Που γεννήθηκε, λοιπόν, ο μύθος και γιατί, άραγε, και πως; Η πρώτη γυναίκα το ‘μαθε, αρχή - αρχή του χρόνου. Ποιος το ‘πε στην γυναίκα; Το παιδί που είχε μες στην κοιλιά της. Ποιος το ‘πε στο παιδί ; Η σιωπή του Θεού. Ποιος το ‘πε στην σιωπή ;
Σάββατο 9 Μαΐου 2015
Τρίτη 5 Μαΐου 2015
Ο Άδης, Ηλύσια πεδία και Ποσειδώνας
Οι πέντε ποταμοί του Άδη ήταν οι Αχέρων (o ποταμός της θλίψης), Κωκυτός (o ποταμός του θρήνου), Φλεγέθων (o ποταμός που έχει πύρινες φλόγες), Λήθη (o ποταμός της λησμονιάς) και Στυξ (o ποταμός του μίσους).
Η πρώτη περιοχή του Πλούτωνα περιλαμβάνει τους λειμώνες
με τους ασφόδελους, που περιγράφονται στην Οδύσσεια, όπου οι σκιές των ηρώων περιφέρονται
απελπισμένα μεταξύ κατώτερων πνευμάτων, που τιτιβίζουν γύρω τους σαν νυχτερίδες.
Πέρα από κει βρισκόταν το Έρεβος, που μπορεί να θεωρηθεί
ως ευφημισμός του Άδη, το όνομα του οποίου προκαλούσε φρίκη. Υπήρχαν δύο πηγές,
αυτή της Λήθης, όπου οι κοινές ψυχές συνέρρεαν για να σβήσουν κάθε μνήμη, και η
πηγή της Μνημοσύνης, όπου αντιθέτως έπιναν οι μύστες των Μυστηρίων.
Στο προαύλιο
του οδυνηρού παλατιού του Άδη και της Περσεφόνης κάθονται τρεις κριτές του κάτω
κόσμου: ο Μίνως, ο Ραδάμανθυς και ο Αιακός. Εκεί, μέρος ιερό αφιερωμένο στην Εκάτη,
όπου συναντώνται τρεις δρόμοι, κρίνονται οι ψυχές και επιστρέφουν στους λειμώνες
με τους ασφόδελους αν δεν είναι ούτε ενάρετες ούτε κακές, στέλνονται στον Τάρταρο
αν είναι ασεβείς ή κακές, ή οδηγούνται στα Ηλύσια για να συντροφέψουν τις ηρωικές
και τις ευλογημένες.
Κατά την Ελληνική Μυθολογία τα Ηλύσια Πεδία αποτελούσαν
τμήμα του Άδη. Ήταν ο τελικός προορισμός της ψυχής των ηρώων και των ενάρετων.Ενώ
τα Τάρταρα ήταν τόπος τιμωρίας, τα Ηλύσια Πεδία ήταν παραδείσιος τόπος με ολάνθιστα
λιβάδια, όπου επικρατούσε αιώνια άνοιξη και οι πηγές της Λήθης ανάβλυζαν νέκταρ
που έκανε τους νεκρούς να λησμονούν όλα τα γήινα δάκρυα και τις κακουχίες.
Εκεί βρίσκονταν κατά τον θρύλο ο Μενέλαος και η ωραία
Ελένη, καθώς και ο Κάδμος και άλλοι θηβαίοι ήρωες. Κάτω από τη σκιά Μυρτιών εξασκούνταν
στην ιππασία και τον στίβο ή έπαιζαν ζάρια και μουσική.
Ο Μίνως, αδερφός του Ραδάμανθυ βασίλευε στην πεδιάδα
της άφιξης, εκεί που είχαν φέρει τον κοιμώμενο Κρόνο, που όντας μεθυσμένος από την
πόση μελιού, είχε αιχμαλωτιστεί και δεθεί από τον Δία.
Σύμφωνα με τους Ορφικούς, ο Κρόνος βασίλευε εκεί έχοντας
βασίλισσα την Ρέα.
Το Δίκρανο ή Σκήπτρο του Άδη είναι το κατεξοχήν σύμβολο της θνητότητάς μας. Δύο στοιχεία κυριαρχούν στον αποσυμβολισμό του: η ζωή και ο θάνατος. Γι’ αυτό έχει δύο αιχμές (Δίκρανον). Και παρά το γεγονός ότι στον Ορφικό Ύμνο, ο Πλούτων (Άδης), ο τρίτος αδελφός του Διός, που σημαίνει ακριβώς αυτή την έλλειψη του Θεού (Ά-δης > εκεί που δεν υπάρχει Δίας / Ζευς, εκεί που δεν υπάρχει Ζωή), αναφέρεται και αυτός ότι «έλαχε της τριτάτης (τρίτης) μοίρας», όπως και ο έτερος αδελφός του ο Ποσειδών καθώς είδαμε πιο πάνω, είναι σαφές ότι εδώ ως τρίτη μοίρα υπονοείται ο χθόνιος (επίγειος) κόσμος (χθόνα παμβασίλεια), ο κόσμος αυτός που τον μοιράζονται οι τρεις αδελφοί (Ζευς, Ποσειδών και Πλούτων), ως οι τρίτοι κατά σειράν στη διαδοχή της βασιλείας του κόσμου.
Ο πρώτος βασιλιάς της γης ήταν ο Ουρανός (Ουρανίωνες), ο δεύτερος ήταν ο γιος του ο Κρόνος και ο τρίτος στη διαδοχή της βασιλείας ήταν ο γιος του Κρόνου, ο Ζευς, ο οποίος συμβασιλεύει μαζί με τους δύο άλλους πρεσβύτερους αδελφούς του. Γι’ αυτό, οι Ορφικοί Ύμνοι Ποσειδώνος και Πλούτωνος δε μιλούν για «βασίλειο», αλλά για «μοίρα», για διαδοχή, κληρονομιά.
Όταν οι Έλληνες προσεύχονταν στον Πλούτωνα, χτυπούσαν τα χέρια τους στο έδαφος για να είναι σίγουροι πως τους ακούει. Μαύρα ζώα, όπως πρόβατα, θυσιάζονταν προς τιμήν του. Το αίμα από τις θυσίες στον Άδη έσταζαν σε λάκκο για να τον φτάσουν. Το πρόσωπο που πρόσφερε τη θυσία έπρεπε να γυρίσει το κεφάλι του. Κάθε εκατό χρόνια λάμβαναν χώρα εορτές προς τιμή του.
Επανερχόμενοι στο Δίκρανο του Άδη (το οποίο πολύ κακώς αργότερα δαιμονοποιήθηκε και αποδόθηκε από αδαείς φανατικούς ως τα… κέρατα του Βελζεβούλ στην Κόλαση), επαναλαμβάνουμε πως το σκήπτρο αυτό έχει δύο μόνο «αιχμές», ζωή και θάνατο δηλαδή, αλλά συμβολοποιεί παράλληλα και τη δυνατότητα της θέωσης και της απαλλαγής από τη θνητότητα. Σύμφωνα με την επικρατούσα και στην αρχαία εικονογραφία και αγγειογραφία εκδοχή, οι δύο αυτές «αιχμές» του δόρατος του Πλούτωνα είναι τα δύο ανορθωμένα φτερά του αετού, της θεωμένης ψυχής, που πετά ελεύθερη και αθάνατη στον αιθέρα του Διός, καθώς, ως γνωστόν, ο αετός είναι το ιερό πουλί του Διός.
Το επικρατέστερο όπλο του Ποσειδώνα, κατασκευάστηκε
από τους Τελχίνες, τεχνολογικά προηγμένη θαλάσσια φυλή. Ο Ποσειδώνας τη χρησιμοποιούσε
για να ανακατεύει τη θάλασσα, προκαλώντας τρικυμίες, για να την κατευνάζει, προσφέροντας
καλό και ασφαλές ταξίδι στα καράβια, καθώς και για να σείει τη γη, φέρνοντας σεισμούς
και σχίζοντας τη γη στα δύο.
Το όπλο του αυτό χρησιμοποίησε στις Τιτανομαχίες, ενώ στον πόλεμο με τους Γίγαντες, απέκοψε κομμάτι της Κω, με το οποίο καταπλάκωσε τον γίγαντα Πολυβώτη, δημιουργώντας έτσι την ηφαιστειογενή νήσο Νίσυρο.
Καλό θα ήταν να επισημάνουμε ότι η Τρίαινα δεν ήταν
το μόνο όπλο που έφερε ο θεός.
Οι Τελχίνες, πέρα από την Τρίαινα, κατασκεύασαν για αυτόν ένα τρίγλωσσο ξίφος,με το οποίο δημιούργησε τις ενάλιες, τις θαλάσσιες νήσους,
ενώ στην Ιλιάδα, ο Όμηρος μας περιγράφει την επέμβαση του θεού υπέρ των Αχαιών,προπορευόμενος, κρατώντας στο χέρι του ένα φοβερό μακρύστομο σπαθί, ίδιο με αστραπή, το οποίο, όχι μόνον αδύνατον ήταν να το αγγίξει κανείς, αλλά και ο φόβος που προκαλούσε, κρατούσε τους άνδρες καθηλωμένους.
Παρόλα αυτά, θα παραμείνουμε στην ανάλυση της Τρίαινας,
ως συμβόλου, ξεκινώντας με το τι συμβόλιζε τότε και σε τι εξελίχθηκε αργότερα.
Η Τρίαινα ήταν κυνηγετικό εργαλείο και όπλο των ψαράδων
και των αλιέων, και η χρήση του δεν έχει αλλάξει ως σήμερα. Η υπεροχή της Τρίαινας
απέναντι στο καμάκι είναι λειτουργική, καθώς εμποδίζει το θήραμα να κάνει κινήσεις
για να ελευθερωθεί, ενώ η κατασκευή του επιτρέπει στις αιχμές να βυθιστούν μέσα
στο στόχο όσο πρέπει, και όχι υπέρ του χρήσιμου. Επίσης το σχήμα της θυμίζει κουπί
κωπήλατης βάρκας. Με βάση λοιπόν τη λειτουργικότητα αυτού του όπλου, θεωρήθηκε καταλληλότερο
για να απεικονίσει το πρότυπο του ανθρώπου-θεού με την ιδιότητα του κυρίου των θαλασσών.
Η τρίαινα συμβόλιζε τα τέσσερα στοιχεία, έκαστο με κάθε
άκρο-αιχμή της κατασκευής της.
Η Γη συμβολιζόταν με το στέλεχος της Τρίαινας, το οποίο ακουμπούσε στο έδαφος.
Το Ύδωρ, το Πυρ και ο Αήρ συμβολίζονται με τις τρεις αιχμές.
Το συμβολισμό των τεσσάρων στοιχείων τον παρατηρούμε επίσης στα τετράορα άρματα
(άρματα με τέσσερα άλογα) των τριών μεγάλων θεών, Δία, Ποσειδώνα, Άδη, κατανοώντας
έτσι ότι οι Μεγάλοι Θεοί ήταν αριστοτέχνες στον χειρισμό των τεσσάρων στοιχείων.
Λάβετε υπόψιν ότι, λέγοντας τέσσερα στοιχεία, η αποκωδικοποίηση
δε γίνεται μόνο στο υλικό επίπεδο, μα και στο συμβολικό και ψυχολογικό, αφού το
κάθε στοιχείο συμβολίζει και κάτι διαφορετικό στην υπόσταση του κόσμου μας.
Και ιδού τι εννοούμε με αυτό:
Και ιδού τι εννοούμε με αυτό:
1. ΓΗ = Στερεή Κατάσταση = Ψυχολογική Λειτουργία Αίσθησης
( Ταύρος)
2. ΥΔΩΡ = Υγρή Κατάσταση = Ψυχολογική Κατάσταση Συναισθήματος (Άνθρωπος)
3. ΑΗΡ = Αέρια Κατάσταση = Ψυχολογική Λειτουργία Σκέψης και Διανόησης (Αετός)
4. ΠΥΡ = Ενεργειακή Κατάσταση = Ψυχολογική Κατάσταση Διαισθήσεως και Θείων Ιδεών (Λέων).
2. ΥΔΩΡ = Υγρή Κατάσταση = Ψυχολογική Κατάσταση Συναισθήματος (Άνθρωπος)
3. ΑΗΡ = Αέρια Κατάσταση = Ψυχολογική Λειτουργία Σκέψης και Διανόησης (Αετός)
4. ΠΥΡ = Ενεργειακή Κατάσταση = Ψυχολογική Κατάσταση Διαισθήσεως και Θείων Ιδεών (Λέων).
Ενώ την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ τη συμπληρώνει ο ΑΙΘΗΡ, τον οποίο
συναντούμε στο σημείο του ΣΤΑΥΡΟΥ.
Και η Τρίαινα έχει τα τέσσερα άκρα-αιχμές της να ενώνονται σε ένα σταυρό.
Κυριακή 3 Μαΐου 2015
Φρύνη, η διάσημη εταίρα της αρχαιότητος
Η Φρύνη ήταν μια διάσημη
εταίρα της αρχαιότητας, ξακουστή για το φυσικό της κάλλος. Έζησε κατά τον 4ο
αιώνα π.Χ. στην αρχαία Αθήνα, ωστόσο καταγόταν από τις Θεσπιές της Βοιωτίας
στις οποίες και φέρεται να γεννήθηκε το 371 ή το 365 π.Χ..
Ο πατέρας της λεγόταν Επικλής
και το πραγματικό της όνομα ήταν Μνησαρέτη, αλλά εξαιτίας του χλωμού (ωχρού)
δέρματός της έμεινε γνωστή ως Φρύνη (το όνομα προκύπτει από το αμφίβιο φρύνος).
Σχετικά με τη ζωή της διασώζονται πολλά διάσημα ιστορικά ανέκδοτα, ενώ
θεωρείται πως αποτέλεσε το μοντέλο για το διάσημο άγαλμα, γνωστό ως «Αφροδίτη
της Κνίδου», έργο του Πραξιτέλη. Η Φρύνη πέθανε στην Αθήνα το 310 π.Χ..
Οι αφηγήσεις τη θέλουν
εξαιρετικά όμορφη και πρέπει να είχε μεγάλη επιτυχία στους κύκλους των πλουσίων
πολιτών. Ερχόμενη στην αρχαία Αθήνα ξεκίνησε να εργάζεται ως αυλήτρια όπου πολύ
σύντομα απέκτησε δόξα και πολλά χρήματα καλούμενη στα σπουδαιότερα συμπόσια της
εποχής της με συνέπεια να συνδεθεί με πολλούς σημαντικούς άνδρες της πόλης. Είναι
δε διάσημη γιατί ζητούσε πολύ υψηλή αμοιβή.
Ο κωμικός ποιητής Μάχων
αφηγείται πως ζητούσε μια μνα για μια νύχτα. Αναφέρεται μάλιστα πως όριζε η
ίδια τα χρήματα που θα έπαιρνε, ανάλογα με το πώς αισθανόταν για τον εκάστοτε
πελάτη. Αν τον έβρισκε αντιπαθητικό το ποσό που θα ζητούσε ήταν υπέρογκο. Από
την άλλη προσέφερε τον εαυτό της δωρεάν στο φιλόσοφο Διογένη τον Σινωπέα,
επειδή θαύμαζε το μυαλό του. Ο Διογένης ο Λαέρτιος παραθέτει ένα περιστατικό
στο οποίο η Φρύνη προσπάθησε μάταια να αποπλανήσει το φιλόσοφο Ξενοκράτη.
Τα πλούτη που συγκέντρωνε
χάρις στην ομορφιά της ήταν τόσα πολλά ώστε, σύμφωνα με την αφήγηση του
Καλλίστρατου, προσφέρθηκε να ανοικοδομήσει τα τείχη της Θήβας, τα οποία είχαν
καταστραφεί από τον Αλέξανδρο το Μέγα το 336 π.Χ. Έθεσε, ωστόσο, έναν όρο: να
τοποθετηθεί η επιγραφή: «Καταστράφηκαν από τον Αλέξανδρο, επισκευάστηκαν από τη
Φρύνη την εταίρα». Οι αρχές της πόλης αρνήθηκαν αυτή τη συναλλαγή.
Σε κάποιους εορτασμούς προς
τιμήν του Ποσειδώνα στην Ελευσίνα, αφαίρεσε τα ρούχα της, έλυσε τα μαλλιά της
και προχώρησε γυμνή προς τη θάλασσα, μπροστά στα μάτια του κόσμου. Ο ζωγράφος
Απελλής, λέγεται, πως εμπνεύστηκε από το γεγονός αυτό για να φιλότεχνήσει το
περίφημο έργο «Αφροδίτη Αναδυόμενη», για το οποίο η ίδια η Φρύνη πόζαρε ως
μοντέλο. Ο Αθήναιος και ο
Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρουν
πως αποτελεί επίσης το μοντέλο για το διάσημο άγαλμα, γνωστό ως «Αφροδίτη της
Κνίδου», έργο του Πραξιτέλη.
Ο Κλαύδιος Αιλιανός στο έργο του αναφέρει πως οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στους
Δελφούς ένα άγαλμα της Φρύνης από χρυσάφι. Ο Αθήναιος συμπληρώνει πως ήταν έργο του Πραξιτέλη και έφερε την υπογραφή
«Φρύνη, κόρη του Επικλή από τις Θεσπιές».
Η δίκη της
Φρύνης
Κάποια στιγμή, την προσέγγισε
ο ρήτορας Ευθίας. Η Φρύνη απέρριψε όλες του τις προτάσεις, γιατί τον θεωρούσε
πολύ άσχημο και αγενή. Ο Ευθίας θίχτηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει την αυθάδη
εταίρα. Την κατηγόρησε ότι προσπαθούσε να εισάγει στην Αθήνα μία θρησκεία απ’
τη Θράκη, που θα έβλαπτε τα ήθη των νεαρών κοριτσιών. Αυτή ήταν ίσως η πιο
συνηθισμένη κατηγορία στην αρχαία Αθήνα. Ο φιλόσοφος Σωκράτης είχε εκτελεστεί
για τον ίδιο λόγο.
Ο Ευθίας έσυρε τη Φρύνη στο
δικαστήριο, όπου την εκπροσώπησε ο πρώην εραστής της, Υπερείδης. Παρά το
ανυπόστατο της κατηγορίας του Ευθία, η δίκη δεν εξελισσόταν αισίως για την
εταίρα. Οι δικαστές φαίνονταν να έχουν πειστεί απ’ το κατηγορητήριο και
πίστευαν ότι ο Υπερείδης ήταν επηρεασμένος απ’ τη σχέση του με τη Φρύνη. Λίγο
πριν παρθεί η τελική απόφαση, ο Υπερείδης τράβηξε την εταίρα στο κέντρο του
δικαστηρίου, για να μπορούν να την δουν όλοι. Χωρίς να πει κουβέντα, έσκισε τα
ρούχα της και αποκάλυψε στον κόσμο, το εκθαμβωτικά όμορφο κορμί της.
Οι δικαστές τα έχασαν. Νόμισαν
ότι έβλεπαν μπροστά τους την ίδια τη Θεά Αφροδίτη. Τα μέλη του δικαστηρίου
εντυπωσιάστηκαν τόσο – σύμφωνα με μια εκδοχή η φυσική ομορφιά θεωρούταν σημείο
της εύνοιας των θεών την εποχή εκείνη – που την αθώωσαν πανηγυρικά.
Οι φήμες για το απαράμιλλο
κάλλος της εταίρας αποδείχθηκαν αληθινές. Την εποχή εκείνη, ο κόσμος πίστευε
ότι η σωματική ομορφιά είχε σχέση με το ήθος και την εύνοια των Θεών. Όταν οι
δικαστές αντίκρισαν την τελειότητα της Φρύνης, πείστηκαν ότι αν καταδίκαζαν
αυτή τη γυναίκα, καταδίκαζαν την αγαπημένη των Θεών. Η εταίρα αθωώθηκε και η
φήμη ότι ήταν η επίγεια Θεά Αφροδίτη εξαπλώθηκε. Ωστόσο ο ρήτορας εκδιώχτηκε
από τον Άρειο Πάγο.
Πολύ γρήγορα, ο Πραξιτέλης
έγινε ένας απ’ τους πιο αφοσιωμένους εραστές της Φρύνης. Λέγεται ότι ήταν ο
μόνος που αγάπησε πραγματικά η εταίρα. Η Φρύνη έγινε η μούσα του γλύπτη και με
πρότυπο εκείνη, έφτιαξε 3 αγάλματα.
- Το πρώτο το αγόρασαν οι Κνίδιοι και έγινε ξακουστό
ως η Αφροδίτη της Κνίδου.
- Το δεύτερο ήταν από πεντελικό μάρμαρο και ο
Πραξιτέλης το δώρισε στη γενέτειρα της Φρύνης, στις Θεσπιές.
- Το τρίτο ήταν ολόχρυσο και στήθηκε στους Δελφούς.
Η Φρύνη, παρά τον έρωτά της,
δεν έχανε ευκαιρία να αποκομίσει δώρα απ’ τον Πραξιτέλη. Κάποια στιγμή της
είπε, ότι θα της έδινε ότι του ζητούσε. Εκείνη ήθελε το μεγαλύτερο αριστούργημά
του. Τότε ο Πραξιτέλης της απάντησε, ότι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ανάμεσα στα
έργα του, ίσως για να αποφύγει να της δώσει το αγαπημένο του.
Η πανούργα Φρύνη δεν τον
πίστεψε. Έβαλε έναν υπηρέτη του Πραξιτέλη να φωνάξει μες στη μέση της νύχτας,
ότι είχε πάρει φωτιά το εργαστήριο του γλύπτη. Ο Πραξιτέλης έντρομος, ζήτησε να
βγάλουν έξω το άγαλμα του Έρωτα. Η Φρύνη, που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του,
χαμογέλασε πονηρά και τον ενημέρωσε ότι το εργαστήριο δεν κινδύνευε.
Εκείνη είχε στήσει όλο το
σχέδιο, για να μάθει ποιο ήταν το αγαπημένο του έργο. «Τον Έρωτα θα μου
δώσεις», του είπε και ο Πραξιτέλης δεν μπόρεσε να αρνηθεί. «Στοιχημάτισα να
νικήσω άνθρωπο, όχι άγαλμα».
Η Φρύνη είχε βάλει στοίχημα,
ότι κανείς άντρας δεν μπορούσε να αντισταθεί στα κάλλη της. Επέλεξε ως θύμα το
φιλόσοφο Ξενοκράτη, μαθητή του Πλάτωνα και δάσκαλο του Δημοσθένη. Πήγε στο
σπίτι του και του ζήτησε να διανυκτερεύσει εκεί, με τη δικαιολογία ότι την
κυνηγούσαν ληστές. Ο Ξενοκράτης τη φιλοξένησε. Τη νύχτα, η Φρύνη μπήκε κρυφά
στο δωμάτιο του Ξενοκράτη και ξάπλωσε δίπλα του.
Ο φιλόσοφος δεν ενέδωσε στον
πειρασμό. Της ζήτησε να επιστρέψει στο δωμάτιό της και η Φρύνη υπάκουσε,
απογοητευμένη. Την επόμενη μέρα, όταν γνωστοποιήθηκε η αποτυχία της, η Φρύνη
προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας: «Στοιχημάτισα να νικήσω άνθρωπο, όχι
άγαλμα».
Παρασκευή 1 Μαΐου 2015
Θεός Ερμάνουβις, Ελληνιστικοί χρόνοι και θεολογικός συγκρητισμός
"-Μώμος: Πες μου, Δία, όμως, πώς μας
κουβαλήθηκαν ο ’ττις κι ο Κορύβας και ο Σαβάζιος; Ή εκείνος εκεί, ο Μίθρας ο
Μήδος, με το μανδύα και την τιάρα του, που ούτε και ελληνικά δε μιλάει; Κι εσύ,
σκυλομούρη ’νουβι, πώς νομίζεις ότι θα περάσεις για θεός, αν συνεχίσεις να
γαυγίζεις; Ντρέπομαι, Δία, ν' αναφέρω τις ίβιδες και τις μαϊμούδες και τα
τραγιά, και τ' άλλα πιο γελοία ζώα, που δεν ξέρω πώς ήρθανε από την Αίγυπτο και
χώθηκαν στον Ουρανό. Πώς το ανέχεστε, θεοί, να βλέπετε να λατρεύονται το ίδιο
με σας ή και περισσότερο; Kι εσύ, Δία, πώς το βλέπεις να σου φυτεύουν κέρατα
κριαριού στο κεφάλι;
-Ζευς: Είναι πράγματι αισχρά όλα αυτά που λες, Μώμε, για τους Αιγύπτιους. Ωστόσο, τα περισσότερα απ' αυτά είναι ζητήματα συμβολισμού και δεν ταιριάζει καθόλου στους αμύητους να τα ειρωνεύονται".
Λουκιανού, Θεών Εκκλησία, 9-11
Κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής περιόδου η
συμβίωση εντόπιων λαών και ελληνικών πληθυσμών στα κράτη που δημιούργησαν οι
Διάδοχοι του Αλεξάνδρου ευνόησε τη βαθμιαία διάδοση και εξάπλωση της
λατρείας ανατολικών θεοτήτων: των αιγυπτιακών Ίσιδος και Σαράπιδος, της μεγάλης
Mητέρας των θεών Κυβέλης και του συντρόφου της ’ττι, του φρυγικού Μην, των
ασσυριακών Ατάργατι, Χαδάδ, Μελκάρτ, Αστάρτης, Σαβάζιου και πολυάριθμων ακόμα.
Αρχικά οι θεότητες αυτές
έγιναν γνωστές σε κοσμοπολίτικα μέρη, όπως στη Ρόδο, στη Δήλο, στην Κόρινθο
ακόμα και στη Δημητριάδα της Θεσσαλίας. Μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς τους
οφειλόταν στο γεγονός ότι εύκολα εξομοιώνονταν ή ακόμα και ταυτίζονταν με άλλες Ελληνικές θεότητες, ιδιαίτερα μάλιστα με τις Ολύμπιες.
Η πιο χαρακτηριστική μορφή του
φαινομένου αυτού, το οποίο ονομάζεται "θρησκευτικός συγκρητισμός",
υπήρξε η εικονογραφική και λεκτική εξομοίωση θεοτήτων που έχουν σε δύο ή
περισσότερα λατρευτικά συστήματα παρόμοια χαρακτηριστικά, φέρουν τα ίδια σύμβολα,
λατρεύονται με παρεμφερή τρόπο ή τους αποδίδονται ανάλογες τιμές και θυσίες.
Μία προσευχή που απηύθυνε στην
Ίσιδα ένας Αιγύπτιος ιερέας ονόματι Ισίδωρος, κατά τον1ο αιώνα π.Χ., αναδεικνύει το συγκρητισμό:
"Οι Σύριοι σε ονομάζουν Aστάρτη, ’ρτεμη, Aναία, οι
φυλές των Λυκίων βασίλισσα Λητώ, οι Θράκες Μητέρα των θεών, οι Έλληνες
μεγαλόθρονη Ήρα, Αφροδίτη, καλή Εστία, Ρέα και Δήμητρα, όμως οι Αιγύπτιοι σε
αποκαλούν Θιούη, γιατί μόνη εσύ είσαι όλες οι άλλες θεές που ονομάζουν οι
λαοί".
Σε ορισμένες περιπτώσεις η εξομοίωση
οδηγούσε στη συγχώνευση τοπικών και Ελληνικών θεοτήτων και στη δημιουργία
άλλων, υβριδικών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι συνενώσεις
του αιγυπτιακού Θωθ ή του ’νουβι με τον Ελληνικό Ερμή, από τις οποίες προέκυψαν
ο Ερμής Τρισμέγιστος και ο Ερμάνουβις αντίστοιχα, καθώς και του Αιγυπτιακού
Σά(ε)ραπι με τον Ήλιο, από όπου προήλθε ο Ηλιοσά(ε)ραπις.
Μολονότι το φαινόμενο του
συγκρητισμού χαρακτήρισε σε μεγάλο βαθμό την ελληνιστική θρησκεία, σε ορισμένες
περιπτώσεις διακρίνεται η τάση προς αναζήτηση μίας μοναδικής και απόλυτης
θεότητας που θα αφομοίωνε όλες τις διαφορές και τις ανομοιότητες των πολλαπλών
θεοτήτων.
Στην εξέλιξη αυτή καθοριστικό
ρόλο έπαιξε πρώτιστα η θεολογία των λαών της Ανατολής, η οποία αναγόταν άμεσα
σε ένα και μοναδικό παντοδύναμο ον· σε έναν ουράνιο θεό ή μία μεταφυσική αρχή. Μέσα
στο πλαίσιο αυτό ο ελληνικός Ζευς ως πατέρας όλων των θεών λατρεύτηκε με την
προσωνυμία Χαδίδ στην Μπααλμπέκ, Δολιχηνός στην Κομμαγηνή και Σαβάζιος στην
Ανατολία. Μέσα από αυτόν το συγκρητισμό απόκτησε και διατήρησε χαρακτηριστικά
πολύ διαφορετικά από εκείνα του ανθρωπόμορφου Δία της ελληνικής μυθολογίας, σταθερά
πλησιάζοντας όλο και περισσότερο προς το σοβαρό και ανεξιχνίαστο εβραϊκό ή
χριστιανικό θεό πατέρα.
Η ανάλογη μείωση της
οικειότητάς του με τον άνθρωπο αναπληρώθηκε με τη μεσολάβηση διάφορων σωτήρων,
που γεφύρωναν το χάσμα μεταξύ του ανθρώπου και του ύψιστου ή υπερήσιου Δία.
Η συνεχώς διαδιδόμενη αντίληψη
ότι είναι αδύνατον να υπάρχουν τα πολλά χωρίς το Ένα, η οποία σύμφωνα με
αρκετούς μελετητές ανάγει την απαρχή της στη φιλοσοφία, έστρεψε σταδιακά τις
θρησκευτικές αναζητήσεις προς έναν ηλιακό μονοθεϊσμό. Στο σύστημα αυτό ως
κέντρο του κόσμου και υπέρτατο ον θεωρήθηκε ο Ήλιος, ο οποίος ουσιαστικά
συνδύαζε στοιχεία από τον ελληνικό Απόλλωνα, τον ασσυριακό Μίθρα και το σύριο
Βάαλ.
Η καθιέρωση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του ρωμαϊκού κράτους, πολλούς
αιώνες αργότερα, πηγάζει ουσιαστικά από την επίδραση που άσκησε ο ηλιακός μονοθεϊσμός
στις θρησκευτικές απόψεις των Mεγάλου Κωνσταντίνου.
Αναδημοσίευση από εδώ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
%2B%2BPhoebus%2BApollo%2C%2B1895.jpg)
%2C%2BThe%2BSphinx%2Band%2Bthe%2BChimera%2C%2B1906.jpg)
%2C%2BMoon%2C%2Bc.%2B1903.jpg)

%2BThe%2Bfour%2BMuses%2Bwith%2BPegasus.jpg)








_-_01.jpg)

