Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Προμηθέας δεσμώτης






Πριν παρακολουθήσουμε ένα απόσπασμα από την απάντηση του Προμηθέα στον Ερμή, για την παράδοση της φωτιάς στους ανθρώπους, λίγα λόγια για τον Προμηθέα δεσμώτη. 

Στον Προμηθέα του Αισχύλου οι άνθρωποι πριν από την παρέμβαση του Προμηθέα ζούσαν σε σπηλιές και δεν διέθεταν πρακτική νοημοσύνη για να μπορούν να συλλάβουν, να κατανοήσουν τον  κόσμο και να επινοήσουν τρόπους βελτίωσης της ζωής τους. Ο Προμηθέας, λοιπόν, τους διδάσκει όλες τις τέχνες: αρχιτεκτονική, ξυλουργική, αστρονομία, μαθηματικά, γραφή, γλώσσα, ιστορία,  γεωργία, τη χρήση των ζώων και την ίππευση, τη ναυτική τέχνη, την ιατρική, τη φαρμακευτική, τη  μαντική και τη μεταλλοτεχνία.

Η μετάβαση του ανθρώπου από την κατάσταση των βιολογικών εξαρτήσεων στην κατάσταση της αυτονομίας του νοήμονος όντος συμβολίζεται με τον Προμηθέα και την φιλάνθρωπη κλοπή των «δώρων» του για τον άνθρωπο από το εργαστήρι της Αθηνάς και του Ηφαίστου. Έτσι η κλοπή δεν κρίνεται ως παράβαση ηθικής φύσεως που δεν έπρεπε να γίνει, αλλά ως ευρηματική πράξη του  Προμηθέα - ανθρώπου που υπαγορεύεται από αυτή την ίδια την αρχή, η οποία κατηύθυνε και τη μοιρασιά του Επιμηθέα, της σύμμετρης και ισόρροπης διατήρησης του φυσικού κόσμου και της  αναπλήρωσης της φυσικής αδυναμίας του ανθρώπου σε αυτόν. 

Η κατ’ αναγκαιότητα, λοιπόν, παράβαση έχει πρακτικό αντίκρισμα στον άνθρωπο, καθώς η τεχνογνωσία και η γνώση της τέχνης της  φωτιάς επιτρέπουν στον άνθρωπο να επινοεί τα προς το ζῆν και να εφαρμόζει πρακτικά τις επινοήσεις  του. Ο άνθρωπος είναι σε θέση με τις δύο αυτές κατακτήσεις να μετασχηματίζει τους σχεδιασμούς και  τις επινοήσεις του σε πρακτικό πρόγραμμα ζωής. Πρόκειται συνεπώς για την πρώτη ενέργεια της  ανθρώπινης ελευθερίας, που είναι και ρήξη με την προ-ανθρώπινη τάξη του κόσμου. 

Τα δώρα του Προμηθέα συνετέλεσαν στο να αποκτήσει ο άνθρωπος «τὴν περὶ τὸν βίον  σοφίαν», χρήσιμες δηλαδή γνώσεις προκειμένου να αντισταθμίσει τις ελλείψεις των εφοδίων που είχαν  δοθεί στα υπόλοιπα έμβια όντα. Έτσι, ο άνθρωπος μπόρεσε με τη γνώση να καλύψει τις βιολογικές  του ανάγκες (τροφή, στέγη, ένδυση, υπόδεση, κ.τ.λ.) και να κυριαρχήσει πάνω στη φύση, να την αλλάξει και να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής του. Αυτά ακριβώς τα πρώτα βασικά επιτεύγματά του υποδηλώνονται με τη φράση «εὐπορία μὲν ἀνθρώπῳ τοῦ βίου γίγνεται». 

Ο άνθρωπος όμως δεν  σταμάτησε εκεί: ανέπτυξε γλώσσα, θρησκεία, δηλαδή πολιτισμό, και αργότερα ανέπτυξε και αρετές, όπως ο σεβασμός, η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, που τον βοήθησαν να οργανωθεί πολιτικά και να συμβιώσει αρμονικά με τους συνανθρώπους του. Αυτά, λοιπόν, τα εφόδια του έδωσαν τη δυνατότητα  όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να διαφοροποιηθεί σημαντικά από τα άλλα έμβια όντα. 

Γενικά η κατάκτηση τεχνικής συνδέεται με την ανάπτυξη τεχνικών δεξιοτήτων, την οργάνωση της εργασίας ως κατασκευαστικής διαδικασίας, για παράδειγνα σπιτιών, όπλων, εργαλείων, με την επινόηση συμβολικών συστημάτων επικοινωνίας και αντιμετώπισης καθημερινών αναγκών, πχ.  γλώσσα, γραφή, αρίθμηση, με την καλλιέργεια, πχ. γης, και με την αγωγή, καθώς όλα αυτά δεν είναι εξωτερικά προς τη φύση του ανθρώπου, αλλά την επηρεάζουν και οδηγούν τον άνθρωπο σταδιακά σε  έλεγχο των παθών και οργάνωση της άμυνάς του προς τους άλλους. 

Στην εξέλιξη του μύθου, κάθε στάδιο της ανθρώπινης παρουσίας και εξέλιξης στον κόσμο συμβολίζεται με κάποιον θεό και την προσφορά του στον άνθρωπο. Το στάδιο της βιολογικής συγκρότησης του ανθρώπου συμβολίζεται με τον Επιμηθέα, το επόμενο, της  δημιουργίας τεχνικού πολιτισμού, με τον Προμηθέα και τα δώρα του και το τελευταίο, του σχηματισμού της πολιτικής κοινωνίας, με τον Δία και τη δική του προσφορά στον άνθρωπο. Αξιολογώντας και συγκρίνοντας τα δώρα του Προμηθέα και του Δία, αρχικά μπορούμε να πούμε ότι συνδέονται με διαφορετικές φάσεις εξέλιξης και ανταποκρίνονται σε διαφορετικές ανάγκες του ανθρώπου.

Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο Δίας δεν δώρισε στον άνθρωπο την πολιτική τέχνη, αν και την κατείχε, αλλά την αιδώ και τη δίκη, με τις οποίες ο άνθρωπος είναι σε θέση να κατακτήσει την πολιτική τέχνη. Τα «δώρα του Δία» εκφράζουν ένα ανώτερο στάδιο εξέλιξης του πολιτισμού, κατά το οποίο ο άνθρωπος ωριμάζει ηθικοπνευματικά και παράγει πολιτισμό  που προσανατολίζεται όχι απλώς από την ανάγκη του ζῆν, αλλά από τη συνειδητοποίηση της αξίας του εὖ ζῆν.

Η  χρήση συμβόλων αποτελεί χαρακτηριστικό του μύθου και η αναφορά στους θεούς φαίνεται  να είναι συμβολική: ο Δίας συμβολίζει τη νομοτέλεια που υπάρχει στη φύση, ενώ ο Προμηθέας, ο Επιμηθέας (που συναντήσαμε στην προηγούμενη ενότητα) και ο Ερμής αποτελούν τα όργανα αυτής της νομοτέλειας, που ρυθμίζουν τις σχέσεις των όντων και εξασφαλίζουν ισορροπία.




Προμηθέας προς Ερμή. 

..Εν πρώτοις ότι ουδέν εζημιώθησαν οι θεοί διότι οι άνθρωποι ήλθον εις την ζωήν θα προσπαθήσω ν' αποδείξω• έπειτα δε ότι είνε και συμφέρον και καλλίτερον δι' αυτούς λίαν παρά εάν έμενεν η γη έρημος και χωρίς ανθρώπους. Εάν λοιπόν παλαιόθεν — διότι ευκολώτερα θ' αποδειχθή ούτω εάν εγώ κακώς έπραξα να σχηματίσω το ανθρώπινον γένος—εάν υπήρχε μόνον το θείον και επουράνιον γένος, η δε γη ήτο εις αγρίαν και άμορφον κατάστασιν, κατεχομένη όλη από δάση άγρια, ούτε βωμοί, ούτε ναοί θεών υπήρχον—και πώς ηδύναντο να υπάρχουν;-— ούτε αγάλματα ή ξόανα ή άλλο τι τοιούτον, εξ εκείνων τα οποία, πολυάριθμα φαίνονται τώρα παντού και μετά τόσης φροντίδος τιμώνται. 

Εγώ δε — διότι πάντοτε κάτι προνοώ χάριν του κοινού συμφέροντος και προσπαθώ πώς ν'αυξηθούν μεν τα ανήκοντα εις τους θεούς, προκόψουν δε και τα άλλα όλα εις αρμονίαν και ωραιότητα —εσκέφθηκα ότι ήτο καλλίτερον να λάβω ολίγον πηλόν και να πλάσω εξ αυτού ζώα τινα και να δώσω εις αυτά μορφάς προσομοιαζούσας προς τας ιδικάς μας• διότι ενόμιζα ότι κάτι έλειπεν από το θείον, επειδή δεν υπήρχε τι αντίθετον, προς το οποίον να δύναται να συγκριθή και ούτω να αναδεικνύεται ευδαιμονέστερον. Και να είνε μεν θνητόν το γένος τούτο, αλλ' ευφυέστατον κατά τα άλλα και νοημονέστατον και δυνάμενον να διακρίνη το καλλίτερον.

Λοιπόν, ως λέγουν οι ποιηταί, «γαίαν ύδει φύρας»  και μαλάξας έπλασα τους ανθρώπους, παρεκάλεσα δε και την Αθηνάν να με βοηθήση εις το έργον. Αυτά είνε τα μεγάλα εγκλήματά μου προς τους θεούς. Και βλέπεις ποία είνε η ζημία εάν εκ πηλού έκαμα ζώα και εις το πρώην ακίνητον έδωκα κίνησιν και φαίνεται ότι έκτοτε οι θεοί είνε ολιγώτερον θεοί, διότι και επί της γης έγειναν ζώα τινα θνητά• ο δε Ζευς τώρα αγανακτεί, ως εάν εκ της δημιουργίας των ανθρώπων ελαττούται η αξία των θεών, εκτός εάν φοβήται μήπως και αυτοί σκεφθούν να επαναστατήσουν εναντίον του και να κινήσουν πόλεμον κατά των θεών, όπως οι Γίγαντες. 

Αλλ' ότι ουδόλως εζημιώθητε, ω Ερμή, παρ' εμού και των έργων μου είνε φανερόν• ή συ απόδειξέ μου και την ελαχίστην ζημίαν και τότε εγώ θα σιωπήσω και θ' αναγνωρίσω ότι δίκαια έπαθα εκ μέρους υμών. Ότι δε τα έργα μου έγειναν χρήσιμα εις τους θεούς αρκεί, διά να το εννοήσης, να παρατηρήσης εξ' ύψους την γην όλην και να ίδης ότι δεν είνε πλέον ξηρά και ακαλλιέργητος, αλλά στολισμένη με πόλεις, αγρούς καλλιεργημένους και φυτά ήμερα, και την θάλασσαν διασχιζομένην υπό πλοίων και τας νήσους κατοικημένας, πανταχού δε βωμούς και θυσίας και ναούς και πανηγύρεις• μεσταί δε Διός πάσαι μεν αγυιαί, πάσαι δ' ανθρώπων αγοραί Εάν εδημιούργουν τους ανθρώπους διά να είνε μόνον κτήμα μου, θα ηδυνάμην ίσως να κατηγορηθώ ως πλεονέκτης• αλλ' εγώ αφού τους εδημιούργησα τους κατέστησα κοινόν κτήμα των θεών• και ενώ παντού δύναταί τις να ίδη ναούς του Διός και του Απόλλωνος, της Ήρας και σου, ω Ερμή, του Προμηθέως ουδαμού φαίνεται ναός. Βλέπεις, ότι μόνον περί του συμφέροντός μου φροντίζω, τα δε κοινά καταπροδίδω και ζημιώνω.

Αλλά θέλω να μου είπης και τούτο, ω Ερμή, εάν νομίζης ότι δύναται να υπάρξη αγαθόν άγνωστον, κτήμα ή έργον το οποίον ουδείς βλέπει και ουδείς επαινεί και αν το τοιούτον δύναται να είνε εξ ίσου ευχάριστον εις τον κάτοχον αυτού. Διά τούτου θέλω να είπω, ότι αν δεν εδημιουργούντο οι άνθρωποι, θα έμενε χωρίς θεατάς το κάλλος του σύμπαντος και θα ήμεθα κάτοχοι πλούτου, ο οποίος ούτε υπό άλλων θα εθαυμάζετο, ούτε δι' ημάς θα ήτο όσον σήμερον πολύτιμος, διότι, δεν θα είχαμεν τίποτε κατώτερον προς το οποίον να τον συγκρίνωμεν, ούτε θα είχαμεν συνείδησιν όλης της ευτυχίας μας μη βλέποντες άλλους στερουμένους των όσων ημείς απολαμβάνομεν. Το μέγα φαίνεται τοιούτον μόνον όταν συγκρίνεται προς το μικρόν. Σεις, δε αντί να με τιμήσετε δι' αυτάς μου τας πράξεις, μ' εσταυρώσατε, και αυτήν την αμοιβήν μου εδώκατε διά την προνοητικότητά μου.

Αλλά θα είπης ότι μεταξύ των ανθρώπων υπάρχουν κακούργοι και μοιχεύουν και πολεμούν και τας αδελφάς των νυμφεύονται και επιβουλεύονται την ζωήν των γονέων των. Αλλά μήπως και μεταξύ ημών των θεών δεν είνε πολλή αφθονία τοιούτων εγκλημάτων; Και πρέπει κανείς διά τούτο να κατηγορήση την Γην και τον Ουρανόν διότι μας εγέννησαν; Αλλά δύνασαι να είπης και τούτο ακόμη ότι μας δίδει πολλάς φροντίδας η επιτήρησίς των. Ο ποιμήν όμως δεν θεωρεί δυστύχημα ότι έχει το ποίμνιον και ευρίσκεται εις την ανάγκην να φροντίζη δι' αυτό• διότι αι φροντίδες αποτελούν την ευτυχίαν του• άλλως και η φροντίς είνε τέρψις διότι συντελεί να διερχώμεθα τον καιρόν χωρίς πλήξιν. Διότι τι θα εκάναμεν εάν δεν είχαμεν να φροντίζωμεν περί των ανθρώπων;

Θα διηρχόμεθα τον καιρόν με αργίαν, θα επίναμεν το νέκταρ και θα εγεμίζαμεν την γαστέρα με αμβροσίαν χωρίς να έχωμεν κανένα πόθον. Εκείνο δε το οποίον προ πάντων με πνίγει από αγανάκτησιν, είνε ότι ενώ με κατηγορείτε ότι έκαμα τους ανθρώπους και μάλιστα τας γυναίκας, όμως τας ερωτεύεσθε και δεν παύετε να κατέρχεσθε εις την γην, άλλοτε μεν εις ταύρους, άλλοτε δε εις σατύρους και κύκνους μεταμορφούμενοι και καταδέχεσθε να γεννάτε εξ αυτών θεούς. Αλλ' ίσως θα είπης ότι έπρεπε μεν να πλασθούν οι άνθρωποι, διαφορετικοί όμως και όχι ομοιάζοντες προς ημάς. Και ποίον άλλο υπόδειγμα ηδυνάμην να προτιμήσω από εκείνο το οποίον εγνώριζα ως το τελειότερον; 

Ή έπρεπε να κάμω τον άνθρωπον ζώον ανόητον, άγριον και θηριώδες; Αλλά τότε πώς θα προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και πώς θα σας απένεμον τας άλλας τιμάς αν ήσαν τοιούτοι; Αλλά σεις όταν μεν σας προσφέρουν εκατόμβας προσέρχεσθε και δεν βαρύνεσθε ούτε και αν είνε ανάγκη να μεταβήτε μέχρι του Ωκεανού «μετ' αμύμονας Αιθιοπήας »• τον δε αίτιον των προσφερομένων προς υμάς τιμών εσταυρώσατε. Ως προς το ζήτημα λοιπόν των ανθρώπων, όσα είπα είνε επίσης αρκετά.

Τώρα δε μεταβαίνω εις την υπόθεσιν του πυρός και την επονείδιστον εκείνην κλοπήν. Και σ' εξορκίζω εις τους θεούς να μην αρνηθής να μου αποκριθής εις την εξής ερώτησιν• μήπως ημείς εστερήθημεν το πυρ, αφ' ότου το έχουν και οι άνθρωποι; Βεβαίως όχι. Διότι η φύσις του πράγματος τούτου είνε, μου φαίνεται, να μη ολιγοστεύη, εάν και άλλος πάρη εξ αυτού• διότι δεν σβύνει αν ανάψη κανείς άλλος. Επομένως είνε φθόνος καθαρός το τοιούτον, διότι εμποδίζατε να δοθή εις τους έχοντας ανάγκην κάτι το οποίον σεις δεν θα εστερείσθε και ουδόλως θα εζημιώνεσθε. Και όμως αφού είσθε θεοί έπρεπε να είσθε αγαθοί και
«δοτήρες εάων» και απηλλαγμένοι παντός φθόνου.

 Άλλως τε και αν ολόκληρον το πυρ αφήρουν εκ του ουρανού και το εκόμιζα κάτω εις την γην, χωρίς ν' αφήσω εξ αυτού τίποτε, η ζημία σας δεν θα ήτο μεγάλη. Διότι ουδόλως έχετε ανάγκην αυτού, καθότι ούτε κρυόνετε, ούτε την αμβροσίαν ψήνετε, ούτε τεχνητόν φως χρειάζεσθε. Εις τοις ανθρώπους δε είνε απαραίτητον το πυρ και διά τας άλλας των ανάγκας, αλλά και διά τας θυσίας, διά να διαχύνουν εις τας οδούς την κνίσσαν των θυμάτων, να θυμιάζουν διά του λιβανωτού και να καίουν τα μηρία επί των βωμών. Γνωρίζω δε πόσον σας ευχαριστεί ο καπνός των θυσιών και ότι αυτήν την ευωχίαν νομίζετε ως την νοστιμωτέραν, όταν η κνίσσα φθάνη εις τον ουρανόν «ελισσομένη περί καπνώ ». 

Επομένως η κατηγορία αύτη είνε όλως εναντία προς τας διαθέσεις σας. Απορώ δε πώς δεν διατάσσετε και τον ήλιον να παύση να φωτίζη τους ανθρώπους• διότι και αυτός είνε πυρ, πολύ θαυμαστότερον και φλογερώτερον. Ή και εκείνον κατηγορείτε ότι ασωτεύει την περιουσίαν σας; Αυτή είνε η απολογία μου. Σεις δε,Ερμή και Ήφαιστε, εάν νομίζετε ότι είπα τίποτε, το οποίον δεν είνε ορθόν, ελέγξετε και επανορθώσετέ με, εγώ δε θα απολογηθώ εκ νέου.


ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ, ΑΠΑΝΤΑ, ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ




Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία


Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

Ο Μαραθωνομάχος ήρωας Κυναίγειρος





Από τις προσωπικότητες, που συνέβαλαν καθοριστικά στην σωτηρία μας από τους Πέρσες, το 490 και πάλι το 480 π.Χ., ήσαν οι τρεις αδελφοί, ο Αισχύλος, ο Αμεινίας και ο Κυναίγειρος, υιοί του Ελευσινίου Ευφορίωνος, πρότυπα αρετής και παραδείγματα «φιλίας υπέρ της Πατρίδος ες αεί».

Ειδικότερα ο Κυναίγειρος θεωρείται θρύλος, διότι θυσίασε την ζωή του στη μάχη του Μαραθώνος και πέθανε με τον πλέον ηρωικό τρόπο. Αλλά η σημασία της θυσίας του παραμένει άγνωστη στο Πανελλήνιο.


Ο Κυναίγειρος πολέμησε μέχρι τέλους της κοσμοϊστορικής μάχης, και ενώ το αποτέλεσμα είχε πλέον κριθεί, με νίκη των Ελλήνων, πρόφθασε και έπιασε με τα χέρια του το πλοίο του Δάτιδος, του στρατηγού των εχθρών, που ηττημένος έσπευδε πανικόβλητος να διασωθεί, αναχωρώντας από την ακτή του Μαραθώνος.


Ο θρύλος συμπληρώνει, ότι αφού του απεκόπησαν διαδοχικά και τα δύο χέρια, αυτός αδιαφορώντας έφθασε να συγκρατεί το πλοίο με τα δόντια, έως ότου του απεκόπη και η κεφαλή. «Τον Κυναίγειρον, ός φεύγουσαν κατέσχε την Δάτιδος ναύν, και επιβαλών την δεξι
ν, ήπτετο τη ευωνύμ, και πάλιν και αυτής αφαιρεθείς κατείχε τω στόματι, έως απετμήθη και τον τράχηλον». (Ο Κυναίγειρος άρπαξε με το δεξί του χέρι το πλοίο του Δάτιδος, που διέφευγε, και κατόπιν αποτμήσεως το έπιασε με το αριστερό.Όταν και αυτό το χέρι του απεκόπη, έπιασε το πλοίο με το στόμα, έως ότου του πήραν και το κεφάλι).


Ο νεαρός ακόμα τότε Κυναίγειρος, γαλουχημένος όπως όλα τα Ελληνόπουλα με τα Πάτρια Ιδανικά, αντελήφθη την διαφυγή του Δάτιδος. Έτρεξε μόνος του και άρπαξε την τρόπιδα (καρίνα) του φοινικικού τους πλοίου με το δεξί του χέρι. 

Εμπόδιζε έτσι τον απόπλου σαν άγκυρα, ενώ συγχρόνως φώναζε προς τον θρασύδειλο στρατηγό: «Γιατί φεύγετε, ώ κακοδαίμονες; Μείνετε εδώ και αποδώσατε τας πόλεις που καταστρέψατε… Απαιτώ την Νάξον που επήρατε. Τας νήσους του Αιγαίου απαιτώ!… Δώστε τα πίσω και μη φεύγετε!».

Ο Κυναίγειρος εφώναζε τούτα τα λόγια στους τετραμμένους εις φυγήν Πέρσες, συγκρατώντας με το δεξί του χέρι το πλοίο, ενώ οι βάρβαροι: «Με τα βέλη δεν μπορούσαν να αποσπάσουν το χέρι, αλλά με μεγάλο τσεκούρι σαν δρύ το απέκοψαν.


Αυτός όμως δεν εφρόντισε το τραύμα του, λες και έδωσε ξένο χέρι». Ο στρατηγός των Περσών, παρατηρώντας την σκηνή, δοκιμάζει πρωτόγνωρα συναισθήματα: «Ώρμησε τότε ο Δάτις να αποκόψει την κεφαλή του τροπαιούχου …και αντικρίζοντάς τον έμεινε άπρακτος από φόβο. Ώ θεοί, σε ποιά χέρια μας οδηγήσατε; Τί θα μας κάνετε, ώ χαλκεόθυμοι άνδρες; Ας αποκόψει κάποιος γρήγορα το χέρι για να ελευθερωθούμε, αλλιώς θα μας βρούν τα πλοία τους, και το ιππικό τους θα μας φέρει αιχμαλώτους στας Αθήνας». Από τον επικήδειο λόγο του πατέρα του, ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου των Αθηναίων, δίδουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:   «Είσαι άξιος, ώ Κυναίγειρε, διότι εκράτησες όλην την Ασίαν. Αντιστάθηκες και για την Νάξο και για την Ερέτρια.


Αυτοί τώρα θα μεταφέρουν στον Δαρείο την φήμη, λέγοντες ότι: Βασιλεύ, επλεύσαμεν εναντίον ανδρών αδαμαντίνων, των οποίων κόπτουμε τας χείρας και δεν τους μέλλει. Τώρα μόλις ξεφύγαμε από τα χέρια του Κυναίγειρου… Ώ παιδί μου, τα μεν χέρια σου τραγουδούν οι Πλαταιείς, τα δε ανδραγαθήματά σου ερευνούν οι Λακεδαιμόνιοι. Παιδί μου, εσύ έκαμες την θάλασσα δική μας. Συνέθεσες με τα χέρια σου την Ιδέα της Φιλοπατρίας.


Οι επόμενες γενιές θα μιμούνται την πράξη σου, και θα γεννήσουν ατσαλένια χέρια ναυμαχούντες όπως εσύ, έχοντες στον νου τους την εικόνα της δικής σου μάχης …Αλλά εσύ, ώ παιδί μου Αισχύλε, ποίησε τον Λόγο μου και διακόσμησε την μάχη του Μαραθώνος, χάριν του πατρός σου!» Τον ήρωα Κυναίγειρο ετίμησαν οι Αθηναίοι, στήνοντας ανδριάντα στην Ποικίλη Στοά, με κομμένο μάλιστα χέρι.


Το 2010, με την συμπλήρωση 2500 χρόνων από την μάχη του Μαραθώνα, το Κέντρο Ελευσινιακών Μελετών «Δάειρα» ανήγειρε Μνημείο για τον Κυναίγειρο στην παραλία Ελευσίνος. Το 2011 έγιναν τα Αποκαλυπτήρια και έκτοτε ανά τριετία τελείται εορτή Μνήμης και Τιμής προς τον Ελευσίνιο Ήρωα.




Αναδημοσίευση από arxeion-politismou.gr/

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Το κύπελλο του Νέστορα ή αγγείο των Πιθηκουσών







Το κύπελλο χρονολογείται στους γεωμετρικούς χρόνους  περίπου 750-700 π.Χ. και πιστεύεται ότι φτιάχτηκε σε εργαστήριο της Ρόδου. Σήμερα φυλάσσεται στο μουσείο Villa Arbusto στο χωριό Lacco Ameno,  στο νησί της Ίσκιας, στην Ιταλία. Στο νησί Ίσκια δημιουργήθηκε η πρώτη αποικία των αρχαίων Ελλήνων από αποίκους που προέρχονταν από τη Χαλκίδα, στο πρώτο μισό του 8ου αιώνα και ονομάστηκε Πιθηκούσα. Ξεκινώντας από κει ίδρυσαν στην απέναντι ακτή την Κύμη. Οι Έλληνες άποικοι της ιταλικής Κύμης ( Cuma) ίδρυσαν στη συνέχεια την πόλη Παρθενόπη, με κέντρο το σημερινό κάστρο Όβο, για να ελέγχουν οι Κουμάνοι τον κόλπο της Νάπολης. Στη συνέχεια δημιουργήθηκε οικισμός με το όνομα Παλαιόπολη που εξελίχθηκε σε πόλη με το όνομα Νεάπολις.

Το κύπελλο φέρει μια επιγραφή τριών γραμμών που έχει χαραχθεί στα πλευρά του σε μεταγενέστερο χρόνο και αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως δώρο ταφής σε ένα νεαρό αγόρι. Η επιγραφή είναι ένα από τα παλαιότερα γνωστά δείγματα γραφής του ελληνικού αλφαβήτου, και καθορίζεται ως ισάξιο με αυτό  της  οινοχόης του Δίπυλου της Αττικής. Και οι δύο αυτές οι επιγραφές στα αρχαία αυτά σκεύη χρονολογούνται  γύρω στο 740-720 π.Χ. και φέρονται ως συνδεδεμένες με την ευβοϊκή γραφή (*) . Η επιγραφή δεν είναι  ακέραια αφού έχουν χαθεί ορισμένα θραύσματα από το κύπελλο, ωστόσο γίνεται κατανοητή.
Διαβάζεται από δεξιά προς αριστερά, οι λέξεις χωρίζονται και αποτελείται από τρεις στίχους. Ο δεύτερος και ο τρίτος είναι γραμμένοι στο εξάμετρο του έπους.

«Του Νέστορα... το κύπελλο είναι καλό για να πίνεις. Αλλά όποιος πιει από το κύπελλο αυτό, αμέσως θα καταληφθεί από την επιθυμία έρωτα για την όμορφη στεφανωμένη Αφροδίτη».






Οι μελετητές της γραφής, πέρα από τον  σχηματικό χαρακτήρα της ελληνικής αλφαβήτου, εντοπίζουν και μια  σαρκαστική διάθεση στο περιεχόμενό της,  καθώς αναφέρεται στο πλούσιο και θρυλικό Κύπελλο του Νέστωρα της Ιλιάδας . Ο  Αθήναιος ο Ναυκρατίτης μας πληροφορεί ότι στις απέναντι ιταλικές ακτές, στην Καπύη, υπήρχε ένα ιερό της Αρτέμιδος, όπου φυλασσόταν ένα κύπελλο που λεγόταν ότι ανήκε στον μυθικό Νέστορα κι είχε αποκτήσει μαγικοθρησκευτική αξία.

Αυτοί που έγραψαν  την επιγραφή είχαν διαβάσει την Ομηρική Ιλιάδα; Πολύ πιθανό. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει εξάρτηση της επιγραφής από τον Όμηρο, υπάρχει σίγουρα μεγάλη σχέση. Ο Όμηρος θα πήρε από την παλιότερη επική παράδοση και το ενσωμάτωσε στο ποίημα, όπως έκανε και με άλλα όμορφα έργα της μεταλλοτεχνίας, σκεύη και όπλα. Αυτός που έγραψε την επιγραφή, και αν δεν ήξερε την Ιλιάδα, ήξερε σίγουρα την επική παράδοση. Η επιγραφή μας αποδεικνύει ότι τον 8ο αι. οι θαλάσσιες επικοινωνίες ήταν πολύ πυκνές και οι Έλληνες μετέφεραν την επική παράδοση και τον Όμηρο μέχρι τις ακτές της Ιταλίας. Στο αγγείο μας χάραξαν όμορφους εξάμετρους στον πιο μακρινό τόπο αποικισμού στη Δύση από τον 8ο αιώνα.

Κάποιοι ερευνητές πιστεύουν πως οι επιγραφές αυτές δεν είναι τίποτε περισσότερο, από ένα στιχουργικό παιχνίδι συμποσίου, στο οποίο οι τρείς συνδαιτημόνες συμπληρώναν πάνω στην κούπα από όπου έπιναν κρασί  κι από έναν μικρό στίχο (κάτι σαν τις Κρητικές μαντινάδες). Ένας πότης έγραψε την πρώτη γραμμή, ένας δεύτερος την άλλη, κ.ο.κ. Αυτό ενισχύεται  από την διατύπωση του τελευταίου στίχου, που πολύ κομψά αναφέρεται στη σεξουαλική διέγερση του πότη. Όταν αυτή την εποχή στους υπολοίπους πολιτισμούς, ελάχιστοι γνώριζαν γραφή εκτός των ανακτόρων, οι αρχαίοι Έλληνες, ακόμα και ως  απλοί ταξιδιώτες  ή  έμποροι,  χαίρονταν την ζωή «γράφοντας»  μαντινάδες σε μια κούπα γύρω από ένα τραπεζι, υμνώντας  την χαρά της ζωής...

Υπάρχει όμως και μία ακόμα εκδοχή. Το κύπελλο βρέθηκε στον τάφο ενός αγοριού, δέκα έως δεκατεσσάρων το πολύ χρονών. Ενός παιδιού που δεν πρόλαβε να γνωρίσει ούτε την ευθυμία του κρασιού, ούτε τις ερωτικές χαρές της Αφροδίτης. Ίσως αυτή η επιγραφή να ήταν μία ευχή ώστε να μπορέσει το αγόρι να χαρεί στον άλλο κόσμο αυτό που ο τόσο πρόωρος θάνατος του στέρησε στην επίγεια ζωή.

Ίσως γνωρίζοντας  τον μικρό άτυχο φίλο, έγραψαν στον  μικρό άτυχο κύριο του κυπέλλου, όπως κι αν τον έλεγαν, να κατορθώσει εκεί που βρίσκεται στον άλλο κόσμο, να χαρεί τον πόθο και τις ηδονές της γλυκοστεφανωμένης Αφροδίτης,  όπως αναμφίβολα θα του άξιζε. Όπως αξίζει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη...!

(*) Οι επιστήμονες θεωρούν πως το Ευβοϊκό αλφάβητο είναι αυτό στο οποίο βασίστηκε το λατινικό αλφάβητο που το πήραν οι Λατίνοι ή απευθείας από τους Έλληνες αποίκους ή μέσω των Ετρούσκων.  Θεωρείται πως από τους Χαλκιδείς αποίκους διαδόθηκε σε όλη την Ιταλία το Χαλκιδικό αλφάβητο, που επί Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθιερώθηκε σε όλο το δυτικό κόσμο ως Ρωμαϊκό. Το Χαλκιδικό αλφάβητο περιείχε 7 γράμματα του λεγομένου πλέον λατινικού αλφαβήτου: C, D, F (δίγαμμα), L, P, R, και S! Τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι το ιδιότυπο «χαλκιδικό» αλφάβητο, στο οποίο το Σ γραφόταν ως C, το Δ ως D, το Ξ ως Χ, το Ρ ως R και το Υ ως U είναι το λατινικό (ετρουσκικό) αλφάβητο.


Σύνθεση με προσθήκες από διάφορες διαδικτυακές πηγές, και από εκπομπή (the Greeks) του National Geographic.


 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία



Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Καριοφίλι, το θρυλικό όπλο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821

«Θα πάρω το τουφέκι μου, τ΄ άγιο το καριοφίλι»


Το όπλο που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο στην Επανάσταση του 1821, και έγινε το "προσκεφάλι" καθώς και ο αχώριστος φίλος των αγωνιστών ήταν το γνωστό, σε όλους μας καριοφύλι.

Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, με λεπτή κάνη και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδότησης τους ήταν Ιταλικής προέλευσης.  

Η προέλευση της λέξης και ο χρόνος εισαγωγής του στην ελληνική γλώσσα αποτέλεσαν αντικείμενο ζωηρής διαμάχης στις ελληνικές εφημερίδες το 1865 και τη δεκαετία του 1960.* Η δημοφιλέστερη ελληνική άποψη ισχυρίζεται ότι προέρχεται από την επωνυμία Carlo e figli (Carlo και Υιοί). Τα όπλα «είχαν ένα ευφωνικό όνομα... καριοφίλια. Αυτή η παράξενη και μελωδική λέξη αποτελεί εξελληνισμό της επωνυμίας ενός ιταλικού οπλουργείου, του οποίου τα προϊόντα ήταν περίφημα σε όλη την Ανατολή: Carlo e figli».**

Ωστόσο δεν υπάρχει καταγεγραμμένος κατασκευαστής όπλων με αυτό το όνομα, ούτε ο συγγραφέας [σημ. εννοεί τον εαυτό του] κατάφερε να βρει κανέναν ο οποίος υπέγραφε “e figli”, παρόλο που ένας Έλληνας έμπορος είπε στον συγγραφέα ότι ο πατέρας του είχε πει πως το όνομα προερχόταν από Έλληνες λιανοπωλητές της Τεργέστης. Ίσως ένας Ιταλός λιανοπωλητής να έδωσε το όνομά του στο εμπόρευμα.

Πιο πιθανή είναι η εκδοχή που μετέφερε στον συγγραφέα ο Κώστας Γεωργόπουλος και ένας αργυροχόος από τα Ιωάννινα, ο Γιάννης Καριοφίλης. Ο κύριος Καριοφίλης είπε στον συγγραφέα ότι πριν από πέντε γενιές, το 1780, ένας πρόγονός του ήταν διάσημος αργυροχόος και γνωστός κατασκευαστής μακρύκαννων όπλων, γεννημένος στους Καλαρρύτες —ένα χωριό κοντά στα Ιωάννινα, με παράδοση στην επεξεργασία του ασημιού και του χρυσού. Φυσικά το όνομα μπορεί να σχετίζεται με το επάγγελμά του και ο όρος να υπήρχε πολύ πριν από τη γέννηση αυτού του ανθρώπου.


Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά την επανάσταση, είχαν αναπτυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα βιοτεχνίες και εργαστήρια παραγωγής όπλων με εισαγωγές μηχανισμών από την Ιταλία αλλά και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Προμηθευτής των όπλων της επανάστασης με πυρομαχικά ήταν κυρίως οι μπαρουτόμυλοι των Αφών Σπηλιοτόπουλου στη Δημητσάνα, που ήταν ουσιαστικά η έδρα της πρώτης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.


Οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη karanfil για να δηλώσουν το όπλο από τα τέλη του 16ου αιώνα. Δεν θα μπορούσαν να έχουν δανειστεί τον όρο από την ελληνική λέξη καριοφίλι (kariophili), καθώς οι Έλληνες είχαν αφοπλισθεί μετά την οθωμανική κατάκτηση. Στα τουρκικά karanfil σημαίνει επίσης γαρίφαλο, όπως και με μικρές παραλλαγές στα αλβανικά και στα σερβοκροατικά. Το γαρίφαλο, Dianthus caryophyllus, είναι ενδημικό στη Μεσόγειο και αναφέρεται από τον Θεόφραστο (περ. 371-περ. 287 π.Χ.), φιλόσοφο από την Ερεσό της Λέσβου. Ήταν διάδοχος του Αριστοτέλη στην Περιπατητική σχολή και σώζονται δύο από τα σημαντικά βοτανολογικά του έργα, Περί φυτικών ιστοριών και Φυτικών αιτίων. 

Δίανθος σημαίνει «το άνθος του Θεού», από το όνομα του θεού Δία, και το άνθος. Από την κλασική ελληνική λέξη καρυόφυλλον (karyophyllon) η λέξη πέρασε στα αραβικά (qaranful) και από εκεί στο τουρκικό karanfil (που σημαίνει επίσης μοσχοκάρφι, το οποίο έχει το ίδιο σχήμα). Οι τουρκικές κάννες του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα έχουν μεγάλα στόμια σε σχήμα αυγού, που θυμίζουν το μπουμπούκι του γαρίφαλου. Ορισμένοι προχωρούν ακόμα παραπέρα, προσθέτοντας εγχάρακτα ή ένθετα μπρούντζινα γαρίφαλα στον διάκοσμο του όπλου, όπως σε ένα δείγμα του [Μουσείου] Stibbert (εικόνα 214). Το άνθος ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές ως διακοσμητικό μοτίβο στα κεραμικά από το Iznik και σε υφάσματα του 16ου αιώνα. 

Οι ονομασίες των τουρκικών όπλων στα Βαλκάνια είναι συνήθως περιγραφικές, επομένως αυτή είναι η πιθανότερη προέλευση της λέξης καριοφίλι, η οποία πέρασε από τα τουρκικά στα ελληνικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χρήση της λέξης αποτελούσε δείγμα του μαύρου χιούμορ των στρατιωτικών της εποχής, παρόμοια με τη χρήση της λέξης zanburak ή 
zamburak (αραβικά, τουρκικά και περσικά), κυριολεκτικά «μικρή μέλισσα», που αναφερόταν αρχικά σε μια βαλλίστρα και στη συνέχεια σε ένα μικρό κανόνι το οποίο μεταφερόταν στην πλάτη μιας καμήλας, με το αστείο να φορά τον ήχο και το «τσίμπημα» του βλήματος.

*Τάκης Λάππας. «Η φορεσιά και τα άρματα των αγωνιστών», στο: Γύρω απ’ το Εικοσιένα (1970), 38-41.
** Patrick Leigh Fermor, Roumeli (1966), 148.



Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Ο Διόνυσος στις Ινδίες, Μεγασθένης ο Ίων





Ο Μεγασθένης ο Ίων, (περ. 350 - 290 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας γεωγράφος - εθνογράφος, διπλωμάτης και ιστορικός. Υπήρξε πρέσβης του Σέλευκου Α΄ του Νικάτορος για περισσότερα από 10 χρόνια στα ανάκτορα του Τσαντραγκούπτα  
Μαουρύα (Ελληνικά: Σανδροκόττος ή Σανδράκοττος) στην  Παταλιπούτρα, και κατά τους Έλληνες Παλίμβαθρα, (σημερινή Πάτνα) των Ινδιών. 
Το βιβλίο του «Ινδικά» αποτελεί την πρώτη ιστορική πηγή που έχουμε για την Ινδία, και γι’ αυτό δίκαια έχει χαρακτηρισθεί ως ο "Πατέρας της Ινδικής Ιστορίας". Επίσης έχει καταγραφεί ως ο πρώτος ξένος Πρέσβης στα χρονικά της Ινδίας. Η παραμονή του στην Ινδία θα πρέπει να έγινε πριν από το θάνατο του Τσαντραγκούπτα το 288 π.Χ., οπότε και επέστρεψε στην Αραχωσία. 

Η περιγραφή του για την Ινδία περιλαμβάνει πολλούς "μύθους" αλλά και σημαντικά γεωγραφικά και εθνολογικά στοιχεία. Στην αρχή του βιβλίου του αναφέρεται στους ηλικιωμένους Ινδούς που γνωρίζουν για την προϊστορική άφιξη του Διόνυσου και του Ηρακλή στην Ινδία. Μια ιστορία ιδιαίτερα δημοφιλή κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι και οι παρατηρήσεις του για τις θρησκείες των Ινδών, όπου αναφέρεται στους λάτρεις του Ηρακλή (Σίβα) και Διόνυσου (Κρίσνα ή Ίντρα) ενώ δεν αναφέρεται καθόλου στο Βουδισμό που αποδεικνύει ότι η θρησκεία αυτή δεν ήταν ευρέως γνωστή πριν από την ανάληψη της ηγεμονίας από τον Ασόκα

Σύμφωνα με τα Ινδικά του Μεγασθένη, οι Ινδοί που ζούσαν στα βουνά λάτρευαν τον Διόνυσο (Σίβα) και αυτοί που κατοικούσαν στις πεδιάδες τον Ηρακλή  (Κρίσνα). Οι φιλόσοφοι των βουνών, υποστήριζαν ότι ο Διόνυσος είχε έρθει ανάμεσα τους, φέρνοντας τις άγριες κληματαριές, που πίστευαν ότι φυτρώνουν μόνο στην χώρα τους, τον κισσό, την δάφνη, την μυρτιά, και άλλα αειθαλή. Ακόμη, ακολουθούσαν ορισμένες συνήθειες που ήταν Βακχικές. 

Ντυνόντουσαν με ύφασμα, φορούσαν τουρμπάνια, χρησιμοποιούσαν αρώματα, και στόλιζαν τους εαυτούς τους με ρούχα βαμμένα με φωτεινά χρώματα. Μουσικοί με τύμπανα και κουδούνια προϋπαντούσαν τους βασιλείς πριν από την εμφάνιση τους στο λαό.

Ο Μεγασθένης κατέγραψε ακόμη ότι οι άνθρωποι με την μεγαλύτερη μόρφωση στην Ινδία διηγιόντουσαν στην εποχή του ότι την εποχή που οι άνθρωποι της χώρας ζούσαν ακόμη σε χωριά, ο Διόνυσος έκανε την εμφάνισή του σε περιοχές που βρίσκονται στην Δύση. Όταν ο Διόνυσος έφθασε στην Ινδία έκτισε πόλεις, έδωσε νόμους, πρόσφερε κρασί και δίδαξε στους Ινδούς πως να καλλιεργούν τη γη. Αυτός πρώτος έζεψε τα βουβάλια στο όργωμα και έκανε τους περισσότερους Ινδούς γεωργούς αντί για νομάδες. 

Αυτός τους εξόπλισε με τα όπλα του πολέμου. Ο Διόνυσος τους έμαθε να λατρεύουν διάφορους θεούς, αλλά ιδιαίτερα τον εαυτό του, με την κρούση των κυμβάλων και το κτύπημα των τυμπάνων. Αυτός δίδαξε στους Ινδούς να χορεύουν σε σατυρικό στυλ (τον χορό που ονομαζόταν ‘κόρδαξ’ ανάμεσα στους Έλληνες), τους έδειξε πως να διατηρούν τα μαλλιά τους μακριά προς τιμή του θεού με την κωνική κούπα και πως να χρησιμοποιούν αλοιφές. Αφού έθεσε τα πάντα σε τάξη, ο Διόνυσος διόρισε τον Σπατέμπα βασιλιά και έφυγε από την Ινδία. Σχετικά με την χρονολογία της άφιξης του Έλληνα θεού στην Ινδία, ο Μεγασθένης μας πληροφορεί ότι μεταξύ της βασιλείας του Διόνυσου και αυτής του Candragupta πέρασαν εκατόν πενήντα τρεις βασιλείς που διοίκησαν για έξι χιλιάδες και σαράντα δυο χρόνια. Ο Julius Solinus μετρά 6,451 χρόνια από τον Πατέρα Βάκχο μέχρι τον Αλέξανδρο.

Στις προ-Αλεξανδρινές πηγές, ο θεός Διόνυσος έχει ήδη συσχετισθεί με το βουνό Νύσα και την Βάκτρια αλλά οι εκστρατείες του στην Ινδία δεν έχουν καταγραφεί. Σύμφωνα με τον Ευριπίδη (που έζησε ένα αιώνα πριν από τον Αλέξανδρο), ο Διόνυσος ανέπτυξε τον πολιτισμό, έδωσε νόμους, αγάπησε την ειρήνη αλλά και έκανε εκστρατείες και κατέκτησε ολόκληρη την Ασία. Στην έναρξη του δράματός του, Βάκχαι, ο δραματικός ποιητής περιγράφει την επιστροφή του Διόνυσου από την Ασία, αναφέροντας διάφορες χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Βάκτριας, αλλά όχι την Ινδία.

Πληροφορίες για την προϊστορική συσχέτιση των Ελλήνων με την βορειοδυτική Ινδία συναντάμε στην Mahabharata και τις Puranas, όπου οι Ίωνες (Yavanas στα σανσκριτικά) θεωρούνται απόγονοι του βεδικού Βασιλιά Turvasha, που αναφέρεται συχνά στoυς ύμνους της Rig Veda και χρονολογούνται πίσω στη δεύτερη χιλιετηρίδα π.Χ. Επίσης στα έπη και τη μεταγενέστερη ινδική λογοτεχνία, συναντάμε ορισμένες αναφορές που περιγράφουν τους Yavanas ως Άριους που έχασαν την κοινωνική τους υπόσταση και ως ανθρώπους που μπορούσαν να σπουδάσουν τις Βέδες στο παρελθόν.

Οι παραπάνω αναφορές δίδουν βάση στην υπόθεση της ύπαρξης Ιωνικών αποικιών στη Βάκτρια και Βόριο-Δυτική Ινδία, αλλά οι ιστορίες της εκστρατείας του Διόνυσου και του Ηρακλή στην Ινδία προπαγανδίσθηκαν κυρίως στους χρόνους του Αλεξάνδρου και την μετα-Αλεξανδρινή εποχή. Οι ελληνιστές συγγραφείς γοητευμένοι από τις ομοιότητες που συνάντησαν μεταξύ των ινδικών και ελληνικών θεοτήτων ταύτισαν τις δυο κύριες τοπικές θεότητες, Σίβα και Κρίσνα, με τον Διόνυσο και τον Ηρακλή αντίστοιχα. Οι ομοιότητες μεταξύ του Έλληνα και του Ινδού θεού της έκστασης και της ελευθερίας έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς σύγκρισης από μελετητές καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας.

Απόσπασμα από το άρθρο του Δημήτρη Βασιλειάδη, "ΣΙΒΑ – Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ"


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία