Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Αριθμοί, σύμβολα ιδεών



 «Πάντα κατ’ αριθμό γίγνονται»

Πυθαγόρας




Σύμφωνα με το Φιλόλαο (Στοβαίου, Εκλ.Ι,8) η φύση των αριθμών είναι γνωμονική, ηγεμονική και διδασκαλική, δηλαδή διαλογιζόμενοι και μεταχειριζόμενοι τους αριθμούς ως σύμβολα δυνάμεθα να αποκτήσουμε συνείδηση εννοιών εκτός των ορίων του ανθρωπίνου επιστητού.

Ο Πλωτίνος (Εννεάδες) θεωρεί, ότι εκ του πλήθους των αντικειμένων ο νους αντιλαμβάνεται την ποσότητα, την ποιότητα και την κατηγορία των αριθμών που παράγουν τις έννοιες και τις ιδέες.

Ο Αριστοτέλης (Μεταφυσικά 1081) προβαίνει στην απόδειξη ότι οι ιδέες είναι αριθμοί: «ει δε μη εισίν αριθμοί αι ιδέαι ουδ’ όλως οιόν τε αυτάς είναι, εκ τίνων γαρ έσονται αρχών αι ιδέαι».

Ο Πλάτων (Τίμαιος) αναφέρει, ότι ο αριθμός είναι το αίτιο της Παγκόσμιας Αρμονίας και της παραγωγής των Πάντων.

Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί (Στοβαίος, ανθολ.), ότι ο Πυθαγόρας  επέδειξε μεγάλη σπουδή προς τους αριθμούς. Τις γεννήσεις των ζώων, τις περιόδους κινήσεως των αστέρων, επιπλέον και τους θεούς ανήγε σε αριθμούς.

Ο Συριανός, διδάσκαλος του Πρόκλου και διάδοχος της Πλατωνικής Ακαδημίας (Αριστοτ. Μεταφυσική ), σχολιάζει ότι οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν τους αριθμούς  ειδητικούς, ότι δηλαδή οι αριθμοί έχουν σημασία ενδεικτική του είδους, της ποιότητος και όχι μόνον της ποσότητος των όντων.

 Ποιός όμως εισήγαγε στην ανθρώπινη διανόηση τη δοξασία ότι  οι αριθμοί εκφράζουν ιδέες;

Ο Πρόκλος κάνει μνεία για τον «Ορφικόν ύμνον εις τους αριθμούς» (Προκλ. εις Πλατωνος Πολιτεία  ΙΙ 169,25) του οποίου ελάχιστα αποσπάσματα σώζονται σε διάφορους συγγραφείς. Όπως δε φαίνεται από τα σχόλια των συγγραφέων,  πρώτος ο Ορφεύς  αντιστοίχισε νοητές αρχές και αριθμούς αναγνωρίζοντας ότι με τους αριθμούς και τις ιδιότητές τους μπορεί να εκφράσει τις άρρητες πνευματικές αρχές.

Ο Συριανός γράφει χαρακτηριστικά, ότι οι  Πυθαγόρειοι παρέλαβαν από τον Ορφέα τις θεολογικές  αρχές των νοητών και νοερών αριθμών, τις επεξέτειναν στο μέγιστο και εξέφρασαν την κυριαρχία τους μέχρι και στα αισθητά αντικείμενα, είχαν δε πρόχειρο το απόφθεγμα «τα πάντα μοιάζουν σε αριθμό».

Ο Νεοπλατωνικός Ιάμβλιχος, στο πλήρες και συνοπτικό σύγγραμμά τους  «Θεολογούμενα της Αριθμητικής», αποκαλύπτει τη μυστική σημασία των αριθμών.

Ερευνώντας κάποιος τους αρχαίους συγγραφείς για τη σημασία των αριθμών από το 1 έως το 10 καταγράφει τα εξής:



Μονάς   (εκ του μένειν)



Κατά τον Ιωάννη τον Λυδό, ο Ορφεύς, αποκαλεί τον αριθμό 1 Αγυιέα δηλαδή αδιαίρετον. Αγυιεύς, ήταν ένα από τα επίθετα του Απόλλωνος.

Επίσης ο Π.λούταρχος και ο Πλωτίνος αναφέρουν ότι ο Πυθαγόρας ονόμαζε τη μονάδα Απόλλωνα.

Ακόμη ο Ιωάννης ο Λυδός αναφέρει, ότι ο Πυθαγόρας αποκαλούσε τη Μονάδα Υπεριονίδη, επίθετο και αυτό του Απόλλωνα.

Ο Νικόμαχος ο Γερασηνός διαβεβαιώνει, ότι ο θεός προσαρμόζεται προς τη Μονάδα, διότι υπάρχουν εν σπέρματι όλα τα όντα στη Φύση όπως αυτή στον Αριθμό.

Ο Φώτιος (κατά Νικομάχου) μας πληροφορεί, ότι οι Πυθαγόρειοι τη Μονάδα την αποκαλούσαν Νου.

Ο Αριστοτέλης και ο Αρχύτας την ονόμαζαν αρενόθηλυ, ο Ιάμβλιχος αίτιο της αλήθειας, ο Πρόκλος (Πλατ.
Θεολογία) την ονόμαζε Ζεύς, ενώ ο Εμπεδοκλής, ο Παρμενίδης και ο Σιμπλίκιος (Περί Ουρανού), Εστίαν ή πυρ εν τω κέντρω της Γής.

Τέλος , ο Ησύχιος αποκαλεί τη Μονάδα Πολυώνυμο, δηλαδή ότι είναι τα πάντα προ των πάντων.



Δυάς  (εκ του διιέναι, δηλαδή διαπερνάν και εκ του διαπορεύεσθαι δηλαδή διαβαίνειν)



Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι ο Πυθαγόρας την αποκαλούσε Άρτεμις.

Ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ανατόλιος, διδάσκαλος του Ιάμβλιχου τη Δυάδα ονόμαζε κίνηση, γένεση, μεταβολή, διαίρεση.

Ο Πλάτων (Θεαίτητος) την ονόμαζε ύλη.

Ο Ιάμβλιχος Φύση, ο Νικόμαχος αίτιο της ανομοιότητος, ο Σιμπλίκιος χάος, ο Πρόκλος έρως.

Τέλος ο Συριανός αναφέρεται, ότι οι Πυθαγόρειοι αποκαλούσαν τη Δυάδα, Τόλμη, επειδή πρώτα αυτή αποχωρίσθη
  από τη Μονάδα.



Τριάς



Κατά τον Πλούταρχο, οι Πυθαγόρειοι παρομοίαζαν την Τριάδα με τον Άρη.

Ο Ερμείας (Ερμείας εις Πλατ. Φαίδρον), τον ονόμαζε τέλειο αριθμό διότι η Τριάς περιλαμβάνει την αρχή, το μέσο και το τέλος.

Ο Ιωάννης ο Λυδός θεωρούσε, ότι η Τριάς άρχει δε όλους τους αριθμούς, φέροντας ως παράδειγμα την Ορφική αντίληψη για τις τρεις πρώτες αρχές της γεννήσεως, δηλαδή το ουράνιο, το επίγειο και εκείνο που υπάρχει μεταξύ τους.

Κατά τον Ανατόλιο επίσης είναι ο πρώτος τέλειος αριθμός και ονόμαζε την Τριάδα, πλήρης.

Κατά το Νικόμαχο η Τριάδα εκφράζει τη φιλία, την ειρήνη, την αρμονία, την ομόνοια και το γάμο, ενώ κατά τον Ιάμβλιχο, τη φρόνηση και τη σύνεση.

Ο Φώτιος (κατά Νικομάχου) αναφέρεται, ότι οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν την Τριάδα την αιτία της συμβουλής, της νόησης, της γέννησης, ως διδασκάλισσα της μουσικής, και ως διδάσκουσα τη γεωμετρία και την αστρονομία.

Ο Αριστοτέλης θεωρεί (Περί Ουρανού), ότι η Τριάς είναι το αίτιον της αναλογίας διότι εκφράζει την αρχή, το μέσον και το τέλος.

Τέλος ο Πρόκλος αποκαλεί την Τριάδα, «τον πρώτο ενεργεία περιττό αριθμό» διότι ο αριθμός αυξάνεται περισσότερο δια πολλαπλασιασμού ή δια προσθέσεως.



Τετράς



Κατά τον Πλούταρχο, αναπαραστά τον Ερμή, ενώ Πρόκλος (Προκλ. εις Πολιτ.) ονομάζει το θεό τετραυγέα, τετρακέρατον. 

Ο Ερμείας αναφέρει, ότι ο Φάνης είναι Τετράς, ενώ ο Ορφέας θεωρεί ότι είναι το αίτιο της δημιουργίας. Ο Ολυμπιόδωρος επισφραγγίζει την αντίληψη αυτή με την αναφορά του στα τέσσερα στοιχεία, πυρ, αήρ, ύδωρ και γη (Ολυμπ.εις Πλατ.Φαιδ.).

Στη συνέχεια ο Αριστοτέλης διέκρινε τα τέσσερα παράγωγά τους, δηλαδή, το θερμό, το ψυχρό, το υγρό και το ξηρό.

Ο Πυθαγόρας (Περί Θεών), αντιλαμβάνεται τέσσερις κλίμακες προς τη κατάκτηση της σοφίας: την αριθμητική, τη φυσική, τη γεωμετρία και την αστρονομία.

Ο Εμπεδοκλής και ο Πυθαγόρας θεωρούσαν ιερή την Τετρακτύ διότι προστιθέμενη οι τέσσερεις πρώτοι αριθμοί 1+2+3+4 αθροίζουν τη Δεκάδα.

Ο Ιάμβλιχος παρατηρεί τις τέσσερεις εποχές του έτους, τις  τέσσερεις βασικές αρετές και τους τέσσερεις ορίζοντες, ενώ ο Φιλόλαος (Περί Φύσεως) αναφέρει τις τέσσερεις αρχές του λογικού Ζώου, ήτοι τον εγκέφαλο, την καρδιά, τον ομφαλό και το γεννητικό όργανο.

Οι Πυθαγόρειοι  ακόμα ονόμαζαν την Τετράδα, Κλειδούχο της Φύσεως, ο Ανατόλιος Δικαιοσύνη και ο Ιπποκράτης θεωρούσε, ότι η Τετράς μαζί με την Επτάδα συμμετέχουν σε όλη την κίνηση του Σύμπαντος.



Πεντάς



Κατά τον Πλούταρχο αναπαριστά το θεό Δία.

Κατά τον Πλάτωνα πέντε είναι το
  στερεά σχήματα: η πυραμίς, ο κύβος, το οκτάεδρο, το δωδεκάεδρο και το εικοσάεδρο.

Κατά τον Ανατόλιο η Πεντάς πρώτη περιέλαβε τις αρχέτυπες μορφές όλων των αριθμών, δηλαδή του 2 τον πρώτο άρτιο και του 3 του πρώτου περιττού.

Ο Νικόμαχος ο Γερασηνός αποκάλεσε τη Πεντάδα πρόνοια, ενώ ο Ιάμβλιχος νέμεσις.

Ο Μέγυλλος στο (Περί Αριθμών) έργο του ονομάζει την Πεντάδα τροποποίηση και αφιλονεικία.

Τέλος, πέντε είναι οι πλανήτες εκτός του Ήλιου και της Σελήνης, πέντε τα δάκτυλα, πέντε οι αισθήσεις (όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση και αφή) και πέντε οι παράλληλοι κύκλοι στον ουρανό, ήτοι ο ισημερινός, ο θερινός, ο χειμερινός, ο αρκτικός και ο ανταρκτικός.



Εξάς



Κατά τον Πλούταρχο την Εξάδα ο Πυθαγόρας την ονόμαζε Αφροδίτη, ωραιότητα και αρμονία.

Κατά τον Ιάμβλιχο, οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν την Εξάδα Ολομέλεια όπως και ο Ορφεύς, επειδή, το παν καθ’ ολοκληρία σύμφωνα με αυτήν έχει διαμερισθεί και αρμονικά υπάρχει.

Επίσης ο Πυθαγόρας την αποκαλούσε ένωση και ο Ορφεύς (σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Λυδό) «γεννού ίλεως ένδοξε αριθμέ, πατέρα θεών, πατέρα ανθρώπων».

O Ανατόλιος θεωρεί την Εξάδα τον πρώτο τέλειο αριθμό, διότι μετρείται δια των μερών της, εφ’ όσον αποτελείται από τη μονάδα, τη δυάδα και την τριάδα.
    
Τέλος, ο Πλάτων και ο Αρισταίος ο Πυθαγόρειος συσχέτιζαν την εξάδα με τη ψυχή και την αρμονία.

           

Επτάς



Κατά τον Πλούταρχο οι Πυθαγόρειοι απεικόνιζαν στην Επτάδα την Αθηνά.

Ο Νικόμαχος ο Γερασινός την ονόμαζε Αγέλη δηλαδή ομάς, ο Ιάμβλιχος ως σεβασμία, από τη σεπτάδα.

Ο Πρόκλος (Προκλ. εις Πλατ.
Τιμ) αναφέρει, ότι «η Μονάς και η Επτάς είναι νοεροί αριθμοί και η μεν Μονάς είναι ακριβώς  ο νούς, η δε Επτάς είναι το φως του νου. Γι αυτό και ο νους του Κόσμου είναι «μοναδικός και εβδομαδικός», όπως λέγει ο Ορφεύς. 

Ο Ανατόλιος ονομάζει τον Επτά Αμήτωρ γιατί δεν προκύπτει εκ του διαπλασιασμού ή πολλαπλασιαμού άλλου αριθμού.

Ο Ιάμβλιχος τον ονομάζει παρθένο και τελεσφόρο.

Ο Ιπποκράτης αναφέρει τις επτά περιόδους
  της ζωής του ανθρώπου: νήπιο, παιδί, έφηβος, νέος, ενήλικος, μεσήλικας και γέρων.
Επτά είναι οι μέρες της εβδομάδος. Επτά οι κινήσεις: πάνω, κάτω, εμπρός, πίσω, δεξιά, αριστερά και κυκλικά. Επτά οπές έχει το ανθρώπινο σώμα: 2 οθφαλμοί, 2 ώτα, 2 ρώθωνες και στόμα. Επτά είναι τα φωνήεντα της αλφαβήτου κ.λ.π.

Ιδιαιτέρως, σε θέματα ιατρικής είχαν ασχοληθεί με πολλές Επτάδες στο ανθρώπινο σώμα ο Ιπποκράτης, ο Στράτων ο Περιπατητικός και ο Διοκλής ο Καρύστιος.
Για τους Πυθαγόρειους ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο αριθμός 28 που του αποκαλούσαν τέλειο γιατί είναι το άθροισμα των αριθμών από το 1 έως το 7, αλλά και πολλαπλάσιος του 7.

Το ενδιαφέρον εγίνετο μεγαλύτερο με τη περίοδο της Σελήνης που αποτελείται από 28 ημέρες και από τις τέσσερις φάσεις της, που η κάθε μία διαρκεί 7 ημέρες (4Χ7=28).



Οκτάς



Κατά τον Πλούταρχο οι Πυθαγόρειοι καλούσαν τον 8, Ασφάλειος Ποσειδών.

Επίσης κατά τον Ιάμβλιχο η οκτάδα εκφράζει την ασφάλεια και κατά το Φιλόλαο τον έρωτα, τη φιλία, τη σκέψη και τη φαντασία.

Άξιον σημειώσεως είναι οι παρατηρήσει για τις 8 σφαίρες του Αλεξανδρινού αστροφυσικού και μαθηματικού Ερατοσθένη.



Εννεάς



Κατά τον Πλούταρχο οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν την Εννεάδα Περσεφόνη.

Κατά τον Ιάμβλιχο, ο Ορφεύς και Πυθαγόρας την ονόμαζαν Κουρήτιδα ή Κόρη.

Επίσης ο Πρόκλος συσχετίζει την Εννεάδα με την Κουρητική Τάξη (Προκλ. θεολοφ.
Πλάτων).
           
Ο Εννέα είναι ο μεγαλύτερος εντός της δεκάδος αριθμός και το τέλος μιας σειράς.
Η λέξη ετυμολογικώς φαίνεται ότι αναφέρεται στην ενάδα (μονάδα) διότι συμπάσχει,  με αυτήν και κρατεί το άλλο άκρο (της δεκάδος), έτσι έχει ονομασθεί εννεάς ως εάν να είναι ενάς κατά παραγωγή από τον 1 εντός του οποίου ενός, τα πάντα περιέχονται.

Ενδιαφέρον είναι
  ότι οι Μούσες ήταν εννέα.



Δεκάς



Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι ο Πυθαγόρας αποκαλούσε τη Δεκάδα Παντέλεια.

Κατά τον Ιάμβλιχο (Θεολ.Αριθ.), οι Πυθαγόρειοι την ονόμαζαν Κόσμο, Ουρανό, Πάνα, Ειμαρμένη, Αιώνα, Κράτος, Ανάγκη κ.λ.π.

Κατά τον Ανατόλιο ονομάζεται κράτος και παντέλεια, διότι ο 10 περιέχει μέσα του πάσα δύναμη τόσο του άρτιου, όσο και του περιττού αριθμού, γιατί ο 10 γεννάται κατόπιν πολλαπλασιασμού αρτίου και περιττού αριθμού δηλαδή 2Χ5=10.
           
Ο Συριανός (Συριαν. εις Αριστ. Μεταφ.) παραθέτει τον «Ορφικό ύμνο για τον αριθμό» που αναφέρεται στη Δεκάδα και τη σχέση της με τη Μονάδα και την Τετράδα που αξίζει να αναφερθεί:
  «από το άδυτο της αμίαντης μονάδος μπορεί κανείς να φτάσει στην πανίερη τετράδα, η οποία γέννησε τη μητέρα των πάντων που δέχεται τα πάντα, τη σεβαστή που έθεσε όρια περί τα πάντα, την αμετάτρεπτη και ακαταπόνητη, Δεκάδα ιερή αποκαλούν αυτή και οι αθάνατοι θεοί και οι γεννημένοι στη γη άνθρωποι».

Ο τρόπος με τον οποίο προκύπτει η Δεκάς από την Τετράδα δεν είναι άλλος από το άθροισμα 1+2+3+4=10, την ιερή τετρακτύ, των Πυθαγορείων, η οποία είναι Ορφικής προελεύσεως.

 Η σημασία της δεκάδος είναι γνωστή ως η βάση του αριθμητικού μας συστήματος.
Φαίνεται δε ότι το δεκαδικό σύστημα ακολουθούσαν και οι Ορφικοί, γιατί λέγεται πως ο Ορφέας ονόμαζε τη Δεκάδα «κλαδούχον», γιατί ως κλάδοι οι αριθμοί φυτρώνουν από αυτήν.


Ανακεφαλαιώνοντας



  • Η Μονάς είναι ο Θεός, ο Νους, η Ενέργεια από την οποία προήλθε το παν.

  • Η Δυάς είναι η Ύλη αποτελούμενη από ύδωρ και γη, συμβολίζει δε την αντίθεση.

  • Η Τριάς είναι ο Χρόνος, ήτοι το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον και ο νόμος τη εκδηλώσεως.

  • Η Τετράς είναι ο Χώρος και ο Νόμος (η τάξη ή το θεμέλιο) του Κόσμου.

  • Το Πέντε συμβολίζει τη Ζωή στα έμβια όντα.

  • Το Έξη συμβολίζει τη Ψυχή στον ουρανό και επίγειο κόσμο.

  • Το Επτά παριστά το Νόμο της αναπτύξεως ή εξελίξεως.

  • Το Οκτώ συμβολίζει τον Ισορροπία.

  • Το Εννέα τον Περιορισμό και την Τελείωση.

  • Το Δέκα την Επανένωση και την Ολοκλήρωση.


Φίλοι μου, η λέξη αριθμός προέρχεται από το ρήμα αραρίσκω που σημαίνει συναρμόζω. Ως ερευνητής του θέματος αυτού, κατερχόμενος στις αρχαίες πηγές προσπάθησα να συναρμόσω τους αρχαίους συγγραφείς για τη μυστική σημασία των αριθμών η οποία θεωρεί:Ότι οι αριθμοί αποτελούν το θεμέλιο κάθε γνώσης για την γένεση και ανάπτυξη των όντων, καθώς και το κλειδί για την κατανόηση του Κόσμου, που «εγένετο κατ’ αριθμό» και όχι «υπό τον αριθμό», σύμφωνα με τον Πυθαγόρα.



Ο δε Υιός της Καλλιόπης στο Όρος Παγγαίον είπε: «Η ουσία του αριθμού είναι μεν αρχή προνοούσα για ολόκληρο τον Ουρανό και τη Γη και τη μεταξύ τους φύση, Επιπλέον δε και η απαρχή της υπάρξεως και των θείων και των θεών και των δαιμόνων». (Ιαμβλ. Βιος Πυθαγ. 146-147.44,Τ.249).

Συντάκτης: Κ.Η.



Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Οι Γρύπες στην Μυθολογία



Ο Γρύπας ήταν τέρας της Ελληνικής μυθολογίας. Είχε σώμα λιονταριού ή αλόγου, κεφάλι και φτερά αετού. Επίσης σε μερικές αναπαραστάσεις του φαίνεται πως έχει και ουρά φιδιού.
Ο  Γρύπας συμβολίζει τον ήλιο, τον ουρανό, το φως της αυγής που γίνεται χρυσαφένιο, Επίσης, συμβολίζει τις δυνάμεις του αετού και του λιονταριού. ‘Όταν εμφανίζεται ως φύλακας θησαυρών σχετίζεται με την επαγρύπνηση και εκδίκηση. Στην Ανατολή ο Γρύπας συμβολίζει την σοφία και την φώτιση. Στην Ελλάδα ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα σαν ηλιακό σύμβολο, στην Αθηνά σαν σοφία και στην Νέμεση σαν εκδίκηση.

Ο μύθος του θεωρείται ότι προέρχεται από την Μεσοποταμία. Πιθανότατα η γέννηση του μύθου ανάγεται στην εποχή της πρώτης ανακάλυψης απολιθωμάτων δεινοσαύρων από τον προϊστορικό άνθρωπο. Η ράχη του ήταν σκεπασμένη με φτερά και τα νύχια στα λιονταρίσια πόδια του ήταν δυνατά και γαμψά σαν του αετού. Είναι ένα φτερωτό θηρίο με κεφάλι και νύχια αετού και σώμα λιονταριού ή αλόγου.  Ο αρσενικός Γρύπας δεν έχει φτερά σε αντίθεση με το θηλυκό.

Στην Εραλδική τέχνη εμφανίζεται δίχως φτερά. Συμβολίζει τον ήλιο, τον ουρανό, το φως της αυγής που γίνεται χρυσαφένιο. Επίσης, συμβολίζει τις δυνάμεις του αετού και του λιονταριού. ‘Όταν εμφανίζεται ως φύλακας θησαυρών σχετίζεται με την επαγρύπνηση και εκδίκηση. Στην Ανατολή ο Γρύπας συμβολίζει την σοφία και την φώτιση. Στην Ελλάδα ήταν αφιερωμένος στονΑπόλλωνα σαν ηλιακό σύμβολο, στην Αθηνά σαν σοφία και στην Νέμεση σαν εκδίκηση.

Οι γρύπες του σφραγιστικού δακτύλιου της αρχαίας Άνθειας είναι ιππόγρυπες.
Ο Ιππόγρυπας είναι μισός άλογο και μισός Γρύπας. Τα φτερά του, τα μπροστινά του πόδια το κεφάλι και το ράμφος του ήταν σαν ενός Γρύπα. Ενώ σ’ όλα τ’ άλλα έμοιαζε με άλογο. ‘Οπως τα φτερωτά άλογα του Απόλλωνα, έτσι και ο Ιππόγρυπας είναι ηλιακό σύμβολο.Τον συναντάμε σε πολλές μυθολογίες. Το συναντάμε στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία & την Ελλάδα. Στην Αίγυπτο ήταν η προσωποποίηση του Ήλιου. Το μεσαίωνα ο ιππόγρυπας ήταν σύμβολο της αδυναμίας.

Σε Σκυθικά στολίδια έχουν βρεθεί ιππόγρυπες να επιτίθονται σε άλογα.
Σύμφωνα με το μύθο, οι Αριμασποί βρίσκονται σε συνεχή πάλη με τους γρύπες για το χρυσό. Η χώρα στην οποία ο Αριστέας και ο Ηρόδοτος τοποθετούν τους Αριμασπούς αναφέρεται αόριστα ως βορράς της Ευρώπης, στην άκρη της Οικουμένης, ενώ η μεταγενέστερη γραμματεία τούς τοποθετεί πέραν των Ριπαίων ορέων, στην Ασία.

Για τον Ηρόδοτο, παρόλο που εκφράζει την επιφύλαξή του ως προς το να ήταν μονόφθαλμα όντα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για πραγματικές φυλές.  Με παρόμοιο τρόπο τούς αντιμετωπίζει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ενώ στα σχόλια στον Πίνδαρο βρίσκουμε και το όνομα του βασιλιά-γενάρχη τους, του Αριμασπού. Ο Ευστάθιος, για τον οποίο οι Αριμασποί είναι «έθνος σκυθικόν», προσπαθεί με λογικό τρόπο να εξηγήσει τη μονοφθαλμία τους, συσχετίζοντάς τη με την εξάσκηση στην τοξοβολία, η οποία τους αναγκάζει να κλίνουν το ένα τους μάτι για να στοχεύσουν. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Διονύσιος ο Περιηγητής τούς ονομάζει «αρειμανείς» ή «αρειμανίους». Ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος τους η ελληνική και η λατινική γραμματεία επαναλαμβάνουν τις πληροφορίες του Ηροδότου, προσθέτοντας ενίοτε σε αυτές κάποιες καθαρά διακοσμητικές λεπτομέρειες.

                                             Οι γρύπες στη λογοτεχνία και την τέχνη  


Τη μορφή του γρύπα την επεξεργάστηκαν στην αρχαία Ελλάδα τόσο λογοτεχνικά όσο και εικαστικά. Ξεκινώντας από την πρώτη αναφορά τους από τον Αριστέα, στη διάρκεια της Αρχαιότητας οι γρύπες μετατράπηκαν σε εχθρικά προς τους ανθρώπους τέρατα, τα οποία διέθεταν σώμα λέοντος ή ίππου και κεφαλή και φτερά αετού.

Αρκετά περίπλοκη είναι και η εικαστική εξέλιξη του γρύπα. Θεωρείται ότι η μορφή του εμφανίστηκε στην Ανατολή. Στην Ελλάδα ο γρύπας, ως ον που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά πτηνού και τετράποδου ζώου, εμφανίστηκε κατά την Κρητομινωική περίοδο και είναι γνωστός από τις παραστάσεις από την Κνωσό την Πύλο και την Άνθεια. Όμως οι παραστάσεις των κρητομινωικών γρυπών και των ιππογρυπών της Άνθειας είναι αρκετά διαφορετικές από τις παραστάσεις τους στην αρχαϊκή και την κλασική τέχνη.

Ένας νέος τύπος γρύπα εισήχθηκε στην ελληνική τέχνη στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. από τη Μέση Ανατολή, αρχικά στα νησιά του Αιγαίου και από εκεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Σε αυτόν ανήκουν οι αρχαϊκές χάλκινες προτομές γρύπα και οι πολυάριθμες σχετικές παραστάσεις του στη γραπτή κεραμική της ανατολίζουσας τεχνοτροπίας, στα νομίσματα και σε έργα μικροπλαστικής. 
Οι αρχαϊκοί γρύπες έχουν ανοιχτό ράμφος, χαίτη και κέρας και μόνο στα Κλασικά χρόνια διαμορφώνεται ο συνήθης σε εμάς τύπος γρύπα, με ρεαλιστική απόδοση των χαρακτηριστικών αετού και λέοντα. Η μορφή του γίνεται σταθερό θέμα πολλαπλών παραστάσεων στα έργα τέχνης, στη γλυπτική, στα νομίσματα, σε διάφορα άλλα αντικείμενα και στα γραπτά αγγεία. Ιδιαίτερα συχνά συναντάμε το γρύπα σε παραστάσεις στα αττικά αγγεία της λεγόμενης τεχνοτροπίας του Κερτς, κυρίως του 4ου αι. π.Χ., όπου συνήθως συνοδεύει τις παραστάσεις Αμαζόνων, του Απόλλωνα και του Διονύσου.


Οι γρύπες ως μυθολογικό στοιχείο


Η ελληνική μυθολογία συνδέει τους γρύπες με διάφορους θεούς. Στον Αισχύλο είναι τα σκυλιά του Δία, στο Νόννο είναι τα ζώα της Νέμεσης, ενώ στα έργα τέχνης ο γρύπας συχνά συνδέεται με το Διόνυσο.  Αλλά ισχυρότερη είναι η σχέση του γρύπα με τον Απόλλωνα, με τον οποίο συνδέεται μέσω του δηλιακού μύθου για τους Υπερβορείους. Είναι οι γρύπες που φέρουν την άμαξα του θεού κατά το ταξίδι του προς τους Υπερβορείους. Έτσι και οιιππόγρυπες του σφραγιστικού δακτυλίου φέρουν την άμαξα των θεοτήτων της Άνθειας.  Ως επιφάνειος ο Απόλλωνας καλπάζει πάνω σε γρύπα. Στην αρχαία Ελλάδα ο γρύπας νοούνταν ως ηλιακό σύμβολο, αλλά η σχέση του με τον ορυκτό χρυσό τού προσδίδει χθόνια χαρακτηριστικά.

Εξαιρετικά δημοφιλείς ήταν οι παραστάσεις των γρύπων στη Σκυθία, όπου η μορφή τους έφτασε μέσω δύο οδών· από την Ανατολή  και από τις ελληνικές αποικίες του βορείου Ευξείνου. Οι γρύπες αποδείχθηκαν στενά συνδεδεμένοι με τη σκυθική μυθολογία, όπου αντιπροσώπευαν το χθόνιο στοιχείο.



Ξεκινώντας από τον 5ο αι. π.Χ., η εικαστική μορφή του γρύπα στην αρχαία ελληνική τέχνη συχνά συνδέεται με τους Αριμασπούς και κατά τον 4ο αι. π.Χ. η πάλη τους γίνεται σταθερό θέμα της αττικής αγγειογραφίας στα αγγεία της τεχνοτροπίας του Κερτς. Στους συγγραφείς συναντάμε μια παράλληλη εκδοχή του μύθου για τους Αριμασπούς και τους γρύπες. Πρόκειται για την ιστορία για τα μυρμήγκια, από τα οποία οι Ινδοί κλέβουν το χρυσό. Στον Κτησία τα μυρμήγκια μετατρέπονται σε γρύπες και σε ολοκληρωμένη μορφή στο Σολινό. Ο μύθος αυτός θυμίζει πλέον έντονα την εκδοχή με τους Αριμασπούς. Οι ίδιοι οι αρχαίοι παρατηρούσαν αυτή την ομοιότητα.



Η ερμηνεία του μύθου της πάλης των Αριμασπών με τους γρύπες είναι εξαιρετικά δύσκολη. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίζεται ως λογοτεχνικό θέμα, όπου οι ήρωες τοποθετούνται σε άγνωστα μέρη της γης και χάρη της μυθοπλαστικής φαντασίας αποκτούν φανταστικά χαρακτηριστικά. Όπως συμβαίνει πολλές φορές, και αυτός ο μύθος μπορεί να βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία.

Έτσι, μερικοί ερευνητές τον ερμηνεύουν κυριολεκτικά και πιστεύουν ότι πίσω από τις φανταστικές λεπτομέρειες κρύβεται ένας πραγματικός αρχαίος λαός, οι Αριμασποί. Υπάρχει και η άποψη ότι και οι αναφερόμενοι από τον Αριστέα και τον Ηρόδοτο γρύπες ήταν όχι φανταστικά όντα αλλά η ονομασία ενός αρχαίου λαού, που, λόγω της ομοιότητας του μύθου για τους γρύπες του βορρά και της Ινδίας, μετατράπηκε στη λογοτεχνική παράδοση σε φανταστικά τέρατα.

Οι άκρως αόριστες πληροφορίες για τον τόπο κατοικίας των Αριμασπών επιτρέπουν στους ερευνητές να τους τοποθετούν σε διάφορες περιοχές, ανάμεσα στα Ουράλια όρη και το Αλτάι στη Σιβηρία, δηλαδή στην περιοχή όπου κατοικούσαν σιβηροσκυθικές φυλές. Γι’ αυτό το λόγο και η ονομασία Αριμασποί ερμηνεύεται ως προερχόμενη από το
 αρχαιοϊρανικό aspa, που σημαίνει ίππος.



Άλλη άποψη υπογραμμίζει πρωτίστως το μυθικό στοιχείο του μοτίβου και βλέπει εδώ τη μεταφορά στην αρχαία ελληνική παράδοση ενός στοιχείου της σκυθικής ή, μέσω αυτής, μιας αρχαιότερης μυθολογικής παράδοσης. Οι γρύπες, με βάση την ανάλυσή τους στα έργα της σκυθικής τέχνης, ερμηνεύονται ως η προσωποποίηση του επέκεινα κόσμου.

Η δε πάλη των Αριμασπών με τους γρύπες σε αυτή την περίπτωση αποκτά έννοια συμβολική, εκφράζοντας την ιδέα των εμποδίων που συναντάει η ψυχή στο δρόμο προς το βασίλειο των νεκρών ή την πάλη του Άνω και του Κάτω Κόσμου για την κατοχή της θεϊκής ύλης, η οποία αντιπροσωπεύεται από το χρυσό. 

Οι
 Αριμασποί νοούνται ως οι φύλακες των συνόρων της χώρας της ευδαιμονίας. Να θυμηθούμε ότι οι Αριμασποί του Αριστέα και του Ηροδότου ήταν γείτονες των Υπερβορείων, ενός εξιδανικευμένου λαού, συνδεδεμένου στην ελληνική μυθολογική παράδοση, μέσω του Απόλλωνα, με τη λατρεία του Ηλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Απόλλωνας κάνει το ταξίδι του στη χώρα τους πετώντας πάνω σε γρύπα, ένα δαμασμένο τέρας του κόσμου των νεκρών.

Όποια ερμηνεία του θέματος κι αν επιλέξουμε, την κυριολεκτική ή την καθαρά μυθολογική, και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα στοιχείο που τις ενώνει. Ο μύθος για την πάλη των Αριμασπών με τους γρύπες αντανακλά τις μυθολογικές αντιλήψεις των αρχαίων ιρανόφωνων φυλών της Ασίας και του βορείου Ευξείνου, οι οποίες εισήχθηκαν στην ελληνική κοσμολογία και την εικαστική παράδοση μετά τη γνωριμία των Ελλήνων με το σκυθικό κόσμο.

Το ταξίδι του Μεγάλου Αλέξανδρου στους ουρανούς(απεικόνιση στη Pala d’ Oro)Ο Μέγας Αλέξανδρος ταξιδεύει στους ουρανούς με τη βοήθεια δύο γρυπών. Παράσταση στην Pala d' Oro
Ο Μέγας Αλέξανδρος ταξιδεύει στους ουρανούς με τη βοήθεια δύο γρυπών. Παράσταση στην Pala d’ Oro


Η Pala d’ Oro φέρει και παράσταση ανθρώπου που φορά βασιλικό στέμμα ανάμεσα σε δύο γρύπες και που δεν είναι τίποτα άλλο παρά αναπαράσταση του φανταστικού ταξιδιού του μεγάλου Αλέξανδρου στους ουρανούς, όπως αυτό έχει περιγραφεί στο Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου του Ψευδο-Καλλισθένη.Σύμφωνα με μία από τις περιγραφές αυτών των φανταστικών περιπετειών του, ο Αλέξανδρος κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη χώρα των Μακάρων επιχείρησε να εξερευνήσει τους ουρανούς και για τον σκοπό αυτόν διέταξε να συλλάβουν δύο τεράστια όρνεα της περιοχής (γρύπες) τα οποία:

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και  πετάει στον ουρανό

Απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και να πετάει στον ουρανό

4
απεικόνιση του Αλέξανδρου να πετάει στον ουρανό

“… προσέταξεν μη φαγείν βρώματα μέχρι τριών ημερών· τη δε τρίτη ημέρα προσέταξε κατασκευασθήναι ξύλον όμοιον ζυγώ και τούτο προσδεθήναι εν τοις τραχήλοις αυτών. Είτα ελθών αυτός εν τω μέσω του ζυγού εκράτησε το δόρυ ωσεί πήχυν το μήκος, έχον επάνω ήπαρ. Ευθύς ουν αναπτάντα τα όρνεα του φαγείν το ήπαρ, ανήλθε μετ’ αυτών ο Αλέξανδρος εν τω αέρι εις ύψος. Πάνυ δε έτρεμε διά την του αέρος ψυχρότητα την εκ των ορνέων εκείνων γεγενήμενην. Είτ’ ευθύς συναντά αυτόν πετεινόν ανθρωπόμορφον, και λέγει αυτώ: Αλέξανδρε, τα επίγεια μη γινώσκων, πώς τα ουράνια καταλάβειν επιζητείς; Υπόστρεψον ουν διά τάχους επί την γην, μήπως όρνεοις τούτοις κατάβρωμα γενήση.”.

απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και πετάει στον ουρανό
απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και πετάει στον ουρανό
Απεικόνιση του Αλέξανδρου να ταΐζει συκώτια τους γρύπες και να πετάει στον ουρανό


Η απεικόνιση της μεταφοράς του άρματος που σύρεται από ιππόγρυπες , των θεοτήτων της Άνθειας, μεταφέρθηκε διαχρονικά και ενσωματώθηκε στις θρησκείες , στους μεταγενέστερους μύθους της ανθρωπότητας και στους  σημερινές μαγικούς κόσμους . 
(πηγή )

Γρύπες συναντάμε επίσης σε απεικονήσεις χρυσών δακτυλιδιών σε  θαλαμωτούς τάφους της Ομηρικής ΑΝΘΕΙΑΣ (11 χλμ. περίπου ΒΔ της Καλαμάτας). Εκεί βρίσκονται Μυκηναϊκά νεκροταφεία Μεσοελλαδικοί τύμβοι, -2200, ένας Βασιλικού μεγέθους Θολωτός τάφος, -1600, και συστάδα 25 μνημειωδών θαλαμωτών τάφων, -1400.
.

Αριστερά κάτω: Χρυσό δαχτυλίδι, με ανάγλυφη παράσταση άρματος, που σύρεται από γρύπες. Πάνω του στέκονται δύο ανθώπινες μορφές, οι οποίες κρατούν τα ηνία. Ανάμεσα στα πόδια των γρυπών και πάνω από τα φτερά τους απεικονίζονται δύο φοινικόδεντρα. Μπροστά από τους γρύπες υπάρχει άλλο δέντρο που έχει έξι μεγάλα φύλλα με οδοντωτό περίγραμμα, θέμα εμπνευσμένο από τη μινωική Κρήτη. Δεξιά κάτω: Χρυσός σφραγιστικός δακτύλιος, με φυσιοκρατική σκηνή. (πηγή)



Γρύπες συναντούμε επίσης και στην νεότερη Ελληνικήπαράδοση. Στην φωτογραφία που ακολουθεί βλέπουμε αναθεματική πλάκα από τον Πόρο και πιο συγκεκριμένα από τον προαύλιο χώρο του Μοναστηρίου «Ζωοδόχου Πηγής»  όπου βρίσκεται ο τάφος του Υδραίου Ναυάρχου Τομπάζη. Στην αναθηματική πλάκα υπάρχει ανάγλυφη επίστεψη σε μορφή αετώματος, που στο κέντρο της υπάρχει ένας θυρεός, ενώ ένθεν και ένθεν αυτού, υπάρχουν αντικριστοί δύο «Γρύπες». Παρατηρήστε πως  στις δύο απολήξεις του αετώματος υπάρχουν δύο κεφάλια που μοιάζουν με  κεφάλια  από ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ με κόμμωση και πλεξούδες ...  (πηγή)





Σύνθεση από πηγές ώς άνω , εντός κειμένου.



Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος