Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

Η Πορτάρα της Νάξου..


Διάσημη και μοναδική, αυτή η πόρτα του ήλιου στις Κυκλάδες. Η Πορτάρα της Νάξου. Εντυπωσιακή για το μέγεθος και την κατασκευή της, μοιάζει να στέκεται στην αιωνιότητα και να οδηγεί στο πουθενά.

Μια πόρτα αίνιγμα. Η πόρτα ενός μεγάλου ναού των αρχαϊκών χρόνων, έστω κι αν αυτός ο ναός δεν τελείωσε ποτέ. Η κατασκευή του έμεινε σχεδόν στα βάθρα.
Ένας εντυπωσιακός ναός, όσο και η Πορτάρα του. Μόνο που ακόμη και οι αρχαιολόγοι διαφωνούν για ποιο θεό προοριζόταν αυτό το Ιερό. Άλλοι λένε πως ς ο ναός είναι του Απόλλωνα, γιατί η Πορτάρα στρέφεται στη Δήλο, λίκνο του Θεού του ήλιου. Κι άλλοι πάλι λένε πως αυτός ο εντυπωσιακός ναός στη Νάξο δεν μπορεί παρά να ανήκει στον «ιδιοκτήτη» του νησιού από τα μυθικά ακόμη χρόνια, τον Διόνυσο... 

Άλλοι λένε πως ο ναός είναι του Απόλλωνα, γιατί η Πορτάρα στρέφεται στη Δήλο, λίκνο του Θεού του ήλιου. Κι άλλοι πάλι λένε πως αυτός ο εντυπωσιακός ναός στη Νάξο δεν μπορεί παρά να ανήκει στον «ιδιοκτήτη» του νησιού από τα μυθικά ακόμη χρόνια, τον Διόνυσο. Πολλοί όμως ξεχνούν πως και τους Δελφούς, μοιράζονταν επίσης οι δύο Θεοί, ο Διόνυσος και ο Απόλλωνας…

Η ονομασία «Παλάτια» έχει να κάνει προφανώς με αυτό το Ναό και είναι φανερό ότι προέρχεται από τη λέξη Παλλάς, που δεν είναι άλλο από το επίθετο της Θέας Αθηνάς. Η λέξη «Παλλάς», χρησιμοποιείται και για τις παρθένες νεανίδες. Η Νάξος λοιπόν συνδέεται μυθολογικά με μια Κόρη των προϊστορικών χρόνων, που δεν είναι άλλη από την Αριάδνη, την πριγκίπισσα της Κνωσού.
Αριάδνη (ή Αριάγνη), σημαίνει: Παρθένος. Ταυτόχρονα, η Αριάδνη είναι και Κόρη, σύμφωνα με τη λατρεία της Μεγάλης Μητέρας Θεάς στην Κρήτη των Ανακτορικών Χρόνων. Είναι η Κόρη της Βασίλισσας Πασιφάης (δηλαδή της Βασίλισσας Σελήνης).

Το πρότυπο Πασιφάης-Αριάδνης, από τη φεγγαρολατρική Μινωική Κρήτη, θα γίνει αργότερα, στους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους το δίδυμο Δήμητρα-Περσεφόνη, που λατρεύεται και στη Νάξο, σε ένα εντυπωσιακό, τελεστήριο ιερό, που τα ερείπιά του βρίσκονται στη θέση Σαγκρί.

Το σημαντικό είναι ότι στη Νάξο διεξάγεται ένας πολύ ενδιαφέρων μύθος, που αφορά τον Διόνυσο, την Αριάδνη και τον Θησέα. Ο Μύθος αυτός θέλει τον Θησέα να εγκαταλείπει την Αριάδνη στη Νάξο, κατ' εντολή της Παλλάδος Αθηνάς.
Η Αριάδνη, σύμφωνα με το μύθο, είχε ακολουθήσει τον Θησέα, όταν εκείνος έφυγε από την Κρήτη, έχοντας σκοτώσει προηγουμένως τον Μινώταυρο, με τη βοήθεια της Αριάδνης.

Ο συμβολισμός αυτού του μύθου είναι σημαντικός, γιατί δηλώνει ιστορικά το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας καινούριας. Το πέρασμα από τη Μητριαρχία στην Πατριαρχία. Το πέρασμα από τη λατρεία του φεγγαριού, στη λατρεία του ήλιου. Το πέρασμα σε ένα άλλο πολιτισμό, πολύ διαφορετικό. Η καινούρια Θεά-Κόρη, η Αθηνά εκπαραθυρώνει βίαια την παλιά Θνητή Πριγκίπισσα-Κόρη, την Αριάδνη, διατάσσοντας τον Θησέα να την εγκαταλείψει στη Νάξο.

Οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις δυο αυτές Κόρες, αυτή που απέρχεται (την Αριάδνη) και αυτή που εισβάλλει (την Αθηνά), είναι μεγάλες. Η Αριάδνη, είναι η κατά φύση έκφραση του ερωτισμού, καθώς είναι Ιέρεια που συμμετέχει στις ιεροτελεστίες του οργιαστικού Ιερού Γάμου.

Αντίθετα, η Αθηνά είναι μια θεά «ανήρατος» (δεν έχει ερωτική συμπεριφορά) και «αμήτωρ» (δεν έχει γεννηθεί καν από μητέρα)! Είναι μια γυναίκα θεά, που κατά ένα αφύσικο τρόπο αρνείται τη γυναικεία φύση της και ο γενέθλιος μύθος που την περιβάλλει, τη θέλει να γεννιέται από το κεφάλι του Δία.

Να λοιπόν, που αυτή η Πορτάρα στη Νάξο γίνεται στην ουσία μία πύλη, από τη Μητριαρχία στην Πατριαρχία, από την Αριάδνη στην Αθηνά, από τη λατρεία του Φεγγαριού, στη λατρεία του Ήλιου, από τη λατρεία της φύσης και τον φυσικό νόμο, στους νόμους της ανθρώπινης νόησης, την πύλη από την ύλη στο πνεύμα...

Επιλογές με παρεμβάσεις εντός κειμένου, από σχετικό άρθρο του περιοδικού Πολιτισμού «ως3»

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος





Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Η Υστεροφημία...


Υστεροφημία, μια σημαντική λέξη για τους προγόνους μας. Ο απόλυτος σκοπός ζωής των αρχαίων Ελλήνων. Μια λέξη η οποία σήμερα έχει χάσει το πρότερο αντίκτυπο, όμως έμμεσα εξακολουθεί να αποτελεί ένα τρόπο ζωής για μία καλύτερη κοινωνία.

Ο θάνατος - φιγούρα τραγική της ζωής μας- σαν σκιά παραμονεύει σε κάθε μας βήμα και εμείς σκεφτόμαστε αν θα αφήσουμε πίσω μας κάτι καλό φεύγοντας. Αν θα μας θυμούνται για κάποιο θετικό μας χαρακτηριστικό, για το έργο μας, για τη δημιουργία απογόνων, τη συνέχιση του ονόματος. Και μπροστά σε αυτό το φόβο και την άγνοια πλάθουμε το σήμερα που ζούμε.

Η υστεροφημία σε κάνει αθάνατο, οι πράξεις και το όνομά σου μένουν στο χρόνο, δεν πεθαίνουν ποτέ. Αλλά η ζωή σου και οι στιγμές σου δε χρειάζεται να μετρηθούν σε καμία ζυγαριά για τη σπουδαιότητά τους.

Προσοχή όμως η σκέψη αυτή θα πρέπει να γίνει αυτοσκοπός. Δε χρειάζεται να γίνονται θηλιά στο λαιμό σου χαρίζοντας σου ή όχι τη δόξα μετά θάνατον. Δεν πρέπει να κρίνεις κάθε καλή σου πράξη για το αποτέλεσμα που μακροπρόθεσμα θα σου αποφέρει. Να γίνεις σπουδαίος και να το ανακαλύψουν αυτό οι άλλοι, μη μονοπωλεί τη δική σου σκέψη σε κάθε σου απόφαση, στον τρόπο ζωής σου. Είναι ωραίο να σκέφτεσαι πως κι εσύ αφήνεις κάτι πίσω σου. Κάτι που να αποδεικνύει πως έζησες, πως ήσουν εδώ. Κάτι που να ματαιώνει τη λήθη. Κι όχι απλά να υποδεικνύει την ύπαρξή σου, αλλά αυτό το ίχνος σου στην ανθρώπινη ιστορία να είναι ξεχωριστό, όμορφο, να αξίζει που υπάρχει· που υπήρξες.

Κλείνεις τα μάτια. Σκέφτεσαι ότι δεν είσαι εδώ. Έχεις φύγει, ο χρόνος σου τέλειωσε και το όνομα σου γράφτηκε για τελευταία φορά. Αναρωτιέσαι τι έχει μείνει από σένα. Τι άφησες πίσω σου. Λένε για σένα; Και τι είναι αυτό που λένε; Σε θυμούνται; Κι αν ναι τι θυμούνται από σένα; Όσα έκανες, όσα ήσουν, είχαν σημασία; Η ζωή σου άλλαξε κάτι; Δημιούργησε κάτι; Ή πέρασε και χάθηκε όπως ο άνεμος παρασύρει τις στάχτες στο διάβα του;

Η ζωή σου τώρα έχει άλλη σημασία. Γιατί ό,τι πράξεις δε θα χαθεί μαζί σου. Θα σε ακολουθεί για πάντα, θα ακολουθεί τον απόηχό σου και θα αγκαλιάζει και όσους συνδέθηκαν μαζί σου, όσα άγγιξες και έπλασες. Οι αποφάσεις που πήρες, οι επιλογές, τα λάθη σου, τα σωστά σου έχουν άλλη βαρύτητα. Γιατί θα μείνουν, μετά από σένα. Θα υποδηλώνουν εσένα, θα αρκούν για να σε χαρακτηρίσει κάποιος, ακόμα κι αν δε σε ήξερε. Θα συνδεθούν με τα παιδιά σου. Εκείνα θα κουβαλήσουν στις πλάτες τους το βάρος της δικής σου φήμης. Κι αυτή θα τα ελευθερώσει, θα τα εμπνεύσει ή θα τα στιγματίσει, θα τα ισοπεδώσει.

Ως επίλογο, θα σας διηγηθώ μία αληθινή ιστορία.

Πριν από εκατόν τριάντα και πλέον χρόνια, ένας άνδρας κοίταξε την πρωινή εφημερίδα και μέσα από έκπληξη και φρίκη, διάβασε το όνομα του στην στήλη με τις κηδείες. Οι εφημερίδες είχαν αναφέρει εξαιτίας ενός σφάλματος τον θάνατο του λάθος ατόμου. 

Η πρώτη του αντίδραση ήταν να σοκαριστεί. Είμαι εδώ ή εκεί;Όταν ανέκτησε την ψυχραιμία του, η δεύτερη σκέψη του ήταν να ανακαλύψει τι είχαν πει οι άνθρωποι για αυτόν. «Ο βασιλιάς του δυναμίτη πέθανε». «Ήταν ο έμπορος του θανάτου». Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο εφευρέτης του δυναμίτη και όταν διάβασε τις λέξεις «έμπορος του θανάτου», αναρωτήθηκε, «Έτσι πρόκειται να με θυμούνται;»

Ήρθε σε επαφή με τα συναισθήματα του και αποφάσισε ότι αυτός δεν ήταν ο τρόπος με τον οποίο ήθελε να τον θυμούνται. Από εκείνη την ημέρα και ύστερα, άρχισε να εργάζεται στο όνομα της ειρήνης. Το όνομα του ήταν Alfred Nobel και τον θυμόμαστε σήμερα από τα βραβεία Νόμπελ.

Ακριβώς όπως ο Alfred Nobel ήρθε σε επαφή με τα συναισθήματα του και επαναπροσδιόρισε τις αξίες του, θα πρέπει και εμείς να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να κάνουμε το ίδιο.

Πως θα ήθελες να σε θυμούνται; Θα σε θυμούνται με αγάπη και σεβασμό;

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Αρσενική και θηλυκή αρχή, δυο αντιτιθέμενες και συμπληρωματικές αρχές





«Το αρσενικό μπορεί να χαρακτηριστεί απ' το ότι έχει καθ' εαυτή την αρχή του, το καθαρό θηλυκό απ' το ότι έχει μέσα στον άλλο την αρχή του»
Julius Evola



Διαφορετικά και συμπληρωματικά είναι τα δυο φύλα, και κατά τον ουσιαστικότερο τρόπο. Συμπληρωματικά καθ' ότι διαφορετικά. Η εμφάνιση του ανδρός είναι τραχιά και επιθετική, αυτή της γυναίκας είναι χαριτωμένη, γλυκιά και χαμογελαστή. Ανέκαθεν, στην αιωνιότητα, το αρσενικό ήταν προγραμματισμένο να πολεμά και να δρα σε έναν εχθρικό εξωτερικό κόσμο. Ενώ η γυναίκα να αγαπά, να γοητεύει, να τεκνοποιεί, να μεταδίδει. 

Ο άντρας αντλεί ικανοποίηση από τις επιτυχίες του και απ' αυτό που έπραξε. Αρέσκεται να αντιμετωπίζει τους ομοίους του, ακόμα και μέσα στη συζήτηση. Εκείνη βρίσκει τη χαρά της στις ειρηνικές σχέσεις. Η φυσική επιθετικότητα των αρσενικών είναι γι' αυτήν εξίσου ξένη και οδυνηρή. Ο άνδρας είναι επιρρεπής στις αφηρημένες έννοιες και τις γενικές ιδέες. Εκείνη είναι ευαίσθητη στην πιο εσωτερική και προσωπική πτυχή των πραγμάτων. Μέσα στις σχέσεις τους αυτός έχει ανάγκη να αισθανθεί χρήσιμος, εκείνη έχει ανάγκη να αισθανθεί ότι την αγαπούν. Αυτός έχει ανάγκη να δώσει. Εκείνη έχει ανάγκη να δεχθεί. Απέναντι στον κίνδυνο και την αντιξοότητα ο άνδρας κλείνεται, ενώ η γυναίκα αφήνει ηθελημένα να μιλήσουν οι συγκινήσεις και τα δάκρυά της, όταν δεν πρόκειται για πονηριές. Αντιμέτωπη, κατά τη μακρά απουσία του Οδυσσέα, με την επιθυμία των μνηστήρων, η Πηνελόπη χρησιμοποιεί τεχνάσματα. Προσποιείται ακόμα κι ότι μπαίνει στο παιχνίδι αυτών που την ποθούν. Και ο Οδυσσεύς, τι κάνει; Δρα ως άνδρας, τάχιστα, κάτι που δεν αποκλείει ούτε την επιδεξιότητα, ούτε την κρυψίνοια. Κατά την επιστροφή του στην Ιθάκη, σφαγιάζει τους μνηστήρες και ανακτά έτσι τη θέση του στην κλίνη της Πηνελόπης. 

Χαραγμένη στη μορφολογία και την ψυχολογία, η διαφοροποίηση μεταξύ των δυο φύλων εκφράζεται με τον πιο ορατό τρόπο στα παιχνίδια του έρωτα και στη γονιμοποίηση. Το αρσενικό είναι η δραστήριος, διαχυτική αρχή. Η γυναίκα είναι η δεκτική αρχή. Η υπενθύμιση αυτού του γεγονότος δεν προϋποθέτει καμιά υποτίμηση, καμιά υπεροχή, ούτε κατωτερότητα, αλλά μια ουσιαστική συμπληρωματικότητα (1). Η δημιουργία, αυτή που εκδηλώνεται στην αγάπη και την τεκνοποιία, είναι η συνισταμένη δυο ανταγωνιστικών και βαθιά συνδεδεμένων μεταξύ τους αρχών. Η μία δεν μπορεί τίποτα χωρίς την άλλη. 

Η λειτουργία του αρσενικού είναι εκπεμπτική, ενώ του θηλυκού δεκτική, μετατρεπτική, μεταδοτική. Ακριβώς επειδή η γυναίκα είναι δεκτική, εκπληρώνει μέσα σε μια φαινομενική παθητικότητα, ανάλογη με αυτήν της τροφού γης, αυτήν τη θεμελιώδη δημιουργική δραστηριότητα που είναι η κυοφορία του παιδιού. Το προνόμιό της είναι να δέχεται και να δίνει με τα μέσα της γλυκύτητας και της υπομονής, κάτι που δεν αποκλείει ποτέ την ενέργεια. Η γυναίκα έχει με το μέρος της τη διάρκεια, που είναι και η εμμονή της. Με την απαλότητα και την υπομονή, επιφέρει στο παιδί αυτό που ο άντρας δεν θα μπορέσει ποτέ να δώσει. Πραότητα και υπομονή είναι τα μέσα της δικής της εξουσίας, και τα αναντικατάστατα χαρίσματα που παραχωρεί στην κοινωνική ζωή. 

Μέσα στη συχνά δικαιολογημένη, αλλά εσφαλμένα θεωρημένη, εξέγερσή του ο φεμινισμός κατέληξε να καταδικάσει τις θηλυκές αξίες: Δεκτικότητα, υπομονή ταυτίζονται με την υποταγή. Η υλιστική του φιλοσοφία δεν του έδειξε παρά μόνον τις εξωτερικές και επιφανειακές πτυχές της σχέσης ανάμεσα στα φύλα, αυτό που έχει σχέση με την κοινωνική και πολιτική ζωή. Δεδομένου ότι μέσα σ' αυτήν οι ανδρικές αρχές είναι αναγκαστικά κυρίαρχες, οι φεμινίστριες συμπέραναν ότι οι γυναίκες θα έπρεπε να τις υιοθετήσουν και άρα να εγκαταλείψουν τις δικές τους αξίες. Εξαιτίας αυτού, οι ανδρικές αξίες υπερτιμήθηκαν και ταυτοχρόνως ενοχοποιήθηκαν ως συνώνυμα καταπίεσης. 

Αυτή είναι η πηγή του προβλήματος, του οποίου τα πρώτα θύματα είναι οι γυναίκες. Έγκλειστες στο σύστημά τους οι φεμινίστριες ήταν απρόσβλητες στην ουσία της θηλυκότητας και την αρμονία της ζωής. Δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι, εάν το ένα ή το άλλο φύλο εγκαταλείψει την αρχή του, η αρμονία διαρρηγνύεται. Έτσι παρατηρήθηκε ότι γυναίκες, απορροφημένες κατά το ανδρικό πρότυπο από μια έντονη επαγγελματική ή κοινωνική δραστηριότητα, είναι συχνότατα στείρες. 


Απόσπασμα από το άθρο «Θηλυκή βασιλεία και ιπποτικός έρως»,  του Dominique Venner

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Οι δύο διαφορετικοί τρόποι «κοσμο & αυτό»- αντίληψης, ανάμεσα στον άντρα και την γυναίκα.




Έίναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο άνδρας, λόγω της βιολογικής του ιδιαιτερότητας αντιλαμβάνεται τον κόσμο με ένα τρόπο διαφορετικό απ’ ότι η γυναίκα. Για τον άνδρα η έννοια της δημιουργίας και της ανάπτυξης είναι ένα εξωτερικό συμβάν που απλά συμβαίνει στον κόσμο. Αντίθετα για τη γυναίκα το μυστήριο της ανάπτυξης γίνεται αντιληπτό μέσα από το ίδιο της το σώμα λόγω της εμπειρίας της κύησης. Η γυναίκα νοιώθει δηλαδή κάτι να γεννιέται και να αναπτύσσεται στο εσωτερικό του βιολογικού της οργανισμού, κάτι με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη και με το οποίο αποτελεί μια οργανική ενότητα. Κανένας άνδρας δεν έχει αυτή την εμπειρία, που είναι τόσο καταλυτική έτσι ώστε να καθορίζει κaι την αντίληψη μας για τη λειτουργία του Κόσμου. Αυτό είναι ένα γεγονός που δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε. Πρόκειται για μια βασική αρχή που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε όχι μόνο τον διαφορετικό τρόπο αντίληψης του αρσενικού από το θηλυκό αλλά και τις διαφορετικές αρχές και τρόπους λειτουργίας πάνω στους οποίους χτίστηκε η Μητρογονική και η πατριαρχική κοσμοαντίληψη και κοινωνία.

Αν προεκτείνουμε τους δύο αυτούς τρόπους αντίληψης στην κοινωνική σφαίρα και στη θρησκευτική οργάνωση, θα παρατηρήσουμε ότι ξεκινούν από εντελώς διαφορετικές αρχές και οδηγούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Η θηλυγονική συνείδηση, για παράδειγμα, εμποτισμένη από την εμπειρία της κύησης αντιλαμβάνεται την παγκόσμια ζωή σαν κάτι που αναπτύσσεται οργανικά από το εσωτερικό προς το εξωτερικό, όπως ο σπόρος που βλαστίζει από τη Γη. Η αντίληψη αυτή επικεντρώνεται στην πρωταρχική έννοια της «Αυτογονίας» και υφαίνει τις νοητικές συλλήψεις γύρω από την εικόνα ενός Σύμπαντος όπου τα πάντα φυτρώνουν και αυτο-οργανώνονται αυθόρμητα σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Στην κοσμοθέαση αυτή δεν υπάρχει κάποιος εξωτερικός παράγοντας ο οποίος της επιβάλει ένα ρυθμό ή την διατάζει να οργανώσει τις λειτουργίες της κι αυτό γιατί δεν υφίσταται κάποιος αρχικός διαχωρισμός ανάμεσα σε μια αρχή που διατάσσει και σε ένα λειτουργικό σύνολο που υπακούει στις διαταγές. Δεν υπάρχει καν διαχωρισμός ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο καθώς το έμβρυο και η μητέρα αποτελούν ένα αδιάσπαστο σύνολο το οποίο μεταβάλλεται διαρκώς, εξελίσσεται και αναπτύσσεται.

Αντίθετα για τον άνδρα η έννοια «δημιουργία» έχει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα. Μην έχοντας την εμπειρία της κύησης ο άνδρας επενεργεί εξωτερικά πάνω στη Φύση. Κατά τη διάρκεια της «δημιουργίας» του το υποκειμενικό του «εγώ» επενεργεί και μεταβάλλει ένα αντικειμενικό «κάτι» που βρίσκεται έξω και πέρα από αυτόν. Ο άντρας, για παράδειγμα, κατασκευάζει ένα τραπέζι, φτιάχνει ένα μηχάνημα, μεταφέρει και τακτοποιεί έναν όγκο υλικών από ένα σημείο σε ένα άλλο κτίζοντας έτσι ένα οικοδόμημα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στο «εγώ» του που επενεργεί και το σωρό των εξωτερικών υλικών που υπόκεινται το αποτέλεσμα της πρόθεσης ή της επιθυμίας του. Ο άντρας δεν γίνεται ποτέ ένα με το τραπέζι που κατασκευάζει, δεν το νοιώθει σαν προέκταση του σώματος του ζυμωμένο από τη σάρκα ή το αίμα του. Η σχέση του μαζί του είναι και παραμένει εξωτερική.

Μια δεύτερη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά είδη εμπειριών είναι ότι η γυναίκα αντιλαμβάνεται την εγκυμοσύνη, την περίοδο δηλαδή δημιουργίας ενός νέου ανθρώπινου όντος, σαν κάτι το ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο από τη θέληση της. Κατά τη διάρκεια των εννέα μηνών που διαρκεί η κύηση, η γυναίκα είναι απλά παρατηρητής μιας μυστηριώδους μεταβολής, ενός είδους αλχημικής μετουσίωσης που συμβαίνει μέσα στο ίδιο της το σώμα. Η γυναίκα νοιώθει πως αποτελεί γόνιμο έδαφος όπου ο σπόρος αφήνεται να μεγαλώσει, μια μαγική χύτρα στην οποία η ζωή υφαίνει τον ιστό της ύπαρξης. Αντίθετα για τον άνδρα η εμπειρία της δημιουργίας είναι εντελώς διαφορετική. Η πραγματικότητα του Σύμπαντος μπορεί να μεταβληθεί μόνο αν επενεργήσει πάνω της μια ενέργεια. Ο άντρας είναι αυτός που προκαλεί την κατασκευή πραγμάτων και φαινομένων. Η οποιαδήποτε δημιουργία εξαρτάται από τη δική του συνειδητή απόφαση. Ο κόσμος μπορεί να λειτουργήσει μόνο μέσα από μια σειρά εξωτερικών παρεμβάσεων.

Γι αυτό και στις πατριαρχικές θρησκείς, ο κόσμος "κατασκευάζεται" σαν αποτέλεσμα της θέλησης ενός προϋπάρχοντοε εξωκόσμιου πνεύματος.
Μια ακόμα διαφορά είναι ότι στην εμπειρία της γυναίκας τα πράγματα θέλουν το δικό τους χρόνο για να ωριμάσουν και να ολοκληρωθούν. Οι μήνες της κύησης είναι συγκεκριμένοι και οφείλει να του σεβαστεί. Το ίδιο και ο χρόνος που παρεμβάλλεται από τη στιγμή που θα φυτέψει το σπόρο μέχρι την ώρα που θα αντικρύσει το πρώτο βλαστάρι να ξεπροβάλει από τη Γη. Στην αντρική δημιουργία αντίθετα ο χρόνος είναι σε συνάρτηση με το ποσό της προσπάθειας που καταβάλλεται. Ένα αρχιτεκτονικό κατασκεύασμα μπορεί να γίνει σε λίγο ή σε πολύ χρόνο ανάλογα το πόσοι εργάτες δουλεύουν και πόση προσπάθεια καταβάλει ο καθένας. Στην αρσενική αντίληψη το ιδεώδες είναι η κατάργηση του χρόνου, η στιγμιαία δημιουργία.

Η κατανόηση αυτών των βασικών διαφορών είναι θεμελιώδης για την ύπαρξη μας στο Δάσος. Εδώ ισχύουν οι κανόνες της αυτογονίας και της φυσικής ανάπτυξης. Άλλωστε και στην Αρχαία Ελλάδα ο όρος "Φύσις" ήταν ο θεμελιωτής και πρωταρχικός όρος ολόκληρης της Φιλοσοφίας και Επιστήμης. Δεν υπάρχει, για την Ελληνική φιλοσοφία ειδικότερα και για τον Ελληνικό στοχασμό γενικότερα, έννοια πιο σημαντική και πιο ιδιάζουσα από αυτή την έννοια. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι φιλόσοφοι έγραψαν έργα «Περι Φύσεως» ή αφιέρωσαν μεγάλο μέρος του έργου τους στη μελέτη της «Φύσεως», ήσαν «οι περί Φύσεως τε καί του όλου διαλεγόμενοι και γράφοντες» σύμφωνα με τον Πλάτωνα». Η Φύση, σαν Μεγάλη Μητέρα είναι η αρχή της Ζωής, και η μελλοντική επιβίωση μας σε αυτό τον πλανήτη εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα το κατανοήσουμε...


 

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

Κράτα δίπλα σου ανθρώπους με ποιότητα..




Η διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας στηρίζεται, στο μεγαλύτερο μέρος της, στην επαφή με τους άλλους, στη σχεσιακή αλληλεπίδραση και στην ανταλλαγή ερεθισμάτων, εμπειριών και συναισθημάτων. 

Ο άνθρωπος που έχει ως ίδιον χάρισμα την ποιότητα, έχει μάθει να επενδύει. Αυτό σημαίνει ότι αφιερώνει χρόνο στους ανθρώπους που τον ενδιαφέρουν γιατί γνωρίζει, ότι οι σχέσεις των ανθρώπων ωριμάζουν με το πέρασμα των ετών, κάποιες εξελίσσονται, κάποιες καταστρέφονται και κάποιες άλλες αλλάζουν.Η προσφορά στην κάθε της μορφή είναι η πεμπτουσία της ανωτερότητας, της κατάρριψης του εγωισμού, της αγάπης και της αλληλεγγύης. 

Η ποιότητα του ανθρώπου βρίσκεται στην παιδεία που τον κάνει άνθρωπο, στην υπομονή να καλλιεργεί αενάως τον εαυτό του, στην επιμονή να κάνει τον κόσμο καλύτερο, στην αποφασιστικότητα να επιτυγχάνει τους στόχους του χωρίς να ρίχνει άλλους απ’ τη θέση τους, στην πίστη στο μαζί, στο σεβασμό της μοναδικότητας του κάθε ατόμου και στη διπλωματία που χρησιμοποιεί για να κάνει τον εχθρό του να φαίνεται ακόμη πιο μικρός, χωρίς να εμπλέκεται σε ανούσιες συγκρούσεις.

Ο ποιοτικός άνθρωπος σου δίνει γνώση, θέλει να σου μεταλαμπαδεύσει τη φλόγα του για μάθηση για να γίνεις καλύτερος, σου δίνει συμβουλές που πηγάζουν από τις εμπειρίες ζωής του και θέλει να σε προστατεύσει από τυχόν λάθη, σ’ αγκαλιάζει με πάθος, γιατί σε αγαπά αληθινά και σου το δείχνει χωρίς φόβο.

Οι ποιοτικοί άνθρωποι έχουν έντονα ανεπτυγμένο το κριτήριο της αισθητικής. Οι ποιοτικοί άνθρωποι σου δίνουν χώρο μέσα τους να αναπτυχθείς και να δεις τη δική τους ψυχή, γιατί έχουν περίσσευμα και δε φοβούνται μήπως το χάσουν. Τους αρέσουν τα θεάματα που έχουν να προσφέρουν κάτι πέραν της ψυχαγωγίας, αυτά που δίνουν τροφή σε μυαλό και ψυχή.

Η ποιότητα των ανθρώπων που μας περιβάλλουν μπορεί να αναβαθμίσει την καθημερινότητά μας, από την επιλογή ενός καλού κόκκινου κρασιού, μέχρι την επιλογή συντρόφου...

Επιλογές από σχετικό άρθρο της Αναστασία Νάννου.
  

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Ο Χρόνος και το Φως...

«Υπάρχει βαθιά σκιά εκεί όπου υπάρχει πολύ φως».
Γκαίτε



            «Κάποτε ένας βασιλιάς σε μια χώρα της Άπω Ανατολής θέλοντας να δοκιμάσει την εξυπνάδα αλλά και την αποφασιστικότητα των υπηκόων του παρήγγειλε πως όποιος βρει τα δυο εκείνα στοιχεία που κάνουν τον άνθρωπο «πλούσιο», θα τον ανακηρύξει διάδοχό του. Ωστόσο, εξήγησε πως τα δυο αυτά στοιχεία, ενώ υπάρχουν άφθονα στη φύση, δεν μπορεί κανείς να τα αγοράσει ή να τα αποκτήσει – συσσωρεύσει. Τους έδωσε προθεσμία ένα μήνα να ψάξουν, να ρωτήσουν και να μάθουν.  

            Όταν τέλειωσε ο μήνας πολλοί πήγαν στο παλάτι λέγοντας ο καθένας τη γνώμη του για τα δυο στοιχεία. Η χαρά, η ευτυχία, το χαμόγελο, η γνώση, οι εμπειρίες, η αλήθεια ήταν μερικά από αυτά που είπαν στο Βασιλιά, περιμένοντας τον τίτλο του διαδόχου.
            Ο βασιλιάς τους ευχαρίστησε όλους για την προσπάθειά τους, αλλά τους διαμήνυσε πως κανείς δεν βρήκε τα δυο στοιχεία. Και με αργή φωνή είπε στο λαό του – που είχε συγκεντρωθεί έξω από το παλάτι – πως τα στοιχεία αυτά είναι: Ο χρόνος και το φως. Ο λαός θαύμασε τη σοφία του βασιλιά και τον αγάπησε ακόμη περισσότερο».

            Η παραπάνω ιστορία καταγράφει με ανάγλυφο τρόπο τη θέση του Χρόνου και του Φωτός στην Κοσμολογία όλων των λαών. Χρόνος και φως βάδισαν παράλληλα ως αρχέγονα στοιχεία που πυροδότησαν τη δημιουργία του σύμπαντος. Άσχετα από τις ερμηνείες που δόθηκαν κατά καιρούς για τη φύση τους (χρόνος = κίνηση/ φως = σωματίδιο ή κύμα…) αποτέλεσαν σύμβολα παγκόσμια και διαχρονικά και πάνω τους χτίστηκαν πολλοί μύθοι και ιστορίες.

            Κι αυτό γιατί ο Χρόνος και το Φως είναι παντού τα ίδια και υπάρχουν ανεξάρτητα από τη θέληση και τους σκοπούς του ανθρώπου. Σχετικά ο Αϊνστάιν έγραψε: «Οι νόμοι της φυσικής θα πρέπει να είναι ίδιοι, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο κινείται ο παρατηρητής».

            Οι περισσότερες κοσμολογίες του κόσμου συγκλίνουν στην προΰπαρξη του Χάους. Από αυτό προήλθε ο κόσμος με τη βοήθεια μιας κινητήριας δύναμης, του «πρώτου ακίνητου κινούντος». Άλλοι το ονόμασαν Θεό κι άλλοι μια κοσμική – φυσική δύναμη.  

            Στην ελληνική μυθολογία δεσπόζουν οι μορφές του Κρόνου (Χρόνου) και του Απόλλωνα (Φως) που σηματοδοτούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των δυο αυτών στοιχείων στη δημιουργία του κόσμου αλλά και τους πολιτισμού.

            Ιδιαίτερα το φως ταυτίστηκε με την προσπάθεια του ανθρώπου να ανακαλύψει τα μυστικά του σύμπαντος, που πριν το κάλυπτε το Σκότος. Τα δίπολα Φως – Σκοτάδι, Μέρα – Νύχτα, Αλήθεια – Ψεύδος, Καλό – Κακό, Ζωή – Θάνατος προέκυψαν από τα σημαινόμενα της έννοιας φως. «Φάος σκότω αντίμοιρον».

             Για άλλους το φως σημασιολογικά συνδέθηκε με τη φωτιά, το γνωστό «αείζωον πυρ» του Ηράκλειτου.

            Ο Ζαρατούστρα ρώτησε το θεό Άχουρα Μάζντα πως τρεφόταν ο πρώτος άνθρωπος και ο θεός του απάντησε: «Έτρωγε φωτιά και έπινε φως».

            Στα Χριστιανικά κείμενα δεσπόζει η παρουσία του φωτός, που σηματοδοτεί το χρόνο δημιουργίας του κόσμου «Και είπεν ο Θεός˙ γεννηθήτω το φως˙ και εγένετο φως…. Και είδεν ο Θεός, ότι καλόν…..» (Γένεσις 1,3/1,4). Ο ίδιος ο Χριστός διακηρύσσει εμφαντικά «Εγώ ειμί το φως του κόσμου ο ακολουθών εμοί ου μη περπατήσει εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιωάννη Ευαγγέλιον, Κεφ. η-12).

            Ωστόσο, η σημασία του φωτός είναι έντονη σε μύθους και σε ιστορίες όλου του κόσμου. Ενδεικτική είναι η παρακάτω ιστορία:


Ο Γλάρος και ο Ερχομός του Φωτός

Όταν το Μεγάλο Πνεύμα έφτιαξε όλα τα πράγματα, έδωσε στους Πρώτους Ανθρώπους δώρα, κλεισμένα σε σκαλισμένα κουτιά από κέδρο. Οι Πρώτοι Άνθρωποι ήταν τα ζώα, τα πλάσματα που υπήρχαν πριν από εμάς.

Σε ένα κουτί υπήρχε το νερό. Και όταν το κουτί ανοίχτηκε, όλο το νερό βγήκε έξω και ανέβηκε στον ουρανό. Έτσι έγιναν τα σύννεφα. Μετά, έπεσε σαν βροχή από τον ουρανό και σχημάτισε τα ποτάμια που χύθηκαν στα μεγάλα κοιλώματα και έγινε η θάλασσα.

Σε ένα άλλο κουτί, ήταν όλα τα βουνά. Τοποθετήθηκαν εκεί που στέκονται ακόμα, μέχρι σήμερα. Σε άλλα δύο κουτιά, ήταν όλοι οι σπόροι των φυτών και ο άνεμος, που φύσηξε και τους σκόρπισε στις τέσσερις γωνιές του κόσμου…

Όλοι οι Πρώτοι άνθρωποι άνοιξαν τα κουτιά τους, εκτός από το Γλάρο. Στο κουτί του Γλάρου ήταν όλο το φως του κόσμου. Όμως, ο Γλάρος, κράταγε σφιχτά επάνω του το κουτί, χωρίς να το ανοίγει. Έτσι, τον πρώτο καιρό, στον κόσμο υπήρχε μόνο σκοτάδι

Τα ζώα άνθρωποι ζητούσαν από τον Γλάρο να ανοίξει το κουτί, αλλά αυτός δεν δεχόταν και κράταγε το κουτί κάτω από τη φτερούγα του, σφιχτά. Έτσι, οι Πρώτοι άνθρωποι ζήτησαν τη βοήθεια του Κόρακα, που ήταν ξάδελφος του Γλάρου.

Και τί δεν δοκίμασε ο Κόρακας για να πείσει τον Γλάρο να ανοίξει το κουτί με το φως του κόσμου. Τον παρακάλεσε, τον κολάκεψε, τον απείλησε,.. τίποτα! Σκέφτηκε τότε ο Κόρακας, νευριασμένος: «Ο Γλάρος κάνει κακό σε όλους τους Ανθρώπους. Του αξίζει να του μπει ένα αγκάθι στο πόδι…»

Ό,τι σκεφτότανε ο Κόρακας, γινόταν πραγματικότητα. Έτσι, ο Γλάρος ξαφνικά άρχισε να σκούζει από πόνο: «Το πόδι μου, το πόδι μου, κάτι τρύπησε το πόδι μου!..»

Ο Κόρακας προσφέρθηκε να βοηθήσει, σαν να μην ήξερε τί είχε συμβεί. Έσκυψε, λοιπόν, είδε το αγκάθι, αλλά αντί να το τραβήξει έξω το έσπρωξε ακόμα πιο μέσα!

«Ωχ, Γλάρε μου, με συγχωρείς. Δεν βλέπω τί κάνω. Μακάρι να υπήρχε φως, έστω και λίγο,.. Θα έβλεπα τι είναι αυτό που σε πονάει και οπωσδήποτε κάτι θα έκανα…»

Τότε, ο Γλάρος άνοιξε λίγο το καπάκι και άφησε να βγει λίγο φως από το κουτί. Ξέφυγαν πολλά μόρια φωτός, ξεχύθηκαν στον ουρανό και ο Κόρακας ήταν ο πρώτος που είδε τα Αστέρια. Και ήταν πολύ όμορφα…

Έσκυψε ξανά ο Κόρακας κοντά στο πόδι του Γλάρου και έσπρωξε ακόμα πιο μέσα το αγκάθι. Ο Γλάρος έβγαλε δυνατή κραυγή από τον πόνο κλαίγοντας…

«Με συγχωρείς, δεν υπάρχει αρκετό φως. Άνοιξε ακόμα λίγο το κουτί!» είπε ο Κόρακας.

Ο Γλάρος σήκωσε λίγο ακόμα το καπάκι, έτσι ώστε να βγει ένα αμυδρό φως, το οποίο υψώθηκε στον ουρανό. Ο Κόρακας ήταν ο πρώτος που είδε το Φεγγάρι. Και ήταν πολύ όμορφο…

Ο Κόρακας έσκυψε ξανά και έσπρωξε πιο βαθιά το αγκάθι μέσα στο πόδι του Γλάρου. Ο Γλάρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή, άνοιξε και τα δύο φτερά του και το κουτί έπεσε κάτω. Το καπάκι άνοιξε και μέσα από το κουτί βγήκε μια τεράστια μπάλα από φωτιά η οποία τινάχτηκε ψηλά στον ουρανό. Ο Κόρακας δεν μπορούσε να κοιτάξει αυτό το τόσο δυνατό φως, δεν μπορούσε να κοιτάξει …τον Ήλιο! Μπόρεσε όμως να δει καθαρά και να βγάλει το αγκάθι από το πόδι του Γλάρου…

Ο Γλάρος τότε κατάλαβε ότι η απροθυμία του να δώσει αυτό που κατείχε, του έφερνε πόνο. Μόνο όταν δίνεις χωρίς ενδοιασμούς, φεύγει ο πόνος και ανοίγει ο δρόμος για την ελευθερία.

Αν πας ποτέ στα μέρη που ζει ο Γλάρος, θα δεις ότι μερικές φορές το πουλί σηκώνει το ένα του πόδι και στέκεται στο άλλο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο πόνος από το αγκάθι δεν έχει ξεχαστεί… (Την ιστορία αυτή, τη διηγούνται οι Ινδιάνοι Νούτκα που ζουν στο Βανκούβερ του Καναδά).

Φως, λοιπόν, παντού φως άπλετο, ανέσπερο, λυκόφως. Ο ήλιος, πηγή του φωτός, λάμπει ακόμη παρά την «ύβριν» του Φαέθοντα. Να γνωρίσουμε την αλήθεια και να απαλλαγούμε από το σκότος.

Γιατί το φως μπορεί να δημιουργεί τη σκιά, αλλά στο τέλος οδηγεί στην αυτογνωσία και στον καθαρμό της συνείδησής μας.


«Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά…» (Ελύτης).

Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com  
Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Χρόνος ολετήρ ( ο καταστροφέας)


«Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω, χτυπάει πισώπλατα ο χρόνος/ δε φταίω εγώ που μεγαλώνω, φταίει η ζωή, που είναι μικρή».

              Οι παραπάνω στίχοι του γνωστού τραγουδιού αποτυπώνουν με ενάργεια το άγχος του ανθρώπου απέναντι στη βέβαιη προοπτική πως ο χρόνος που απομένει να ζήσουμε είναι μικρότερος από αυτόν που ζήσαμε.

            Το άγχος και η αγωνία επιτείνεται κάθε φορά που συνειδητοποιούμε πως η πρωτογενής αιτία της γήρανσής μας είναι κάτι που δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η επιστήμη δεν μπόρεσε ακόμη να ορίσει με βεβαιότητα τη φύση και το περιεχόμενό του. Ο χρόνος ως έννοια και περιεχόμενο γεννά προβληματισμό στους ειδικούς και ερωτήματα στους απλούς ανθρώπους.

            Όσο κι αν ο Αϊνστάιν προσπάθησε να τον ορίσει με τη θεωρία της «σχετικότητας», αυτός – ο χρόνος – βρίσκει τρόπους να ξεγλιστρά, γιατί θέλει να είναι ο πρωταγωνιστής σε όλες τις αλλαγές που συμβαίνουν. Μόνον μέσα από την κίνηση, τη μεταβολή και την αλλαγή τον αντιλαμβάνεται ο ανθρώπινος νους.

            Συχνά ο καθένας διερωτάται αν ο Χρόνος υφίσταται αντικειμενικά ή συνιστά μια θεωρητική διάσταση, ένα νοητικό κατασκεύασμα, μια μύχια σύλληψη που αποκρυπτογραφεί την αβεβαιότητα και περατότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

            Ο ίδιος ο Καντ αναγκάστηκε να ομολογήσει μπροστά στην αδυναμία να ορίσει ακριβώς την έννοια του χρόνου: «Ο χρόνος δεν είναι κάτι αντικειμενικό. Δεν είναι ούτε ουσία, ούτε τυχαίο, ούτε σχέση, αλλά μια υποκειμενική συνθήκη που οφείλεται αναγκαστικά στη φύση του ανθρώπινου μυαλού».

            Η ημέρα και η νύχτα ήταν τα πρώτα στοιχεία που κίνησαν την περιέργεια του πρωτόγονου ανθρώπου για να δώσει μια μυθική ή λογική αργότερα ερμηνεία του χρόνου. Ύστερα οι εναλλαγές των εποχών αλλά και η συνειδητοποίηση πως ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει. Όλα αυτά τροφοδότησαν ως στοιχεία τόσο τη Μυθολογία όσο και την Επιστήμη.

            Οι αρχαίοι Έλληνες στο πρόσωπο του Κρόνου < ρέω διείδαν την έννοια του Χρόνου που αναδύθηκε μέσα από το Χάος (απουσία χρόνου). Δίπλα σε αυτόν πλάστηκαν θεοί και θεότητες που αντανακλούν την αγωνία των ανθρώπων να δώσουν μια απάντηση στο ερώτημα: Γιατί πεθαίνουμε;

            Στο σημείο αυτό, εμβόλιμα, βρήκε ευκαιρία και αναπτύχθηκε η φιλοσοφία που διεύρυνε τον προβληματισμό και πολλαπλασίασε τα ερωτήματα, χωρίς να δίνει πειστικές απαντήσεις. Εξάλλου αποτελεί αξίωμα, πως «Η φιλοσοφία δεν αποδεικνύει, δεν δίνει απαντήσεις, αλλά ανακινεί ερωτήματα».

            Αλλά ούτε και ο διαφωτισμός με τον ορθολογισμό και τη γέννηση της επιστήμης μπόρεσε να πείσει τον άνθρωπο να μη φοβάται το χρόνο, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει ως οντότητα, όπως ο χώρος. Ο χωροχρόνος του Αϊνστάιν φώτισε κάπως το πρόσωπο του χρόνου, αλλά ακόμη η μορφή του είναι θολή, ενώ τα έργα του απτά και αντικειμενικά.

            Ο θάνατος βιώνεται ως το τέλος της ζωής και του χρόνου. Ο άνθρωπος, αιώνες τώρα παλεύει, για την αθανασία του. Η σκέψη και μόνο πως μια μέρα θα χαθούμε για πάντα, μας συγκλονίζει και χαρακώνει με αίμα το μυαλό μας. Γι’ αυτό ερμηνεύει την ελπίδα για αθανασία ως μια υπέρβαση του χρόνου ή ως μια νίκη ενάντια στο χρόνο. Όσες θεωρίες κι αν αναπτύχθηκαν, όσες ερμηνείες ή διδαχές κι αν δόθηκαν ο άνθρωπος δεν κατόρθωσε να νικήσει το χρόνο και να απαλλαγεί από το υπαρξιακό του άγχος. Φανερά ή υπόρρητα επιδιώκει την αθανασία ή την αιωνιότητα.

            Από τον κανόνα δεν ξέφυγε ούτε ο Θουκυδίδης που με έναν τόνο εξομολογητικό τόνισε: «κτήμα τε ες αιεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται». Η προφητική αυτή ομολογία φανερώνει τη μύχια επιθυμία του ανθρώπου να αφήσει το αποτύπωμά του έξω και πάνω από το χρόνο με το έργο του (υλικό – πνευματικό).

            Αλλά και ο Ηρόδοτος από μία άλλη οπτική γωνία στόχευε στην υπέρβαση του χρόνου με το έργο του «ως μήτε τα γενόμενα εξ ανθρώπων τω χρόνω εξίτηλα γένηται».

              Η έννοια του χρόνου είναι παρούσα και στους δυο ιστορικούς που καθαρά διέβλεπαν πως η μνήμη των ανθρώπων αδυνατίζει με την πάροδο του χρόνου και διαβρώνεται η συνείδησή τους. Ασυνείδητα, δηλαδή, τριχοτόμησαν το σώμα του χρόνου σε: Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον τονίζοντας τον καταλυτικό του ρόλο στην πορεία του ανθρώπου και του πολιτισμού (αιεί – παραχρήμα – χρόνω).

            Το φόβο απέναντι στο θάνατο – ως το τέλος του χρόνου – έμμεσα εξέφρασε και ο Ιησούς τη μεγάλη εκείνη στιγμή στον κήπο της Γεσθημανής με το εμβληματικό «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο». Όταν ο θάνατος έγινε συνείδηση από το Χριστό, θέλησε να τον αποφεύγει, να ζήσει. Κι ενώ γνώριζε πως είναι ή θα είναι αιώνια ζωντανός, το βάρος του θανάτου τον λυπεί βαθύτατα. Ωστόσο, «αν ο Χριστός ζούσε μια ίδια ζωή χωρίς το θάνατο που δέχθηκε, θα ήταν ένας ακόμη απλός προφήτης. Ένας από τους πολλούς». (Φοίβος Καρακίτσος «Η αρχή της αντίθεσης»). 

            Ανεξάρτητα από τις μυθολογικές περιγραφές, τις επιστημονικές αποδείξεις και τις φιλοσοφικές θεωρήσεις ο χρόνος «ως σώμα» παραμένει ασύλληπτος και ακανόνιστος. Δεν έχει  αρχή και τέλος, όσο κι αν προσπάθησε ο άνθρωπος με τις υποδιαιρέσεις και τα χρονόμετρα να τον εγκλωβίσει (Κλεψύδρα, αμμόμετρο, ηλιακό ρολόι, αστρολάβος…). Ο χρόνος είναι ενιαίος και η τριχοτόμησή του απέβλεπε μόνο στο να δώσει ο άνθρωπος μια ταυτότητα στη ζωή του. Ο χρόνος δεν έχει αρχή ούτε τέλος. Τα γεγονότα και ο άνθρωπος έχουν αρχή και τέλος. 

            Ο χρόνος κυλάει, τρέχει, φεύγει, μένει ανέπαφος από τις υποκειμενικές μας εμπειρίες. Ο χρόνος κυλά για κάθε άνθρωπο διαφορετικά ανάλογα με τις ανάγκες, τα συναισθήματα, τα κίνητρα και τις σκέψεις του. Άλλοι βλέπουν το χρόνο ως φίλο κι άλλοι ως εχθρό. Άλλοτε ευχόμαστε να μην τρέχει κι άλλοτε παρακαλούμε να περάσει γρήγορα. Κι ενώ ο χρόνος είναι «άμετρος» από πολλούς εκφράζεται το παράπονο πως «δεν έχω χρόνο» ή «μου λείπει χρόνος» ή «θέλω το χρόνο μου».

            Ίσως ο χρόνος να είναι από τα λίγα στοιχεία – αν όχι το μοναδικό – που αποκαλύπτουν τη γύμνια του ανθρώπου. Από το φως μπορούμε να προφυλαχτούμε ή να κατασκευάσουμε πηγές φωτός. Από το χρόνο πώς να ξεφύγουμε;

            Εξάλλου το «βέλος του χρόνου» έχει κατεύθυνση προς το μέλλον και πως δεν γυρίζει πίσω (άσχετα αν η σύγχρονη φυσική δεν διακρίνει την κατεύθυνση προς το μέλλον). Τελικά βρισκόμαστε σε μια διανοητική πλάνη ή σε μια ή σε μια ψυχολογική σύγχυση; Για τον Αυστριακό φυσικό Μπόλτζμαν το βέλος του χρόνου (παρελθόν μέλλον) είναι μια ανθρώπινη επινόηση αναγκαία για να εξηγήσει τη διαδικασία της βιολογικής μας γήρανσης. Για κάποιους άλλους το γήρας δεν προκαλείται από τη φθορά του χρόνου αλλά είναι προγραμματισμένο στο DNA μας.

            «Δεν υπάρχει ανάστημα στο ανθρώπινο γένος που να μην το συνέτριψε ο χρόνος και ο φθόνος» (Απολλόδωρος).

            Η διαπίστωση αυτή μας προκαλεί να ανιχνεύσουμε αν κάτι στον κόσμο αυτό διασώθηκε από τη φθορά του Χρόνου. Αξίες, ιδέες, αλήθειες, δημιουργήματα και άλλα πολλά μπόρεσαν να αντέξουν την επέλαση του Χρόνου. Για πολλούς μόνο οι μαθηματικές αλήθειες είναι διαχρονικές.

            Στην πάλη του ανθρώπου με το Χρόνο το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Και αφού η ελπίδα μας να βρούμε τη μηχανή του χρόνου δεν τελεσφόρησε, το μόνο που μας μένει είναι να ζήσουμε, όσο πιο έντονα μπορούμε, το μόνο χρόνο που γνωρίζουμε, το παρόν (αν και γι’ αυτό οι φυσικοί αμφιβάλλουν, αφού η κάθε παροντική στιγμή αυτόματα γίνεται παρελθόν).   

            «Carpe diem, quam minimum credula postero» (Άδραξε τη μέρα και μην εμπιστεύεσαι το μέλλον) (Οράτιος, Ωδή Ι.ΧΙ 8) κι αυτό γιατί «dum loquimur, Fugerit invida aetas» (ενώ μιλάμε ο ζηλιάρης χρόνος έχει ήδη πετάξει).

             Αν, όμως, στο σύμπαν υπάρχουν μόνο άτομα και μόρια που κινούνται στο κενό και όλα υπόκεινται στη φθοροποιό εξουσία του χρόνου, τότε δεν υπάρχει ελπίδα, ούτε ευθύνη, ούτε βούληση, άρα ούτε και ελευθερία. Άρα ούτε και άνθρωπος με τη ριζική έννοια του όρου (άνω – θρώσκω).

             Αν όλα τα παραπάνω είναι η μόνη πραγματικότητα και χρησιμοποιώντας την επαγωγική μέθοδο ως εργαλείο, τότε νομοτελειακά οδηγούμαστε σε μια απαισιόδοξη στάση ζωής, ακόμη και στις ώρες που ο χρόνος αλλάζει. Γιατί αυτός είναι φθονερός και άτεγκτος. Δεν συμπονά, δεν συμπάσχει. Τρέχει, κυλάει και μας προσπερνά. Γι’ αυτό είναι και πολύτιμος και ιδιαίτερα για τους ώριμους.


            «Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος από ό,τι έχω ζήσει έως τώρα…. Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται καταστατικά, νόρμες…. Γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά… Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες… Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…. Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα… που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους…. Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια…. Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει…..» (Mario de Andrade, «Ο πολύτιμος χρόνος των ώριμων ανθρώπων»).

 Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com  
Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος