Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Διόνυσος, Βάκχος, Μαινάδες, και Απόλλων.




Διόνυσος, ο γιος του Δία και της Σεμέλης, Θεός της έμπνευσης, της φώτισης, της βαθύτερης ενόρασης, της ανθρώπινης συμπόνιας και κατανόησης, αξίες που θεμελιώθηκαν στο νου και την ψυχή μιας ολόκληρης φυλής, μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Θεός της αμπέλου και του ηλιακού οίνου, που προσφέρεται σε δείπνο μυστικό, σε τελετή γαμήλια, στον αποχαιρετισμό μιας ολόκληρης ζωής. Θεός που αμφισβητήθηκε για την ελληνική καταγωγή του, όπως αμφισβητήθηκε και ολάκερη η φυλή που τον λάτρεψε. Θεότητα ελληνική, παρούσα σε περιόδους πανάρχαιας ανιμιστικής λατρείας, παρούσα στην αρχαιότητα και εν δυνάμει παρούσα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Ο Διόνυσος, επίσης Διώνυσος, γιος του Θεού Δία, ανήκει στις ελάσσονες πλην όμως σημαντικές Θεότητες του αρχαιοελληνικού πανθέου, καθώς η λατρεία του επηρέασε σημαντικά τα θρησκευτικά δρώμενα της ελλαδικής επικράτειας. Παρόλο που δεν είναι Ολύμπιος Θεός και ο Όμηρος δείχνει να τον αγνοεί !! 

Ήδη από τον 6ο π.κ.ε. αι. αναπαρίσταται μαζί με τους Ολυμπίους, αν και εμφανίζεται σχετικά απόμακρος. Ενίοτε απεικονίζεται να κάθεται δεξιά του πατρός του στα Ολύμπια δώματα. Ο Διόνυσος ως μυθολογική οντότητα «δεν είναι μήτε παιδί ούτε άντρας, αλλά αιώνιος έφηβος, καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στα δύο». Με αυτή τη μορφή, αντιπροσωπεύει«το πνεύμα της ενέργειας και της μεταμορφωτικής δύναμης του παιχνιδιού» γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που υποδεικνύουν είτε τη θεϊκή σοφία ή το αρχέτυπο του Κατεργάρη, παρόν σε όλες σχεδόν τις μυθολογίες του κόσμου.

Στην ελληνική μυθολογία, ο Διόνυσος γεννιέται από τον μηρό του πατέρα του, στη νήσο Ικαρία και παραδίδεται σε δώδεκα νύμφες ή υδάτινα πνεύματα, τις Υάδες, οι οποίες γίνονται τροφοί του Θεϊκού παιδιού. Αργότερα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης την υπηρεσία τους, οι Υάδες εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα όπου λάμπουν ως αστερισμός των Υάδων. Είναι Πυριγενής, και Λιμναίος, φέροντας εγγενώς την ποιότητα της «λίμνης ή του έλους». Ο Διόνυσος είναι επίσης Διθύραμβος, δηλαδή διγενής, γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό, ακολουθώντας την παράδοση ανάλογων αρχέγονων θεοτήτων. Ο Διόνυσος, επίσης, συνδέεται με τη γονιμότητα, μέσω του εκπληρωμένου έρωτα και το επίγραμμα του Ανακρέοντα στον θεό αρχίζει με τις λέξεις «Ω Κύριε, που σύντροφοί σου στο παιχνίδι είναι ο ισχυρός Έρως, οι μαυρομάτες νύμφες και η Αφροδίτη!»


Γιος του Δία και της Σεμέλης κόρης του Κάδμου, ο Διόνυσος διασώζεται από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι του πατέρα της -μετά από την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο- χάρη στην παρέμβαση της Γης, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου και να διασώσει το Θείο Βρέφος. Ο Δίας τοποθέτησε το Βρέφος στον μηρό του εν αγνοία της Ήρας και το έβγαλε στο φως την κατάλληλη στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής και εξαιτίας του γεγονότος ότι συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος.

Ο Θεός περιπλανάται στην Αίγυπτο και τη Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας. Θεραπεύεται από τη Ρέα στη Φρυγία. Η Ρέα, επίσης, είναι εκείνη που τον διδάσκει την τελετουργική λατρεία και ορίζει το ένδυμα του Θεού και των Μαινάδων ακολούθων του. Η ακολουθία του Θεού συμπληρώνεται με τους Σατύρους και τους Σειληνούς.Θεός εκπολιτιστής ο Διόνυσος συνέχισε την περιπλάνησή του, διδάσκοντας ανά τον κόσμο τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια της αμπέλου. Αλλού έγινε δεκτός ως Θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης άνθρωπος, γεγονός που προκάλεσε σύμφωνα με τον μύθο και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό ή τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών.


Στον Όμηρο ο Διόνυσος δεν είναι ακόμη Ολύμπιος, Στη ζωοφόρο του Παρθενώνα καταλαμβάνει μια θέση ανάμεσα στους καθισμένους Θεούς περίπου μεταξύ του Όμηρου και της εποχής του Φειδία. Ο Διόνυσος, όποια κι αν ήταν η φύση του, είναι ένας μετανάστης Θεός, που εισέρχεται στην Ελλάδα αργότερα από τους υπόλοιπους Ολύμπιους, από το Βορρά, από την Θράκη. Δεν έρχεται ασυνόδευτος, σαν καθώς πρέπει Θεός που σέβεται τον τίτλο του. Πάντα τον ακολουθεί η θορυβώδης συντροφιά του από τους Σάτυρους και τις Μαινάδες και αυτό επίσης τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους Θεούς.

Ο ίδιος ο Θεός των Θεών ο Δίας, ο Άρης, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας δεν έχουν τέτοια ακολουθία. Αφού ο άνθρωπος φτιάχνει τους Θεούς του κατ’ εικόνα του, είναι χρήσιμο και διασκεδαστικό να εξετάσουμε την φύση και τις λειτουργίες του Διόνυσου και της φασαριόζικης ακολουθίας του. Κατ αρχάς οι Σάτυροι είναι, τι άλλο θα μπορούσαν να είναι, παρά οι Σάτρες. Αυτοί οι Σάτρες – Σάτυροι έχουν πολλά χαρακτηριστικά με τους περισσότερο μυθολογικούς Κένταυρους. Η μαρτυρία των μακεδονικών νομισμάτων είναι διδακτική. Αλλά εδώ σε αυτό το άρθρο θα επικεντρωθώ στις λιγότερο τερατόμορφες, από την συνοδεία του Θεού Διόνυσου, τις Μαινάδες,

Είναι πολύ πιο ευχάριστη, η συντροφιά από τις γυναίκες ακόλουθες του Διόνυσου, τις Μαινάδες. Αυτές οι Μαινάδες είναι τόσο αληθινές όσο και οι Σάτυροι. Ουσιαστικά ακόμη περισσότερο, γιατί κανείς ποιητής ή ζωγράφος δεν επιχείρησε ποτέ να τους αποδώσει οπλές, αυτιά και ουρές αλόγου. Όμως, τόσο επίμονη είναι η απέχθεια για κοινότοπα γεγονότα, ώστε συνεχώς μας λένε ότι οι Μαινάδες είναι καθαρά μυθολογικά πλάσματα και ότι τα όργια των Μαινάδων ποτέ δεν εμφανίστηκαν ιστορικά στην Ελλάδα.

Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τις Μαινάδες ως το γυναικείο απλώς αντίστοιχο των Σάτυρων. Οι Σάτυροι, αντιπροσωπεύουν πρωτόγονους υπόδουλους λαούς, αλλά οι Μαινάδες δεν αντιπροσωπεύουν απλώς τις γυναίκες της ίδιας φυλής. Το όνομά τους δεν είναι παραφθορά κάποιου φυλετικού ονόματος. Αντιπροσωπεύει μια ψυχική και σωματική κατάσταση, είναι σχεδόν ένα λατρευτικό επίθετο. Μαινάδα σημαίνει «τρελή γυναίκα» και οι Μαινάδες είναι γυναίκες-λάτρεις του Διόνυσου οποιοσδήποτε φυλής, κατειλημμένες, μανιασμένες, ή, όπως θα έλεγαν οι αρχαίοι, εμπνευσμένες από το πνεύμα του (έν­θεες).


Μαινάδα είναι μόνο ένα, αν και ίσως το πιο συνηθισμένο, από τα πολλά ονόματα που απευθύνονται σε αυτές τις γυναίκες λάτρεις. Στη Μακεδονία μας λέει ο Πλούταρχος τις αποκαλούσαν Μιμαλλόνες και Κλώδωνες, στην Ελλάδα Βάκχες, Βασσαρίδες, Θυιάδες, Ποτνιάδες και τα παρόμοια. Μερικοί από τους τίτλους μετατράπηκαν σταδιακά σε κύρια ονόματα, άλλοι παρέμειναν συνειδητά επιθετικοί προσδιορισμοί. Κατά βάθος όλοι εκφράζουν την ίδια ιδέα, γυναίκες κατειλημμένες από το πνεύμα του Διόνυσου. Ο Πλούταρχος στη χαριτωμένη πραγματεία του για τη «Δεισιδαιμονία» μας λέει πως όταν ο διθυραμβικός ποιητής Τιμόθεος έψελνε έναν ύμνο στην Άρτεμη, αποκαλούσε την κόρη του Δία έτσι: «Μαινάδα, Θυιάδα, Φοιβάδα, Λυσσάδα» Μπορούμε να αποδώσουμε τους τίτλους ως Τρελή, Ορμητική, Ένθεη, Λυσσασμένη. Ο λυρικός ποιητής Κινεσίας, του οποίου τα άσματα ήταν αναμφίβολα διατυπωμένα σε λιγότερο οργιαστική γλώσσα, σηκώθηκε και είπε: «Εύχομαι να είχες μια τέτοια κόρη.»

Η ιστορία μας διδάσκει δυο πράγματα. Αρχικά δείχνει ότι οι όροι Μαινάδα και Θυιάδα χρησιμοποιούνταν στην εποχή του Τιμόθεου ως επίθετα, δεν είχαν ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε κύρια ονόματα και δεν αφορούσαν μόνο τις λάτρεις του Διόνυσου, αλλά οποιαδήποτε οργιαστική Θεότητα. Επιπλέον, το απόσπασμα καταμαρτυρεί σαφώς ότι οι μορφωμένοι άνθρωποι, προς το τέλος του πέμπτου αιώνα π.κ.ε. είχαν αρχίσει να θέτουν υπό συζήτηση τις διαμορφωμένες θεολογικές αντιλήψεις. Ωστόσο οι λατρευτικές τελετές και τα ακόμη περισσότερο λατρευτικά επίθετα απείχαν πολύ από την άποψη των μορφωμένων. Ευτυχώς μπορούμε να αποδείξουμε ότι, σίγουρα το επίθετο Θυιάδα, και πιθανώς τα επίθετα Φοιβάδα και Μαινάδα, αφορούσαν όντως υπαρκτά ιστορικά γυναικεία πρόσωπα. Το επίθετο Λυσσάδα, που σημαίνει «λυσσασμένη», δεν ήταν απίθανο να υπερισχύσει στην ποίηση. Ο χορός στις Βάκχες αυτοαποκαλείται «γοργά κυνηγόσκυλα της Λύσσας», αλλά ο τίτλος προφανώς δε θα είχε απήχηση στις σεβάσμιες δέσποινες.

                                                                      Οι Θυιάδες


Στους Δελφούς μαθαίνουμε τα περισσότερα για τη φύση και τη λατρεία τους, στους Δελφούς όπου ψηλά στον Παρνασσό, ο Διόνυσος τελούσε τα όργια του. Αυτό δε μπορεί να το αρνηθεί ούτε ο Αισχύλος, αν και υποστηρίζει τον Απόλλωνα. Για τούτο βάζει την ιέρεια στην τελετουργική απαγγελία της των τυπικών δυνάμεων σχεδόν απρόθυμα να επιμαρτυρήσει:

«Και τις Νύμφες τις τιμώ που κατοικούν εκεί όπου είναι το Κωρύκειο άντρο
το βαθύ, που το συχνάζουν τα πουλιά και μένουν οι θεοί.
Ο Βρόμιος βασιλεύει εκεί -κι ούτε που το ξεχνώ αφ’ ότου, θεός αυτός, οδήγησε σε πόλεμο τις Βάκχες κι ύφανε θάνατο -λαγός σαν νάταν- του Πενθέα».

Ο Αισχύλος τείνοντας προς το μονοθεϊσμό, αποδεχόταν πρόθυμα μόνο τις δύο Θεότητες που ήταν ουσιαστικά μία, δηλαδή το Δία και «Διός προφήτης δ’ έστί Λοξίας πατρός» τον Πατέρα και το Γιο, αυτούς και το γένος των αρχαίων χθόνιων θεοτήτων των οποίων ήταν οι διάδοχοι. Όμως η θρησκευτική παράδοση γνώριζε έναν άλλον μετανάστη, το Διόνυσο και ο Αισχύλος δεν μπορεί να τον αγνοήσει εντελώς. Στα αετώματα του μεγάλου ναού παριστάνονταν ανάγλυφα, αναφέρει ο Παυσανίας, στο ένα άκρο ο Απόλλωνας, η Άρτεμις, η Λητώ και οι Μούσες, και στο άλλο άκρο η «δΰσις τε Ήλιου καί Διόνυσός τε καί αί γυναίκες Θυιάδες.» Το τελετουργικό έτος στους Δελφούς ήταν χωρισμένο μεταξύ του Απόλλωνα και του Διόνυσου.

Η αναπαράσταση στην εικόνα από έναν κρατήρα στο Μουσείο Ερμιτάζ στην Αγ. Πετρούπολη είναι σύντομη επιτομή της θρησκευτικής ιστορίας των Δελφών, επισημαίνοντας τα τρία της επίπεδα. Σε πρώτο πλάνο είναι ο ομφαλός της Γαίας καλυμμένος με ταινίες: «Πρώτα στην προσευχή μου αυτή πιο πάνω απ’ όλους τους Θεούς βάζω τη Γαία, τη μάντισσα την πιο παλιά»

Τη Γαία, της οποίας οι διάδοχοι, η Θέμις και η Φοίβη, δεν είναι παρά μορφές δικές της. Ψηλότερα στην εικόνα είναι άλλες θεότητες υπερτιθέμενες αυτής της πρωτόγονης χθόνιας λατρείας. Ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος δίνουν τα χέρια, ενώ γύρω τους είναι μια συντροφιά Μαινάδων και Σάτυρων. Δεν είναι σίγουρο ποιος θεωρείται πρωτοαφιχθείς, αλλά μάλλον είναι ο Διόνυσος, καθώς το ιερό κατοικείται ήδη από τους λάτρεις του. Η αμφίεση του έχει κάτι από την ασιατική λαμπρότητα σε σύγκριση με την ελληνική απλότητα του Απόλλωνα. Ο καθένας φέρει τη χαρακτηριστική του ράβδο, ο Απόλλωνας ένα κλαδί δάφνης, ο Διόνυσος ένα θύρσο.

Στην παράσταση του αγγείου, που χρονολογείται γύρω στην αρχή του τέταρτου αιώνα π.κ.ε. όλα είναι ειρηνικά και αρμονικά και οι θεοί δίνουν τα χέρια. Το δελφικό ιερατείο από παλιά παρουσίαζε δεξιοτεχνία στη συγκάλυψη ανώμαλων μεταβάσεων στην ιστορία της θεολογίας. Ο Απόλλωνας έπρεπε να παλέψει με το αρχαίο μαντικό ΕΡΠΕΤΟ της Γαίας και να το σκοτώσει πριν καταλάβει το χώρο και είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή υπήρξεδιαμάχη ανάμεσα στους λάτρεις του Απόλλωνα και σε αυτούς του Διόνυσου. Ένα πέπλο λήθης κάλυψε αυτό το παρελθόν που δεν προσφερόταν για διαπαιδαγώγηση ή προπαγάνδα, άλλωστε το ίδιο έγινε αργότερα και με τους χριστιανούς.


Μια θρησκεία που κατακτά τους Δελφούς, ουσιαστικά κατακτά ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Πιθανότατα, τόσο στους Δελφούς όσο και στην Αθήνα, επιτελέστηκε το έργο της αναμόρφωσης, τροποποίησης, προσαρμογής της τραχιάς θρακικής λατρείας, μια διαδικασία αναγκαία για την ευνοϊκή εισαγωγή της νέας λατρείας στην πολιτισμένη Ελλάδα. Αν λοιπόν μπορούμε να βεβαιώσουμε την ιστορική ύπαρξη των Θυιάδων στους Δελφούς, δε χρειάζεται να αμφιβάλλουμε για την ύπαρξη αυτών, ή των αντίστοιχών τους, στη λατρεία του Διόνυσου σε άλλες περιοχές. Ο Παυσανίας, όταν ήταν στον Πανοπέα, προβληματίστηκε γιατί ο Όμηρος ονόμαζε τον τόπο «καλλίχορον».

Αναφέρει ότι του το εξήγησαν οι γυναίκες που οι Αθηναίοι ονομάζουν Θυιάδες. Προσθέτει, προς αποφυγή παρεξήγησης, ότι «αυτές οι Θυιάδες είναι γυναίκες από την Αττική που πηγαίνουν κάθε δεύτερο χρόνο μαζί με τις γυναίκες από τους Δελφούς στον Παρνασσό και εκεί τελούν όργια προς τιμή του Διόνυσου. Καθ’ οδόν σταματούν να χορέψουν στον Πανοπέα, εξ ου και το επίθετο που του αποδίδει ο Όμηρος.» Βέβαια αυτός ο όμιλος ιερών γυναικών, αυτές οι Θυιάδες, είχαν και την επώνυμο πρόγονό τους, τη Θυία.

Ο Παυσανίας, αναφερόμενος στην προέλευση των Δελφών, λέει πως «Μερικοί πιστεύουν ότι υπήρχε ένας αυτόχθων άντρας ονόματι Καστάλιος και τον θέλουν να έχει για θυγατέρα του τη Θυία, η Θυία ήταν η πρώτη ιέρεια του Διόνυσου και τελούσε όργια για το Θεό και λένε ότι μετά από εκείνη όσες καταλαμβάνονται από μανία προς τιμή του Διόνυσου αποκαλούνται Θυιάδες» (όσαι τώ Διονὐσω μαίνονται Θυιάδόας καλεϊσθαί φασιν ύπό άνθρώπων.) Αν «όσες καταλαμβάνονται από μανία προς τιμή του Διόνυσου» δεν είναι ουσιαστικά Μαινάδες, τότε τι άλλο μπορεί να είναι; Είναι ευτύχημα που ο Παυσανίας είδε και μίλησε για αυτές τις γυναίκες, γιατί διαφορετικά οι δηλώσεις του ότι μαίνονται στις ψηλότερες κορυφές του Παρνασσού προς τιμή του Διόνυσου και του Απόλλωνα θα θεωρούνταν απλώς μυθολογικές ιστορίες.

Ο Πλούταρχος ήταν ιερέας στη πατρίδα του τη Χαιρώνεια και βαθιά εξοικειωμένος με τις τελετουργίες των Δελφών. Μία καλή του φίλη, η Κλέα, ήταν «αρχηγός» των Θυιάδων στους Δελφούς. Τις αναφέρει πάνω από μια φορά. Γράφοντας στο Φαβωρίνο «περί της Πρώτης Αρχής για το Ψύχος» διατείνεται ότι το ψύχος έχει τις δικές του ιδιαίτερες ιδιότητες, πυκνότητα, σταθερότητα, ακαμψία, και δίνει ως παράδειγμα το ψύχος της νύχτας έξω στον Παρνασσό.
«Έχεις ακούσει ο ίδιος στους Δελφούς πώς οι άνθρωποι, που ανέβηκαν στον Παρνασσό για να βοηθήσουν τις Θυιάδες, έπεσαν σε μια βίαιη χιονοθύελλα και τα παλτά τους πάγωσαν και έγιναν σαν ξύλα, ώστε, όταν τα τέντωσαν, θρυμματίστηκαν και κόπηκαν σε κομμάτια.» Τα θρυμματισμένα πανωφόρια μοιάζουν απόκρυφα, αλλά οι Θυιάδες που βρίσκονταν έξω στο ψύχος είναι πολύ αληθινές. Δεν αντιμετωπίζεις μια ορεινή χιονοθύελλα για να συντρέξεις τα μυθολογικά «πνεύματα της άνοιξης».


Ίσως έμαθε από τη φίλη του την Κλέα ο Πλούταρχος την ευχάριστη ιστορία των Θυιάδων και των γυναικών της Φωκίδας, που καταγράφει στην πραγματεία του «Γυναικών Αρεταί» «Όταν οι τύραννοι της Φωκίδας είχαν καταλάβει τους Δελφούς και διεξήγαγαν εναντίον τους το γνωστό ως Ιερό Πόλεμο, οι ακόλουθες του Διόνυσου που ονομάζονταν Θυιάδες αλλόφρονες, περιφέρονταν μακριά από την περιοχή τους και χωρίς να το γνωρίζουν έφθασαν στην Άμφισσα. Όντας φοβερά εξουθενωμένες και χωρίς να έχουν βρει ακόμη τα λογικά τους, ξάπλωσαν στην αγορά για να κοιμηθούν εκεί όπου βρέθηκαν.

Τότε οι γυναίκες της Άμφισσας φοβήθηκαν μήπως, καθώς η πόλη τους ήταν σύμμαχος με τους Φωκείς και ο τόπος ήταν γεμάτος στρατιώτες των τυράννων, πάθουν κακό οι Θυιάδες. Άφησαν λοιπόν τα σπίτια τους και έτρεξαν στην αγορά. Σχημάτισαν έναν κύκλο σιωπής γύρω τους και στάθηκαν εκεί χωρίς να τις ενοχλούν καθώς κοιμούνταν. Όταν ξύπνησαν, τις περιποιήθηκαν ιδιαίτερα, τους έφεραν τροφή και τελικά πήραν άδεια από τους συζύγους τους να τις συνοδεύσουν με ασφάλεια στο δρόμο τους ως τα βουνά».

Αυτές οι Θυιάδες είναι το ιστορικό αντίστοιχο των Μαινάδων αμέτρητων αγγείων και ανάγλυφων, η ίδια μανία, η ίδια πλήρης εξουθένωση και ο καταγής ύπνος. Είναι οι ίδιες όπως στις Βάκχες του Ευριπίδη στις πλαγιές του Κιθαιρώνα: «Κοιμοΰνταν όλες με λυμένα απ’ τον κόπο τα κορμιά τους, σε τούφα ελάτου αρμόζοντας τις πλάτες, σε δρυόφυλλα άλλες χάμου το κεφάλι σεμνά-σεμνά ακουμπώντας».

Από το σεβασμό που έδειξαν οι γυναίκες της Άμφισσας καταλαβαίνουμε ότι, ενώ οι Θυιάδες ήταν αληθινές γυναίκες, ήταν ταυτόχρονα κάτι παραπάνω από αληθινές. Αυτό μας οδηγεί σε ένα άλλο λατρευτικό επίθετο που παραθέτει ο Τιμόθεος, «Φοιβάδα». Η Φοιβάδα είναι το γυναικείο αντίστοιχο του Φοίβου, επίθετο που έχουμε την τάση να το συσχετίζουμε αποκλειστικά με τον Απόλλωνα.

Ο Απόλλωνας, ονομαζόταν Φοίβος λόγω της αγνής και ακτινοβόλου ομορφιάς της νιότης. Το επίθετο αφορά περισσότερο την αγνότητα παρά την ακτινοβόλο ομορφιά- και αν αφορά την ομορφιά, τότε είναι η «ομορφιά της ιερότητας».

Ο Πλούταρχος αναφερόμενος στην επωνυμία του Απόλλωνα κάνει την ακόλουθη ενδιαφέρουσα δήλωση: «Οι παλαιοί, μου φαίνεται, ονομάζουν καθετί που είναι αγνό και καθαγιασμένο φοίβον, όπως ακόμη οι Θεσσαλοί -νομίζω- λένε ότι, όταν οι ιερείς τους ζουν σε απομόνωση κάποιες ορισμένες ημέρες, ζουν φοιβικά» Το νόημα σε αυτό το απόσπασμα, που κυριολεκτικά δεν μπορούμε να το μεταφράσουμε, είναι σαφές. Η ρίζα της λέξης Φοίβος σήμαινε «σε κατάσταση τελετουργικής αγνότητας, ιερός κατά μια τελετουργική έννοια» και ως τέτοιος είναι ένθεος και υπό την προστασία ενός Θεού, ενός ταμπού. Ο Απόλλωνας πιθανόν να πήρε την προσωνυμία Φοίβος από το παλιό τάγμα γυναικείων Θεοτήτων τις οποίες διαδέχτηκε. Ήταν τρίτος στη διαδοχή μετά τη Γαία και τη Θέμιδα. «Μια άλλη Τιτανίδα, κόρη της Γης, η Φοίβη, κάθισε (στο μαντικό θρόνο) και δώρο αυτή γενέθλιο του Φοίβου του το δίνει. Κι από τη Φοίβη πήρε το όνομά του αυτός».

Ο Απόλλωνας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, δεν πήρε το γενέθλιο δώρο του χωρίς ουσιαστικές εκχωρήσεις. Όχι απλώς πήρε το όνομα της αρχαίας Φοίβης, κόρης της Γης, αλλά και αναγκάστηκε, μισογύνης όπως ήταν πάντα, να εκφωνεί τις μαντείες του μέσω του στόματος μιας μαινόμενης ιέρειας, μιας Φοιβάδας. Ο Ηρόδοτος στο απόσπασμα που έχουμε ήδη παραθέσει, ορθά παρατηρεί ότι στην απομακρυσμένη χώρα των Βησσών, όπως και στους Δελφούς, οι χρησμοί εκστομίζονταν από μια ιέρεια. Η Κασσάνδρα ήταν μια ακόμη από εκείνες τις γυναίκες-μάντεις της Γαίας. Προφήτευε στο βωμό-ομφαλό της Θύμβρης, ένα ιερό που πήρε ο Απόλλωνας όπως και τους Δελφούς. Η μανία της κατά του Απόλλωνα δεν είναι απλά η πικρία της προδομένης παρθένας. Είναι η οργή της μάντισσας της παλιάς τάξης που αμφισβητήθηκε, απογυμνώθηκε από τη νέα. Σπάζει τη ράβδο της, σχίζει τις ταινίες της και φωνάζει. «Καί νϋν ό μάντις μάντιν έκπράξας έμέ».


Η ιέρεια στους Δελφούς, αν και κατ’ ουσία μια Φοιβάδα, ονομαζόταν Πυθία, αλλά το επίσημο όνομα της ιέρειας Κασσάνδρας ήταν, όπως γνωρίζουμε, Φοιβάς «ή Φοιβάς ήν καλοΰσι Κασσάνδραν Φρύγες» και ο τίτλος, «η τελετουργικά αγνή», δίνει μια πικρή ειρωνεία στα λόγια που εκφράζουν τη ντροπή της Εκάβης. Η λέξη Φοιβάδες, δε χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τις Βάκχες, αν και η χρήση της στους Δελφούς οφείλεται στην επίδραση του Διόνυσου, στην οποία επίσης οφείλεται και το επίθετο Ποτνιάδες. Στις Βάκχες όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από τον Κιθαιρώνα, λέει στον Πενθέα: «Είδα τις μαινόμενες βάκχες, που σαν τρελές τα λευκά μέλη γοργά κίνησαν φεύγοντας από δω. Ήρθα, γιατί θέλω να πω σ’ εσένα και στην πόλη, βασιλιά, πως απίστευτα πράματα κάνουν και πιο πολύ από θαυμαστά».

Οι «μαινόμενες βάκχες» (βάκχας ποτνιάδας) βρίσκονται σε ιερατική κατάσταση ιερής μανίας, από όπου και οι θαυμαστές μαγνητικές δυνάμεις τους. Ο Φώτιος δίνει μια περίεργη απόχρωση στο ρήμα με το οποίο συνδέονται οι «Ποτνιάδες». Λέει ότι κανονικά χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια κατάσταση όπου μια γυναίκα «έχει πάθει κάποιο κακό και ικετεύει μια Θεά» και «αν κάποιος χρησιμοποιούσε τη λέξη για άντρα, θα ήταν ανακριβής». Η φράση «κακόν τι πάσχη» μπορεί να σημαίνει μόνο ότι είχε καταληφθεί από τη Θεά (ένθεος ή κάτοχος) και μπορεί να είχε κατά νου τις Μαινάδες και τις παρόμοιες λάτρεις. Τη μανία μπορεί να την προκαλέσει η Μητέρα των Θεών ή ο Διόνυσος, ουσιαστικά κάθε οργιαστική Θεότητα.

Ίσως υπάρξει η αντίρρηση ότι οι Μαινάδες δεν είναι ίδιες με τις Θυιάδες ή τις Φοιβάδες. Η άποψή μου είναι ότι είναι. Η ουσιαστική βάση της αντίληψης είναι οι γυναίκες- λάτρεις του Θεού από αυτές δημιουργήθηκαν αργότερα οι μυθικές ακόλουθές του. Αυτή είναι η φυσική τάξη της μυθολογικής γέννησης. Ο Διόδωρος, όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι μυθολόγοι, αντιστρέφει αυτή τη φυσική συνέχεια και η αντιστροφή αυτή είναι διδακτική.

Περιγράφοντας τη θριαμβευτική επιστροφή του Διόνυσου από τις Ινδίες λέει:

«Και οι Βοιωτοί και οι άλλοι Έλληνες και οι Θράκες σε ανάμνηση τις Ινδικής αποστολής καθιέρωσαν τις διετείς θυσίες στο Διόνυσο και πίστευαν ότι σε αυτά τα διαστήματα ο Θεός εμφανίζεται (Επιφάνεια-Θεοφάνεια) στους θνητούς. Έτσι σε πολλές ελληνικές πόλεις κάθε δεύτερο χρόνο συναντιούνται βακχικοί όμιλοι γυναικών και συνηθίζεται οι παρθένες να μεταφέρουν θύρσους και να μαίνονται προς δόξα και τιμή του Θεού, και οι παντρεμένες να λατρεύουν το Θεό σε οργανωμένους θιάσους και να μαίνονται, και να γιορτάζουν με κάθε τρόπο την παρουσία του Διόνυσου κατ’ απομίμηση των Μαινάδων, οι οποίες λέγεται ότι συνόδευαν το Θεό.»

Ο Διόδωρος είναι ένα έξοχο παράδειγμα λανθασμένης μυθοπλασίας. Η μυθολογία εφευρίσκει ένα λόγο για κάποιο γεγονός, δε βασίζει ένα γεγονός σε μια φαντασίωση.


Καθόλου δεν αρνούμαστε ότι οι Μαινάδες έγιναν μυθικές. Όταν ο Σοφοκλής λέει: «και στο ιερό δάσος του Θεού με τους αμέτρητους καρπούς, που ούτε ο ήλιος ούτε ο άνεμος της θύελλας διαπερνά, εκεί ο Διόνυσος περιδιαβαίνει συνέχεια συνεπαρμένος από την ιερή του μανία και πίσω του ακολουθούν οι Θεές που τον ανέθρεψαν» δεν αναφέρεται σε αυτό τον κόσμο και οι νύμφες που τον ανατρέφουν είναι «Θεές» αλλά Θεές που, όπως πάντα, είναι κατ’ εικόνα του ανθρώπου που τις δημιούργησε.

Η δυσκολία και η ανακολουθία στις γνώμες όσον αφορά την ύπαρξη των Μαινάδων οφείλονται κυρίως σε παρανόηση λέξεων. Μαινάδα είναι κύριο όνομα, μια καθορισμένη και αποκρυσταλλωμένη προσωπικότητα το ίδιο και η Θυιάδα, αλλά στην αρχή δεν ήταν έτσι. Μαινάδα είναι η Μαινόμενη, Θυιάδα η Έξαλλη ή κάτι παρόμοιο, ούτως ή άλλως είναι επιθετικοί προσδιορισμοί. Μαινόμενη, Έξαλλη, Αγνή είναι απλώς τρόποι περιγραφής μιας ένθεης γυναίκας και ο Θεός είναι ο Διόνυσος.

Θυιάδα και Φοιβάδα διατηρήθηκαν ως λατρευτικά ονόματα, ενώ η Μαινάδα έτεινε να περάσει στη μυθολογία. Ίσως αυτό ήταν φυσικό. Όταν ένας λαός φτάνει σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού, υπάρχει η τάση να μη θεωρείται η τρέλα, εκτός από τους ποιητές και τους φιλοσόφους, ως θεϊκή, όπως στ’ αληθινά είναι, έτσι τείνουν να αποβάλλουν το επίθετο τρελός και η άχρωμη Θυιάδα γίνεται όλο και περισσότερο κύριο όνομα. Πάντως το Μαινάδα, ως όνομα αληθινής ιέρειας, δεν είχε χαθεί εντελώς.

Μια επιγραφή της εποχής του Αδριανού, που βρέθηκε στη Μαγνησία και τώρα είναι στο Τσινλί στην Κωνσταντινούπολη, παρέχει μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία. Αυτή η επιγραφή ιστορεί ένα μικρό θαύμα. Ένας πλάτανος καταστράφηκε από καταιγίδα και μέσα του βρέθηκε μια εικόνα του Διόνυσου. Αμέσως έστειλαν μάντεις στους Δελφούς για να ρωτήσουν τι πρέπει να γίνει. Η απάντηση ήταν αναμενόμενη. Οι Μαγνήσιοι είχαν παραλείψει να φτιάξουν «καλοχτισμένους ναούς» στο Διόνυσο και έπρεπε να επανορθώσουν. Για να γίνει αυτό σωστά έπρεπε να πάνε στη Θήβα και να πάρουν τρεις Μαινάδες από το γένος της Καδμείας Ινούς. Αυτές θα μάθαιναν στους Μαγνήσιους όργια και καλά έθιμα. Πήγαν στη Θήβα και έφεραν πίσω τρεις «Μαινάδες» των οποίων τα ονόματα δίνονται: Κοσκώ, Βαυβώ και Θεττάλη. Αυτές ήρθαν και ίδρυσαν τρεις θιάσους ή ιερούς ομίλους σε τρία σημεία της πόλης.

Βέβαια η επιγραφή είναι ύστερη οι Βαυβώ και Κοσκώ είναι πιθανόν ορφικές, αλλά το κύριο θέμα είναι σαφές: στην εποχή του Αδριανού τουλάχιστον τρεις υπαρκτές γυναίκες ενός συγκεκριμένου γένους ονομάζονταν «Μαινάδες».
Είναι τόσο προκατειλημμένος ο σύγχρονος μελετητής, από μια σειρά αντιλήψεων-πεποιθήσεων βασισμένων στην Αθήνα της εποχής του Περικλή, από ιδέες περί τάξεως, νόμου, λογικής και ορίων, που έχει την τάση να απορρίπτει ως «μυθολογήματα» οτιδήποτε δεν ταιριάζει στη στερεότυπη και εμφυτευμένη αυτή πεποίθηση. Οι άντρες και οι αδελφοί των γυναικών στις ιστορικές εποχές, μας λένε, δε θα άφηναν τις γυναίκες τους να μαίνονται στα βουνά, είναι αδιανόητο σε σχέση με την αυστηρή ανατολίτικη απομόνωση των γυναικών της εποχής του Περικλή.


Ότι κάθε γυναίκα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να έχει την ελευθερία που είχε μια Μαινάδα είναι σίγουρα απίθανο, αλλά και μια Μαινάδα δεν ήταν η κάθε γυναίκα, επίσης πολλά μπορούν να ανεχτούν ακόμη και οι άντρες και οι αδελφοί, όταν επιβάλλονται από τη λατρευτική θεϊκή παράδοση. Οι άντρες, ακόμη και στη Μακεδονία, όπου τα ήθη ήταν σίγουρα τραχύτερα, δεν αρέσκονταν στην τέλεση των βακχικών οργίων. Ο Βάκχος είναι βέβαιο πως δεν ήρθε για να φέρει ειρήνη, όπως εξ άλλου ούτε και ο Χριστός. Ο Πλούταρχος συμπεραίνει ότι σε αυτά τα βακχικά όργια οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό η τεταμένη σχέση μεταξύ της μητέρας Ολυμπιάδας και του πατέρα Φιλλίπου του Μακεδόνα Αλέξανδρου.

Είχαν δει ένα φίδι να κείτεται στο πλευρό της Ολυμπιάδας και ο Φίλιππος φοβήθηκε ότι ήταν μάγισσα, ή, ακόμη χειρότερα, ότι το φίδι ήταν φορέας κάποιου Θεού. Από κείμενα (Σχόλια εις Λυκόφρων 1237 [E. Sheer], Λυκόφρων Αλεξάνδρα 1236-1239 [E. Sheer]) σχετικά με το θέμα συγκεντρώνουμε τις εξής πληροφορίες:

«Άλλη παράδοση σχετική με αυτά λέει πως όλες οι γυναίκες αυτές της περιοχής που ενέχονται στα ορφικά και στα διονυσιακά όργια από πολύ παλιά και έχουν την επωνυμία Κλώδωνες και Μιμαλλόνες, κάνουν πολλά πράγματα όμοια με τις Ηδωνίδες γυναίκες και τις Θρακιώτισσες που ζουν στην περιοχή του Αίμου, φαίνεται ότι απ’ αυτές και η θρησκευτική λατρεία έγινε συνώνυμο των οργιαστικών και αλλόκοτων τελετουργιών, η Ολυμπιάδα, λοιπόν, δείχνοντας ζήλο μεγαλύτερο από άλλους για την καταληψία και εξωθώντας την έκσταση σε πιο βαρβαρικούς τρόπους, έφερε στους βακχικούς θιάσους μεγάλα φίδια εξημερωμένα, τα οποία πολλές φορές έβγαιναν από τον κισσό και από τα κρυμμένα κάνιστρα, και καθώς τυλίγονταν γύρω από τις ράβδους των γυναικών και τα στεφάνια, τρόμαζαν τους άνδρες».

Πάντως, όσο και αν αντιπαθούσαν οι Μακεδόνες αυτά τα όργια, ήταν σαφώς πολύ φοβισμένοι για να τα σταματήσουν. Οι γυναίκες ήταν κατειλημμένες, μαγικές και επικίνδυνες για να τις καθοδηγήσεις. Σκηνές σαν αυτές που περιέγραψε ο Πλούταρχος, που όντως συνέβαιναν στη Μακεδονία, αναπαριστάνονται σε πλήθος αγγεία.

Διονυσιακή λατρεία στην Μακεδονία


Η Μακεδονία δεν είναι Αθήνα, αλλά οι μεταρρυθμίσεις του Επιμενίδη, μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε, ότι και οι Αθηναίοι αδελφοί και σύζυγοι είχαν και εκείνοι τα προβλήματα τους. Ξανά ο Πλούταρχος είναι ο πληροφοριοδότης μας. Η Αθήνα κατακλυζόταν από δεισιδαιμονίες, φόβους και περίεργα φαινόμενα. Κάλεσαν από την Κρήτη τον Επιμενίδη, άντρα αγαπητό στους θεούς και ικανό στους τύπους της θρησκείας, κυρίως σε σχέση με ενθουσιαστικές και μυστικές τελετές. Έγινε φίλος με το Σόλωνα και η ουσία της θρησκευτικής του μεταρρύθμισης ήταν η εξής: «απλοποίησε τις λατρευτικές τους τελετές και έκανε ηπιότερες τις τελετουργίες του θρήνου, εισάγοντας κάποιες μορφές θυσίας στην ταφική σοβαρότητά τους και καταργώντας τα σκληρά και βαρβαρικά στοιχεία στα οποία είχαν εθιστεί οι γυναίκες. Αλλά το σοβαρότερο όλων ήταν ότι, με καθάρσεις και εξιλεώσεις και την εδραίωση λατρειών, καθαγίασε και καθοσίωσε την πόλη και την έκανε να υποβοηθά τη δικαιοσύνη και να τείνει περισσότερο προς την ενότητα».

Σίγουρα το απόσπασμα δεν είναι τόσο σαφές όσο θα θέλαμε, αλλά οι λέξεις που χρησιμοποιεί, «κατοργιάσας» και «καθοσιώσας», μαζί με το γεγονός ότι ο Επιμενίδης ήταν ειδικός στις εκστατικές τελετές ώστε του δόθηκε το όνομα νέος Κούρης (Κούρος), καθώς και η ιδιαίτερη προσοχή στις τελετές των γυναικών, αν και αναφέρονται σε σχέση με την ταφή, καθιστούν αρκετά σαφές ότι μερικές από τις βαρβαρικές υπερβολές σχετίζονταν με βακχικά όργια.

Αυτή η άποψη ισχυροποιείται όταν θυμηθούμε πως πολλές από τις μεταρρυθμίσεις του ίδιου του Σόλωνα στρέφονταν κατά των υπερβολών των γυναικών. «Καθόρισε», μας λέει ο Πλούταρχος, «τις εξόδους των γυναικών, τα μοιρολόγια τους και τις γιορτές τους, απαγορεύοντας δια νόμου κάθε υπερβολή και αναταραχή» Μεταξύ αυτών των πληκτικών κανονισμών έρχεται και ο χαρακτηριστικός σύγχρονος τόνος ότι δεν πρέπει να βγαίνουν τη νύχτα «παρά μέσα σε άμαξα και με φως εμπρός τους» .

Την νυχτερινή έξοδο ήταν που δεν μπορούσε να αντέξει ο Πενθέας. Όταν μαθαίνει για τις διονυσιακές τελετές, ρωτάει το Θεό: «Πενθέας: Και νΰχτα λειτουργάς, αλήθεια, ή μέρα; Διόνυσος: Πιο τη νύχτα. Αγιοσέβαστο το σκότος. Πενθέας: Κακή παγίδα αυτό για τις γυναίκες».

Οι Μαινάδες επομένως είναι οι αλλόφρονες, καθαγιασμένες γυναίκες, αφιερωμένες στην λατρεία του Θεού Διόνυσου. Αλλά είναι και κάτι ακόμη περισσότερο, φροντίζουν τον Θεό, μιας και εμπνέονται απ αυτόν. Όταν τις πρωτοσυναντάμε στον Όμηρο, είναι οι «τροφοί» (τίθηναι) του. Ένα από τα χαμένα έργα του Αισχύλου είχε τον τίτλο «Διονύσου Τροφός» και ο Σοφοκλής, που τόσο συχνά εμπνεόταν από τον Όμηρο βάζει τον χορό να λέει: «εκεί θα με πάει ο γλεντοκόπος Διόνυσος με τις νύμφες τις τροφούς τους».

Μαινάδες η θηλυκή συνοδεία του Θεού Διόνυσου Λικνίτη.


Οι Μαινάδες διακρίνονται στην τέχνη, από τις άλλες γυναικείες μορφές. Στις αρχαίες ελληνικές αγγειογραφίες απεικονίζονται πολλές φορές να χορεύουν με Σειληνούς – Σατύρους, ή την ώρα που προσφέρουν θυσία στον Διόνυσο, ή κατά τη σκηνή της τιμωρίας του Πενθέα και του Ορφέα. Στην κλασική και μεταγενέστερη τέχνη, οι Μαινάδες απεικονίζονται επίσης μαζί με τη Θεά Αφροδίτη και τον κύκλο της, ή μαζί με την Ειρήνη και τις Μούσες. Από τις γλυπτές αναπαραστάσεις των Μαινάδων ξεχωρίζουν δύο αγάλματα Μαινάδων που χορεύουν. Το ένα από αυτά, που φυλάσσεται στη Δρέσδη, σχετίζεται με τον γλύπτη Σκόπα, ενώ το άλλο ανάγεται στην Ελληνιστική Εποχή.

Οι Μαινάδες φορούσαν στεφάνια από κισσό, σμίλακα και νεβρίδες, ελαφριά φορέματα από δέρμα νεβρού (= ελαφιού). Διέτρεχαν τα βουνά και μπορούσαν να συναναστρέφονται με τα άγρια ζώα, τα οποία έπαιρναν στα χέρια τους και τα θήλαζαν. Λάτρευαν τον Θεό με τραγούδια, με «μανικούς» χορούς και με κραυγές. Πάνω στον ενθουσιασμό τους μπορούσαν να ξεριζώσουν δέντρα και να σκοτώσουν δυνατά θηρία. Τόση ήταν η δύναμή τους, άλωλστε είναι γνωστό πως η ενεργοποίηση, η έκσταση δίνει υπεράνθρωπες δυνάμεις. Κυνηγούσαν ζώα κι έτρωγαν το κρέας τους ωμό. Ωστόσο, συνδέονται και με ειρηνικά έργα, όπως ο τρύγος και η οινοποιία, όπως αναπαριστώνται σε αγγειογραφίες.
Ορφικός ύμνος Διονύσου (θυμίαμα στύρακα).

«Τον Διόνυσον προσκαλώ, τον θορυβώδη πού φωνάζει ευά (επιφώνημα ενθουσιώδες), τον πρωτογενή, πού έχει δύο φύσεις, και εγεννήθη τρεις φορές, τον Βακχικόν βασιλέα, τον ζώντα εις τους αγρούς, τον ανέκφραστον. τον απόκρυφον, πού έχει δύο κέρατα και δύο μορφάς τον γεμάτο από κισσό, πού έχει πρόσωπο ταύρου, τον πολεμικόν τον βακχικόν. τον αγνόν. πού τρώγει ωμά κρέατα, τον τριετή, πού τρέφει τα σταφύλια και έχει για πέπλο βλαστάρια. Ω Ευβουλέα, πολυμήχανε, πού εγεννήθης στα απερίγραπτα κρεββάτια του Διός και της Περσεφόνης αθάνατε δαίμονα (θεέ) άκουσε, μακάριε, την φωνήν μου και σπεύσε με γλυκύτητα και με προσήνεια. έχων ευμενή διάθεσιν μαζί με τις καλλίζωνες συντρόφους σου (τις Μαινάδες και τις Βάκχες)».

Στον Όμηρο, τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή μολονότι ο Διόνυσος έχει τις Θεϊκές τροφούς του, δεν είναι νήπιο Αφού δεν είναι πια παιδί γλεντά μαζί τους ως συνομήλικος. Ευτυχώς ο Πλούταρχος μας έχει αφήσει μια μαρτυρία ανεπαρκή αλλά σημαντική, για την αληθινή τελετουργία των Θυιάδων κι από ‘κει μαθαίνουμε ό,τι λάτρευαν και πρόσεχαν όχι έναν ενήλικα θεό, αλλά ένα μωρό από την κούνια του.

Η λατρεία των γυναικών προς τον Διόνυσο Λικνίτη, το νήπιο στο λίκνο, αντανακλά ένα πρωτόγονο στάδιο κοινωνίας, μια εποχή κατά την οποία η κύρια συνειδητοποιημένη λειτουργία της γυναίκας ήταν η μητρότητα, (για την διαιώνιση του είδους) ενώ η περισσότερο πολιτισμένη αλλά λιγότερο στοιχειώδης λειτουργία της γυναίκας ως ύπαρξης, είχε ελάχιστα εξερευνηθεί. Ο Διόνυσος Λικνίτης ήταν ο γιός της Μητέρας του. Η λατρεία της Μητέρας και της Κόρης μας είναι γνωστή. Αντανακλά όχι τόσο τις σχέσεις μητέρας και κόρης, αλλά τα δύο στάδια στην ζωή μιας γυναίκας, της γυναίκας-κόρης και της γυναίκας-μητέρας. Η σχέση πατέρα και γιός, Δίας και Απόλλωνας αντανακλούν μια μετέπειτα εξέλιξη του πολιτισμού....


Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια  δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος




Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Η ιστορία του χαρταετού


Ο χαρταετός που πετάμε την Καθαρά Δευτέρα, δεν είναι απλώς ένα ακόμα παιχνίδι, που ίπταται στον αέρα εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Το πέταγμά του στα ύψη και ο χορός του με τον άνεμο, ψηλά στον καταγάλανο ουρανό, υποδηλώνει την ανάταση, την κάθαρση της ψυχής μετά το διονυσιακό ξεφάντωμα της Αποκριάς. Μολονότι ο χαρταετός πρωταγωνιστεί στα δικά μας Κούλουμα, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι πατρίδα του είναι η μακρινή Ανατολή.

Η ιστορία του χαρταετού έχει βαθιές ρίζες στην αρχαία Κίνα ξεπερνώντας τα 2.400 χρόνια ζωής. Αρχικά, βέβαια, υλικό κατασκευής των χαρταετών δεν υπήρξε το χαρτί, αλλά το ξύλο. Οι λαοί της Ανατολής χρησιμοποιούσαν τους χαρταετούς σε μαγικές τελετές, θρησκευτικές εκδηλώσεις και σε τελετουργίες για τον εξορκισμό του κακού. Πίστευαν ότι όσο ψηλότερα ανεβεί ο αετός τόσο πιο τυχεροί θα είναι.

Ο αυτοκράτορας της Κίνας Γουέν Χσουν έκανε πειράματα πτήσεων με αετούς φτιαγμένους από μπαμπού, χρησιμοποιώντας για επιβάτες τους κρατούμενούς του. Οι τυχεροί που επιζούσαν κέρδιζαν την ελευθερία τους.

Μια από τις πιο εντυπωσιακές γιορτές με χαρταετούς που ‘‘χορεύουν’’ στους αιθέρες πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στη Βόρεια Ινδία, για την υποδοχή της άνοιξης, με εντυπωσιακές τελετές που έχουν τις ρίζες τους στην ινδουιστική μυθολογία. Για τον ίδιο λόγο, στη Λαχώρη του Πακιστάν κάθε Φεβρουάριο γίνονται πανηγυρικές εκδηλώσεις, που επανα- φέρουν στη μνήμη παγανιστικές συνήθειες του παρελθόντος.

Αλλά και στην ελληνική αρχαιότητα, ο χαρταετός δεν ήταν άγνωστος. Αναφέρεται ότι ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντα -4ος αι. π. Χ.- χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αετό, ενώ υπάρχει και ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής με παράσταση κόρης, η οποία κρατά στα χέρια της μια μικρή λευκή σαΐτα (είδος αετού) με το νήμα της, έτοιμη να την πετάξει.


Πιθανότατα βέβαια, τα πειράματα ή τα παιχνίδια των Αρχαίων Ελλήνων με τους “αετούς” θα πρέπει να γίνονταν με πανί τουλάχιστον ως το Μεσαίωνα, καθώς η χώρα μας δεν διέθετε σε αφθονία το χαρτί.

Πολύ αργότερα ο Μάρκο Πόλο γυρίζοντας από τα ταξίδια του, φέρνει το χαρταετό στην Ευρώπη του Μεσαίωνα, όπου τον περιγράφει και για τις επικίνδυνες επανδρωμένες πτήσεις του.

Τα νεότερα χρόνια, πολλές λεπτομέρειες για την παρουσία του χαρταετού στη Γηραιά Ήπειρο έχουμε το 1450 στη Γερμανία και το 1606 στην Ισπανία. Στη δεύτερη περίπτωση, ένας κληρικός αναφέρει στο ημερολόγιό του ότι χρησιμοποιούσαν τον χαρταετό σαν παιχνίδι χαράς την ημέρα του Πάσχα.

Ακολουθούν οι χρόνοι της επιστημονικής χρησιμοποίησης των χαρταετών (ή και υφασματαετών) ώσπου το 1752 στην Αμερική ο Βενιαμίν Φραγκλίνος εκτέλεσε το διάσημο πείραμά του, διαπιστώνοντας με τεχνητό αετό τον ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας και του κεραυνού, οπότε και κατασκεύασε το αλεξικέραυνο. Το 1880 ο Αυστραλός Hargrave σχεδίασε έναν τεράστιο αετό για μετεωρολογικές παρατηρήσεις.

Υπάρχει προφορική παράδοση που αγγίζει τα όρια του μύθου, ότι τη μεγάλη γέφυρα του Νιαγάρα την άρχισαν, ρίχνοντας απέναντι με χαρταετό το πρώτο σχοινί.

Ο Χαρταετός έφθασε στην Ελλάδα πρώτα από τα λιμάνια Ανατολής (Σμύρνη-Χίο-Κωνσταντινούπολη), τα λιμάνια της Επτανήσου, της Σύρας, των Πατρών και ακολούθησαν τα αστικά κέντρα, όπου μπορούσε κανείς να αγοράσει σπάγκο και χρωματιστό χαρτί. Η κατασκευή ενός χαρταετού σήμερα είναι σχετικά εύκολη υπόθεση καθώς υπάρχουν όλα τα τεχνικά μέσα.

Απαιτείται βέβαια κοφτερό μυαλό από τον κατασκευαστή, επιδέξια χέρια και φυσικά φαντασία! Ο χαρταετός στη μακραίωνη ιστορία του χρησιμοποιήθηκε με διάφορους τρόπους, για τη μέτρηση της θερμοκρασίας και της ταχύτητας των ανέμων, για μελέτες της ατμόσφαιρας και του ηλεκτρισμού, αλλά ακόμα και για αεροφωτογραφίσεις.

Για το πέταγμα του χαρταετού πρέπει με προσοχή να επιλέγουμε ανοιχτούς χώρους χωρίς ηλεκτροφόρα καλώδια. Ακόμη να είναι μακριά από γκρεμούς και ποτέ σε ταράτσες, εξ αιτίας των δυστυχημάτων από τις πτώσεις. Πάντως, είτε ως άθυρμα ή συνήθεια του χθες, του σήμερα αλλά και του αύριο, έχει τη δύναμη, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους για κάθε χώρα, να ξεσηκώνει όλο τον κόσμο, μικρούς και μεγάλους και να τους παρασύρει σ’ ένα διαφορετικό παιχνίδι, επίπονο και επίμονο, αγωνιώδες και πολύχρωμο, με επιτυχίες ή απογοητεύσεις, αλλά πάντοτε ένα πανηγύρι συγκινήσεων, συναγωνισμού και χαράς.


Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια  δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Η Μέδουσα, ο έρωτας, και η "μύηση"...



Mακριά στη Δύση, καθώς μας λέει η Ελληνική Μυθολογία, πέρα από τον Ωκεανό, κατοικούσε ένα φοβερό τέρας, γεννημένο από τις θαλάσσιες θεότητες, τον Φόρκυ και την Κητώ. Το τέρας αυτό λεγόταν Γοργώ η Μέδουσα, ήταν θνητό και είχε δυο αθάνατες αδελφές: την Σθεννώ και την Ευρυάλη. Η Γοργώ, που φορούσε πάντα κατάμαυρα ρούχα, είχε φτερά και μπορούσε να πετά γρήγορα στους αιθέρες. Το πρόσωπο της ήταν στρογγυλό και πάντοτε θυμωμένο. Το στόμα της ήταν ορθάνοιχτο και τα μάτια της γουρλωμένα. Είχε φίδια αντί για μαλλιά, τεράστια δόντια κάπρου, πλακουτσωτή μύτη και γλώσσα που πεταγόταν έξω.

Όποιος αντίκριζε το φριχτό αυτό πρόσωπο η συναντούσε το βλέμμα της πέτρωνε κυριολεκτικά από το φόβο. Τη Μέδουσα αποκεφάλισε ο Περσέας, με την βοήθεια της Αθηνάς και του Ερμή. Ακόμα και τότε όμως η όψη του κομμένου κεφαλιού ήταν αρκετή για να απολιθώσει εκείνον που θα το έβλεπε.
 
Η Αθηνά, που σύμφωνα με ένα άλλο Μύθο σκότωσε την Γοργώ κατά την διάρκεια της Γιγαντομαχίας, βοήθησε τον Περσέα οδηγώντας τον πρώτα στην πόλη Δεικτήριο της Σάμου και δείχνοντας του σε απεικόνιση τις τρεις Γοργόνες, έτσι ώστε να ξεχωρίζει την Μέδουσα από τις αθάνατες αδελφές της. Ύστερα τον προειδοποίησε να μην κοιτάξει ποτέ καταπρόσωπο τη Μέδουσα αλλά μόνο τον αντικατοπτρισμό και του χάρισε μια καλογυαλισμένη ασπίδα. Για το λόγο αυτό, μετά την επιστροφή του στη Σέριφο, ο Περσέας χάρισε το κεφάλι του τέρατος στην θεά της Γνώσης και της Σοφίας, η οποία το στερέωσε στην αιγίδα της.
 
Ο μύθος, με τις διάφορες τοπικές παραλλαγές του, έγινε πολύ δημοφιλής. Σε όλη την Αρχαία Ελλάδα, το προσωπείο της Γοργούς εμφανίζονταν ως αποτρεπτικό σημείο. Στην αγορά του Άργους, κοντά στο ιερό του Κηφισού, υπήρχε ένα παλαιό, λίθινο Γοργόνειο, το οποίο χαρακτηριζόταν ως έργο των Κυκλώπων (Παυσανίας. Β΄20,7 ). Στον 8ο αιώνα ανήκουν εξ άλλου πήλινα προσωπεία, που το σχήμα τους θυμίζει αγγείο, με άγριους χαυλιόδοντες, από το ιερό της Ήρας στην Τίρυνθα. Κύριο χαρακτηριστικό της φοβερής αυτής μάσκας ήταν το άγριο μάτι που είχε τη δύναμη να διώχνει μακριά το κακό και τους βέβηλους. Ποιό είναι όμως το βαθύτερο νόημα πίσω από τον Μύθο; Τι συμβολίζει η Μέδουσα καθώς και η αίσθηση της απολίθωσης την οποία προκαλούσε;
 
Ο Ρόμπερτ Γκρέηβς στους Ελληνικούς Μύθους αναφέρει ότι οι ιέρειες της Τριπλής Θεάς φορούσαν προφυλακτικά προσωπεία - με πύρινα άγρια μάτια και γλώσσα που ξεπετιόταν ανάμεσα από τα δόντια - για να φοβίζουν τους ξένους και να τους κρατούν μακριά από τα Μυστήρια τους. Η τριπλή Θεά, όρος που υποδηλώνει την μητριαρχική θρησκεία της Σελήνης, σχετίζεται με την γονιμότητα και τον κύκλο της γέννησης, της ανάπτυξης και του θανάτου.

Τα ονόματα των Γοργόνων είναι επωνυμίες της Σελήνης Θεάς, οι Ορφικοί ονόμαζαν το πρόσωπο του Φεγγαριού «Γοργόνος κεφαλή» και ο
Preller (Griech. Mythol. II ) βλέπει στο στρογγυλοπρόσωπο κεφάλι της Μέδουσας την ίδια τη Σελήνη.





Από αυτά και μόνο, καταδεικνύεται η στενή σχέση των τριών Γοργόνων με το Φεγγάρι. Υπάρχουν όμως και κάποιες άλλες έμμεσες αναφορές. Έχει βρεθεί, για παράδειγμα, ένα Γοργόνιον σε τρισκελή από νόμισμα των Συρακουσών . (Harrison. Themis 525. Fig.149). Η Τρισκελής είναι Σεληνιακό σύμβολο και συμβολίζει τις τρεις όψεις της Σελήνης που διαδέχονται η μία την άλλη. 

Σε ένα άλλο νόμισμα, των Μεγάρων. (Head, Historia Numinorum 392), αναπαρίστανται τρία μισοφέγγαρα σε σχήμα Τρισκελίδος. Από την άλλη πλευρά, τα ολόμαυρα ρούχα που τυλίγουν το ολοστρόγγυλο πρόσωπο της Μέδουσας πιστεύεται ότι είναι τα σκοτάδια της νύχτας που περιβάλλουν το Φεγγάρι. Ακόμα και ο κάπρος είναι ζώο αφιερωμένο στη Σεληνιακή θεότητα και ο λόγος είναι ότι οι χαυλιόδοντες του σχηματίζουν μοσοφέγγαρο. Το ότι η Γοργώ είχε δόντια κάπρου είναι μια ακόμα ένδειξη της Σεληνιακής της φύσης.
 
Γιατί όμως το φεγγάρι, η ολοστρόγγυλη πανσέληνος μπορεί και παίρνει τέτοια τρομακτική όψη; Τι συμβολίζει ο δίσκος της νύχτας που απολιθώνει από τρόμο τους θνητούς; Στο βιβλίο του «Η Γέννεση κατά τους Αρχαίους Έληνες» ο Απόστολος Γονιδέλης αναφέρει ότι: το όνομα της Μέδουσας παράγεται από το ρήμα «μέδω» που σημαίνει άρχω, βασιλεύω, κυριαρχώ, προστατεύω. Ο δε μεδέων η η μεδέουσα, ήταν ο προστάτης, ο φύλακας, ο κυρίαρχος. Άρα Μέδουσα, καταλήγει ο συγγραφέας, σημαίνει τη βασίλισσα, την προστάτιδα, αυτήν που είχε ορισθεί να φυλάει κάτι. Τι όμως προστάτευε η Μέδουσα; Σε τι είδους μυστήρια ήτανε φύλακας;
 
Είναι γνωστό ότι σε όλους τους πολιτισμούς η πανσέληνος είναι συνδεδεμένη με τα μυστήρια του Έρωτα και της αναπαραγωγής. Ακόμα και σήμερα, σε όλο τον κόσμο, οι ερωτευμένοι αισθάνονται την επιρροή του ολόγιομου φεγγαριού. Είναι όμως δυνατόν η ίδια η μορφή του Έρωτα να συσχετίζεται με την όψη της Μέδουσας και να προκαλεί τέτοιο ανείπωτο τρόμο;

Ο μύθος της Γοργούς-Μέδουσας είχε από καιρό γίνει πρότυπο ψυχαναλυτικής ερμηνείας των μύθων. Ο ίδιος ο Φρόϋντ συσχέτισε το 1922 το αποτροπιαστικό κεφάλι της Μέδουσας με το μητρικό αιδοίο. Στη θέα του οποίου παγώνει, «απολιθώνεται» ο νεαρός άνδρας. Ίσως όμως ο συσχετισμός να είναι κατά πολύ βαθύτερος.
 
Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο Μπέκσον, ο ψυχισμός του ανθρώπου βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή με οτιδήποτε συμβαίνει, κάθε στιγμή, σε ολόκληρο το Σύμπαν. Θεωρητικά θα μπορούσαμε να βιώσουμε τον κόσμο μέσα από τις εμπειρίες του κάθε ανθρώπου, της κάθε ζωντανής ύπαρξης που υπάρχει. Το να νοιώσω όμως την πραγματικότητα μέσα από τα μάτια του οποιουδήποτε άλλου σημαίνει να αποδεχθώ όχι μόνο τις στιγμές της ευτυχίας αλλά και όλες τις θλίψεις, τους πόνους και τους χωρισμούς που εκείνος αισθάνθηκε. Το να ενωθώ μέ το Σύμπαν σημαίνει να νοιώσω τον πόνο και τον θάνατο αμέτρητων υπάρξεων.
 
Κάτι τέτοιο θα ήταν ένα συντριπτικό βίωμα για το ανθρώπινο «εγώ», θα κατέλυε την δόμηση του όπως ακριβώς μια κοσμογονική θύελλα συντρίβει το τσόφλι ενός αυγού. Ο εγκέφαλος λοιπόν, σύμφωνα με τον Μπένκσον, δεν είναι παρά ένας μηχανισμός περιφρούρησης, μια βαλβίδα που φιλτράρει τα εξωτερικά συμβάντα, επιτρέποντας να φτάσουν στη συνείδηση μονάχα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την επιβίωση μας. Ρόλος του Νου είναι να φρουρεί τις πύλες της αντίληψης και να απορρίπτει όλα εκείνα που δεν ταιριάζουν στο σχηματοποιημένο κόσμο της σύμβασης που έχει δομήσει.
 
Η εμπειρία του Έρωτα αντιπροσωπεύει για τους μηχανισμούς του Νου έναν μεγάλο κίνδυνο. Κατά τη διάρκεια της ερωτικής εμπειρίας οι μηχανισμοί της ανασφάλειας και της δυσπιστίας χαλαρώνουν και ο εραστής αρχίζει να βυθίζεται στα βιώματα του συντρόφου του. Μέσα από μια διαρκή προσπάθεια προσέγγισης και ψυχικής συνταύτισης το κάθε άτομο αρχίζει να διακρίνει τον κόσμο με τα μάτια του «άλλου». Αυτό εμπλουτίζει την συνείδηση όμως παράλληλα αρχίζει να καταργεί και τα όρια ανάμεσα στο «εγώ» και στο «εσύ», στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Ο δομημένος κόσμος της σύμβασης, γεμάτος οριοθετημένα αντικείμενα και συμβάντα, αρχίζει να χάνει τα όρια του. Τα πάντα μοιάζουν να συγχωνεύονται μεταξύ τους. Τα περιγράμματα γίνονται ασαφή και η αίσθηση του απομονωμένου εαυτού αντικαθίσταται από μια ευρύτερη αίσθηση της πραγματικότητας που οριοθετείται από τον όρο «εμείς».
 
Αυτή η εμπειρία είναι ουσιαστικά εκείνη που περιγράφει ο Πλάτωνας σαν ανάβαθμους της Ερωτικής Μυσταγωγίας, στο «Συμπόσιο».




Μια τέτοιου είδους εμπειρία συνδυάζεται, όπως ήδη αναφέραμε, από μια αίσθηση απώλειας του «εγώ». Σαν φυσικό αποτέλεσμα αυτής της αίσθησης, την ανακούφιση και την αίσθηση της ελευθερίας συνοδεύει ένας αρχέγονος φόβος, καθώς τα τείχη που απομονώνουν αλλά συγχρόνως και προστατεύουν, αρχίζουν να διαβρώνονται. Όλα αυτά τα χρόνια, παρόλη την αίσθηση της ασφυξίας και της μοναξιάς η απομονωμένη οντότητα αισθάνονταν προστατευμένη μέσα στα όρια της απονεκρωμένης, νοητικής πραγματικότητας. Τώρα, ξαφνικά βρίσκεται απροστάτευτη μπροστά στην πύρινη ανάσα της ζωής, στο στριφογύρισμα μιας δίνης που την βυθίζει στο μυστήριο. Τα πάντα γύρω μοιάζουν να παίρνουν ζωή και η επικινδυνότητα τους την τρομάζει.
 
Ο Ρόναλντ Λάϊνγκ στο βιβλίο του «διχασμένος εαυτός» αναφέρεται στην αίσθηση της κατακρήμνησης και της εσωτερικής κατάρρευσης που εκφράζεται με τον τρόμο που βιώνει κανείς, ότι ο κόσμος από στιγμή σε στιγμή θα καταρρεύσει μέσα του και θα εξαλείψει όλη του την ταυτότητα, όπως ένα αέριο αφανίζει το κενό. Οποιαδήποτε επαφή με την επικίνδυνη πραγματικότητα του ¨Ερωτα βιώνεται από τον Νου σαν τρομερή απειλή και συνδέεται με τον τρόμο της απορρόφησης και της παρεισβολής.
 
Οι Αρχαίοι γνώριζαν ότι μια ερωτική φιλοσοφία δεν είναι απλά μια ιδιότυπη διανοητική ερμηνεία του Σύμπαντος αλλά συνεπάγεται και συνεπιφέρει έναν ολόκληρο κόσμο γεμάτο παραστάσεις, βιώματα και πιθανότητες. Μια Ερωτική Φιλοσοφία, σημαίνει ψυχικό άνοιγμα προς οτιδήποτε υπάρχει στον Κόσμο, σημαίνει μεγαλύτερη δυνατότητα επικοινωνίας με οποιεσδήποτε μορφές ζωής η διαστάσεις που μέσα στα όρια της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας παραμένουν σφραγισμένες εξ αιτίας των διανοητικών μας ασπίδων.
 
Πραγματική Σοφία σημαίνει να μπορεί κανείς να επεκτείνει τα όρια της συνείδησης όλο και περισσότερο στο μυστήριο που μας περιβάλλει. Αυτό όμως προϋποθέτει αποδοχή όλο και περισσότερων συναισθηματικών βιωμάτων που διαρκώς ανακαλύπτουμε. Η όλη διαδικασία δεν είναι ούτε αυτόματη ούτε και εύκολη. Για να συνδεθεί ένα άτομο με οτιδήποτε άλλο, απαιτείται να έχει σταθερή αίσθηση της αυτόνομης ταυτότητας του. Διαφορετικά η οποιαδήποτε σχέση απειλεί να του στερήσει την αίσθηση του «εγώ». 

Το άτομο φοβάται να εμβαθύνει στον κόσμο της «καρδιάς» κι αυτό γιατί η αβεβαιότητα που νοιώθει για τη σταθερότητα της αυτονομίας του προξενεί φόβο μήπως αφανιστεί και χάσει τον εαυτό του.

Μπροστά στον τρόμο αυτό του Χάους, η Αθηνά αντιπροσωπεύει τον κόσμο της νόησης, τον Νου. Είναι αυτή που διατηρεί την τάξη, τα όρια της σύμβασης που συνθέτουν την ανθρώπινη διάσταση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι η Θεά της Σοφίας προστατεύει και υποστηρίζει ήρωες που θεμελιώνουν την ύπαρξη τους στην διανόηση, όπως για παράδειγμα ο Οδυσσέας. Σύμφωνα με τον Walter Burkert, σφαίρα επιρροής της Αθηνάς είναι η δύναμη του πολιτισμού, η οργανωτική σοφία. Ακόμα και στον πόλεμο η Αθηνά δεν αντιπροσωπεύει την άγρια ορμή αλλά την στρατιωτική πειθαρχία.

Έμβλημα και ταυτοχρόνως όπλο της Αθηνάς είναι η αιγίς. Όταν υψώνει την αιγίδα, οι εχθροί της καταλαμβάνονται από πανικό και ευθύς καταστρέφονται.

Στην Τεγέα μάλιστα, στο ναό της Αθηνάς, έδειχναν μερικές τρίχες από το κεφάλι της Γοργόνας, που η ίδια η Αθηνά είχε χαρίσει φυλαχτό για την πόλη.

Ποια είναι λοιπόν η σχέση του Νου με τον φόβο που προκαλεί ο Έρωτας;
Σύμφωνα με τον Μύθο, οι τρεις Γοργόνες, που ονομάζονταν Σθενώ, Ευρυάλη και Μέδουσα ήταν αρχικά πανέμορφες κοπέλλες που ζούσαν στην Λιβύη. Αλλά κάποια νύχτα η Μέδουσα πλάγιασε με τον Ποσειδώνα μπροστα σε έναν από τους ναούς της Αθηνάς. Η θεά οργίστηκε για την «ιεροσυλία» και μετέτρεψε την Μέδουσα σε ένα πανάσχημο, φτερωτό τέρας. Ο Μύθος εμπεριέχει όμως ένα βαθύτερο νόημα. Όπως η Αθηνά μετατρέπει την πανώρια κόρη σε ένα δύσμορφο τέρας με άγρια μάτια, χάλκινα χέρια και λέπια φιδιού, έτσι και ο Νους αντιλαμβάνεται την εμπειρία της ολοκληρωμένης, ερωτικής συνεύρεσης σαν ένα εφιάλτη.

Αυτό είναι και το περιεχόμενο της Μυστηριακής διδασκαλίας του Έρωτα. Ο μεγαλύτερος φόβος για την αίσθηση της προσωπικής ταυτότητας είναι η καταστροφή των προστατευτικών ορίων. Η μορφή της Μέδουσας, του αρχέγονου φόβου, συνταυτίζεται με την όψη του Έρωτα για τον αμύητο. Είναι η μεγάλη δοκιμασία που αργά η γρήγορα ο καθένας μας καλείται να αντιμετωπίσει.

Ένας ξαφνικός, δυνατός φόβος μας κάνει να πετρώνουμε στη θέση μας. Παρόμοια, μια διαρκής φοβία πετροποιεί κάθε συναίσθημα, απολιθώνει την εσωτερική ζωή. Με τον όρο «απολίθωση» μπορούμε λοιπόν, να περιγράψουμε μια ιδιαίτερη μορφή τρόμου, από τον οποίο κάποιος μεταβάλλεται σε στήλη άλατος, σε πέτρα. Από την εμπειρία αυτή προέρχεται άλλωστε και η γνωστή φράση «πάγωσε από τον φόβο του». Παρόμοια, στον ίδιο όρο μπορούμε να συμπεριλάβουμε και τον φόβο μήπως συμβεί κάτι τέτοιο, δηλαδή τον φόβο μήπως μεταβληθεί κανείς από ζωντανό πρόσωπο σε άψυχο αντικείμενο, σε πέτρα, ρομπότ, αυτόματο, χωρίς προσωπική αυτονομία δράσης, σ’ ένα πράγμα χωρίς υποκειμενικότητα.


 



Στις δύο αυτές έννοιες ο ψυχίατρος Ρόναλντ Λάϊνγκ προσθέτει και μια τρίτη. Την μαγική πράξη με την οποία μπορεί κάποιος να μεταβάλλει τον άλλον σε πέτρα, κατ’ επέκταση, την πράξη με την οποία αρνιέται κανείς την αυτονομία του άλλου, αγνοεί τα συναισθήματα του, τον θεωρεί σαν πράγμα, δολοφονεί κάθε ζωή μέσα του. Από τις μελέτες της ψυχολογίας διαφαίνεται ότι ο άνθρωπος που κατατρώγεται από φοβίες χρησιμοποιεί ένα βασικό μηχανισμό για τη διατήρηση της ασφάλειας του. Ο μηχανισμός αυτός είναι μια εσωτερική, διανοητική κεφαλή Μέδουσας που στρέφει προς τον άλλον και κατά προέκταση προς την επικινδυνότητα του εξωτερικού κόσμου.

Η έννοια αυτή μπορεί να επεκταθεί και στο κοσμικό επίπεδο. Κάτω από την επιρροή του φόβου ο Νους μέσω της κριτικής και των μηχανισμών της αποπροσωποποίησης απολιθώνει γύρω του οτιδήποτε υπάρχει. Έτσι, η οντολογική ανασφάλεια που ενυπάρχει στον κάθε άνθρωπο μετατρέπει το Σύμπαν σε ένα σωρό από απονεκρωμένα αντικείμενα αφαιρώντας του με αυτό τον τρόπο την δυνατότητα να τον βλάψει. Αυτό είναι κάτι που η εκάστοτε εξουσία γνωρίζει φυσικά πολύ καλά. Η αποδοχή, για παράδειγμα ενός μηχανιστικού κόσμου, όπως τον περιέγραψαν οι επιστημονικές θεωρίες του Διαφωτισμού, καθίσταται δυνατή μόνο για εκείνους τους ανθρώπους που η οντολογική τους ανασφάλεια έχει αντικαταστήσει την αίσθηση τής ερωτικής πληρότητας.

Ένα άτομο που αντιλαμβάνεται το Σύμπαν σαν έμψυχο δεν θα μπορούσε να ενστερνιστεί τις δοξασίες σύμφωνα με τις οποίες το παλόμενο δίχτυ των αναρίθμητων υπάρξεων είναι «άψυχα μόρια», «ορολογιακοί μηχανισμοί» και σωροί από πέτρες. Θα πρέπει πρώτα οι αισθήσεις του να αμβλυνθούν, ο νους του να γεμίσει με φοβίες και η καρδιά του να κλείσει σε οποιαδήποτε μορφή επαφής. Η στήριξη των θεωριών της επιστημονικής νεκρολαγνείας είναι κατά συνέπεια, αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την επιβολή του φόβου.

Σε ένα βαθύτερο μεταφυσικό επίπεδο το όλο θέμα ριζώνει σε μια ευρύτερη θεωρία, τη θεωρία της κοσμικής αντίθεσης ανάμεσα στα αρχέτυπα του Έρωτα και του Φόβου. Σύμφωνα με αυτή την θεωρία ο Έρως και ο Φόβος είναι οι δυο αντίθετοι πόλοι της Ύπαρξης, αυτό που απλοϊκά ονομάζουμε ρίζα του κακού και του καλού. Ο Έρωτας αντιπροσωπεύει τη δημιουργική Δύναμη του Σύμπαντος, την Αρχή της Γονιμότητας και της Παγκόσμιας Ζωής. Αντίθετα ο Φόβος οδηγεί στην καταστροφή του κάθε τι που υπάρχει, στο σημείο της απόλυτης εκμηδένησης. Η κάθε μια από τις δύο αρχές μετατρέπει και μετατρέπεται στην άλλη. Όσο λοιπόν περισσότερο φόβο έχουμε, τόσο η δύναμη και οι δυνατότητες του Έρωτα λιγοστεύουν. Όσο περισσότερο δυναμώνει η εμπιστοσύνη, η αγάπη και η συνειδητή συνταύτιση, τόσο οι ανασφάλειες λιγοστεύουν.

Εάν τώρα, χαράξουμε μια ευθεία που αντιπροσωπεύει την εξελικτική πορεία, τότε στην μια άκρη αυτής της ευθείας βρίσκεται το Θεϊκό Απόλυτο με το οποίο ταυτίζεται το Αρχέτυπο του έρωτα. Στην άλλη άκρη, η σκοτεινή δύναμη του Φόβου που σαν μαύρη τρύπα απορροφά και εκμηδενίζει τα πάντα. Κάθε ύπαρξη που γεννιέται βρίσκεται σε ένα σημείο της ιδεατής αυτής ευθείας, ανάμεσα στους δυο πόλους. Όσο πιο κοντά βρίσκεται προς το άκρο του Έρωτα, τόσο πιο εξελιγμένη είναι. 

 


Αντίθετα όσο πιο πολύ είναι βυθισμένη στις ανασφάλειες και τις φοβίες τόσο βαθύτερα βρίσκεται στο κενό του αρχέγονου τρόμου. Η πορεία μπορεί να είναι προς οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές και προϋποθέτει την συμμετοχή και την πρόθεση μας. Μια υγιής κοινωνία είναι εκείνη που μετατρέπει τον φόβο σε έρωτα. Μέσα στα πλαίσια της, ρόλος της κάθε ύπαρξης είναι να μεταλλάζει, ψυχολογικά, τις ανασφάλειες και τις φοβίες σε εμπιστοσύνη και αίσθηση ασφάλειας. Αντίθετα, μια κοινωνία καταπίεσης προσπαθεί να καταστρέψει τον Έρωτα στις συνειδήσεις των ανθρώπων και να ενδυναμώσει τις ανασφάλειες τους.

Στο μεγάλο ταξίδι της Μύησης, ο κάθε άνθρωπος αντικρίζει το προσωπείο της Μέδουσας. Για ορισμένους είναι ο απόλυτος φόβος, για κάποιους άλλους η πύλη προς την αιωνιότητα . Πίσω από αυτήν η Μεγάλη Θεά προσμένει τους εκλεκτούς μυημένους για να τους οδηγήσει στα μυστικά της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης. Τα φίδια που αναδεύονται στα μαλλιά της Γοργώς, γνωρίζουν ότι αλλάζοντας το δέρμα τους θα παραμείνουν για πάντα νέα.

Γνωρίζουν πως η συνείδηση εξελίσσεται όπως οι κύκλοι του Φεγγαριού, μέσα από μια αιώνια σπειροειδή επαναφορά, μετατρέποντας αδιάκοπα με την παλίρροια του έρωτα τον φόβο. Τα φίδια ψιθυρίζοντας τα μυστικά των Προγόνων μας σέρνουν προς το άνοιγμα που σχηματίζεται στο στόμα της Μέδουσας. Πίσω από τα κοφτερά δόντια του κάπρου, μέσα στη δίνη που οδηγεί σε μια λαμπερή και πέρα από τα όρια, αιωνιότητα. Αυτή είναι η βάση της Αρκαδικής φιλοσοφίας και αυτή είναι και η αρχή του Κύκλου μας....



Ενεργός σύνδεσμος στην πηγή

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια  δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος