Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

To σπήλαιο του Πλάτωνα. Μία απόπειρα ψυχαναλυτικής ερμηνείας

Το έβδομο βιβλίο της πλατωνικής Πολιτείας ξεκινά με μια εικόνα που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σωκράτη, αναπαριστά την ανθρώπινη φύση σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία.

Πρόκειται για το μύθο του σπηλαίου, αφήγηση την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως "περιπέτεια ψυχής", καθώς δραματοποιεί αυτό που ο Freud ορίζει ως παλινδρόμηση κατά την ψυχαναλυτική διαδικασία.



Διαβάζοντάς τον, γινόμαστε θεατές μιας επώδυνης πορείας, που με την αποπεράτωσή της μας οδηγεί ενώπιον μιας αποκάλυψης.
Αποκάλυψη που επιβεβαιώνει την πεποίθηση του πατέρα της ψυχανάλυσης ότι : 


" ο ποιητής και ο φιλόσοφος ήταν πάντοτε πρόδρομοι της επιστήμης και της επιστημονικής ψυχολογίας, γιατί στρέφουν την προσοχή τους στο ασυνείδητο, παρακολουθούν άγρυπνα τις εξελίξεις του και προσφέρουν σ΄αυτές καλλιτεχνική έκφραση".

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν τον μύθο:

Σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που έχει την είσοδό της ανοιγμένη στο φως, ζουν από παιδιά άνθρωποι αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο.

Πίσω τους, ψηλά και σε απόσταση, υπάρχει φωτιά αναμμένη και στο ενδιάμεσο ένας δρόμος, κατά μήκος του οποίου βρίσκεται ένας μικρός τοίχος, όπως τα παραπετάσματα των θαυματοποιών. Πίσω απ΄ τον τοίχο περνούν άνθρωποι μεταφέροντας πάνω από το ύψος του κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και ομοιώματα ανθρώπων και ζώων. Οι σκιές τους προβάλλονται  χάρη στο φως της φωτιάς στο βάθος του σπηλαίου, το μοναδικό οπτικό πεδίο των δεσμωτών. Ανήμποροι να κινηθούν και περιοριζόμενοι στη φυσική τους όραση οι έγκλειστοι νομίζουν πως οι σκιές είναι τα ίδια τα αντικείμενα και ο αντίλλαλος από τις ομιλίες εκείνων που κινούνται πίσω από το τοιχίο, η φωνή των σκιών.


Ο κόσμος του σπηλαίου και όσα διαδραματίζονται εντός του είναι τόσο δεδομένος, ώστε να μη γεννά την παραμικρή αμφιβολία για το αν είναι αληθινός.

Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και, ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τούς στερούν κάθε δυνατότητα κίνησης, αυτενέργειας και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου. Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όρασης αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη.


Στον κόσμο του σπηλαίου επικρατεί απόλυτη ομοιομορφία. Κανένας δεσμώτης δεν ξεχωρίζει από τους άλλους, γιατί κανένας δεν έχει συναίσθηση της μοναδικότητας του. Η αυτογνωσία και η ετερογνωσία απουσιάζουν, καθώς δε βλέπουν τίποτε άλλο εκτός από τις σκιές του εαυτού τους και των συνανθρώπων τους.

Κάποια στιγμή όμως, ένας από αυτούς κατορθώνει να ελευθερωθεί και να ανέβει στον κόσμο του φωτός. Σηκώνεται, στρέφει το λαιμό του, περπατά, κοιτάζει προς το μέρος της φωτιάς και εν συνεχεία προς τα αντικείμενα που περιδιαβαίνουν το παρατείχισμα. Το πέρασμα από τη σκιά στο αισθητό είναι το πρώτο βήμα, η αρχή μιας επίπονης και κοπιώδους πορείας προς τη γνώση και την αλήθεια.


Ο δεσμώτης έρχεται πιο κοντά στο ον και σε αντικείμενα περισσότερο πραγματικά. Πλάι του βρίσκεται κάποιος που διακριτικά τον καθοδηγεί, συζητώντας και ρωτώντας τον σχετικά μ΄ αυτά που πρωτοαντικρίζει.

Ο δεσμώτης τότε περιέρχεται στην κατάσταση του απορείν, βρίσκεται σε αμηχανία και αδυνατεί να δώσει μιαν απάντηση, όταν αυτός που είναι δίπλα του τον ρωτά τι βλέπει. απορείν δεν εκφράζει μόνον την πνευματική του σύγχυση, αλλά και τη συνειδητοποίηση της αγνοίας του. Η ύπαρξη των ομοιωμάτων θέτει εκ των πραγμάτων ζήτημα σύγκρισης με τις σκιές τους, αναφορικά με το βαθμό αυθεντικότητας. Ο δεσμώτης καλείται ν΄ αποφασίσει ποιο από τα δύο δεδομένα είναι αληθέστερον.

Η πορεία προς τον κόσμο του φωτός σηματοδοτείται από ένα πλήθος δυσχερειών και από οδύνη.

Κοιτάζοντας προς το μέρος της φωτιάς ο πλατωνικός ήρωας αλγοι και αδυνατεί να διακρίνει εκείνα ων τότε τάς σκιάς εώρα. Στρέφοντας το βλέμμα του λίγο αργότερα προς την έξοδο του σπηλαίου υποφέρει κι ο πόνος του μεγιστοποιείται όσο περισσότερο πλησιάζει στον κόσμο των νοητών.

Αυτομάτως ο δεσμώτης αντιδρά, αμύνεται, επιμένει να θεωρεί τις σκιές αληθέστερες των ομοιωμάτων  και προσπαθεί να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση. Αυτό που προκαλεί την αντίστασή του, είναι παραδόξως αυτό που τον παρακινεί να εξέλθει από το σπήλαιο είναι το απορείν, που το τοποθετεί στο μεταίχμιο, ανάμεσα στο παρόν του κόσμου των σκιών και στο άδηλο μέλλον ενός καινούργιου κόσμου. Ο δεσμώτης δε θέλει να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της ψευδαίσθησης για μιαν αλήθεια που δεν του εγγυάται εξαρχής κάτι καλύτερο. Η απάρνηση της ζωής του σπηλαίου και το ξεκίνημα μιας καινούργιας πορείας, η οποία, ώσπου να περατωθεί, τον αφήνει μετέωρο στο άγνωστο, συνεπάγεται αναμφίβολα οδύνη, ένα μεγάλο ψυχικό κόστος που δικαιολογημένα θα προσπαθήσει να αποφύγει.

Η αντίσταση θα καμφθεί σταδιακά, όταν αρχίσει να συνηθίζει την καινούργια κατάσταση, να εξοικειώνεται με τις νέες συνθήκες. Σταδιακά λοιπόν, ανεβαίνοντας στον κόσμο του φωτός, θα μπορέσει να διακρίνει τις σκιές των νοητών και τα είδωλα τους στις υδάτινες επιφάνειες, έπειτα αυτά τα ίδια και τέλος, τον ήλιο , την υπέρτατη ιδέα του αγαθού επίτροπο του ορατού κόσμου και αιτία ύπαρξης των πάντων.


Κάθε βήμα του δεσμώτη μεταβάλλει την ποιότητα της όρασής του. Η φυσική όρασις, η συνυφασμένη με την κατ΄αίσθησιν αντίληψιν, μετατρέπεται από παθητική παρατήρηση των σκιών σε ενεργητική κίνηση του βλέμματος, σε αμφιβολία τη στιγμή που αντικρίζει τη φωτιά και τα ομοιώματα των αντικειμένων. Κατόπιν, στο πρώτο στάδιο του νοητού, ισοδυναμεί με την διά του προσωπικού συλλογισμού απόπειρα σύλληψης των όντων ενώ στο τέλος της πορείας, λαμβάνει την έννοια της ενορατικής αποκαλύψεως: ο δεσμώτης θεάται το Αγαθόν, το βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, το βιώνει.

Ποιος είναι όμως αυτός που τον  ελευθερώνει και τι χαρακτήρα έχει η καθοδήγηση του;

Η παιδεία, μας λέει ο Πλάτων, επαναφέρει το ευγενέστερο μέρος της ψυχής προς την θέα του αρίστου ανάμεσα στα όντα, τη βοηθά να στραφεί από το γιγνόμενον προς το όν, φτάνοντας στην κορυφή του. Η πλατωνική παιδεία είναι η διαλεκτική, η δια του λόγου τέχνη, η οποία αποδεσμεύει το άτομο από την αυταπάτη και την πλάνη των σκιών.

Λόγος, αντίλογος, επικοινωνία με τον άλλον, τον ειδότα. Αυτός λοιπόν που ελευθερώνει το δεσμώτη είναι ο δάσκαλος – φιλόσοφος, ο οποίος με τη μέθοδο των ερωταποκρίσεων στέφει το όμμα της ψυχής του προς το νοητόν. Χωρίς να παρέχει μια προκατασκευασμένη γνώση, ο ειδώς βρίσκεται δίπλα του, τον βοηθά να κατανικήσει την εσωτερική του αντίσταση και να αποτολμήσει την ανάβαση εκείνη, η οποία θα του αποκαλύψει το ενυπάρχον, αλλά λησμονημένο όραμα των ιδεών.

Κοπιώδης και επίπονη η ανάβαση, στο τέρμα της αποζημιώνει το δεσμώτη για την όλη την οδύνη που υπέστη. Αντικρίζοντας το Αγαθόν κατανοεί – συνειδητοποιεί την ουσία της ύπαρξής του και του γίγνεσθαι.



Η θέασις – αποκά λυψη της υπέρτατης ιδέας του νοητού έχει ως αποτέλεσμα τη ριζική αναμόρφωση της ζωής του, την αναθεώρηση της μέχρι πρό τινος αυτοαντίληψης και ετεροαντίληψής του.

Στο εξής, ο απελεύθερος δεσμώτης καθίσταται ικανός να ενεργεί με βάση τα δικά του καθοδηγητικά πρότυπα, να είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις του, μπορεί να αντιστέκεται σε οποιαδήποτε εξωτερική επιβολή.

Είναι σε θέση να αναγνωρίζει τη μη αυθεντικότητα των σκιών και – επιστρέφοντας στο σπήλαιο – να πολεμά τις δοξασίες και τα είδωλα.


Η ανάβαση στον κόσμο του φωτός συνιστά μια πορεία, η οποία ξεκινώντας από μια αρνητική γνώση, από τη γνώση "του τι δεν είναι", απολήγει στην αυτογνωσία και την κοσμογνωσία.


Ο κόσμος του σπηλαίου απεικονίζει την εμμονή της ψυχής στο αισθητόν, την υπερεκτίμησή του, την παντελή κυριαρχία των αισθήσεων και του επιθυμητικού τμήματός της επί του λογιστικού. Η προσκόλληση στο γίγνεσθαι επιφέρει ψυχική σύγχυση, νόσον ενώ η θέασις των όντων εσωτερική ισορροπία , την εναρμόνηση  των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού μέρους της, το οποίο στο εξής επιλέγει τι πιο συμφέρουσες για το άτομο επιθυμίες.

Για τον Πλάτωνα, το αίτημα της αυτογνωσίας είναι πρωταρχικό.

Ακόμη κι αν δε βρεθεί ποτέ ο φιλόσοφος – βασιλεύς που θα διοικήσει την ιδανική πολιτεία, κάθε άνθρωπος χωριστά θα επιδιώξει τουλάχιστον να ρυθμίσει το πολίτευμα της ψυχής του.

Φως – σκοτάδι, αληθές – ψευδές, γνώση – άγνοια, είναι τα βασικά μοτίβα πάνω στα οποία οικοδομείται το πλατωνικό σπήλαιο.


Χώρος σκοτεινός, το σπήλαιο είναι  τάφος, φυλακή της αλήθειας στα δεσμά του αισθητού, όπως το σώμα είναι σήμα, τάφος της ψυχής που την καθηλώνει στην πλάνη των αισθήσεων. Ο δεσμώτης θα κερδίσει τη ζωή και την ελευθερία του τη στιγμή που θα αποστασιοποιηθεί από το χώρο και το χρόνο του παρόντος, που θα μεταβεί σ’ έναν άλλον κόσμο και θα ανακτήσει τη λησμονημένη γνώση των ιδεών και του Αγαθού.

Υπό το φώς της αλήθειας, το σπήλαιο μετατρέπεται αυτομάτως από χώρο θανάτου σε χώρο ζωής, καθώς ο δεσμώτης επιστρέφει για να ζήσει εντός του, χωρίς να υποκύπτει πλέον στη γοητεία του φαινομένου.


Ο μύθος του σπηλαίου δεν είναι άλλο από την εικονογράφηση ή - αν θέλετε -  τη δραματοποίηση της πλατωνικής ανάμνησης και του ρόλου της διαλεκτικής στην εν λόγω διαδικασία. Από τη στιγμή που ο έγκλειστος στρέφει το βλέμμα του προς τα ομοιώματα των αντικειμένων, ξυπνά μέσα του αμυδρά, συγκεχυμένο το όραμα των ιδεών.

Τα αντικείμενα του αισθητού αποτελούν ένα πρώτο, αλλά καθοριστικό βήμα για την προσέγγιση του νοητού. Ατελείς αντανακλάσεις, ελλιπείς απεικονίσεις του, όμοια με το σύμπτωμα που αντιπροσωπεύει το απωθημένο, συνιστούν γέφυρα σύνδεσης του φαίνεσθαι με το είναι και βοηθούν την ψυχή να λειτουργήσει συνειρμικά. Σύνδεση εικόνων, παραστάσεων που διέπονται από αλληλουχία.

Στον κόσμο του φωτός ο δεσμώτης κατορθώνει να διακρίνει αρχικά τις σκιές και τα είδωλα του νοητού εξαιτίας των αναλογιών τους με τα αντικείμενα του γίγνεσθαι. Οι ερωτήσεις του ειδήμονος θα τον βοηθήσουν να αξιολογήσει και να επεξεργαστεί τα δεδομένα των αισθήσεων, να απαγκιστρωθεί τελείως από τα αισθητά και να ατενίσει τα όντως όντα και την υπέρτατη αρχή τους. Ο δεσμώτης δε γνωρίζει, αναγνωρίζει αυτό που κάποτε η ψυχή του συνάντησε πριν αναμειχθεί με το σώμα.

Η έξοδός του από το σπήλαιο είναι έξοδος από ένα παρόν που επαναλαμβάνεται ανακυκλώνεται, εξαντλείται στις σκιές που αντικατοπτρίζονται στον τοίχο του, σε δεδομένα χωρίς προοπτική αλλαγής και εξέλιξης. Έξοδος από μια ζωη στατική, η οποία στερείται μνήμης.

Οι έγκλειστοι, μας λέει ο Πλάτων, βλέπουν μόνο μπροστά (είς τε το πρόσθεν μόνον οράν), που σημαίνει ότι στερούνται της δυνατότητας μιας όρασης σχετικής με το παρελθόν τους. Ο ένας και μοναδικός που τολμά να σπάσει τα δεσμά του, διευρύνει το οπτικό του πεδίο κοιτάζοντας πίσω του και επιχειρώντας βήματα προς τα πίσω, από το βάθος της σπηλιάς προς την έξοδο της, κι ακόμη πιο πέρα, στον κόσμο του φωτός.

Τι μπορεί να συμβολίζει μια τέτοια κίνηση, αν όχι μια παλινδρόμηση σ’ ένα χωροχρόνο ο οποίος προηγείται και προυπάρχει του σπηλαίου;

Η πλατωνική ανάμνηση είναι μια δυναμική πορεία επιστροφής  στο παρελθόν, η οποία συντελείται σταδιακά, χάρη στη σύνδεση των δεδομένων του παρόντος με τη λησμονημένη εντός της ψυχής γνώση, ένα ψυχικό – νοητικό ταξίδι στα μονοπάτια της μνήμης.


Το  σπήλαιο απεικονίζει, πέρα από τον πολιτικό κοινωνικό μακρόκοσμο, τον προσωπικό κόσμο του κάθε ατόμου, τον τρόπο με τον οποίο καθένας από εμάς αντιλαμβάνεται τον ευαυτό του και την θέση του στα πλαίσια του γίγνεσθαι.

Είναι μ’ άλλα λόγια μια ιδιάζουσα, ιδιότυπη πόλις, όμοια μ’ εκείνη του νευρωτικού, ο οποίος, παραδομένος στο σύμπτωμα και τα παρεπόμενά του, ζει μέσα σε μια άνευ προηγουμένου αυταπάτη και πλάνη.

Το να παραμείνει κανείς στον κόσμο των σκιών είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής όπως προσωπική επιλογή είναι να στρέψει το βλέμμα του προς το φως και να επωμιστεί το ψυχικό κόστος ενός ταξιδιού στον κόσμο της αλήθειας.

Αληθές και ψευδές συνυπάρχουν, εναλλάσσονται και εμπλέκονται.
Για ν’ απαλλαγεί κανείς από την αφροσύνη, πρέπει να κοιτάξει βαθιά, στην αλήθεια της ψυχής του. Αυτή θα του εξασφαλίσει μια "δεύτερη όραση", παρόμοια μ’ εκείνη της μεμυημένης ψυχής του μάντη των τραγωδιών, μιαν όρασιν η οποία αντίκειται στην φυσική όψιν, την υπερβαίνει και τελικά την καταργεί μετατρέποντάς την σε τυφλότητα.


Αυτό υπαγορεύει – κατά την γνώμη μου – ο πλατωνικός μύθος στον ακροατή και στον αναγνώστη του: να απαρνηθεί το αυτονόητο και να αναζητήσει πίσω από το φαίνεσθαι το είναι, προκειμένου να αναμορφώσει την ύπαρξή του.

Αφήγηση παράδοξη και συγχρόνως γοητευτική, ο φιλοσοφικός μύθος αποτελεί κώδικα επικοινωνίας του μεμυημένου με τους αμύητους, εκφράζοντας αυτό που υπερβαίνει κάθε λογική σύλληψη, το άλογον, όχι το παράλογο, αλλά εκείνο που δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει και να ευστερνιστεί κανείς, εάν προηγουμένως δεν το έχει βιώσει.

Όμοιος με το όνειρο, που συγκαλύπει τεχνηέντως το πραγματικό του νόημα πίσω από το έκδηλο περιεχόμενό του, είναι ένας λόγος συμβολικός, ο οποίος φαίνει και κρύπτει ταυτόχρονα μιαν αλήθεια που ενυπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά που η απευθείας ανακοίνωσή της προσκρούει στη λογική του ατόμου.

Έκφραση του αλόγου στοιχείου και των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα εντός του ψυχικού κόσμου, ο μύθος του σπηλαίου επαναπροσδιορίζει την έννοια του αληθούς και του ψευδούς και προβάλλει επιτακτικά το αίτημα της απελευθέρωσης του ατόμου από την πλάνη.

Μπούσιου Χάιδω


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Η Μυθολογία μέσα απο την Αστρολογία * Αιγόκερος*


Η μυθική φιγούρα του Κρόνου, του πρώτου μεταξύ των Τιτάνων, έχει κυριαρχήσει διεθνώς στους μύθους που αφορούν τον Αιγόκερο. Όμως μια τέτοια προσέγγιση φαντάζει μάλλον μονόπλευρη στην ανάλυση των ψυχολογικών τάσεων του ζωδίου που είναι όχι μόνο σύνθετες αλλά και εξαιρετικά ανατρεπτικές για την εικόνα που επικρατεί για τους «αυστηρούς» του ζωδιακού.

Εκτός από τον Κρόνο θα μελετηθεί και μια ακόμη σημαντική μυθολογική προσωπικότητα που σχετίζεται με το ζώδιο και είναι ο τραγοπόδαρος Θεός Πάνας. Για πρακτικούς λόγους όμως ας στραφούμε αρχικά στον Κρόνο. Πρόκειται για Τιτάνα, γιο του Ουρανού και της Γαίας και οι δύο μύθοι που θα μελετηθούν σε αυτό το άρθρο είναι: (1) Η δολοφονία του πατέρα του Ουρανού και (2) ο μύθος που αναφέρει πως καταπίνει τα παιδιά του μόλις γεννιούνται.

Σύμφωνα με το πρώτο μύθο (Ησίοδος, Θεογονία) όλοι οι γιοί του Ουρανού και τη Γαίας εχθρεύονταν τον πατέρα τους γιατί μόλις γεννιόντουσαν, εκείνος του παγίδευε βαθιά μέσα στη Γη ώστε να μην δουν ποτέ το φως. Η Γαία βαθιά λυπημένη για αυτό το γεγονός παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους είπε πως με την βοήθεια της ήταν σε θέση να τιμωρήσουν τις ντροπιαστικές πράξεις του πατέρα τους. Όλοι οι Τιτάνες σιώπησαν από τον φόβο και δεν αναλάμβαναν την ευθύνη αυτής της πράξης, εκτός από τον Κρόνο, ο οποίος σηκώθηκε όρθιος και απάντησε:



Μητέρα, εγώ θα το αναλάβω αυτό και θα το κάνω το έργο, δεν τον λογαριάζω τον κακονόματο πατέρα το δικό μας, γιατί πρώτος σκέφτηκε αταίριαστα έργα. (Ησίοδος, Θεογονία, στίχοι 170-173, Μετάφραση: Σωκράτης Σκάρτσης, Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1993) Πράγματι ο Κρόνος με ένα δρεπάνι διαμελίζει τον πατέρα του και παίρνει αυτός τη θέση του σαν ο ανώτερος μεταξύ των Τιτάνων.

Η πράξη της πατροκτονίας έχει σημαντικότατες προεκτάσεις στην ερμηνεία της αρχετυπικής έκφραση του Αιγόκερου. Πρώτα από όλα η ίδια η πράξη δηλώνει πως πάντα στο ζώδιο ενυπάρχει μια έντονη αντίδραση στο πατρικό πρότυπο. Ο Κρόνος εχθρεύεται τον «κακονόματο» πατέρα του για τον χαρακτήρα του. Ένα νοσηρό χαρακτήρα που σύμφωνα με το μύθο ο ίδιος αργότερα ανέπτυξε σε μεγαλύτερο βαθμό.

Ο γνήσιος Αιγόκερως έχει μια μεγάλη αποστολή να φέρει σε πέρας σε αυτή τη ζωή και αυτή δεν είναι άλλη από το να αντικαταστήσει ψυχολογικά τον πατέρα του και τελικά να γίνει ο ίδιος πατέρας του εαυτού του. Γενικά η τάση είναι να ο Αιγόκερως να αισθάνεται μια απογοήτευση από την προσωπικότητα του πατέρα του.


Αν εστιάσουμε στην φιγούρα του πατέρα και στις ψυχολογικές προεκτάσεις της, ο πατέρας είναι πάντα κάτι παραπάνω από το βιολογικό γεννήτορα, είναι το βασικό πρότυπο από το οποίο αναδύεται η ταυτότητά του ατόμου. Υπό αυτό το πρίσμα η έμφαση ενός ατόμου σε αυτό το ζώδιο πάντα δείχνει ένα πατρικό σύμπλεγμα. Το άτομο μπορεί να έχει στερηθεί της παρουσίας του πατέρα κυριολεκτικά ή ψυχολογικά ή να αναγκάστηκε από πολύ μικρή ηλικία να αναλάβει πατρικές ευθύνες απέναντι στην μητέρα του ή στα άλλα μέλη της οικογένειάς του.

Από την άλλη πλευρά ο πατέρας μπορεί να έχει αποκτήσει μια ιδεαλιστική χροιά κι αυτό παρατηρείται συχνά στις γυναίκες με έμφαση σε αυτό το ζώδιο. Γι' αυτό το λόγο από πολύ μικρή ηλικία έλκονται σε άντρες που θα παίξουν στη ζωή τους το ρόλο του πατέρα ενώ επίσης συχνά παντρεύονται σε μικρή ηλικία με τέτοιους ανθρώπους.

Ενώ τέλος ορισμένοι αστρολόγοι (Liz Greene, Stephen Arroyo) έχουν παρατηρήσει ότι η πατρική φιγούρα είναι μια τόσο έντονη προσωπικότητα την οποία ο Αιγόκερως σαν παιδί αδυνατεί να την συναγωνιστεί ή από την οποία δεν λαμβάνει την αγάπη και την αναγνώριση που επιθυμεί. Ανεξάρτητα από την περίσταση, ο Αιγόκερως στα πρώτα 30 χρόνια της ζωής του προσπαθεί είτε να επαναστατήσει στο πατρικό πρότυπο ή να φτάσει στις προσδοκίες που αυτό έχει θέσει με τη συμπεριφορά και τις κατακτήσεις του.


Η ενήλικη ζωή και η ωρίμανση μετά την πρώτη επιστροφή Κρόνου φαίνεται πως φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης του Αιγόκερου τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να απαγκιστρωθεί από τον αγώνα ενάντια στον πατέρα και να γίνει ο ίδιος πατέρας του εαυτού του. Σύμφωνα με την Liz Greene οι ποιότητες της δύναμης, του ελέγχου, της θέλησης, της σταθερότητας, του προστατευτισμού είναι χαρακτηριστικά που δεν βρίσκονται στα άτομα που σχετιζόμαστε ή στους κόλπους της εργασίας για λογαριασμό κάποιας αυστηρά ιεραρχημένης εταιρίας στην οποία οι περισσότεροι Αιγόκεροι έλκονται από τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής τους.


Αντίθετα αυτά τα χαρακτηριστικά που αποτελούν την επιτομή της πατρικής έκφρασης πρέπει να χτιστούν πάνω στην ταυτότητα του κάθε Αιγόκερου και αυτό συμβαίνει ακολουθώντας τον μακρύ, δύσκολο δρόμο της ωρίμανσης στον οποίο μοιραία κινείται αργά όπως όλοι οι άνθρωποι.

Αυτό το μακρύ διάστημα της ωρίμανσης για τον Αιγόκερο κρύβει πολλές παγίδες όπως διδάσκει ο δεύτερος σχετικός μύθος με τον Κρόνο. Όταν εκείνος έγινε πλέον ο ανώτερος από όλους τους Τιτάνες παντρεύτηκε την αδερφή του την Ρέα και έκανε μαζί της τρεις κόρες την Εστία, τη Δήμητρα και την Ήρα και τους γιους Δία, Ποσειδώνα και Άδη. Σύμφωνα με την Θεογονία του Ησίοδου ο Κρόνος είχε λάβει ένα χρησμό πως ένα από τα παιδιά του θα τον εκθρόνιζε και προκειμένου να αποφύγει την πραγματοποίηση της προφητείας τα κατάπινε μόλις γεννιόντουσαν:


Και αυτούς τους κατάπινε ο μεγάλος Κρόνος, μόλις ο καθένας από την ιερή κοιλιά της μάνας του έφτανε στα γόνατά της, μ' αυτό στο νου, κανείς από του ευγενείς Ουρανίωνες άλλος στους αθάνατους να μην έχει βασιλική τιμή. (Ησίοδος, Θεογονία, στίχοι 459 - 462, Μετάφραση: Σωκράτης Σκάρτσης, Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1993)

Ο Αιγόκερως αντίστοιχα έχει μια έμφυτη ανάγκη να νιώθει κοινωνικά ανώτερος και ταυτόχρονα ισάξιος της πατρικής φιγούρας. Όμως στην ανάγκη αυτή να αποδείξει ότι υπερισχύει των άλλων πιθανόν να υπολογίσει τίποτα προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Όπως ο Κρόνος καταπίνει τα ισάξια παιδιά του έτσι και ο Αιγόκερως, παρασυρόμενος από τον παρορμητισμό της κορυφής, μπορεί να καταπιεί ή να εξολοθρεύσει με δόλια μέσα εκείνους που θα του σταθούν εμπόδιο.

Αισθάνεται ασφαλής όταν όλα βρίσκονται υπό τον απόλυτο έλεγχό του που συνοδεύεται πάντα από καταπίεση και περιορισμούς με την μορφή κανόνων. Ο έμφυτος αυτός συντηρητισμός και ο φόβος της αλλαγής μοιάζει σαν μια γνήσια ψυχολογική αυθυποβολή που καταπιέζει συχνά τις ίδιες τις δημιουργικές ικανότητες του Αιγόκερου. Στην πορεία της ωρίμανσης του είναι απαραίτητο να αναγνωρίσει σε ποια επίπεδα συμπεριφέρθηκε καταπιεστικά απέναντι στους γύρω του αλλά και απέναντι στον εαυτό του.

Ο φόβος ότι δεν είναι αρκετά ικανός ή αρκετά ισχυρός ώστε να νιώσει πατέρας του εαυτού του πρέπει να αντιμετωπιστεί προκειμένου να ζήσει δημιουργικά. Ίσως μια μορφή ίασης να είναι το να πιστέψει στα αποτελέσματα των προσπαθειών του καθώς η γνήσια έκφραση του ζωδίου είναι να εκτιμά το χειροπιαστό και πρακτικό αποτέλεσμα με ότι καταπιάνεται. Όταν βάζει όλη του την ενέργεια σε ότι κάνει θα μπορεί πλέον να αφήσει τα αποτελέσματα να μιλούν εκ μέρους του και δεν θα χρειάζεται πλέον να εξοντώνει τον ανταγωνισμό καθώς αυτό δεν συνιστά πρόοδο και σοφία.

Ολοκληρώνοντας την μελέτη των προηγούμενων μύθων μένει κανείς με την εικόνα ενός αρχετύπου στιβαρού, σοβαρού και σκληρού σε πολλά επίπεδα. Αντίθετα όμως με την διαδεδομένη πεποίθηση ο Αιγόκερως δεν αρχίζει και τελειώνει με τους μύθους του Κρόνου. Αναζητώντας την καταγωγή της λέξης Αιγόκερως φτάνει κανείς στην πρώτη μυθολογική φιγούρα που αποκαλέστηκε με αυτό το χαρακτηρισμό, στον θεό Πάνα.


Ο Πάνας αποκαλούταν Αιγόκερως λόγω της εμφάνισης του με κέρατα στο κεφάλι και μορφή τράγου από τη μέση και κάτω. Αν και υπάρχουν πολλοί μύθοι σχετικά με την καταγωγή του Πάνα οι περισσότεροι συγκλίνουν στο ότι είναι γιος του Ερμή ενώ η μητέρα του αναφέρεται πως είναι μια νύμφη είτε η Δρυόπη είτε η Καλλιστώ είτε η Πηνελόπη. Ο μύθος λέει πως μόλις τον αντίκρισε η μητέρα του τρόμαξε από τη μορφή του, με δύο κέρατα κατσικιού στο κεφάλι, μυτερά αυτιά, γενειοφόρος και τραγοπόδαρος και τον εγκατέλειψε.

Ο Ερμής τότε έσπευσε και προστάτευσε τον γιο του, τον οποίο και μετέφερε στον Όλυμπο όπου και τον παρουσίασε στον Δία και τους άλλους θεούς οι οποίοι και τον καλοδέχθηκαν θέτοντας τον υπό την προστασία τους. Ακολούθως ο Ερμής εμπιστεύτηκε την ανατροφή του στις αρκαδικές Νύμφες, οπότε και έγινε φίλος του Διονύσου και του αποδόθηκε ο τίτλος του προστάτη των γεωργών, κτηνοτρόφων και των προϊόντων τους, φίλος του κρασιού και του γλεντιού.

Ταυτόχρονα ο Πάνας ήταν σύντροφος των Νυμφών και ακούραστος εραστής κάθε νέας ή νέου που πλησίαζε το χώρο του δηλαδή την Φύση. Αγαπούσε τη φυσική υπαίθρια ζωή όπου περνούσε ώρες ατέλειωτες παίζοντας με το ποιμενικό του αυλό, τη σύριγγα. Μάλιστα ήταν ονομαστός για τις μουσικές του συνθέσεις και μάλιστα έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό με τον Απόλλωνα για το ποιος μπορεί να συνθέσει καλύτερες μελωδίες.



Η μορφή του Πάνα συμβολίζει τη γήινη, αισθησιακή και απλοϊκή πλευρά του χαρακτήρα που ενυπάρχει σε κάθε Αιγόκερω. Όσοι έχουν έμφαση σε αυτό το ζώδιο είναι σχεδόν πάντα λάτρεις της καλής ζωής και όταν χαλαρώνουν τις Κρόνιες άμυνες τους μπορούν να γίνουν σύγχρονοι «Πάνες» και «οι ψυχές του πάρτι». Ο ερωτισμός του Αιγόκερου όπως συμβολίζει και η αποκρουστική μορφή του Πάνα βρίσκεται πάντα βαθιά κρυμμένος από τα αδιάκριτα βλέμματα και δεν εξωτερικεύεται με μεγάλη ευκολία αλλά είναι δεδομένος και έντονος.
 
Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη αρχαιοελληνική γλυπτική ο Πάνας παρουσιάζεται πάντα με ερεθισμένο φαλλό. Τέλος αξίζει να αναφερθεί πως η σεξουαλικότητα του Αιγόκερου έχει πάντα σχέση με την ανάληψη ρόλων και ιδιαίτερα με παιχνίδια εξουσίας που πηγάζουν τόσο από την Κρόνια ταυτότητα του όσο και από την φιγούρα του Πάνα που δεν αποδεχόταν την ερωτική απόρριψη και προσπαθούσε να επιβάλλεται.


Πανόπουλος Γιώργος

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Ο Ικάριος και ο Θεός Διόνυσος

Σύμφωνα με τις πηγές ο Θεός Διόνυσος έγινε ευρύτερα γνωστός στην Αττική την εποχή του του Πανδίωνα. Πιο συγκεκριμένα ο Απολλόδωρος αναφέρει:

«..Όταν πέθανε ο Εριχθόνιος και θάφτηκε στο Τέμενος της Αθηνάς την βασιλεία ανέλαβε ο Πανδίων στα χρόνια του οποίου ήρθαν στην Αττική η Δήμητρα και ο Διόνυσος. Και την μεν Δήμητρα υποδέχθηκε στην Ελευσίνα ο Κελεός τον δε Διόνυσο ο Ικάριος που έλαβε από αυτόν κλήμα αμπέλου και έμαθε την οινοποιία».

Σύμφωνα με τους Απολλόδωρο, Υγίνο και Νόννο πως το θεό Διόνυσο  υποδέχτηκαν στην Αττική και φιλοξένησαν χωρίς να γνωρίζουν την υπόσταση του ο Ικάριος με την θυγατέρα του Ηριγόνη. Ο Διόνυσος ευχαριστημένος από την φιλοξενία του χάρισε την άμπελο και τους δίδαξε την οινοποιία.

Ενθουσιασμένοι από τις θαυματουργές ιδιότητες του άγνωστου μέχρι τότε ποτού ο Ικάριος κάλεσε βοσκούς από το πεντελικό όρος και τους κέρασε τον οίνο που είχε παρασκευάσει. Μην γνωρίζοντας όμως τις ιδιότητες του ποτού, αυτοί ήπιαν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε και άρχισαν να ζαλίζονται και να αισθάνονται άσχημα.

Θεωρώντας πως ο Ικάριος θέλησε να τους δηλητηριάσει  οι βοσκοί τον σκότωσαν. Την επόμενη μέρα όμως μόλις συνήλθαν κατάλαβαν το λάθος τους και για να κρύψουν το έγκλημα τους έθαψαν τον Ικάριο κάτω από ένα πεύκο και έφυγαν για την Κέα.

Η Ηριγόνη όμως βρήκε το σώμα του πατέρα της χάρη στην σκύλα της την Μαίρα η οποία υπέδειξε το σημείο που βρισκόταν θαμμένος. Απαρηγόρητη η κόρη βλέποντας τον νεκρό πατέρα της κρεμάστηκε από το ίδιο πεύκο και μεταμορφώθηκε σε αμπέλι. Ο θεός τότε θυμωμένος από αυτό το έγκλημα καταράστηκε την πόλη των Αθηνών να έχουν όλες οι κοπέλες το ίδιο τέλος με την Ηριγόνη.

Έτσι αυτές παραφρόνησαν και σαν την Ηριγόνη άρχισαν να απαγχονίζονται. Οι Αθηναίοι απεγνωσμένοι πήγαν για χρησμό στο Μαντείο των Δελφών όπου πήραν την απάντηση πως για να σταματήσει η τρέλα των κοριτσιών θα έπρεπε να θάψουν των Ικάριο και την Ηριγόνη, να βρουν τους δολοφόνους και να θεσπίσουν εορτασμούς προς τιμήν των δύο θυμάτων.

Κατά τους εορτασμούς θα θυσίαζαν σε αυτούς τα πρώτα τσαμπιά με σταφύλια και θα τελούσαν την εορτή της «εώρας», στην οποία όπως μαθαίνουμε από τον Αθήναιο νέες κοπέλες έκαναν κούνια από τα δέντρα και τραγουδούσαν ένα τραγούδι που το έλεγαν «αλήτιν». («ην δε και επι ταις εωραις τις επ' Ηριγόνη, ην και αλήτιν λέγουσιν, ωδή.»)

Άπό αυτή την παράδοση ξεκινά στην Αττική η λατρεία του θεού Διονύσου και συγκεκριμένα στον Δήμο Ικαρίας λατρευτικό κέντρο του οποίου είναι ο εν λόγω αρχαιολογικός χώρος. Από εκεί ξεκινούν και καθιερώνονται τα Διονύσια τα «εν άγροις» που τελούνται κάθε χρόνο στην καρδιά του χειμώνα στον Αττικό μήνα Ποδειδεών.

Είναι γνωστό πως το θέατρο έχει τις ρίζες του στην Αττική κωμωδία και τραγωδία η οποία με την σειρά της πηγάζει απ’ ευθείας από τον Διθύραμβο. Ο διθύραμβος είναι λατρευτικό λυρικό άσμα προς τιμήν του Διονύσου. Σε αυτόν άδει ομάδα ανδρών ή παίδων υπό συνοδεία αυλού. Δύο σημαντικά γεγονότα οδήγησαν στην εξέλιξη του διθυράμβου που γέννησε το φαινόμενο της τραγωδίας.

Το πρώτο γεγονός είναι εξέλιξη του διθυράμβου από αποκλειστικά λατρευτικό άσμα με θεματολογία τον Διόνυσο σε ξεχωριστό λυρικό/καλλιτεχνικό είδος. Αυτή η εξέλιξη οφείλεται σύμφωνα με την παράδοση στον ποιητή Αρίωνα ο οποίος την εποχή του Τυράννου Περίανδρου στην Κόρινθο ανέπτυξε τα λατρευτικά χορικά άσματα, δίνοντας τους τίτλους και εισάγοντας τον χορό των σατύρων.

Το δεύτερο κορυφαίο γεγονός είναι φυσικά η δημιουργία της ίδιας της τραγωδίας σύμφωνα με την παράδοση από τον Θέσπι. Ο Θέσπις ήταν αυτός που ξεχώρισε πρώτη φορά ένα μέλος του χορού ( πιθανότατα τον ίδιο ), και παρέμβαλε στο διθυραμβικό άσμα του χορού , άλλο μέλος. Ο εξάρχων λοιπόν του χορού που φορούσε προσωπείο αρχίζει με τον Θέσπι διάλογο με τον χορό – αποκρίνεται δηλ στον χορό – και έτσι γεννιέται ο πρώτος υποκριτής/ηθοποιός έτσι γεννιέται η πρώτη τραγωδία.

Είναι γνωστό πως η πρώτη τραγωδία του Θέσπι σύμφωνα με την παράδοση «ανέβηκε» στα μεγάλα ή «εν άστυ» Διονύσια κατά την 61η Ολυμπιάδα, αυτό όμως που είναι λιγότερο γνωστό και σχετίζεται με το θέμα μας είναι πως ο Θέσπις ήταν από τον Δήμο Ικαρίας της Αττικής και πριν ακόμα ανεβάσει την πρώτη τραγωδία του  στα μεγάλα Διονύσια, είχε ξεκινήσει αυτό το «είδος» από τις εορτές του δήμου του, στα μικρά Διονύσια, λατρευτικό κέντρο του οποίου δήμου με θέατρο είναι ο αναφερόμενος εδώ αρχαιολογικός χώρος.

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Ο θεός Έρως...

Ο Έρως είναι αρχέγονη Θεότητα της Αρχαίας Ελλάδος.  Συνεπώς ήταν  ένας από τους σημαντικότερους θεούς της αρχαιότητας,  εφόσον ήταν μια από τις τρεις θεότητες που δημιούργησαν τον κόσμο, σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου. Ο «Έρως»  συμβόλιζε σε κοσμογονικό επίπεδο την δύναμη της έλξης, χάρη στην οποίαν ενώνονται τα στοιχεία, σχηματίζονται οι μορφές των όντων και παράγεται η ζωή..

Έρωτας και Αφροδίτη

«Εν αρχή ην το Χάος» κατά τον Ησίοδο. Τρία στοιχεία όμως συνυπάρχουν, το Χάος, η Γαία και ο Έρωτας. Ο Έρωτας δε γεννά αλλά ενθαρρύνει και διευκολύνει τη γέννηση και τη δημιουργία. Από το Χάος γεννήθηκαν το Έρεβος και η Νύχτα, ενώ τα παιδιά τους ήταν ο Αιθέρας και η Ημέρα.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο θεό Έρωτα από τους αρχαίους τραγικούς. Ο Ευριπίδης ιδιαίτερα διαχωρίζει τον έρωτα σε θετική και αρνητική δύναμη, καθώς μπορεί να οδηγήσει τόσο στην Αρετή όσο και στην Αθλιότητα.

Και ο Πλάτων βέβαια θεωρεί ότι ο καλός έρωτας είναι και καλός αλλά και κακός – ο κακός έρωτας είναι γιος της Αφροδίτης Πανδήμου.

Ο θεός Έρωτας στη μυθολογία

Η Ελληνική μυθολογία είναι γεμάτη εκδοχές για το θεό Έρωτα. Σύμφωνα με τον επικρατέστερο μύθο, ο Έρως ήταν ο γιος της Αφροδίτης και του Άρη (λέτε από εκεί να βγήκε το γνωστό ρητό «κάντε έρωτα και όχι πόλεμο»;).

Ο Πλάτων ωστόσο είχε διαφορετική άποψη, παρουσιάζοντας τον Έρωτα ως γιο του χάους, που ωστόσο ενσάρκωνε την αρμονία. Υπάρχουν ωστόσο και άλλοι μύθοι που τον θέλουν να είναι ο γιος του Ερμή ή του Ηφαίστου, ή ακόμα ο γιος του Πόρου και της Πενίας. 


Η Σαπφώ αναφέρει ότι είναι γιος της Αφροδίτης και του Ουρανού, ενώ ο Αλκαίος ότι ήταν γιος της Ίριδας και του Ζέφυρου.

Έρωτας, ο γιος της Αφροδίτης

Ο επικρατέστερος μύθος παρόλα αυτά επιμένει ότι ο Έρως ή Έρωτας γεννήθηκε από τη συνεύρεση της Αφροδίτης με τον Άρη ένα ωραίο βράδυ του καλοκαιριού. Ως γνήσιος γιος της θεάς της ομορφιάς, ο Έρως έγινε ο θεός του πόθου, του έρωτα και της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με όλους τους μύθους ο Έρωτας ήταν πανέμορφος, αλλά και μόνιμη πηγή μπελάδων τόσο για τους θεούς όσο και τους θνητούς (κάτι για το οποίο λογικά θα συμφωνήσουν οι περισσότεροι ακόμα και σήμερα). Αδερφός του Έρωτα ήταν ο Άντερος, ενώ στενοί του συνεργάτες ήταν ο Πόθος και ο Ήμερος.

Ο φτερωτός Ερωτας με το τόξο και τα βέλη

Ο Έρωτας εμφανιζόταν σε πολλές αναπαραστάσεις, κυρίως με τη μορφή που τον παρουσίασαν αργότερα και οι Ρωμαίοι, ως φτερωτό μωρό με βέλη στα χέρια. Σύμφωνα πάλι με το μύθο, ο Έρως έχει δυο ειδών βέλη: τα χρυσά με φτερά περιστεριών και άλλα με φτερά κουκουβάγιας.
Τα βέλη με τα φτερά των περιστεριών είναι αυτά που έριχνε στις καρδιές των θνητών και αθανάτων, ώστε να διεγείρει τα ερωτικά συναισθήματα.

Άλλες μορφές του Έρωτα

Ο έρως εμφανίζεται αρκετά συχνά σε απεικονίσεις της αρχαίας ελληνικής τέχνης πάνω σε δελφίνι ή σε λιοντάρι. Οι αρχαίοι εμφάνιζαν επίσης τον Έρωτα και ως ενήλικο, με την μορφή ενός πολύ αθλητικού νέου που ενσάρκωνε τη νεανική ομορφιά και την ανδροπρεπή εμφάνιση. 

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Η ίδρυση του μαντείου των Δελφών

Ο θρύλος λέει ότι οι Δελφοί ήταν το σημείο που συναντήθηκαν οι δύο αετοί  όταν ο Δίας τους έστειλε να πετάξουν από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Σ' αυτό το σημείο ο Δίας έριξε τον ιερό βράχο και οι Δελφοί έγιναν γνωστοί στα πέρατα του τότε κόσμου ως ο ομφαλός της Γης, το κέντρο του κόσμου. 


«Δέλφις» σημαίνει στ' αρχαία Ελληνικά Δελφίνι, και γι' αυτό οι Δελφοί ονομάστηκαν έτσι. Προς τιμή του δελφινιού, και αυτό γιατί αυτή τη μορφή πήρε ο Απόλλωνας κατά το ταξίδι της επιστροφής του, οδηγώντας το καράβι με τους Κρήτες ναυτικούς με σκοπό να μείνουν στους Δελφούς για να χτίσουν το ιερό του και να γίνουν οι ιερείς του.  



Με την επιστροφή του ο Απόλλωνας στέφτηκε επισήμως προστάτης και άρχοντας των Δελφών. Στο σημείο που έγινε η σφαγή του Πύθωνα, τοποθετήθηκε ο ομφαλός βράχος. Ο ομφαλός σημαίνει «κέντρο της γής» και εκεί ήταν το Ιερό Μαντείο των Δελφών.


Το πώς και από ποιον δημιουργήθηκε αρχικά το Μαντείο δεν είναι εύκολο να βρεθεί, αφού πολλοί μελετητές θεωρούν ότι η δράση του ανάγεται στην προκατακλυσμιαία εποχή, γεγονός που ενισχύεται και από τις διάφορες θεότητες που το προστάτευαν στο διάβα της ιστορίας: η Γη, στη συνέχεια η Θέμιδα, έπειτα ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος. Καθώς η ιστορία άπλωνε περίτεχνα το πέπλο της πάνω από το Μαντείο των Δελφών, δημιουργήθηκαν διάφοροι μύθοι που εξιστορούσαν τις απαρχές του. Επομένως, είναι ιδιαίτερα δύσκολο έως και ακατόρθωτο για τον ιστορικό ερευνητή να διαπιστώσει αν υπάρχουν ψήγματα αλήθειας σε αυτές τις διηγήσεις, καθώς και να τις αποκωδικοποιήσει.

Ένας από τους πιο γνωστούς μύθους δημιουργίας του Μαντείου, ο οποίος διασώθηκε από τον Διόδωρο τον Σικελιώτη μιλάει για έναν βοσκό, ο οποίος καθώς έβοσκε το κοπάδι του στην περιοχή διαπίστωσε ότι από ένα άνοιγμα, δίπλα στις Φαιδριάδες πέτρες, έβγαιναν διάφορες αναθυμιάσεις. Παρατήρησε μάλιστα ότι τα ζώα που πλησίαζαν στο άνοιγμα αποκτούσαν μια πολύ περίεργη συμπεριφορά. Πλησιάζοντας, λοιπόν, και ο ίδιος στο χάσμα για να δει τι συμβαίνει άρχισε να λέει διάφορα ακατάληπτα πράγματα πέφτοντας σε έκσταση, λόγια τα οποία εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι προέλεγαν τα μελλούμενα. Από τότε εγκαταστάθηκε στο σημείο εκείνο μια ιέρεια, η Πυθία και άρχισε να λειτουργεί το Μαντείο. Ένας άλλος μύθος θέλει τον ήρωα Παρνασσό, το όνομά του οποίου δόθηκε στο ομώνυμο βουνό, ν’ ανακαλύπτει σ’ εκείνη την περιοχή την οιωνοσκοπία, μαντεύοντας από τον τρόπο που πετούσαν τα πουλιά της περιοχής.

Στην Ομηρική Οδύσσεια, στην Ραψωδία Θ’ γίνεται αναφορά στο Μαντείο των Δελφών, χωρίς όμως να δίνονται επιπλέον πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο ίδρυσής του. Επιπλέον πληροφορίες παίρνουμε από άλλα τρία κείμενα: τον Ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα και τις τραγωδίες Ευμενίδες του Αισχύλου και Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη.


Σύμφωνα με τον Ομηρικό Ύμνο εις Απόλλωνα Πύθιον, ο Απόλλων έχτισε τον πρώτο του ναό στους Δελφούς, αφού σκότωσε πρώτα τον δράκοντα με μορφή φιδιού Πύθωνα, από το όνομα του οποίου φαίνεται να προήρθαν μετέπειτα και τα ονόματα Πυθώ, Πυθία, Πύθιος κλπ. Θέλοντας ο θεός να εξαγνίσει τον χώρο από τη παρουσία του θηρίου έφερε εκεί το ιερό του δέντρο, τη δάφνη, με την οποία έχτισε μάλιστα και τον πρώτο του ναό. Στο μέρος αυτό χρησμοδοτούσε ο Απόλλων διά στόματος της Πυθίας, η οποία καθόταν πάνω σ’ ένα γήινο χάσμα από το οποίο έβγαιναν αναθυμιάσεις.


Μάλιστα σύμφωνα με τον ύμνο, οι πρώτοι ιερείς του ναού ήταν Κρήτες, τους οποίους έσωσε ο ίδιος ο θεός με τη μορφή δελφινιού μεταφέροντάς τους στην πλάτη του σ’ εκείνη την περιοχή. Σε ερώτησή τους προς το θεό πως θα καταφέρουν να επιβιώσουν σε αυτό τον τόπο, εκείνοι που ήταν συνηθισμένοι να ζουν κοντά στη θάλασσα, ο θεός τους απάντησε ότι θα ζήσουν από τις προσφορές των πιστών. Έτσι, λοιπόν, φαίνεται ότι οι Κρήτες έφεραν στον τόπο τη λατρεία του Απόλλωνα Δελφίνιου και μάλλον από αυτούς ονομάστηκε το μέρος Δελφοί. Ο μύθος αυτός επιβίωσε σε διάφορες εορταστικές αναπαραστάσεις που λάμβαναν χώρα στους Δελφούς με αποκορύφωμα τα Πύθια, τα οποία περιελάμβαναν μουσικούς διαγωνισμούς κι αθλητικούς αγώνες και τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια.

Στην τραγωδία Ευμενίδες ο Αισχύλος μας παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή. Η πρώτη προφήτισσα στους Δελφούς ήταν η θεά Γη την οποία διαδέχθηκε η κόρη της Θέμις. Στη συνέχεια ήρθε η Τιτάνιδα Φοίβη, κόρη επίσης της Γης και έπειτα ήρθε ο Απόλλων, ο οποίος προφανώς και ονομάστηκε Φοίβος από τη Φοίβη. Στο μύθο του Αισχύλου, ο Απόλλων φαίνεται να ήρθε από τη Δήλο και να εγκαταστάθηκε στον τόπο χωρίς να χρειαστεί να φονεύσει τον Πύθωνα.

Στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη, αναφέρεται ότι ο Απόλλων ενώ ήταν ακόμα βρέφος έφτασε μαζί με τη μητέρα του Λητώ από τη Δήλο στον Παρνασσό κι εκεί κατέλαβε το μαντείο, αφού πρώτα σκότωσε το τεράστιο τέρας που το φύλαγε. Η Γη όμως θύμωσε γιατί με αυτό τον τρόπο εκδιώχθηκε βίαια από το μαντείο η κόρη της η Θέμις κι άρχισε να στέλνει προφητικά όνειρα στους ανθρώπους, με σκοπό ν’ αποδυναμώσει τη δύναμη του θεού Απόλλωνα. Το πρόβλημα επιλύθηκε τελικά με παρέμβαση του Δία, ο οποίος πήρε το μέρος του Απόλλωνα δίνοντάς του την εξουσία.


Διαπιστώνουμε μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά παραδείγματα ότι υπήρχαν διάφοροι μύθοι σχετικά με το από ποιον και κάτω από ποιες συνθήκες ξεκίνησε να λειτουργεί το Δελφικό Μαντείο, το όποιο με τον καιρό εξελίχθηκε σε θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας Ελλάδας.

Η πρακτική της χρησμοδοσίας

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη μαντικής τα οποία χρησιμοποιούνταν και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή, όπως η οιωνοσκοπία, η σπλαγχνοσκοπία, η ονειρομαντεία, η κληρομαντεία, η αστρολογία κλπ. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν μοιρολάτρες. Αντιθέτως μελετούσαν τη φύση και προσπαθούσαν να διαβάσουν τα μηνύματά της ώστε να κατανοήσουν καλύτερα τις δομές του παρόντος και να μπορέσουν να πορευτούν σωστά και στο μέλλον. Δεν θα πρέπει επομένως να τους κρίνουμε με βάση τον σημερινό τρόπο σκέψης, μιας και ζούμε σε πολύ διαφορετικούς καιρούς. Επίσης, πριν προχωρήσουμε παρακάτω κι αρχίσουμε να μιλάμε για τη μαντική τέχνη όπως αυτή χρησιμοποιούνταν στο Δελφικό Μαντείο, καλό θα ήταν να επισημάνουμε τον πολύ χρήσιμο διαχωρισμό που επιχείρησε ο Δ. Δημόπουλος στο βιβλίο Στο άδυτο των ελληνικών μαντείων.



Χωρίζει, λοιπόν, τη μαντική σε δύο είδη: την «έντεχνο μαντική» και την «ένθεο μαντική». Με τον όρο «έντεχνο μαντική» εννοεί κάθε μορφή μαντικής, η οποία γίνεται μέσω «προφητών», οι οποίοι προλέγουν το μέλλον διαβάζοντας διάφορα φυσικά σημάδια. Η μορφή αυτή δεν είναι όμως αξιόπιστη μιας και το αποτέλεσμα εξαρτάται άμεσα από την ευσυνειδησία αλλά και την ερμηνευτική ικανότητα των λειτουργών του. Ενώ, η «ένθεος μαντική» αναφέρεται στις προφητείες που δίνονταν στους πιστούς από τον ίδιο τον θεό μέσω των αντιπροσώπων του. Τέτοια είναι κι η περίπτωση του Δελφικού Μαντείου, όπου η Πυθία χρησμοδοτούσε διά στόματος του θεού. Αυτό είναι και το είδος της μαντικής τέχνης που εξυψώνει τον άνθρωπο, γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να υποβιβάζεται στο επίπεδο της «εντέχνου μαντικής». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι το μόνο είδος μαντικής που έχει επιβιώσει και χρησιμοποιείται μαζικά από εκατομμύρια ανθρώπους είναι η «έντεχνος μαντική», ενώ η «ένθεος μαντική» χάθηκε μαζί με την καταστροφή των μαντείων.

Όπως ήταν φυσικό, οι πιστοί είχαν σε πολύ υψηλή εκτίμηση τους χρησμούς που έδινε το Μαντείο καθώς θεωρούσαν ότι τους μιλάει ο ίδιος ο Απόλλων. Η Πυθία και οι ιερείς του Μαντείου ήταν απλά τα φερέφωνα του θείου λόγου. Η πρόσβαση στο Μαντείο ήταν ελεύθερη σε κάθε πιστό που ήθελε να συμβουλευτεί τον θεό, όχι όμως και σε οποιοδήποτε ήθελε να παρίσταται στην τελετή από περιέργεια. Η είσοδος στο ιερό απαγορευόταν μόνο στις γυναίκες. Μπορούσαν όμως να στείλουν κάποιον αντιπρόσωπο για να θέσει στην Πυθία αντί γι’ αυτές τα ερωτήματά τους.

Ο Πλούταρχος στα Ηθικά αναφέρει ότι η Πυθία αρχικά χρησμοδοτούσε μια φορά τον χρόνο, στις 7 του μήνα Βυσίου (μέσα Φεβρουαρίου-Μαρτίου), μέρα των γενεθλίων του Απόλλωνα. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. όμως που οι πιστοί άρχισαν να πληθαίνουν, το Μαντείο άρχισε να χρησμοδοτεί στις 7 κάθε μήνα, πλην των «αποφράδων ημερών», όπου δεν μπορούσε να δώσει χρησμό η Πυθία και τους τρεις χειμερινούς μήνες, τότε που ο Απόλλωνας ταξίδευε στους Υπερβορείους και την εξουσία του ιερού χώρου αναλάμβανε ο αδερφός του Διόνυσος.

Η διαδικασία που θα έπρεπε ν’ ακολουθήσουν όλοι όσοι ζητούσαν χρησμό ήταν η εξής: κατ’ αρχήν πριν μπουν στο άδυτο, έπρεπε να πληρώσουν στους ιερείς τον «πέλανο», ένα είδος γλυκού, και να φέρουν κάποια ζώα για τις θυσίες που γίνονταν πριν τη χρησμοδοσία. Επίσης, έπρεπε να γνωστοποιήσουν στους ιερείς εκ των προτέρων τα ερωτήματά τους. Στη συνέχεια καθοριζόταν με κλήρωση η σειρά με την οποία θα έμπαιναν στο ιερό για να πάρουν τον χρησμό τους. Σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, κάποιοι πιστοί απολάμβαναν για τιμητικούς λόγους το δικαίωμα της «προμαντείας», έπαιρναν δηλαδή χρησμό πριν από τους υπόλοιπους. Σημαντικό ρόλο στην όλη διαδικασία έπαιζε ο εξαγνισμός στην Κασταλία πηγή, που αφορούσε τόσο την Πυθία όσο και τους ιερείς και αυτούς που ζητούσαν χρησμό.


Αφού, λοιπόν, εξαγνίζονταν έμπαιναν μέσα στο άδυτο κι οδηγούνταν σε μία ειδική θέση μπροστά στη Πυθία, χωρίς όμως να μπορούν να τη δουν. Τους χώριζε ένα παραπέτασμα. Η Πυθία μασώντας φύλλα δάφνης και πίνοντας νερό από την Κασσωτίδα πηγή άκουγε τα ερωτήματά και χρησμοδοτούσε. Οι χρησμοί ήταν συνήθως έμμετροι, σε δακτυλικό εξάμετρο αν και καθοριστικό ρόλο για το ποιο ακριβώς θα ήταν το μέτρο του χρησμού έπαιζε πάντα το είδος του, σε ποιον δινόταν αλλά και ο βαθμός του προβλήματος. Κάποιες φορές η Πυθία κατέφευγε και σε κληρομαντεία, ειδικά όταν τα ερωτήματα αφορούσαν διαζευκτικές ερωτήσεις κι όταν δεν υπήρχε πολύς χρόνος για χάσιμο. Επειδή ο λόγος της Πυθίας ήταν συνήθως δυσκολονόητος και γεμάτος γρίφους, οι ιερείς του ναού καλούνταν ν’ αποκωδικοποιήσουν και να μεταφέρουν το μήνυμα του θεού στους χρηστηριαζόμενους.


Είπαμε όμως λίγο πιο πάνω ότι υπήρχαν κάποιες μέρες που η Πυθία δεν μπορούσε να χρησμοδοτήσει. Οι ιερείς του Μαντείου για να διαπιστώσουν αν ο θεός επιθυμούσε να απαντήσει μέσω της Πυθίας στις ερωτήσεις των πιστών κατέβρεχαν με κρύο νερό μια κατσίκα. Αν το ζωντανό έτρεμε, τότε εκείνη τη μέρα μπορούσε να χρησμοδοτήσει η Πυθία. Αν δεν έτρεμε, τότε όλοι οι πιστοί καλούνταν να έρθουν μια άλλη μέρα. Ο Πλούταρχος, ο οποίος υπήρξε κι ο ίδιος ιερέας του Δελφικού Μαντείου, κάνει λόγο για μια περίπτωση όπου ενώ η κατσίκα δεν άρχισε να τρέμει, οι ιερείς της έριξαν παγωμένο νερό ώστε να εκβιάσουν τη διαδικασία. Η Πυθία άρχισε να χρησμοδοτεί εκείνη τη μέρα παρά τη θέληση τη δική της αλλά και του θεού. Από το στόμα της όμως άρχισαν να βγαίνουν κάποιες άναρθρες κραυγές λες και είχε καταληφθεί από δαίμονα και ουρλιάζοντας πετάχτηκε έξω από το ιερό, τρομάζοντας όλους όσοι παρευρίσκονταν μέσα σ’ αυτό. Σε λίγες μέρες η Πυθία πέθανε.

Πυθία, η εκπρόσωπος του Απόλλωνα.


Η Πυθία για να αποσαφηνίσουμε μια συχνή παρανόηση δεν ήταν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά τίτλος που δινόταν στις προφήτισσες του Απόλλωνα που επιλέγονταν για να αφιερώσουν τη ζωή τους στην υπηρεσία του. Αρχικά, οι πρώτες Πυθίες ήταν νεαρές, παρθένες κοπέλες. Μετά από ένα συμβάν όμως όπου ένας άνδρας που είχε έρθει να ζητήσει χρησμό, ερωτεύτηκε μια Πυθία και την έκλεψε, οι Πυθίες ήταν γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, γύρω στα 50, συνήθως παντρεμένες με παιδιά. Από τη στιγμή όμως που μια γυναίκα με οικογένεια καλούνταν να υπηρετήσει τον Απόλλωνα, εγκατέλειπε το σπίτι και την οικογένειά της κι έμενε σ’ ένα συγκεκριμένο οίκημα εντός του ναού για να διατηρείται αμόλυντη. Φορούσε άσπρα ρούχα και ζούσε με βάσει τους κανονισμούς που της είχαν θέσει εξ αρχής οι ιερείς. Δεν χρειαζόταν να έχει κάποια συγκεκριμένη μόρφωση, ούτε και κάποιες ικανότητες ενόρασης ή διορατικότητας. Στην αρχή ήταν μία η Πυθία.

Όσο όμως τα χρόνια περνούσαν κι η φήμη του Μαντείου μεγάλωνε οι Πυθίες ήταν συνήθως τρεις. Το ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι γυναίκες, με ποια κριτήρια επιλέγονταν αλλά και πως ακριβώς έρχονταν σε επαφή με το θείο και χρησμοδοτούσαν, είναι ερωτήσεις που δύσκολα μπορούν να βρουν απάντηση. Παρ’ όλο που έχουν σωθεί πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που είτε διετέλεσαν ιερείς του ναού, είτε έφτασαν στους Δελφούς για να ζητήσουν τη συμβολή του θεού, η αρχαιολογική σκαπάνη δεν έχει φέρει μέχρι στιγμής στο φως κάποια ευρήματα που θα μπορούσαν να διαλευκάνουν το μυστήριο της χρησμοδοσίας. Μάλιστα, η έρευνα των αρχαιολόγων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σ’ αυτή την περιοχή δεν υπήρχε κάποιο χάσμα γης απ’ το οποίο να εκλύονταν αναθυμιάσεις. Όπως καταλαβαίνουμε, το κουβάρι περιπλέκεται ακόμα περισσότερο γεννώντας νέα ερωτήματα.


Το Μαντείο κι ο ρόλος του στην αρχαία ελληνική ιστορία

Όσο παράξενη και να μας φαίνεται σήμερα όλη αυτή η διαδικασία, θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν προβλημάτιζε καθόλου τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι έσπευδαν σωρηδόν για να συμβουλευτούν το Μαντείο. Η εμπιστοσύνη τους στη δύναμη του Μαντείου ήταν τόσο μεγάλη που το συμβουλεύονταν για πλείστα θέματα, τόσο για πολιτικά όσο και για προσωπικά ζητήματα. Όχι μόνο φτωχοί άνθρωποι αλλά και βασιλιάδες κατέφευγαν στο Μαντείο ή έστελναν τους αντιπροσώπους τους προκειμένου να ζητήσουν βοήθεια από τον θεό. Πολλές φορές κατέφθαναν και αντιπροσωπείες από πόλεις που είχαν πληγεί από κάποια φυσική καταστροφή και ζητούσαν εξιλέωση.


Σε περιόδους κρίσης το πρώτο πράγμα που έκαναν οι Έλληνες πριν αναλάβουν δράση ήταν να συμβουλευτούν το Μαντείο. Ο πιο σημαντικός ρόλος όμως που έπαιξε το Μαντείο των Δελφών έχει να κάνει με τη στάση που κράτησε και τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε τους αποικισμούς που έλαβαν χώρα τον 8ο – 6ο αιώνα π.Χ.

Κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων οι Έλληνες αποίκισαν τα παράλια της Μικράς Ασίας, τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο, την Κάτω Σικελία και έφτασαν μέχρι και τα παράλια της Αφρικής, ιδρύοντας εκατοντάδες αποικίες, οι περισσότερες εκ των οποίων επρόκειτο να σημειώσουν μια λαμπρή πορεία που έμελλε να αλλάξει για πάντα τον ελληνισμό και τον υπόλοιπο κόσμο. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της επιτυχίας θα πρέπει ν’ αποδοθεί και στο Μαντείο των Δελφών ο ρόλος του οποίου, όπως φαίνεται από τα ιστορικά στοιχεία, ήταν μείζονος σημασίας.


Οι άποικοι ξεκινώντας να καταλάβουν μια ξένη περιοχή, πολύ μακριά από τη γενέτειρά τους γνώριζαν πολύ καλά ότι θα καλούνταν ν’ αντιμετωπίσουν μεγάλους κινδύνους. Γι’ αυτό και είχαν ανάγκη από τη βοήθεια και την ευλογία των θεών, την οποία επιδίωκαν να ζητήσουν από τον θεό Απόλλωνα, μιας και το Μαντείο αποτελούσε εκείνη την εποχή το κατεξοχήν θρησκευτικό κέντρο του Ελλαδικού χώρου. Ο Απόλλωνας, όπως φαίνεται από τους χρησμούς που έχουν σωθεί, άλλες φορές έδινε απλά τη συγκατάθεση και την ευλογία του κι άλλες φορές τους υποδείκνυε ακόμα και σε ποια ακριβώς περιοχή να πάνε ή όριζε ο ίδιος τον επικεφαλής του αποικισμού.


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Οι άγνωστες όψεις του Πάνα, του αρχαίου θεού των δασών..

Η εικόνα των Σάτυρων με τις Νύμφες,  είναι μία δημιουργία του φίλου  Αίαντα  Ζυγογιάννη.

Προσευχή  εις τον Παν
«Ω φίλε(αγαπητέ) ΠΑΝ (Δημιουργέ που έχεις φτιάξει το ΠΑΝ), και σεις άλλοι θεοί, όσοι λατρεύεστε εδώ ,κάνε τε με να γίνω ωραίος εσωτερικά(στην ψυχή). Τα δε υλικά αγαθά, όσα έχω, κάντε τα να βρίσκονται σε αρμονική σχέση με τις ιδέες μου. Να νομίζω πλούσιο μόνο το σοφό, και να έχω τόση περιουσία, όση θα ήταν αρκετή να έχει και να ανέχεται, όχι άλλος άνθρωπος αλλά ο σώφρων».
Πλάτων (Φαίδρος, 279 B-C)

Ο Πάνας αποτελεί ένα αρχέγονο και ιδιαίτερα σημαίνων Θεό, των αρχαίων Ελλήνων, ο οποίος υποδηλώνει την άρρηκτη σχέση της φύσεως με τον άνθρωπο, και όχι μόνο. Ο άνθρωπος καλείται να υπερβεί την φύση του. Διαβάστε τα σχετικά άρθρα της Μυσταγωγίας, πατώντας τον κέρσορα στους αντίστοιχους συνδέσμους : 




Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος