επίδραση είναι η σκιά της και συγκεκριμένα η σκιά της Γης που πεφτει πάνω της σε εκλείψεις. Σε αυτή την περίπτωση αναφέρει ο Πλούταρχος οι ψυχές των αγαθών την παροτρύνουν να κινηθεί πιο γρήγορα ώστε να βγει έξω από τη σκιά γιατί όταν βρίσκονται κάτω από αυτήν δεν ακούν την μουσική του ουρανού, ή αλλιώς τη θεία αρμονία κατά τον Πλάτωνα.




Στην αντίθετη περίπτωση, οι ψυχές των αδίκων περνούν μέσα από τη σκιά με οδυρμούς και αλαλαγμούς και αυτός είναι ο λόγος όπου και οι περισσότεροι άνθρωποι συνηθίζουν να κάνουν θόρυβο χτυπώντας μέταλλα κατά τη διάρκεια των εκλείψεων για να κάνουν πάταγο εναντίον των φαύλων ψυχών. Είναι γνωστό ότι το χτύπημα των μετάλλων στην αρχαιότητα θεωρούνταν πως έχει τη δύναμη να αποτρέπει το κακό και γι’αυτό το λόγο γινόταν κατά τη διάρκεια των εκλείψεων ώστε να διώξει τα κακά πνεύματα που τις προκαλούσαν.

Κάποιες από αυτές τις ψυχές εκεί, που ο Πλούταρχος αποκαλεί δαίμονες κατεβαίνουν στη Γη για να φροντίσουν τα μαντεία και να παρευρίσκονται και να να λαμβάνουν μέρος στις ανώτατες οργιαστικές τελετές, αλλά και να βοηθούν και να προστατεύουν όσους αδικούνται, να σώζουν ανθρώπους στους πολέμους και στη θάλασσα. Όσοι όμως από αυτούς σφάλλουν, φυλακίζονται και πάλι σε ανθρώπινα σώματα, δηλ. ενσαρκώνονται και πάλι πριν έρθει ο δεύτερος θάνατος όπως στις άλλες ψυχές.

Και από το σημείο αυτό ο Πλούταρχος μέσα σε μία παράγραφο περιγράφει ακριβώς τι είναι αυτός ο δεύτερος θάνατος, μία αλλαγή όπως λέει σε άλλο τόπο προς το άριστο. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από τον διαχωρισμό του νου από την ψυχή, που για άλλες ψυχές έρχεται νωρίς και για άλλες πιο αργά. Είναι η στιγμή εκείνη που η ψυχή όντας το περίβλημα του νου, του πνεύματος, του θεϊκού σπινθήρα τον ξετυλίγει για να γυρίσει αυτός πίσω στην πηγή του, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, τον ήλιο.


«Την πετυχαίνουν [την αλλαγή] τώρα άλλοι νωρίτερα άλλοι αργότερα, όταν ο νους διαχωριστεί από την ψυχή. Διαχωρίζεται μέσω του έρωτα για την εικόνα στον ήλιο, με την οποία λάμπει και φαίνεται επιθυμητό, το ωραίο, το θεϊκό και το μακάριο, το οποίο κάθε φύση, η κάθεμιά με το δικό της τρόπο λαχταρά … Η ουσία όμως της ψυχής (τῆς ψυχῆς φύσις) μένει πάνω στη σελήνη, διατηρώντας κάποια ίχνη και όνειρα ζωής, για να το πούμε έτσι, και γι’αυτήν να θεωρείς ότι σωστά έχει λεχθεί το «ψυχή σαν όνειρο φτερούγισε και πέταξε.» Στην πραγματικότητα δεν το παθαίνει αμέσως, ούτε αφού αποχωριστεί από το σώμα, αλλά αργότερα, όταν μείνει έρημη και μόνη, αφού χωριστεί από τον νου.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 944f)

Με λίγα λόγια αυτός ο δεύτερος θάνατος είναι η επιστροφή του παγιδευμένου θεϊκού σπινθήρα στην αρχική του πηγή· είναι το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσουν όλοι όσοι τον διαθέτουν για να μην κάνουν πάλι το σφάλμα της ενσάρκωσης, να μην υποστούν άλλη μία γένεση, άλλη μία δημιουργία. Και η Σελήνη παίζει έναν καίριο ρόλο σε αυτό το διαχωρισμό της ψυχής από το νου, ώστε ο δεύτερος να ξεφύγει από τη φυλακή της δημιουργίας και να επιστρέψει πίσω στη θεία φλόγα, όπως οι ψυχές που διαθέτουν σωφροσύνη και πόθησαν ζωή φιλοσοφημένη και χωρίς σκοτούρες, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Όπως στη Γη γίνεται ο διαχωρισμός του σώματος από τα δύο άλλα μέρη, έτσι γίνεται και στη Σελήνη που αποτελεί το σύνορο για τη φυλακή των ψυχών. Ο αγώνας για την απελευθέρωση είναι αρκετά δύσκολος αφού:

«Από τις ψυχές που αγαπούσαν τις τιμές, τη δράση, από τις ψυχές που ερωτεύονταν τα σώματα και λειτουργούσαν με το θυμικό ορισμένες ζουν σε ύπνο βλέποντας για όνειρα ό,τι θυμούνται από τη ζωή. Αν όμως το άστατο και το επιρρεπές στα πάθη στοιχείο τις ξεσηκώνει και τις τραβάει από τη σελήνη προς άλλη γένεση, δεν τις αφήνει η σελήνη … αλλά τις καλεί πίσω και τις κρατάει με μάγια να γείρουν προς τη γη.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 945b)




Στο τέλος του διαλόγου αναφέρεται εν συντομία και η αντίστροφη διαδικασία, αυτή της γένεσης: ο ήλιος θερίζει τη ζωτική δύναμη, τον νου. Κατόπιν η Σελήνη τον σπέρνει και δημιουργεί νέες ψυχές και στο τέλος η Γη τις ντύνει με σώματα. Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των τριών αυτών ουράνιων σωμάτων είναι οτι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη δίνουν κάτι, ενώ μόνο η Σελήνη δίνει και παίρνει μαζί και συνθέτει και διαιρεί ανάλογα με τις διαφορετικές της δυνάμεις. Σε όλη αυτή τη διαδικασία της γένεσης, οι τρεις Μοίρες σύμφωνα με τους αρχαίους παίζουν μεγάλο ρόλο:η Άτροπος εγκατεστημένη στον Ήλιο δίνει αρχή στη γένεση, η Κλωθώ που κινείται γύρω από τη Σελήνη συνδέει και αναμειγνύει, ενώ τελευταία γύρω από τη γη συμμετέχει στο έργο η Λάχεσις. Κλείνοντας ο Πλούταρχος αναφέρει πως το άψυχο είναι από μόνο του αδύναμο και επηρεάζεται από άλλα πράγματα. Ο νους-πνεύμα αντίθετα είναι ανεπηρέαστος και αυτοκράτωρ.

Γένεσις και Απογένεσις: Ο Πορφύριος (3ος αι. μΚΕ) στο έργο του Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών Άντρου (Σχετικά με το στην Οδύσσεια Σπήλαιο των Νυμφών) συνδέει το γεγονός της απογένεσις, δηλ. της ανύψωσης της ψυχής από τον υλικό κόσμο με τον ήλιο, και τη διαδικασία της γένεσις με την κάθοδο της ψυχής στον υλικό κόσμο την συνδέει με τη Σελήνη. Αναφέρει, όπως και άλλοι θεολόγοι αλλά και προγενέστερες παραδόσεις, ότι τόσο ο ήλιος όσο και η σελήνη αποτελούν τις δύο «πύλες» μέσα από τις οποίες γίνεται η ανύψωση και η κάθοδος της ψυχής αντίστοιχα.



Ανεξάρτητα από το πόσες σφαίρες ή στρώματα διασχίζει η ψυχή για να ανυψωθεί έξω από τη δημιουργία, η Σελήνη σε όλες αυτές τις παραδόσεις είναι το τελευταίο και κατώτατο όριο-φυλακή πριν τον κόσμο της ύλης. Καθώς είναι η ίδια ο τελευταίος σταθμός της καθόδου της ψυχής, η Σελήνη είναι αυτή που ολοκληρώνει και τη διαδικασία την ενσάρκωσης. Αυτό ακριβώς διαπραγματεύεται όπως είδαμε και τμήμα του έργου Περί του Προσώπου της Σελήνης. 

Για να καταλάβουμε όμως το ρόλο της Σελήνης στο θέμα της γένεσης ας πούμε λίγα πράγματα το κοσμολογικό σύστημα στην αρχαιότητα και τις διαιρέσεις του. Εκτός από το διαχωρισμό του κόσμου σε επτά ουράνιες σφαίρες που ήταν αρκετά δημοφιλής στους Ελληνιστικούς και Ύστερους αρχαϊκούς χρόνους, ο διαχωρισμός του σύμπαντος γινόταν και σε τρεις άλλες σφαίρες: την υλική ή γήινη, την αιθερική ή κοσμική και την νοητική ή υπερκοσμική. Υπό αυτή την οπτική αντί να υπάρχουν άρχοντες που να ελέγχουν αυτές τις σφαίρες, κάθεμιά τους βρισκόταν υπό την επιρροή της Γης, της Σελήνης και του Ήλιου αντίστοιχα.

Η Σελήνη σε αυτό το σύστημα αποτελεί το κατώτατο σύνορο της κοσμικής σφαίρας και έτσι ο υλικός κόσμος που βρίσκεται κάτω από τον ουρανό συχνά αναφέρεται σαν υπο-σελήνιος τον οποίο και ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό οι δυνάμεις της Σελήνης. Οι δύο αυτές διαφορετικές διαιρέσεις του κόσμου (επτά σφαίρες και η τριμερής διαίρεση) δεν ακυρώνουν η μία την άλλη, απλά δίνουν έμφαση σε διαφορετικά ουράνια σώματα.

Το πρόσωπο της Σελήνης στην αρχαία Κοσμολογία: Η Σελήνη σύμφωνα με τις πηγές φαίνεται να μας δείχνει δύο πρόσωπα όσον αφορά τις ψυχές: ένα ευσπλαχνικό και ένα τρομακτικό. Αυτό θα δούμε ότι έχει να κάνει με το πώς αξιολογείται σε κάθε περίπτωση η γένεση-δημιουργία σαν κοσμολογικό σύστημα, δηλαδή είτε θετικά είτε αρνητικά.
Το θέμα της ενσάρκωσης και συγκεκριμένα ο/οι λόγοι της καθόδου της ψυχής μέσα από τη γένεση-δημιουργία, εκούσια ή ακούσια απασχόλησε αρκετούς τους φιλοσόφους είτε πρόκειται για την κάθοδο μεμονωμένων ψυχών μέσα στον υλικό κόσμο της Δημιουργίας είτε πρόκειται για την αρχική κάθοδο της Ψυχής γενικότερα από τις ανώτερες σφαίρες στις κατώτερες. Σε κάθε περίπτωση η ενσάρκωση-παγίδευση της ψυχής στον κόσμο της ύλης σημαίνει ότι δεν συμμετέχει στην τελειότητα των υψηλότερων σφαιρών.

Αυτή η απώλεια της τελειότητας μεταφράζεται με πολλούς τρόπους και κάθε τρόπος δίνει μια διαφορετική κοσμολογική θεώρηση για τη φύση του υλικού κόσμου και τη γένεση της ψυχής μέσα σε αυτό. Οι φιλόσοφοι λοιπόν στο έργο τους φαίνεται να αξιολογούν την ενσάρκωση της ψυχής άλλωτε θετικά και άλλωτε αρνητικά, γεγονός που συνδέεται με το ευσπλαχνικό και το τρομακτικό πρόσωπο της Σελήνης αντίστοιχα.




Έτσι και ο ρόλος της Σελήνης στη Γένεση-Δημιουργία εξαρτάται άμεσα από την οπτική—θετική ή αρνητική—και την αξιολόγηση της ίδιας της Γένεσης-Δημιουργίας σαν ένα κοσμολογικό σύστημα. Η πιο απαισιόδοξη θέση θεωρεί αυτή την πτώση απλά καταστροφική. Η πιο αισιόδοξη άποψη υποστηρίζει ότι η κάθοδος της ψυχής και η δημιουργία στο υλικό σύμπαν είναι μέρος της αποκάλυψης της θείας έκφρασης για την ολοκλήρωση του κόσμου. Τώρα σκεφθείτε καλά και προβληματιστείτε τι και ποιους εξυπηρετεί η διάδοση αυτής της θέσης.

Η Καθοδος της Ψυχής και η Δημιουργία: Ενδεικτικό του αρνητικού ρόλου της Σελήνης είναι η απουσία της σε διάφορα τελετουργικά της αρχαιότητας που αφορούν στην ανύψωση της ψυχής, την απογένεση όπως την αποκαλούσαν. Για παράδειγμα, στην τελετουργική προετοιμασία για ένα ξόρκι αθανασίας που βρίσκεται στη λεγόμενη Λειτουργία του Μίθρα είναι έτσι προγραμματισμένη ώστε να αποφευχθεί η παρουσία της Σελήνης κατά τη διάρκεια της ανύψωσης του μάγου στους ουρανούς για να συναντήσει τον ύψιστο θεό, ο οποίος αναφέρεται σαν Ήλιος Μίθρας. Αν και στο ταξίδι αυτό προβλέπεται να συναντήσει θεούς άλλων πλανητών και άστρων δεν φαίνεται να βλέπει ποτέ μα ποτέ τη Σελήνη. Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Γιατί πρέπει πάση θυσία σε όλη αυτή την τελετουργική προετοιμασία να αποφύγει την επιρροή της Σελήνης;

Όταν πρόκειται για την αρχαία κοσμολογία που αφορά τη γένεση-δημιουργία η παρουσία της Σελήνης είναι επικίνδυνη και βλαπτική. Το πρόσωπό της που βλέπει στη Γη συνδέεται με τη μανία και με την τρέλα. Ο Κλήμεντας Αλεξανδρείας αναφέρει πως ο Ορφέας αποκαλούσε τη Σελήνη και γοργόνειο λόγω του τρομακτικού της προσώπου, μία άποψη που όπως είδαμε μοιράζεται και ο Πλούταρχος. Το πρόσωπό της αποτελεί το είδωλο της Φύσης, την προσωποποίηση του υλικού κόσμου.

Για την αρχαιότητα η Σελήνη αποτελούσε την μητέρα των δαιμόνων του κόσμου, εκεί που κατοικούν τα κακά πνεύματα. Όταν κάποιος την κοιτάει ή την καλεί με τα ονόματα που τις αποδίδονται τότε φέρνει τις δυνάμεις της γένεσης, με άλλα λόγια εκείνες τις δυνάμεις που δένουν την ψυχή στο σώμα, εκείνες τις δυνάμεις που κρατούν τον άνθρωπο φυλακισμένο στη δημιουργία. Η Σελήνη δεν αποτελεί το σκαλοπάτι ή το μέσο για την ανύψωση, αλλά μία επικίνδυνη δύναμη της οποίας κάθε επίκληση πρέπει να αποφευχθεί καθώς μόνο οι θετικές δυνάμεις μπορούν να απελευθερώσουν την ψυχή από τη μαύρη ύλη.

Αυτό που είναι σημαντικό για το διαχωρισμό του σύμπαντος στις διαφορετικές αυτές σφαίρες ή στρώματα βρίσκεται στην αντίληψη ότι η ψυχή ακολουθεί μία πορεία καθόδου μέσα από αυτές για να ενσαρκωθεί μέσα στον κόσμο της ύλης μέσα από την διαδικασία που ονομάζουμε Γένεση, ή διαφορετικά Δημιουργία. Σύμφωνα με την αρχαία κοσμολογία από κάθε στρώμα που περνάει η ψυχή στην πορεία της ενσάρκωσής της αποκτά και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά από την κάθε αντίστοιχη σφαίρα επιρροής. Η Σελήνη, λοιπόν με τη σειρά της γίνεται η πύλη δια μέσου της οποίας πραγματοποιείται η Γένεση και διαχωρίζονται τον θνητό-φθαρτό κόσμο από τον αθάνατο.

Για εκείνους όμως που θέλουν να ανυψωθούν στόχος είναι να υπερκεράσουν το ίδιο το εμπόδιο της Σελήνης, δηλαδή την ίδια την εκπρόσωπο της Γένεσης που φυλακίζει τις ψυχές όταν επέρχεται ο φυσικός θάνατος. Μάλιστα, όπως ανέφερε και ο Πλούταρχος αυτό δεν αρκεί από μόνο του καθώς χρειάζεται η ψυχή να πεθάνει για δεύτερη φορά πριν ακόμα πάρει το δρόμο της για ακόμα μία ενσάρκωση στον κόσμο της ύλης. Κάποια γνωστικά συστήματα αναφέρουν την παρουσία μία σειρά αρχόντων σε διάφορες βαθμίδες που συνομωτούν για να κρατήσουν την αδαή ψυχή στον υλικό κόσμο, παίρνοντας διάφορες μορφές κατά την άνοδο της ψυχής προς την απογένεση.




Ανάμεσα σε αυτούς τους θεούς ή δαίμονες συναντάμε την Περσεφόνη και την Εκάτη σαν την προσωποποίηση της ίδιας της Σελήνης που ρυθμίζει τον υλικό κόσμο και είναι η δύναμη που συγκρατεί τις ψυχές κλειδωμένες στον σκοτεινό κόσμο της ύλης.


© Stavroula Xoxlidaki, 

 Σύνδεσμος στην πηγή


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Συνέσιος της Κυρήνης, ο Έλληνας - Χριστιανός

“Το βύθισμα εντός του «αιωνίου» είναι το τέλος της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το τέλος της θρησκείας είναι το βύθισμα εντός των μυστηρίων”.
Πλούταρχος


Ο Συνέσιος, υπήρξε νεοπλατωνικός Φιλόσοφος, συγγραφέας, αλλά και επίσκοπος Πτολεμαΐδας. Γεννήθηκε το 370 μ.Χ. στην Πεντάπολη της Κυρηναϊκής. Ήταν γόνος "Εθνικής" οικογένειας αναγόμενος από το γένος των Ηρακλειδών. Αφού έλαβε βασική μόρφωση μετέβη με τον αδελφό του, Ευοπτίο, στην Αλεξάνδρεια όπου μαθήτευσε στην νεοπλατωνική φιλόσοφο Υπατία, την οποία σε όλο τον βίο του τιμούσε.

Τον 4ο αι. ο Χριστιανισμός κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος απέναντι στην «παλαιά θρησκεία». Η νέα θρησκεία έχει σταδιακά ενσωματώσει τον πολιτισμό και τα ιδανικά του ρωμαϊκού κόσμου και έχει ήδη βρει έναν τρόπο συνύπαρξης με τον προϋπάρχοντα πολιτισμό. Στην σχολή της Αλεξάνδρειας στα τέλη του 4ου αι. εκπροσωπείται από τον Θέωνα και την κόρη του Υπατία. Παρά τον βίαιο θάνατο της Υπατίας και τις συχνές συγκρούσεις μεταξύ ειδωλολατρών και χριστιανών, η στάση της σχολής απέναντι στο χριστιανισμό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εχθρική και ανάμεσα στους μαθητές της Υπατίας συνυπάρχουν και διαλέγονται χριστιανοί και ειδωλολάτρες.

Μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα ανατρέφεται και μορφώνεται ο Συνέσιος και ενώ άλλοι στρέφονται στη θεουργία, ο ίδιος εκχωρεί στον χριστιανισμό τον ρόλο της σωτηρίας που οι ύστεροι νεοπλατωνικοί εκχώρησαν στη θεουργία. Ο Συνέσιος  σε μία τέτοια μεταβατική  και συγκεχυμένη περίοδο, μάλλον προσπάθησε να συνενώσει τη νεοπλατωνική φιλοσοφία με τη χριστιανική διδασκαλία επικεντρώνοντας τη σκέψη του περισσότερο στα κοινά και λιγότερο στις διαφορές.

Το  399 εστάλη αρχηγός πρεσβείας της Πενταπόλεως στην Κων/πολη ώστε να πείσει τον αυτοκράτορα Αρκάδιο να μειώσει τους φόρους και να του προσφέρει χρυσό στεφάνι. Μετά από ένα έτος αναμονής κατάφερε να δει τον αυτοκράτορα όπου του εκφώνησε τον «περί βασιλείαν λόγον» όπου συνιστούσε σε αυτόν να είναι κοινός, αγαθός, εραστής της φιλοσοφίας και της αληθινής παιδείας. Το 402 μ.χ γύρισε στην πατρίδα του.

Μετά από λίγο καιρό επισκέφθηκε την Αθήνα όπου απογοητεύθηκε διότι δεν εύρε «ουδέν σεμνόν αλλά ή τα κλεινά των χωρίων ονόματα» και αντί σοφών «μελιττουργούς, περιφερόμενους με τα εξ Υμηττού σταμνία» (επιστ. 135).
Επανήλθε στην Αλεξάνδρεια όπου νυμφεύθηκε το 403 μ.χ μια Χριστιανή, αποκτώντας τρία τέκνα τα οποία αργότερα έχασε.

Το 404 μ.Χ. αποσύρθηκε σην Κυρηναϊκή με την γυναίκα του όπου ζούσε ήρεμα σε αγρόκτημα ασχολούμενος με την φιλοσοφία την ποίηση και την ρητορική όπως και με την κηπουρική, το κυνήγι τα όπλα και τα άλογα. Στενοχωριόταν όμως διότι δεν εύρισκε ανθρώπους να ενδιαφέρονται για ψηλότερα ζητήματα «της ηχούς μη αντιφθεγομένης ημίν» (επιστ. 100). Εκεί συνέγραψε διάφορα συγγράμματα ορισμένα από τα οποία σώθηκαν.

Λόγω του ήθους και της μόρφωσής του αλλά και της ευγενικής του καταγωγής, όταν το 409 μ.χ, πέθανε ο επίσκοπος Πτολεμαΐδας ο λαός τον ήθελε ως διάδοχο του. Ο Συνέσιος μάταια διαμαρτύρονταν ότι ήταν ανάξιος λόγω των προσόντων που απαιτούνταν.

Διεμήνυσε μάλιστα εις τον Θεόφιλο ότι επ’ ουδέν λόγο ήταν διατεθειμένος να αφήσει την σύζυγό που ο Θεός, ο νόμος και το ιερό χέρι του Θεόφιλου του έδωσαν ώστε να αποδεχθεί Χριστιανικά δόγματα που αντίκειται εις τα φιλοσοφικά του περί προϋπάρξεως ψυχών, αιωνιότητας κόσμου και μη ανάστασης σαρκός διότι θεωρούσε δύσκολα, αν όχι αδύνατον, «τα δ’ επιστήμης εις απόδειξιν ελθόντα δόγματα σαλευθήναι». Ναι μεν αναγνώριζε ότι η πλήρη αλήθεια θα ήταν δυνατό να βλάψει τα πλήθη όπως το απόλυτο φως τυφλώνει τον ασθενή οφθαλμό και γι'αυτό θα σέβονταν τις πεποιθήσεις των πολλών «τα μεν οίκι φιλοσόφων, τα δ΄ έξω φιλομύθων» αλλά δεν θα δίδασκε θεωρίες στασιάζοντας την γλώσσα του έναντι στην γνώση του. Τα λόγια που είπε έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον...

«Η φιλοσοφική νοημοσύνη, ενώ κοιτάει προς την αλήθεια, παραδέχεται την ανάγκη να ψεύδεται. Το φως έχει να κάνει με την αλήθεια, αλλά το μάτι έχει περιορισμένη όραση και δεν μπορεί να κοιτάξει κατευθείαν στο φως χωρίς να τραυματισθεί. Καθώς το μισόφωτο είναι πιο υποφερτό για το μάτι, έτσι πιστεύω, είναι και το ( ωφέλιμο ) ψέμα για τους απλούς ανθρώπους.
Η αλήθεια βλάπτει εκείνους που δεν μπορούν να κοιτάξουν προς την πραγματικότητα. Εάν οι κανονισμοί της ιεροσύνης μου επιτρέπουν να διατηρήσω μία τέτοια θέση, τότε δέχομαι την χειροτόνηση, εφόσον μπορώ να κρατώ την φιλοσοφία μου ως ιδιωτική υπόθεση στο σπίτι μου και να κηρύττω παραμύθια όταν βρίσκομαι έξω».

Παρ’ ταύτα ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας Θεόφιλος, προς τον οποίο ο Συνέσιος διεμήνυσε τις παραπάνω επιφυλάξεις του, ακούγοντας τις παρακλήσεις του λαού καθώς «προς την άλλην του ανδρός καλοκαγαθίαν και του καθαρού του βίου» χειροτόνησε επίσκοπο Πτολεμαΐδας και μητροπολίτη Πενταπόλεως το 410 μ.Χ., αν και  αμφισβητείται εάν ήταν βαπτισμένος Χριστιανός! 

Η διδασκαλία περί των θείων υποστάσεων είναι ασαφής στο Συνέσιο. Επιχειρεί να μιλήσει για τον Θεό στηριζόμενος στην ελληνική φιλοσοφία και χρησιμοποιώντας την τρέχουσα φιλοσοφική γλώσσα και ορολογία. Τα σχήματα και τα φιλοσοφικά αποφθέγματα του είναι τις περισσότερες φορές δάνεια από την φιλοσοφική παράδοση, που παραμένει ζωντανή μέσα στο όχημα του νεοπλατωνισμού. Ο Συνέσιος μας δίνει τη σχέση της ύψιστης θεότητας με την τριάδα, η μονάδα διαχέεται και σχηματίζει ενότητες, τριάδες και απλότητες. Όλα αυτά προέρχονται από την αρχική τριάδα και επιστρέφουν σ’ αυτήν.Ο Συνέσιος ταυτίζει την νεοπλατωνική τριάδα...με την χριστιανική τριάδα.

«Υμνώ σε, μονάς, υμνώ σε, τριάς: μονάς ει τριάς ών, τριάς ει μονάς ών. νοερά δε τομά ασχιστον έτι τό μερισθέν έχει».

O Συνέσιος  επηρεασμένος  εμφανώς από τον Πλάτωνα, πως ότι το ιδανικό ζητούμενο είναι να βρίσκεται η εξουσία στα χέρια ενός προσώπου που ταυτόχρονα όμως είναι βασιλεύς και φιλόσοφος. Ο βασιλιάς αντλεί την εξουσία του από τον ίδιο τον Θεό, ενεργεί κατά μίμηση Εκείνου και μεριμνά για τους υπηκόους του. Με τον τρόπο αυτό η εξουσία του «μεταφέρει» τη θεία πρόνοια στα γήινα πράγματα λειτουργώντας ως κατάβαση. 

Παράλληλα η φιλοσοφία συντελεί ώστε ο άνθρωπος να προσεγγίσει το θείον, λειτουργεί δηλαδή ως ανάβαση στη θεωρία. Κατά συνέπεια οι δύο αυτές εξουσίες λειτουργούν συμπληρωματικά. Από τη μια δηλαδή η προνοιακή παρέμβαση του θείου και από την άλλη η οντολογική ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής να επιστρέψει στο αρχικό της βασίλειο συναντιούνται.

Σε μια ιδανική πολιτεία στο πρόσωπο του βασιλέα φιλόσοφου θα ολοκληρωνόταν αυτή η ένωση, τώρα όμως που αυτό δεν φαίνεται εφικτό έρχεται το αξίωμα του επισκόπου να επιτελέσει αυτό το καθήκον, να ενώσει τις δύο φαινομενικά διακριτές εξουσίες. Ο επίσκοπος για τον Συνέσιο συνενώνει στο αξίωμά του την κατάβαση του Θεού και την ανάβαση του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτό ο φιλόσοφος-βασιλέας του Πλάτωνα γίνεται φιλόσοφος-επίσκοπος. 

Ο Συνέσιος αντιμετωπίζει τον εαυτό του όχι μόνο ως πνευματικό αλλά και ως κοσμικό ηγέτη, έτσι ερμηνεύεται η φράση του «Οτε φιλοσοφίαν πολίτευτος προελόμενος, καί τς φιλανθρωποτάτης θρησκείας ναγούσης ες θος φιλόκοινον πήκουσά τε καλούμενος φ’ μν»..


Μοναχοί και φιλόσοφοι έχουν κατά τον  Συνέσιο τον ίδιο στόχο, την προσέγγιση της αλήθειας, διαφοροποιούνται όμως ως προς τον τρόπο ή τη μέθοδο που χρησιμοποιούν. Ο Συνέσιος δεν στρέφεται εδώ εναντίον του μοναχισμού, αλλά εναντίον όλων εκείνων που θεωρούν ότι μόνον οι ίδιοι κατέχουν την αλήθεια και επαίρονται για τις γνώσεις τους .

Ο  Συνέσιος ως γνήσιος μαθητής της Υπατίας χρησιμοποιεί ένα γεωμετρικό σχήμα για να απεικονίσει τον κόσμο. Σφαιρικός, όπως και στον Πλάτωνα, ακέραιος και πλήρης ο κόσμος ορίζεται από ένα κέντρο από το οποίο πηγάζουν τα πάντα και στο οποίο επιστρέφουν τα πάντα. Στο κέντρο το Έν, το Θείον, ακίνητο και αμετάβλητο αποτελεί την αρχή και την πηγή όλων «περούσιος τέ παγά στέφεται κάλλεϊ παίδων πό κέντρου τέ θορόντων, περί κέντρου τέ υέντων» .

Ο κόσμος στο έργο του Συνέσιου διέπεται από μία αυστηρή ιεραρχία. Στο κατώτατο επίπεδο, στο τελευταίο στάδιο της δημιουργίας, βρίσκεται η ύλη, η γήινη πραγματικότητα, η οποία σε αντίθεση με τα ανώτερα όντα χαρακτηρίζεται από περιπλοκότητα.

Ο κόσμος στα έργα του Συνέσιου αποτελείται από επιμέρους τμήματα που συνδεόμενα μεταξύ τους και αλληλοεξαρτώμενα, συνιστούν μία ενότητα. «Σοφό» αποκαλεί ο Συνέσιος αυτόν που κατανοεί τη σχέση που διέπει αυτά τα επιμέρους τμήματα και διασαφηνίζει το είδος αυτής της σχέσης παραλληλίζοντάς την με τη συγγένεια των μερών του ανθρώπινου σώματος. Στην Επιστολή 105 απορρίπτει την άποψη που θέλει τον κόσμο και τα μέρη του να καταστρέφονται κάποια στιγμή. Υιοθετεί δηλαδή μια αρνητική θέση δηλώντας έμμεσα ότι θεωρεί τον κόσμο αιώνιο. Δεν δηλώνει όμως απερίφραστα την πίστη του σε έναν αιώνιο αδημιούργητο κόσμο και δεν μπορούμε με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι δέχεται την αϊδιότητα του κόσμου .

Αν λάβουμε όμως υπόψη μας ότι όλα αυτά διαμηνύονται στον Θεόφιλο και ότι αμέσως μετά ο Συνέσιος γράφει ότι, όταν γίνει επίσκοπος, δεν θα διδάσκει με βάση τις φιλοσοφικές του απόψεις οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι πεποιθήσεις του μάλλον αποτελούν ένα είδος προσπάθειας να συνδέσει το χριστιανικό δόγμα περί δημιουργού Θεού με την κλασική επιστημολογία και τις φιλοσοφικές καταβολές της σκέψης του.

Η ύλη στα έργα του Συνέσιου παρουσιάζεται ως δέσμευση, ως βάρος, ως οδύνη, ως κάτι που εμποδίζει ή δυσχεραίνει την προσέγγιση του θείου, γι’ αυτό ικετεύει τον Θεό να δείξει έλεος για την ψυχή που είναι δεμένη σε μέλη θνητά και υπόκειται, λόγω της σύναψής της στο θνητό ανθρώπινο σώμα, στους νόμους της ύλης. Για τον ίδιο λόγο μακαρίζει εκείνον που κατόρθωσε να «αποφύγει τους ψυχοφθόρους βρυχηθμούς της ύλης». Η ύλη με μέσα δόλια και με τεχνάσματα καθιστά τον άνθρωπο δούλο της και έτσι ενώ εκείνος κατέρχεται στην γη για να υπηρετήσει τον Θεό μετατρέπεται σε υπηρέτη της ύλης. Διάκειται εχθρικά προς την ψυχή και εξαπατά τον άνθρωπο, όπως η Πανδώρα τον Επιμηθέα..

Η ύψιστη όλων αρχή για τον Συνέσιο είναι ο Θεός. Ο Θεός είναι η πρώτη προερχόμενη από τον εαυτό της αρχή, ο αγέννητος και αΐδιος πατέρας, ο κυβερνήτης και ο προστάτης των πάντων, είναι η πρώτη μονάδα, η μονάδα των μονάδων, η αρχή των αρχών, η ρίζα των ριζών, η πηγή των πηγών και το σπέρμα των πάντων. Αυτή η αρχή, υπεράνω όλων, βρίσκεται «πέκεινα θεν καί πέκεινα νόων». Αυτό το Έν παρουσιάζεται «ήρεμο και ακίνητο» στα υψηλά του ουρανού, όπου εν ηρεμία και ακινησία «θαάσσει».

Το θείον μένει ακίνητο στην ηρεμία και την ενότητα του εαυτού. Αυτή η ενότητα και η ακινησία παραμένει πάντα αναλλοίωτη και ακόμη και μετά την γέννηση του Υιού ο Θεός μένει ένας, απλός, ενωμένος, αμέριστος και άτμητος. Εκχέεται ως ρίζα και δημιουργεί τις ρίζες των φυτών αλλά είναι και ο ίδιος ρίζα, γεννά και  παραμένει ενωμένος και αναλλοίωτος, ένας, αμερής και απαθής. 

Κατά τον Φ. Βαφείδη είναι εδώ εμφανές ένα είδος πανθεϊσμού, δυναμικού όμως και όχι ουσιώδους, δηλ. εκχέεται το θείον παντού και βρίσκεται παντού αλλά όχι κατ’ ουσίαν, δεν είναι η ουσία που απορρέει στον κόσμο αλλά οι δυνάμεις του
Ο υπερβατικός Θεός περιβάλλεται από σιγή και είναι ασύλληπτος από την ανθρώπινη διάνοια, έτσι τον αποκαλεί άγνωστο και άρρητο πατέρα και στο Περί Βασιλείας διευκρινίζει ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε στο Θεό ιδιότητες, χαρακτηρισμούς και ονόματα: 

«Οδέν οδαμ πω πέφηνεν νομα τς οσίας πτόμενον το θεο, λλ’ τευκτοντες ατο τς μφάσεως νθρωποι, διά τν π’ ατο ψαύειν θέλουσιν ατο. κν πατέρα, κν ποιητήν, κν τιον επς, κν ρχήν, κν ατιον, τατα πάντα σχέσεις εσίν ατο πρός τά παρ’ ατο».

Ο Χριστός στους ύμνους του Συνέσιου είναι ο Υιός του Θεού που γεννήθηκε επέκεινα του χρόνου. Παράλληλα είναι ο κτίστης, ο κυρίαρχος των πάντων και ο σωτήρας των ανθρώπων. Εμφανίζεται να επιτελεί κοσμολογική λειτουργία και να κυβερνά τον κόσμο ως νους του Πατρός, ως «μεσσοπαγής νος». Είναι η σοφία του πατρικού νοός, είναι η λάμψη του κάλλους, είναι το κρυφό σπέρμα του Πατρός που επιφορτίζεται από τον Πατέρα να δώσει στα σώματα μορφές Είναι η ρίζα που προήλθε από την πρώτη ρίζα (τον Πατέρα) για να γίνει στη συνέχεια η ρίζα των πάντων. Εμφανής παρουσιάζεται εδώ η επίδραση των χαλδαϊκών λογίων σύμφωνα με τα οποία τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Πατέρα και στην συνέχεια παραδόθηκαν στο νου Αξιοσημείωτο είναι ότι παραλείπεται η σταύρωση.

Ο Συνέσιος φαίνεται να αντιμετωπίζει την ενσάρκωση με τρόπο μάλλον νεοπλατωνικό. Ο Χριστός προσλαμβάνει το ανθρώπινο σώμα όπως η νεοπλατωνική ψυχή, η οποία ως μέρος της κοσμικής ψυχής, συνάπτεται στο σώμα. Με αυτόν τον τρόπο κατέρχεται στη γη και στη συνέχεια κατεβαίνει στον Άδη, για να αναληφθεί τελικά εν δόξη, αλλά πουθενά δεν τον βρίσκουμε να ζει και να δρα στη γη και κυρίως πουθενά δεν γίνεται αναφορά στο Πάθος και στην σταύρωση.

Μελέτησε την Βίβλο, αλλά ελάχιστα είναι, σε σχέση με το πλήθος των αποσπασμάτων των κλασικών συγγραφέων,  τα χωρία της Αγίας Γραφής που παραθέτει στα έργα του. Αν και έζησε σε μία ταραγμένη θεολογικά εποχή δεν υπάρχουν ενδείξεις που να πιστοποιούν την ανάμειξή του στις έντονες δογματικές διαμάχες, στις έριδες και στις θεολογικές ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα. Έμεινε ως το τέλος πιστός στην φιλοσοφία, την οποία πάντοτε αντιμετώπισε ως τον δρόμο που  οδηγεί στο Θεό. 

Είτε τον αντιμετωπίσουμε ως έναν ειδωλολάτρη που σταδιακά προσέγγισε τον χριστιανισμό είτε ως έναν άνθρωπο που ενώ ανατράφηκε χριστιανικά αργότερα στράφηκε στην φιλοσοφία, αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι στα έργα του πάντοτε εμφανής παραμένει η νεοπλατωνική ορολογία και τα νεοπλατωνικά σχήματα μέσω των οποίων επιχείρησε να εκφράσει τις χριστιανικές αλήθειες. 

Φιλόσοφος πάνω από όλα αλλά και επίσκοπος, εν τέλει φιλόσοφος-επίσκοπος, λάτρης της κλασικής αρχαιότητας αλλά και χριστιανός, τίποτε δεν τον χαρακτηρίζει καλύτερα, από τον τίτλο που του αποδίδει ο C. Lacombrade Έλληνας-Χριστιανός.


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Περί της παρακμής των Ελλήνων, του ρήτορα και φιλόσοφου Δίων Προυσαέως



Ο χρόνος ήταν είναι και θα είναι πάντα ο μεγάλος κριτής.  Η ανθρώπινη ιστορία κατέγραψε την ακμή και την παρακμή πολλών αυτοκρατοριών, από τις οποίες σήμερα απομένουν μόνο τα ερείπια.

Το ότι στο τόπο αυτό αναπτύχθηκε  στο παρελθόν  ένας ανεπανάληπτος πολιτισμός από τους αρχαίους προγόνους μας, αυτό  δεν σηματοδοτεί κατ’ ανάγκη τις ικανότητες και τις δεξιότητες των «απογόνων», των σημερινών Ελλήνων δηλαδή. 

Η ιστορία είναι μία ζώσα πραγματικότητα και καταγράφει την συνεισφορά  κάθε έθνους στο ανθρώπινο πολιτισμικό γίγνεσθαι, κάθε χρονική στιγμή. Και  ιστορία είναι αμείλικτη με όσους δεν σέβονται τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν τους, προδιαγράφοντας ένα ζοφερό  μέλλον...

Στο απόσπασμα που ακολουθεί παραθέτω την ομιλία του ρήτορα και φιλόσοφου, Δίων  Προυσαέως (*), την οποία εκφώνησε στον λαό της Ρόδου γύρω στο έτος 100 μ.χ ,  που εξηγεί την παρακμή στην οποία είχε ήδη  είχε περιέλθει η Ελλάδα.

«Στο παρελθόν, η κοινότητά μας (οι Έλληνες.) κέρδισε την τεράστια φήμη της με τη συμβολή πάρα πολλών πάρα πολλοί ήταν εκείνοι που συνέβαλαν στη μεγαλοσύνη της Ελλάδας: εσείς οι Ρόδιοι, αλλά και οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι, οι Θηβαίοι, οι Κορίνθιοι για μια περίοδο, οι Αργείοι άλλοτε. αλλά σήμερα, κανένας από αυτούς δεν έχει πλέον οποιοδήποτε κύρος: Οι μεν έχουν εκμηδενιστεί και εξαφανίστηκαν όσο για τους άλλους, έχουν ατιμωθεί με τον τρόπο που ξέρουμε και έχουν απολέσει από κάθε άποψη την αρχαία τους δόξα, πιστεύοντας ηλιθίως πως απολαμβάνουν μια καλή ζωή, ενώ θεωρούν πλεονέκτημα το ότι μπορούν να συμπεριφέρονται άσχημα, χωρίς κανένας να τους εμποδίζει.

Έτσι, δεν μένετε πια παρά μόνο εσείς: είστε οι μόνοι που μπορείτε ακόμα να καταδείξετε πως υπήρξατε όντως κάτι σημαντικό και δεν έχετε ακόμα γίνει άξιοι της πιο απόλυτης περιφρόνησης. επειδή, εάν δεν υπήρχαν ακόμα εκείνοι που συνεχίζουν να τιμούν τη γη τους, όπως κάνετε εσείς,  οι Έλληνες, εδώ και πολύ καιρό, θα είχαν καταντήσει περισσότερο περιφρονητέοι από τους Φρυγίους και τους Θράκες, όπως, όχι άδικα, υποστηρίζουν κάποιοι. Όταν μια μεγάλη και ακμάζουσα οικογένεια έχει εντελώς καταρρεύσει, και της μένει ένας απόγονος, έστω και εάν είναι απολύτως μόνος του, τα πάντα στηρίζονται σε αυτόν. και εάν συμπεριφέρεται άσχημα, αμαυρώνει όλη τη φήμη της οικογένειάς του, ατιμάζει όλους προγόνους του: ιδού, λοιπόν, Ροδίτες, ποια είναι η σημερινή ευθύνη σας απέναντι στον ελληνισμό ...[… ] .


 ...[… ] .Επειδή δεν θα πρέπει να φανταστείτε, Ρόδιοι, ότι καταλαμβάνετε την πρώτη θέση στην Ελλάδα, να θυμάστε πως δεν μπορεί κανείς να υπερέχει παρά μόνο απέναντι σε κάποιους άλλους που εξακολουθούν να παραμένουν ζωντανοί και να ενδιαφέρονται για την τιμή και την υπόληψή τους, όπως ήταν άλλοτε οι Έλληνες. Όμως αυτό που ήταν κάποτε οι πρόγονοί μας χάνεται σιγά σιγά, καθώς έχουν ολοκληρωτικά ξεπέσει, χυδαία και ατιμωτικά. Παρατηρώντας λοιπόν τους σημερινούς ανθρώπους, μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο υπέροχα και λαμπερά ζούσαν εκείνοι στο παρελθόν;

Κανένας, και μόνον οι πέτρες έχουν μείνει για να υπομνήσκουν ακόμα την ευγένεια και τη μεγαλωσύνη της Ελλάδας. Πρόκειται για τα ερείπια των κτιρίων, επειδή εκείνοι που κατοικούν και κυβερνούν ακόμα αυτές τις πόλεις, θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι απόγονοι ούτε καν των Μυσών. Έτσι λοιπόν, οι πόλεις που καταστρέφονται εξ ολοκλήρου έχουν περισσότερες πιθανότητες, για μένα, από εκείνες που έχουν τέτοιους κατοίκους, επειδή η μνήμη τους διαιωνίζεται άθικτη και η φήμη τους δεν υποφέρει τη σύγκριση με τη παρελθούσα λαμπρότητά τους. το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και για τους νεκρούς, είναι προτιμότερο να καταστρέφεται το σώμα τους και κανείς να μη μπορεί να το δει, παρά να παρουσιάζεται σε κατάσταση σήψης». 


Ο ρήτορας-πολιτικός, σοφιστής και φιλόσοφος Δίων, ο επονομαζόμενος Προυσαεύς ή Χρυσόστομος (αρχαιοελληνική προσωνυμία που δήλωνε τον έχοντα "χρυσό στόμα", δηλαδή τον δεινό ρήτορα), έζησε μεταξύ 40-120 μ.Χ. Γεννήθηκε στην Προύσα της Βιθυνίας και καταγόταν από επιφανή οικογένεια, της οποίας τα μέλη είχαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Σπούδασε ρητορική στην πατρίδα του, ενώ περί το 70 μετέβη στη Ρώμη, όπου διδάχτηκε τη φιλοσοφία κοντά στον Στωικό Μουσώνιο Ρούφο.

Γύρω στο 85 εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Δομιτιανό. Υιοθέτησε τότε το Κυνικό πρότυπο του περιπλανώμενου ζητιάνου φιλοσόφου και επισκέφθηκε διάφορες πόλεις και περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις του και δίνοντας λαϊκοφιλοσοφικές διαλέξεις προσπαθώντας να αφυπνίσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Μετά τον θάνατο του Δομιτιανού, το 96, επέστρεψε στη Ρώμη, όπου έχαιρε της εκτίμησης των επόμενων αυτοκρατόρων, του Νέρβα και του Τραϊανού. Μέχρι το τέλος της ζωής του εξακολούθησε να ασχολείται με τα κοινά της ιδιαίτερης πατρίδας του και πιθανώς να πραγματοποιεί φιλοσοφικές περιοδείες.

Οι 80 περίπου σωζόμενοι λόγοι του, μερικοί από τους οποίους αποτελούν λαμπρά δείγματα της τέχνης του λόγου, ασχολούνται με διάφορα θέματα της φιλοσοφίας και της ηθικής, της μυθολογίας και της λογοτεχνίας, της πολιτικής και της καθημερινής ζωής. Όντας εξαιρετικά δείγματα της άνθησης των ελληνικών γραμμάτων κατά την περίοδο της Δεύτερης Σοφιστικής, αποκαλύπτουν τον γόνιμο συνδυασμό των στοιχείων του ρήτορα-πολιτικού, του σοφιστή και του Κυνικού και Στωικού φιλοσόφου που συναποτελούσαν την προσωπικότητα του Δίωνα. 

Μυσταγωγία

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Ένα μεγάλο βήμα για την ανθρώπινη αυτοσυνειδησία, με οδηγό τα αετώματα των πρώτων Παρθενώνων



Σε κάθε επίσκεψή μου στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, βλέπω ότι οι ακροατές μου, πέρα από τον θαυμασμό τους για την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική και ιστορική αξία των εκθεμάτων, πάντοτε ενδιαφέρονται να κατανοήσουν πως μεταφράζονται όλα αυτά σε όρους ανθρώπινης σκέψης και αυτοσυνειδησίας.

Ας κάνουμε λοιπόν μαζί μια απόπειρα να παρακολουθήσουμε την αγωνιώδη προσπάθεια των αρχαίων Ελλήνων να κατανοήσουν την φύση τους και να ερμηνεύσουν και διαχειριστούν το σύμπαν μέσα στο οποίο ζούσαν. Η περίοδος στην οποία θα αναφερθούμε δεν ήταν παραπάνω από ογδόντα χρόνια, αλλά στην διάρκειά της οι αλλαγές που έγιναν στην ανθρώπινη σκέψη ήταν κοσμογονικές. 

Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά ακολουθεί ο χρυσός αιώνας. Οδηγοί μας σε αυτή την πορεία θα είναι τα γλυπτά της Ακρόπολης και ειδικότερα τα αετώματα των δύο παλαιότερων ναών, του Εκατόμπεδου και του Προπαρθενώνα, που έχουμε πια την ευτυχία να τα βλέπουμε εκτεθειμένα στο νέο Μουσείο της Ακροπόλεως.

 

Στέκομαι μπροστά στο αέτωμα του Εκατόμπεδου. Στο κεντρικό του σημείο παρουσιάζει δύο λιοντάρια που έχουν καταβάλει ένα ταύρο και ετοιμάζονται να τον κατασπαράξουν. Σκηνή βιαιότητας. Πως εξηγείται αυτό; Εμείς πάντα πιστεύαμε ότι ο αρχαίος Έλληνας ανέβαινε στον Βράχο για να διαχειριστεί το κτήνος που έχει μέσα του και να ανακαλύψει τον θεό. Εδώ αντιθέτως βλέπουμε να θριαμβεύει ο νόμος της ζούγκλας. Γιατί συμβαίνει αυτό;



Συμβαίνει διότι βρισκόμαστε σε μια αρκετά πρώιμη εποχή, όπου οι άνθρωποι ήταν ακόμα επιρρεπείς στο ένστικτο. Κάποιος που θέλει να μιλήσει στους ανθρώπους και να τους πει ότι αν πορεύονται με μόνο οδηγό το ένστικτό τους, μπορεί μεν πρόσκαιρα να νοιώσουν έντονες απολαύσεις, αλλά μακροπρόθεσμα αυτό μπορεί να αποβεί επικίνδυνο, πρέπει να βρει τον κατάλληλο τρόπο να το κάνει. Πώς θα δείξει αυτόν τον κίνδυνο; Πώς θα δείξει απεικονιστικά τις προτροπές “μην κάνεις αυτό διότι θα είναι πολύ οδυνηρή η εμπειρία σου, μη δοκιμάσεις εκείνο διότι δεν μπορέσεις ποτέ να ξαναβρείς τον εαυτό σου, μην πάρεις αυτόν τον δρόμο διότι είναι πολύ επικίνδυνο το ταξίδι”; 

Ο τρόπος θα πρέπει να είναι τόσο γλαφυρός και τόσο ξεκάθαρος ώστε να περνάει εύκολα το μήνυμα: “αν υποκύψεις στον νόμο της ζούγκλας και στο κτήνος που έχεις μέσα σου, οι συνέπειες θα είναι ανεξέλεγκτες και βίαιες”. Με άλλα λόγια, δείχνω την κτηνώδη πλευρά της φύσης και της ζούγκλας, αλλά με διάθεση αποτρεπτική, δηλαδή το κάνω για να δώσω στον άλλο να καταλάβει πόσο επικίνδυνο είναι αυτό και πόσο δύσκολα θα μπορέσει να το διαχειριστεί.
 

Αφού συνέλθω κάπως από το σοκ που μου προκάλεσε το κεντρικό και έντονο στοιχείο του αετώματος, η ματιά μου αρχίζει να διακρίνει ότι στα αριστερά εμφανίζεται ο Ηρακλής να παλεύει με τον θαλάσσιο Τρίτωνα, και στα δεξιά ένας τρισώματος δαίμονας. Αρχίζω σιγά-σιγά να βλέπω ότι μέσα στην επικράτεια του νόμου της ζούγκλας, όπου τα λιοντάρια κατασπαράζουν τον ταύρο, όπου δηλαδή ο πιο δυνατός κατασπαράζει τον πιο αδύνατο, αρχίζει δειλά-δειλά από τις άκρες να διακρίνεται η προσπάθεια του ανθρώπου να τιθασεύσει αυτές τις κτηνώδεις ανεξέλεγκτες δυνάμεις. Και να! Ο Ηρακλής τελικά καταφέρνει να βάλει κάτω τον Τρίτωνα (ο Τρίτων συμβολίζει το τέρας, άρα την Γη). 

Από την άλλη πλευρά έχω ένα τρισώματο δαίμονα που στο ένα χέρι κρατά ένα λουλούδι, στο άλλο ένα κανάτι και στο τρίτο ένα κεραυνό – τις φυσικές δυνάμεις δηλαδή. Καταλαβαίνω ότι εδώ απεικονίζεται η προσπάθεια του ανθρώπου να μπορέσει να κατανοήσει την ίδια του την φύση. Έτσι φτάνω ένα σκαλί πιο πάνω από αυτό που ήμουν πριν.

 

Πού, λοιπόν, στρέφεται ο άνθρωπος για να καταλάβει τον εαυτό του και τον κόσμο; Βλέπει και παρατηρεί τι γίνεται γύρω του. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά από τις άλλες θρησκείες. Και είναι μία πολύ σημαντική διαφορά. Σε όλες τις άλλες θρησκείες του κόσμου η αντίληψη και η συνείδηση που έχει ο άνθρωπος για τον κόσμο προέρχεται εξ αποκαλύψεως, δηλαδή από ένα θρησκειολογικό πλαίσιο που του αποκαλύφθηκε. 

Π.χ. ένας προφήτης είδε κάποιο όραμα κλπ. Και αυτό το παραλαμβάνουν οι κοινωνίες και το κωδικοποιούν σε θρησκεία. Η Ελληνική θρησκεία δεν προέκυψε έτσι. Γι’ αυτό έχουμε και την εμφάνιση της φιλοσοφίας. Αυτό δηλαδή που έκαναν οι Έλληνες είναι το εξής απλό πράγμα: Στράφηκαν προς την φύση τους και προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις μη λαμβάνοντας υπ’ όψη μία προϋπάρχουσα αποκαλυπτική αλήθεια, αλλά προσπαθώντας να την συγκροτήσουν.



Κι έτσι άρχισαν να παρατηρούν. Ένας έλεγε: γενεσιουργός δύναμη του σύμπαντος και του ανθρώπου είναι το νερό. Άλλος απαντούσε: όχι το νερό, αλλά ο αέρας. Όχι ο αέρας, αλλά η φωτιά ισχυριζόταν ένας τρίτος. Όχι, είναι και τα τέσσερα μαζί, λέει άλλος, και υπάρχουν στιγμές που τα τέσσερα ενώνονται ή που τα τέσσερα χωρίζονται. Πριν φθάσουμε στους κλασικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αριστοτέλη κλπ, οι οποίοι στράφηκαν στον άνθρωπο και στα παιχνίδια του μυαλού, είχαμε τους φυσικούς φιλοσόφους, τον Θαλή τον Μιλήσιο, τον Αναξίμανδρο, τον Αναξιμένη και άλλους, που πίστευαν ότι οι απαντήσεις βρίσκονται στην φύση. 

Και φθάνουμε στον Ηράκλειτο που μας λέει ότι όλα εναλλάσσονται, και στον Εμπεδοκλή που μας λέει ότι τελικά ότι ο κόσμος, δηλαδή οι άνθρωποι και η φύση είναι όλοι φτιαγμένοι από τέσσερα στοιχεία: τον αέρα, την γη, το νερό και την φωτιά, και αυτά τα στοιχεία δεν χάνονται ποτέ. Ό,τι δηλαδή μας λέει η σημερινή Χημεία. Διότι όλο το σύμπαν αποτελείται από στοιχεία που έλκονται και απωθούνται ταυτόχρονα. Έλκονται ψάχνοντας να βρουν το ταίρι τους (“φιλότητα” το λέει αυτό ο Εμπεδοκλής) και απωθούνται προσπαθώντας να αποκολληθούν (“νείκος“). Αυτές είναι οι δυνάμεις που καθορίζουν το σύμπαν.


Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από όλα αυτά είναι ότι οι άνθρωποι τον ΣΤ’ αιώνα, προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις. Σε ένα Χριστιανικό ναό τα θεία πρόσωπα σου επιβάλλουν ή υποβάλλουν ένα τρόπο συμπεριφοράς. Αντιθέτως, εδώ βλέπουμε την προσπάθεια του ανθρώπου να μπορέσει να αποκωδικοποιήσει μόνος του τα μυστικά που τον περιβάλλουν. Τι θέλει άραγε να μας πει αυτός ο τρισώματος δαίμονας που βλέπουμε στο αέτωμα του Εκατόμπεδου και που κρατάει τον κεραυνό που είναι η φωτιά, ένα αγγείο που είναι το νερό, και ένα λουλούδι που είναι το χώμα;  

Θέλει να μας ότι όντως ζούμε μέσα σε ένα ανεξέλεγκτο κόσμο ζούγκλας, όπου γίνονται κάθε είδους βιαιότητες, αλλά ο άνθρωπος, σαν τον Ηρακλή και τον τρισώματο δαίμονα, προσπαθεί αυτόν τον ανεξέλεγκτο κόσμο να τον τιθασεύσει. Και τα καταφέρνει. Και αυτός ο κόσμος τελικά, αν τον μελετήσω και τον κατανοήσω, έχει μέσα του και ανθρώπινα στοιχεία. Είναι περίπλοκος, αλλά εγώ, μελετώντας τον, μπορώ να τον κατανοήσω και να τον δομήσω.


Σε όλα τα έργα της εποχής εκείνης βλέπουμε λιοντάρια, βλέπουμε τέρατα. Το τέρας συμβολίζει το ένστικτο του ανθρώπου, το οποίο απεικονίζεται ως κακό, απλώς και μόνον διότι δεν το ελέγχουμε. Και δεν το ελέγχουμε διότι δεν είναι ορατό. Γι’ αυτό τα τέρατα απεικονίζονται ως πλάσματα που δεν υπάρχουν στην φύση. Άρα όπου βλέπουμε όλους αυτούς τους δαίμονες, είτε τους ζωγραφίζει ο Ιερώνυμος Μπος στα νεότερα χρόνια, ή τους κατασκευάζει ο αρχαίος γλύπτης του Εκατόμπεδου, η σημασία είναι πάντα η ίδια: Ότι υπάρχουν πράγματα που είναι αόρατα, αλλά δυνατά, έντονα κι επικίνδυνα, που μπορεί να με παρασύρουν επειδή δεν τα βλέπω για να τα ελέγξω, και όλα αυτά θα πρέπει με κάποιο τρόπο να τα διαχειριστώ.  

Ο βασικότερος στόχος της ζωής του ανθρώπου είναι κυρίως αυτός: Να μπορέσει να διαχειριστεί αυτόν τον σκοτεινό κόσμο. Και σιγά-σιγά, όσο περνάει ο χρόνος, η αίσθηση που έχουμε βλέποντας τα έργα της αρχαϊκής περιόδου, είναι ότι βαθμιαία υποχωρούν τα ζώα, τα κτήνη και τα ανεξέλεγκτα στοιχεία, και φθάνουμε στην λατρεία του Ανθρώπου.
 

Ο Εκατόμπεδος καταστράφηκε κάποια στιγμή και οι επόμενοι τύραννοι αποφάσισαν να χτίσουν ένα νέο ναό. Ο πρώτος ναός ήταν Πεισιστράτειος, ο δεύτερος προ-Κλεισθένειος και ο τρίτος Περίκλειος. Δεν σημαίνουν τίποτε αυτά, αλλά μας βοηθούν λίγο να τοποθετήσουμε χρονικά τα γεγονότα.

Προχωρώ, και στέκομαι μπροστά στο αέτωμα του δεύτερου ναού (όσο έχει σωθεί). Συνειδητοποιώ αμέσως ότι ανάμεσα στον πρώτο ναό (τον Εκατόμπεδο, του 570) και στον δεύτερο ναό (τον Προπαρθενώνα, του 490) υπάρχει μεγάλη διαφορά. Η διαφορά έγκειται στο ότι τα τέρατα έχουν πια χαθεί. Τι συνέβη;
 

Συνέβη ότι οι άνθρωποι άρχισαν να ελέγχουν την κατάσταση σε κάποιο βαθμό. Κι εδώ έχουμε πάλη, πόλεμο και βία. Αλλά δεν έχουμε ζωικά στοιχεία, δεν έχουμε κτηνώδη στοιχεία. Εδώ παλεύουν οι θεοί με τους τιτάνες και τους γίγαντες. Δηλαδή, κάποιες θεότητες που στόχευαν στο χάος ήρθαν σε σύγκρουση με τους ολύμπιους θεούς που επιδίωκαν να οργανώσουν με τάξη το σύμπαν.  

Το σύμπαν ήταν χαώδες και ανεξέλεγκτο, γεμάτο φόβους. Αυτούς τους φόβους η νηφαλιότητα των ολυμπίων θεών προσπάθησε να τους βάλει σε μια τάξη. Και γι’ αυτό οι ολύμπιοι θεοί (εν προκειμένω η Αθηνά) έρχονται να πολεμήσουν τους τιτάνες και τους γίγαντες. Η Αθηνά φέρει ένα πλεκτό με φίδια και έχει κρεμασμένο στο στήθος της το γοργόνειο.
 


Για να καταλάβουμε την απεικόνιση, ας δούμε στα γρήγορα τον σχετικό μύθο, ο οποίος έχει τεράστια σημασία για την κατανόηση της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας. Λέει λοιπόν ο μύθος ότι η θεά Αθηνά μαζί με τον Περσέα σκότωσαν την Μέδουσα. Τι έγινε όμως η Μέδουσα; Εξαφανίστηκε; Όχι, η Αθηνά την εγκολπώθηκε. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όταν σκοτώσεις κάτι που ούτως ή άλλως υπάρχει μέσα σου, δεν μπορείς να το εξαφανίσεις, μπορείς απλά να το εγκολπωθείς και να βρίσκεσαι σε μία διαρκή εγρήγορση για την διαχείρισή του. Τον φόβο μου δεν τον εξαφανίζω. 
 
Τον διαχειρίζομαι. Βρίσκω μηχανισμούς και τρόπους να τον διαχειρίζομαι. Η απεικόνιση της Αθηνάς μας λέει ότι σκοτώνοντας την Μέδουσα δεν σκότωσε και το ένστικτο, αλλά το κουβαλάει μέσα της. Και επειδή το κουβαλάει μέσα της, μπορεί και το διαχειρίζεται. Γι’ αυτό στο αέτωμα η Αθηνά φοράει ένα πλεκτό φτιαγμένο με φίδια, τα οποία αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις του ενστίκτου, της φύσης και της γης. Για τον ίδιο λόγο φοράει το γοργόνειο, για να μας πει ότι το εγκολπώθηκε. Αυτό, στην δική μας Χριστιανική κουλτούρα είναι εντελώς διαφορετικό. 


Ο δικός μας Θεός αντιπαρατίθεται στο κακό και το ακυρώνει. Οι αρχαίοι δεν πίστευαν ότι μπορούν να ακυρώσουν το κακό, αλλά να το τιθασεύσουν, να το εγκολπωθούν και να το διαχειριστούν. Σαν να ήξεραν πολύ βαθειά μέσα τους ότι οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις, τα ένστικτα και οι φόβοι δεν μπορούν ποτέ να εξαφανιστούν εντελώς.  

Για παράδειγμα, ο Απόλλων πήγε στους Δελφούς να σκοτώσει τον Πύθωνα. Αυτό απεικονίζεται στο αέτωμα του ναού των Δελφών. Τι συμβολίζει αυτό; Συμβολίζει την επικράτηση του ανθρώπου πάνω στο κτήνος, την επικράτηση του πνεύματος πάνω στην ύλη. Αλλά από τότε που τον σκότωσε, ονομάσθηκε Πύθιος Απόλλων. Τον φόνο που έκανε τον φέρει στο όνομά του.
 


Έτσι λοιπόν, στο αέτωμα του δεύτερου ναού έχουμε την μάχη ανάμεσα στου Θεούς και τους Γίγαντες. Δηλαδή, άλλη μια μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Μόνο που εδώ, το καλό και το κακό έχουν την ίδια όψη. Ανθρώπινη. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι πίσω στο 570 π.Χ. οι άνθρωποι είχαν κατορθώσει να διαχειριστούν ένα θέμα, λέγοντας: Εδώ ο άνθρωπος, εκεί το κτήνος. Και περνούν τα χρόνια και διαπιστώνουν ότι αυτός ο διαχωρισμός δεν ήταν και τόσο ασφαλής, διότι είδαν ότι και μέσα στον άνθρωπο υπάρχει το κτήνος, και ότι ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν πολλά κτήνη. 

Και ότι το κτήνος δεν είναι κάτι που φαίνεται πάντοτε εξωτερικά, αλλά μπορεί να βρίσκεται πίσω από την πολύ όμορφη όψη ενός ανθρώπου. Άρα περνάμε από ένα επίπεδο ορατής διαφοροποίησης μεταξύ ανθρώπου και κτήνους, σε ένα επίπεδο μη ορατής διαφοροποίησης, που έχει και αυτό την ανάγκη της διαχείρισής του.


Φαίνεται λοιπόν πια καθαρά η πορεία: Το 570 π.Χ. ο άνθρωπος θεωρεί ότι κατέκτησε το νόημα. Πιστεύει ότι ξέρει πλέον ποιοι είναι οι άνθρωποι και ποια τα ζώα, και όταν φτιάχνει το αέτωμα του Εκατόμπεδου, χρησιμοποιεί αυτές τις απεικονίσεις. Με την πάροδο των ετών όμως διαπιστώνει ότι το ζώο τελικά υπάρχει μέσα του και πρέπει να βρει τρόπο να το τιθασεύσει και να το διαχειριστεί, και το αέτωμα του Προπαρθενώνα το 490 π.Χ. αντανακλά αυτήν του την νέα ανησυχία.

Σύνδεσμος στην πηγή

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Το Κλήμα του Παυσανία





Ένα ζωντανό φυσικό μνημείο, μήκους 100 μέτρων και ηλικίας περίπου 3.000 ετών, βλασταίνει ακόμη και είναι η απόδειξη της ξακουστής ελληνικής  οινοπαραγωγής και αμπελοκαλλιέργειας που πηγάζει από την αρχαιότητα.

Το “Κλήμα του Παυσανία” βρίσκεται στον οικισμό Σελλά Παγκρατίου (56 χλμ.της οδού Τριπόλεως-Καλαβρύτων, στα σύνορα των νομών Αρκαδίας-Αχαΐας.
Το “Κλήμα” βοτανικά ανήκει στο είδος Vitis Vinifera Siluestris, άγρια άμπελος, από το οποίο εξελίχθηκε το υποείδος Vitis Vinifera Sativa, από το οποίο και προέρχονται οι σημερινές καλλιεργούμενες ποικιλίες αμπέλου.


O φημισμένος περιηγητής Παυσανίας, την άνοιξη του 172 μ.Χ επισκέφθηκε τη συγκεκριμένη περιοχή για να διαπιστώσει εάν ήταν πραγματικότητα η φήμη που είχε ακούσει ότι οι πέστροφες στον ποταμό Αροάνειο κελαηδούσαν  όπως το πουλί τσίχλα.



Ο Παυσανίας στο βιβλίο του “Αρκαδικά” αναφέρει ότι ευρισκόμενος κοντά στο συγκεκριμένο ποτάμι μέχρι τη δύση του ηλίου, είδε μεν τις πέστροφες αλλά δεν τις άκουσε να μιλάνε.

Τελικά, αυτό που πιθανότατα συνέβει είναι ότι κάποιος καλοφαγάς, ενθουσιασμένος με τις πέστροφες, είπε στον Παυσανία ότι κελαηδούν από νοστιμιά!

Σύμφωνα με την παράδοση, ευρισκόμενος λοιπόν για τον παραπάνω λόγο κοντά στο σημείο που είναι σήμερα το Κλήμα, φαίνεται ότι αναζήτησε τον ίσκιο του και οι κάτοικοι του χωριού, τον φιλοξένησαν παρατίθοντας του γεύμα με πέστροφες  και προσφέροντας του νερό από την παρακείμενη πηγή.
 
Το μέγεθος και η βλάστηση του Κλήματος του έκανε εντύπωση και συνέστησε στους κατοίκους να το προσέχουν και να το περιποιούνται. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κορμός του ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος αλλά στη διάρκεια της κατοχής οι Γερμανοί κατακτητές, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, έκοψαν ένα μεγάλο κομμάτι του κορμού του.



Έπειτα από ενέργειες του Συλλόγου Παγκρατιωτών Καλαβρυτινών, ο “Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος”, που ασχολείται με τη συντήρησή του, το Κλήμα του Παυσανία ανακηρύχθηκε Διατηρητέο Μνημείο της Φύσεως.
 
Μύθοι συνδέουν το “Κλήμα του Παυσανία” με άθλο του Ηρακλή, ο οποίος κυνηγούσε τη χρυσόκερο κερυνίτιδα έλαφο και έφτασε μέχρι το Κλήμα στο οποίο μπερδεύτηκαν τα μακριά μαλλιά της ελάφου και τη συνέλαβε και από εκεί προέκυψε και το όνομα της θέσης «Κυνηγάρι».


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος