Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Η επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους


Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο το 1834, η Αθήνα αναλαμβάνει την πρωτοκαθεδρία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και προκειμένου να καλύψει τα ‘κενά’ που άφησε η τουρκοκρατία, επιδίδεται σε έναν αγώνα ταχύτητας. «Mια νέα πόλη ιδρυόταν στην τοποθεσία της αρχαίας πόλης και μιας μεσαιωνικής κωμόπολης ολοσχερώς κατεστραμμένης μετά από τέσσερις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας, […]μια νέα πρωτεύουσα, μια πόλη τεχνητή, δημιουργημένη από το κράτος, τους Βαυαρούς και τη μεταπρατική αστική τάξη».Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν, το όραμα της προόδου ταυτίστηκε με τον εξευρωπαϊσμό που εξ’ ορισμού επέβαλε τη ρήξη με το άμεσα πρότερο παρελθόν. Οι πολλαπλές και αδιόρατες συνδέσεις του Ελληνισμού με την Τουρκοκρατία έπρεπε να ξεχαστούν.

Το εισαγόμενο αρχιτεκτονικό ιδίωμα του ‘ελληνικού κλασικισμού’, ή απλά ο ‘νεοκλασικισμός’ επιβλήθηκε και καθιερώθηκε ως κυρίαρχη αισθητική επιταγή (αρχικά στην επικράτεια της πρωτεύουσας και έπειτα και στις περιφερειακές πόλεις) χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ή αντίσταση. «Ως διαδεδομένο ρεύμα στη δυτική Ευρώπη συνέδεε οπτικά την Αθήνα με τις άλλες πόλεις που η νέα πρωτεύουσα επιθυμούσε να μιμηθεί: με τις ορατές αναφορές στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν τεκμηρίωνε την επιθυμία επιστροφής της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής στη χώρα καταγωγής της». Η Αθήνα συνεπώς χτίστηκε σύμφωνα με χάρτες και οδηγίες άλλων πόλεων: της Αθήνας του παρελθόντος από τη μία και των σύγχρονων ευρωπαϊκών πόλεων από την άλλη.

Μέσα στα 30 πρώτα χρόνια ζωής του ελληνικού κράτους, Βαυαροί μηχανικοί (μαζί με ντόπιους τεχνίτες) είχαν ήδη κατασκευάσει, αναπαράγοντας τα αισθητικά πρότυπα του νεοκλασικισμού, τα περισσότερα δημόσια κτίρια και ιδιωτικά μέγαρα της Αθήνας. Πάνω από 170 σχέδια νέων πόλεων ή επεκτάσεων εγκρίθηκαν κατά τον 19ο αιώνα. Μέσα από αυτά τα σχέδια, η πολιτεία επιτελεί έναν τριπλό στόχο. Απ’ τη μία προωθεί τη δημιουργία ενός ομοιογενούς αστικού χώρου, απ’ την άλλη αναπαριστά την αναγέννηση της χώρας, εκφράζει τον κλασικό της προσανατολισμό και ισχυροποιεί τη σύγχρονη νεωτερική της ταυτότητα ενώ ταυτόχρονα συνδέεται με το αρχαίο της παρελθόν αποκαθιστώντας την ιστορική της συνέχεια.

Η κατάσταση της σύγχρονης Ελλάδας στα μάτια πολλών Δυτικών συνέπιπτε με την «κοσμική εκδοχή της Πτώση από τον Παράδεισο». Η ανακάλυψη των σημαδιών της τουρκικής επίδρασης (ορισμένοι ίσως πρόσθεταν και της βυζαντινής) στην πολιτισμική κληρονομιά μιας χώρας που όφειλε να εμφανίζεται ως κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, δεν μπορεί παρά να προκαλεί απογοήτευση και εξορισμού να τοποθετεί τους σύγχρονους Έλληνες σε πολιτισμικά υποβαθμισμένη και ταπεινωτική θέση.

Οι Γερμανοί που δούλεψαν ή εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα συνάντησαν μια χώρα με τρομερή φτώχια και επιδημίες και –κυρίως– με έναν λαό που δεν είχε καμία σχέση με τους Έλληνες του Hölderlin, του David και του Winckelman. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι αντιλήψεις και αναπαραστάσεις για την Ελλάδα επέδρασαν καθοριστικά στη διαχείριση και διαμόρφωση του αστικού τοπίου. Αξίζει λοιπόν να δούμε πώς ο τόπος οργανώνεται σε τοπικό επίπεδο, πώς ο τόπος στον οποίο παραπέμπουν οι ταξιδιώτες επηρεάζει τον λόγο των ‘ντόπιων’ κατοίκων .

Η σύγχρονη πόλη, αν επιθυμούσε να λάβει μέρος στον στίβο της ‘προόδου’, όφειλε να αποκαθαρθεί από τα ανεπιθύμητα σημάδια του οθωμανικού παρελθόντος. Συνέπεια αυτής της ‘καθαρεύουσας’ επιλογής, πέρα από τη ψυχολογική σύγχυση και την κρίση ταυτότητας που προκάλεσε στις μάζες των ντόπιων κατοίκων, ήταν και οι τρομερές καταστροφές που επέφερε στα μεταγενέστερα στρώματα του παλίμψηστου της πόλης. «Ακριβώς όπως η επίσημη γλώσσα, έτσι και η επίσημη πόλη είναι καθαρεύουσα. Ακριβώς όπως η γλώσσα, έτσι και η πόλη αποτίναξε κάθε μεταγενέστερη κληρονομιά, γύρεψε να μηδενίσει τον ενδιάμεσο χρόνο».

Σύμφωνα με τον Φιλιππίδη (1984:78) «ενδεικτικό σημείο της απόρριψης κάθε επαφής με το πρόσφατο παρελθόν είναι […] η συχνότητα καταστροφής των βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων […] σε πολλές ανασκαφές ακολουθούσαν την ίδια πάντα τακτική: καταστροφή όλων των μεταγενέστερων στρωμάτων ώσπου να αποκαλυφθούν οι κλασικές αρχαιότητες».


Οι παράγοντες που καθόρισαν την επιλογή της νέας πρωτεύουσας και σε μεγάλο βαθμό όρισαν το μέλλον της, όπως είδαμε και παραπάνω, ήταν κυρίως πολιτισμικοί και ιδεολογικοί παρά πρακτικοί. Η απόφαση φυσικά, δεν ήταν ομόφωνη. Τα διάφορα τοπικά συμφέροντα σε συνδυασμό με το αποκεντρωτικό σύστημα της Τουρκοκρατίας προωθούσαν πόλεις σε διάφορα μέρη της χώρας. Η Κόρινθος, τα Μέγαρα, το Άργος, η Τρίπολη, η Σύρος και φυσικά το Ναύπλιο ήταν μερικές μόνο από τις προτάσεις.

Η γοητεία ωστόσο που ασκούσε η Αθήνα, περισσότερο βέβαια ως ιδέα και λιγότερο ως πραγματική πόλη, συνοψίζεται στα λεγόμενα του Georg Ludwig von Maurer, μέλος της τριμελούς βαυαρικής αντιβασιλείας. «..υπέρ της Αθήνας» έγραψε «συνηγορούσαν όλες εκείνες οι αναμνήσεις για τον αττικό πολιτισμό, για τις τέχνες, για τις επιστήμες, για την αθάνατη πολεμική της δόξα. […] Ποιος βασιλιάς θα μπορούσε να διαλέξει άλλη έδρα για την Κυβέρνησή του, τη στιγμή που έχει στα χέρια του την πνευματική έδρα του κόσμου;»

Την εποχή της ανεξαρτησίας, η Αθήνα δεν ήταν παρά ένα έρημο και ερειπωμένο χωριό και ο Πειραιάς μια αφιλόξενη και ακατοίκητη ακτή. Ο πληθυσμός της το 1834, οπότε και ανακηρύχτηκε επίσημα σε πρωτεύουσα, δεν ξεπερνούσε τις 12.000. Όλοι σχεδόν οι ξένοι ταξιδιώτες της εποχής, αλλά και πολλοί κάτοικοι, συμφωνούν στο ότι η Αθήνα δε διέθετε την κατάλληλη υποδομή για μια πρωτεύουσα.

Ο νεαρός αρχιτέκτονας Cristian Hansen που σχεδίασε το Πανεπιστήμιο και άλλα κτίρια, έγραψε το 1837: «Θα μου ήταν αδύνατο να περιγράψω την πρώτη εντύπωση που μου προξένησε η Αθήνα, μια πόλη τελείως κατεστραμμένη, με τα υπέροχα λείψανα της αρχαιότητας να κείτονται σε σωρούς από ερείπια. Ελάχιστα σπίτια είχαν στέγη και οι δρόμοι ήταν αδιάβατοι επειδή δεν υπήρχε τίποτα όρθιο. Την ίδια εικόνα ερήμωσης παρουσίαζαν και οι γύρω αγροί, που έμοιαζαν να μην είχαν καλλιεργηθεί ποτέ».

Όταν έγινε η επιλογή της Αθήνας ως Πρωτεύουσας του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, η Αθήνα ήταν ένα χωριό 4.000 κατοίκων και ο Πειραιάς μια ασήμαντη ιχθυόσκαλα («Ήσαν δε τότε [1834] αι Αθήναι κωμόπολις 10 ή 12.000 κατοίκων, πλήρης ερειπίων, ολίγας οικίας παρά τους πρόποδας της Ακροπόλεως έχουσα»).
Τον Οκτώβριο του 1824, επί φρουραρχίας Γκούρα, πραγματοποιήθηκε μια καταγραφή στην επαναστατημένη Αθήνα, σύμφωνα με την οποία στην Πόλη υπήρχαν 9.040 κάτοικοι και 1.605 σπίτια, που κατανέμονταν σε 35 ενορίες. Την εποχή εκείνη, η πράγματι μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη είχε περί τις 60.000 κατοίκους, η δε Τρίπολη και η Πάτρα περί τις 15.000…

Τον Αύγουστο του 1832 μετά τις περιπέτειες του απελευθερωτικού πολέμου• αναφωνεί ο Λουδοβίκος Ρος: «Αυτό δεν είναι αι ιοστεφείς και περίφημοι Αθήναι. Αυτό είναι μονάχα ένας θεόρατος σωρός ερείπια, μια άμορφη [...] γκριζωπή μάζα στάχτης και σκόνης, απ’ όπου ξεπροβάλλουν μια δωδεκάδα φοίνικες και κυπαρίσσια, τα μόνα που αντιστέκονται στην καθολική ερήμωση.

Την ίδια περίπου εποχή (1832-1833) επισκέπτεται την Αθήνα και ο αποσπασμένος στο εκστρατευτικό σώμα του Στρατηγού Maison, J.L. Lacour: «Η καρδιά σφίγγεται φτάνοντας στην Αθήνα. Νέα ερείπια καλύπτουν τα αρχαία, τα καταχωνιασμένα μέσα στη γη. [...] Στενά, σκοτεινά, λασπώδη, ακανόνιστα δρομάκια. Βρώμικα, καπνισμένα και δυσώδη μαγαζιά, με πραμάτειες που θα τις περιφρονούσαν ως και οι πλανόδιοι πωλητές στα χωριάτικα πανηγύρια μας, κι όλα αυτά περικυκλωμένα από ένα χονδροειδές τοιχίο, να τι έχει αντικαταστήσει το Ωδείο του Περικλέους, το Ελευσίνιο, το Λύκειο, τους Κήπους και τον Ναό της Αφροδίτης, τις Πύλες του Ερμού, [...] και τα λοιπά μνημεία, των οποίων μόνον τα ονόματα έχουν απομείνει».

Ο εκ των Αντιβασιλέων Georg Maurer, που έφθασε στην Αθήνα το 1833 κατά τη διάρκεια της πρώτης επίσκεψης του Όθωνα, σημειώνει: «Η Αθήνα που πριν απ’ τον Απελευθερωτικό Πόλεμο αριθμούσε 3.000 περίπου σπίτια, τώρα δεν είχε ούτε 300. Τα άλλα είχαν μεταβληθεί σ’ έναν άμορφο σωρό από πέτρες».
O Thomas Abbet-Grasset παρατηρεί τον Οκτώβριο του 1834: «Δεν υπάρχουσιν όμως πλέον Αθήναι. Εις τον τόπον της ωραίας δημοκρατίας απλούται σήμερον πενιχρά πολίχνη, μαύρη εκ των καπνών, σιωπηλή ως φύλαξ των νεκρών μνημείων, με στενούς και ασύμμετρους δρομίσκους»..


Tο 1896 η Αθήνα ήταν πλέον μια πόλη με 123.000 κατοίκους, καλοσχεδιασμένες λεωφόρους, δεντροφυτεμένες πλατείες και επιβλητικές δημόσιες και ιδιωτικές οικοδομές. Ο Τραυλός συνοψίζει τη σημασία του πολεοδομικού σχεδιασμού στο νέο κράτος ως εξής: «Η ιστορία της πολεοδομικής εξελίξεως των νεώτερων Αθηνών είναι μια ατελεύτητος σειρά τροποποιήσεων και επεκτάσεων του αρχικού σχεδίου της πόλεως, περιλαμβανομένων εις υπερδισχίλια διατάγματα».

Το αρχικό σχέδιο της πόλης ανέλαβαν και εκπόνησαν, το 1833, ο Σταμάτιος Κλεάνθης και ο Eduard Schaubert. Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και πριν από την άφιξη του Όθωνα, η προσωρινή ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε στους δύο νέους αρχιτέκτονες το σχεδιασμό των νέων Αθηνών. Όπως ανέφερε αργότερα ο Κλεάνθης, το σχέδιο έπρεπε να είναι: «εφάμιλον της αρχαίας δόξης και λαμπρότητος της πόλεως ταύτης, και άξιον του αιώνος εις τον οποίον ζώμεν». Οι δύο αρχιτέκτονες σχεδίασαν τη νέα πρωτεύουσα σύμφωνα με τις πολεοδομικές αρχές που επικρατούσαν στις νεοκλασικές κηπουπόλεις του πρώιμου 19ου αιώνα.

Η Αθήνα των Κλεάνθη και Schaubert είχε έκταση 2.890 στρέμματα και είχε υπολογιστεί ότι θα ‘στέγαζε’ 35-40.000 κατοίκους. Το σχέδιο που πρότειναν συνοδευόταν από ένα εκτενές υπόμνημα όπου περιέγραφαν την ιδέα της πόλης που οραματίζονταν και ανέλυαν τις λεπτομέρειες της σύνθεσης.


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Όταν η αρχαία Ελληνική μυθολογία "εμπνέει" καλλιτεχνικά αλλά και "σημαίνει εσωτερικά" , Δαίδαλος και Ίκαρος, αποσυμβολισμός.


Icarus, by Andy Scott,outside Prestwick Airport, Scotland, United Kingdom

Ο Ίκαρος ήταν γιος του Δαίδαλου και φυλακίστηκαν από τον Βασιλιά Μίνωα στον Λαβύρινθο διότι ο Δαίδαλος ως κατασκευαστής του Λαβύρινθου βοήθησε τη Αριάδνη, και τον Θησέα, στον φόνο του Μινώταυρου, και στην έξοδο από τον λαβύρινθο.

Ο Δαίδαλος κατασκευάζει δύο ζευγάρια φτερά από πούπουλα και κερί, ένα για τον ίδιο και ένα για τον Ίκαρο. Πριν ξεκινήσει η πτήση ο Δαίδαλος έδωσε οδηγίες στον γιο του Ίκαρο, για την πτήση προειδοποιώντας τον πως αν πλησίαζε πολύ κοντά στο νερό της θάλασσας, η υγρασία θα πότιζε τα πούπουλα που θα βάραιναν και θα έκαναν τα φτερά άχρηστα. Εάν επίσης πετούσε πολύ ψηλά κοντά στον ήλιο, η ψηλή θερμοκρασία θα έλιωνε το κερί και τα φτερά θα καταστρέφονταν.

Ο Ίκαρος συμφώνησε αλλά ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με το πέταγμα που παρασύρθηκε, και το μετέτρεψε σε παιχνίδι αψηφώντας τις οδηγίες του πατέρα του. Ανέβηκε ψηλά στον ουρανό, τόσο ψηλά που ο ήλιος έλιωσε το κερί, τα φτερά του διαλύθηκαν και αυτός έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε.

Ο συμβολισμός είναι απλός αλλά εξαιρετικά σημαίνων. Εν τάχει, όταν ο άνθρωπος γίνεται αλαζόνας τότε εγκλωβίζεται στα σκοτάδια μιας φυλακής την οποία έχει κατασκευάσει ο ίδιος για τον εαυτό του.

Η πτώση και ο τραγικός θάνατος του Ικάρου, συνέπεια της μέθης του ενθουσιασμού, αλλά και της απερίσκεπτης χρήσης της γνώσης, πιστοποιεί την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της ψυχής, που είναι δέσμια του υλικού της σώματος. Ξεπερνώντας το μέτρο και θέλοντας να γίνει ο ίδιος Θεός, ξεχνά την θνητή του φύση. Η θεϊκή του φύση δεν είναι μόνο εκεί που την αναζητά στα όρια του Ουρανού, αλλά εγγύτερα από όσο υποψιάζεται. Βρίσκεται κρυμμένη μέσα του, στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του νου και της καρδιάς του. Εάν δεν το αντιληφθεί αυτό, και παρόλα αυτά συμπεριφέρεται αλαζονικά μη σεβόμενος τόσο την φύση, όσο και την φύση του, τότε διαπράττει ύβρη και επέρχεται αναπόφευκτα η Νέμεσις.

Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω ένα σχετικό απόσπασμα από τις Διατριβές του Επίκτητου :

« Έχεις μέσα σου ένα κομμάτι απ' το Θεό. Γιατί λοιπόν αγνοείς αυτή τη συγγένεια; Αν ήταν μπροστά σου ένα άγαλμα του Θεού, δε θα τολμούσες να κάνεις τίποτα απ' όσα κάνεις τώρα. Κι ενώ είναι ο ίδιος ο Θεός παρών μέσα σου και τα βλέπει όλα και τ' ακούει, δε ντρέπεσαι να κάνεις το κακό, μη έχοντας συναίσθηση του τι είναι η φύση σου; Εσύ, που είσαι το κατασκεύασμα αυτού του Δημιουργού, θέλεις να το καταισχύνεις; Κι όμως, ο Θεός όχι μόνο σε κατασκεύασε, αλλά εμπιστεύτηκε και παρέδωσε σε σένα τον εαυτό σου. Κι εσύ δε θα το θυμηθείς αυτό, αλλά θα ντροπιάσεις τη κηδεμονία σου; Αν ο Θεός σού παρέδωσε τον εαυτό σου και είπε: Δεν είχα άλλον, που να τον εμπιστευόμουν περισσότερο από σένα. Φύλαγε μου αυτό τον άνθρωπο, όπως είναι η φύση του: Ταπεινό, πιστό, υψηλόφρονα, ατρόμητο, χωρίς πάθη, ατάραχο. Κι εσύ δε θα Του τον φυλάξεις;»

Και ο Καζαντζάκης ίσως συμπλήρωνε: «Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις - το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα 'ναι πολύ αργά.»

Υ.Γ. Ο Πλάτωνας στον "ΦΑΙΔΩΝ" ή περί ψυχής 109a γράφει: 

«Λέγεται λοιπόν, ω συνομιλητή, πως η γη είναι, αν την έβλεπε κανείς από ψηλά σαν τις σφαίρες (μπάλες ποδοσφαίρου)* που είναι από δώδεκα κομμάτια διαφορετικού δέρματος. Δηλαδή είναι πολύχρωμη σφαίρα και τα μέρη της ξεχωρίζουν από τα χρώματα που έχει το καθένα, ενώ τα χρώματα που χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι μας εδώ, δεν είναι παρά απομιμήσεις εκείνων των χρωμάτων.

Εκεί λοιπόν όλη η γη είναι χρωματισμένη απ αυτά τα χρώματα, που είναι πιο λαμπερά και καθαρά από τα εδώ. Κάποιο μέρος της είναι πορφυρό και καταπληκτικό στην ομορφιά,ενώ άλλο χρυσωπό, άλλο λευκότερο από το γύψο και το χιόνι, και έτσι είναι χρωματισμένη και με τα άλλα χρώματα, και ακόμα περισσότερα, και ωραιότερα από όσα εμείς έχουμε δει. Γιατί ακόμα και οι κοιλότητες της που είναι γεμάτες αέρα και νερό, παίρνουν μια απόχρωση λαμπερή μέσα στην ποικιλία των άλλων χρωμάτων, ώστε να δίνει την εντύπωση μιας ενιαίας εικόνας πολύχρωμης..

..Έχω πεισθεί λοιπόν , ότι η γη είναι σφαιρική και δεν έχει ανάγκη ούτε αέρος ούτε άλλου στηρίγματος δια να μην πέσει. Αλλά αρκεί δια να συγκρατείται η ομοιογένεια του ουρανού αυτού, προς εαυτόν σε όλα τα σημεία και η ισορροπία αυτής της ίδιας της γης,επειδή κάθε πράγμα που ισορροπεί εντός ομοιογενούς περιβάλλοντος που και αυτό τελείεν ισορροπία δεν μπορεί να κλίνει προς καμία πλευρά και θα παραμείνει ακλινές δηλ αμετακίνητο».

Ερμηνεία: Η ψυχή δεν γνωρίζει όρια...Παρόμοιες αναφορές δεν σημαίνουν κατ' ανάγκη πτήσεις με ιπτάμενους δίσκους...Για να ερμηνεύσουμε τους αρχαίους πρέπει να σκεπτόμαστε όπως αυτοί, κατανοώντας την εποχή τις ανάγκες και τις συνθήκες της εποχής τους, πράγμα καθόλου εύκολο....

Μυσταγωγία-Μυθαγωγία







Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Πυθέας ο Μασσαλιώτης και η Θούλη






Πρόσφατα Γάλλοι  οπαδοί της Μαρσέιγ, ανάρτησαν  ένα τεράστιο πανό,  στο κέντρο του οποίου απεικονιζόταν ένας αρχαίος Έλληνας, ο Πυθεάς. Επάνω της ήταν γραμμένο σε το σύνθημα "NE RENIONS PAS L'ORIGINE DE NOTRE VILLE" «Εμείς δεν αρνούμαστε την (Ελληνική) καταγωγή της πόλης μας». Οι οπαδοί της Μαρσέιγ, υπενθύμισαν με αυτό τον τρόπο, τις Ελληνικές ρίζες της Μασσαλίας, που ιδρύθηκε από τους Φωκαείς το 600 π.Χ.  Ας δούμε λοιπόν ποιός ήταν ο Πυθέας.

Ανάμεσα στις αποικίες που ίδρυσαν οι Έλληνες ναυτικοί σε όλη τη Μεσόγειο ήταν η Μασσαλία, στη σημερινή Γαλλία. Η πόλη άκμαζε χάρη στο θαλάσσιο και χερσαίο εμπόριο. Από τη Μασσαλία, οι έμποροι έστελναν στο βορρά μεσογειακά προϊόντα—κρασί, λάδι και μπρούντζινα αντικείμενα—και από το βορρά προμηθεύονταν ακατέργαστα μέταλλα και ήλεκτρο. Αναμφίβολα, οι Μασσαλιώτες ενδιαφέρονταν για τις πηγές αυτών των αγαθών. Ως εκ τούτου, περίπου το 320 Π.Κ.Χ., ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης ξεκίνησε να γνωρίσει ο ίδιος εκείνους τους μακρινούς βόρειους τόπους.

Κατά την επιστροφή του, ο Πυθέας έκανε μια περιγραφή των ταξιδιών του στο έργο με τίτλο Τα Περί Ωκεανού. Μολονότι το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο του βιβλίου του δεν υπάρχει πια, αποσπάσματα του έργου του παρέθεσαν 18 τουλάχιστον αρχαίοι συγγραφείς. Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν ότι ο Πυθέας περιέγραψε προσεκτικά τις θάλασσες, τις παλίρροιες, τη γεωγραφική θέση και τους πληθυσμούς των περιοχών τις οποίες επισκέφτηκε.

Επίσης, χρησιμοποιούσε το μήκος της σκιάς του γνώμονα, δηλαδή ενός κατακόρυφου στύλου, για να μετρήσει τη γωνία που σχηματίζει ο μεσημεριανός ήλιος με τον ορίζοντα μια δεδομένη ημερομηνία, και από αυτό υπολόγιζε πόσο βόρεια είχε φτάσει. Ο ίδιος ο Πυθέας είχε επιστημονικές αναζητήσεις. Ωστόσο, κύριος σκοπός του ταξιδιού του δεν θα ήταν ασφαλώς η επιστημονική εξερεύνηση. Μάλιστα, κάποιοι μελετητές πιθανολογούν ότι το ταξίδι αυτό εκπονήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τους οικονομικούς παράγοντες της Μασσαλίας, οι οποίοι τον έστειλαν να βρει μια θαλάσσια οδό προς εκείνες τις μακρινές ακτές από όπου ήξεραν ότι μπορούσαν να προμηθευτούν ήλεκτρο και κασσίτερο. Πού πήγε, λοιπόν, ο Πυθέας;



Προτομή του Πυθέα στην Μασσαλία


Στη Βρετάνη, και την μυστηριώδη Θούλη

Φαίνεται ότι ο Πυθέας περιέπλευσε την Ιβηρία και συνέχισε προς το βορρά, παραπλέοντας τις ακτές της Γαλατίας ως τη Βρετάνη, όπου και βγήκε στη στεριά. Αυτό το ξέρουμε επειδή μια από τις μετρήσεις της γωνίας του ήλιου πάνω από τον ορίζοντα—την οποία πιθανότατα έκανε στην ξηρά—ταιριάζει με μια τοποθεσία της βόρειας Βρετάνης.

Οι κάτοικοι της Βρετάνης ήταν πεπειραμένοι ναυπηγοί και ναυτικοί, οι οποίοι είχαν εμπορικές σχέσεις με τη Βρετανία. Η Κορνουάλη, το νοτιοδυτικό άκρο της Βρετανίας, είχε άφθονο κασσίτερο, βασικό συστατικό του μπρούντζου, και προς τα εκεί κατευθύνθηκε στη συνέχεια ο Πυθέας. Στην έκθεσή του περιέγραψε το μέγεθος και το σχεδόν τριγωνικό σχήμα της Βρετανίας, πράγμα που υποδηλώνει ότι πρέπει να έκανε τον περίπλου του νησιού.

Μολονότι μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν όσον αφορά την ακριβή διαδρομή που ακολούθησε ο Πυθέας, πιθανότατα έπλευσε ανάμεσα στη Βρετανία και στην Ιρλανδία και αποβιβάστηκε στο νησί Μαν, το γεωγραφικό πλάτος του οποίου αντιστοιχεί στη δεύτερη μέτρηση που έκανε υπολογίζοντας τη γωνία του ήλιου. Η τρίτη μέτρηση ίσως έγινε στο νησί Λιούις, στις Εξωτερικές Εβρίδες, ανοιχτά των δυτικών ακτών της Σκωτίας. Από εκεί, πιθανόν να κατευθύνθηκε προς τα νησιά Όρκνι, βόρεια της Σκωτίας. Αυτό προκύπτει από την περιγραφή του που παραθέτει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, στην οποία αναφέρει ότι το συγκεκριμένο σύμπλεγμα αποτελούνταν από 40 νησιά.

Ο Πυθέας έγραψε ότι, έπειτα από ταξίδι έξι ημερών βόρεια της Βρετανίας, βρίσκεται μια χώρα που ονομάζεται Θούλη.  Την ανακάλυψε  τον 4ο αιώνα π.Χ., και έγραψε πως ήταν εκεί όπου ο ήλιος ούτε ανατέλλει ούτε δύει. Αρκετοί αρχαίοι συγγραφείς λένε ότι ο Πυθέας περιέγραψε τη Θούλη ως τη χώρα του ήλιου του μεσονυκτίου. Ακόμη μία μέρα ταξίδι από εκεί, έγραψε, οδηγούσε το θαλασσοπόρο στο μέρος όπου η θάλασσα ήταν «παγωμένη». 


Τα ταξίδια του Πυθεά

Η Θούλη σήμερα βρίσκεται στην  Γροιλανδία , η οποία είναι το μεγαλύτερο νησί του κόσμου με έκταση 2.175.600 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Βρίσκεται ανάμεσα στο Βόρειο Ατλαντικό και στον Αρκτικό   ωκεανό και ανήκει στη Δανία (Υπάρχει εκεί μεγάλη Αμερικάνικη βάση).

Προφανώς, ο Πυθέας επέστρεψε στη Βρετανία ακολουθώντας ως επί το πλείστον την ίδια διαδρομή, και έπειτα ολοκλήρωσε τον περίπλου εκείνου του νησιού. Δεν γνωρίζουμε αν εξερεύνησε περαιτέρω τις ακτές της βόρειας Ευρώπης προτού επιστρέψει στη Μεσόγειο. Σε κάθε περίπτωση, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος παραθέτει από τον Πυθέα αναγνωρίζοντάς τον ως αυθεντία για τις περιοχές που παρήγαν ήλεκτρο. Οι αρχαίοι προμηθεύονταν αυτό το πολύτιμο υλικό από τη Γιουτλάνδη, μέρος της σημερινής Δανίας, και από τις νότιες ακτές της Βαλτικής Θάλασσας. Φυσικά, ο Πυθέας θα μπορούσε να είχε μάθει για αυτές τις περιοχές σε οποιοδήποτε λιμάνι της ανατολικής Βρετανίας. Επιπλέον, από όσο γνωρίζουμε, δεν ισχυρίστηκε ότι τις επισκέφτηκε ο ίδιος.

Το επόμενο γνωστό πρόσωπο από τη Μεσόγειο που περιέγραψε τη μετάβασή του στη Βρετανία είναι ο Ιούλιος Καίσαρας, ο οποίος πάτησε το πόδι του στις νότιες περιοχές αυτού του νησιού το 55 Π.Κ.Χ. Γύρω στο 6 Κ.Χ., άλλες ρωμαϊκές αποστολές είχαν φτάσει μέχρι και τη βόρεια Γιουτλάνδη.




Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

 

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Το Αρχαίο Ελληνικό Μυστηριακό Θέατρο ως όχημα της Θρησκευτικής Εσωτερικής Παράδοσης



"Όπως το έδαφος, όσο και αν είναι γόνιμο, αδυνατεί να παράγει κάτι δίχως καλλιέργεια, έτσι και ο νους του ανθρώπου, δίχως την εκπαίδευση αδυνατεί να δώσει τους αναμενόμενους καρπούς".
Πλούταρχος


Ο συμβατικός χώρος που αποκαλείται αρχαίο ελληνικό θέατρο και η ορχήστρα του, δεν είναι τόπος προσποίησης μιας πραγματικότητας, μιας παραποιημένης αντιγραφής ζωής, αλλά ο τόπος όπου η ίδια η ζωή βρίσκει πρόσφορο έδαφος και ενσαρκώνει την «εσωτερική» αλήθεια της, θεατρική αδεία, πέρα από περιορισμούς χώρου και χρόνου. Το θέατρο μπορεί να είναι δημιουργία ανθρώπινη που πραγματεύεται πρόσωπα και τη συμβατική τους δράση στο χωρογίγνεσθαι, όμως το πνεύμα του είναι απόλυτα μεταφυσικό γιατί ξεφεύγει από τα ανθρώπινα στενά μέτρα, θεάται τους ανώτερους κόσμους και επιστρέφει πίσω στη ζωή για να δώσει με εμπιστευτικό τρόπο, τις ιδέες του Δικαίου, του Ωραίου και του Αληθινού. Αυτή είναι η φύση του θεάτρου, εκείνου που αποκαλούμε μυστηριακό, του θεάτρου εκείνου που αναδύεται από τα μυστήρια που ετελούντο στην ιερή πόλη της Ελευσίνας.

Ακολουθώντας τη φυσική διάρθρωση του Σύμπαντος, που είναι ταυτόχρονα ένα και τριπλό, το αρχαίο δράμα χωρίστηκε σε τραγωδία, σατυρικό δράμα και κωμωδία. 

Στη τραγωδία, οι Θεοί και η μοίρα κατευθύνουν τους ανθρώπους και με τη σειρά τους πάλι αυτοί, καθυποτάσσονται στη Δίκη, κάτω απ’ το νόμο της οποίας κάθε δράση προκαλεί αντίδραση, σύμφωνα με τους αναπόφευκτους συμπαντικούς νόμους. Η ανεξέλεγκτη χρήση της ελευθερίας και η άλογη δράση οδηγούν στην αμαρτία της υπερβολής, στην ύβρη. Μόλις συμβεί η ύβρις, ακολουθεί η Νέμεσις. Έτσι, από τη πλοκή –που εμπλέκει όχι μόνο τους ήρωες αλλά και τους γύρω τους, ακόμα και ολόκληρη την πόλη- οδηγούμαστε στην κορύφωση, στην οριακή δηλαδή εκείνη κατάσταση όπου τα τραγικά γεγονότα έρχονται μοιραία, όμως μετά επέρχεται η λύση, η κάθαρση, η τελική λύτρωση.

Κατά τον Αριστοτέλη το τραγικό αποδίδεται σ’ αυτό το στοιχείο, που μέσα από το φόβο και το έλεος, εξαγνίζει τις ψυχές των παθόντων. Ο τραγικός φόβος, δεν είναι το αίσθημα που νιώθουμε μπροστά στη παρουσία ενός συνήθους κινδύνου αλλά η υποψία πως τα ανθρώπινα πάθη ενδέχεται να διαταράξουν την κοσμική τάξη και να διασαλέψουν την Αρμονία, με ότι αυτό συνεπάγεται. 

Η κωμωδία απ’ την άλλη, ως αντίθετος πόλος της τραγικής κατάστασης, παρουσιάζει την εξωτερική όψη της ζωής, η οποία βρίσκεται πέρα απ’ τα βάσανα που προκαλεί η ενασχόληση με την αυτογνωσία και την πνευματική άσκηση. Οι ήρωές της, ζουν στη φύση, ζυμώνονται με το χώμα της γης κι αυτή τους ανταμείβει με λογής λογής καλούδια, όπως σκόρδα,  ψωμί, κρασί και λάδι. Έτσι, ευγνώμονες γεμάτοι ευτυχία γλεντούν, μεθούν και χορεύουν ενώ οι Θεοί πάντα παρόντες, παρακολουθούν με συγκατάβαση και ανάλαφρη διάθεση. 

Το μυστηριακό θέατρο μέσα απ’ τις μορφές του, προβάλλει την θέα όχι μόνο του χονδροειδούς φυσικού κόσμου αλλά και των πιο λεπτοφυών και ως εκ τούτου, έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Ειδικά, η τραγωδία έχει σκοπό να παρασύρει τον θεατή μέσα στη δράση, ενσωματώνοντας τον στο έργο, σα να είναι ένας ακόμα ηθοποιός ή τουλάχιστον κάποιος που συμμετέχει ενεργά, παρακινούμενος απ’ τα ίδια τα γεγονότα. Το ιδανικό αυτού του είδους θεάτρου είναι να βγει ο θεατής διαφορετικός απ’ ότι μπήκε. Πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για «αλχημικό» θέατρο, αφού κατ’ ουσίαν αυτό που επιχειρείται είναι μια  μετάλλαξη, μετουσίωση των θεατών. 

Η τραγωδία που το όνομά της προέρχεται από τις λέξεις τράγος και ωδή, το άσμα του τράγου, δηλαδή του Πανός, πηγάζει με άμεσο τρόπο από αφηγήσεις που σχετίζονται με τον Διόνυσο-Βάκχο. Το τραγικό έργο λοιπόν είναι βαθύτατα θρησκευτικό. Άλλωστε η τραγωδία δεν εμφανίζεται ξαφνικά αλλά ως εξέλιξη τελετουργικών δρώμενων, που ήδη υπήρχαν από παλιά, ίσως και προ τεσσάρων χιλιετών, σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. 

Έτσι λοιπόν, τόσο η τραγωδία όσο και η κωμωδία και το σατυρικό δράμα είχαν ως κοινό σκοπό, την «μάθηση μεθ’ ηδονής» και προσδοκούσαν να επιφέρουν την «κάθαρσιν» - λύτρωση, με διαφορετικά όμως μέσα. Η κωμωδία προκαλούσε την κάθαρση με τον γέλωτα ενώ η  τραγωδία «δι’ λέου και φόβου», ενός φόβου που δεν είναι το αίσθημα που νιώθουμε μπροστά στη παρουσία ενός συνήθους κινδύνου αλλά η υποψία πως τα ανθρώπινα πάθη ενδέχεται να διαταράξουν την κοσμική τάξη και να διασαλέψουν την Αρμονία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.


Το αρχαίο λοιπόν θέατρο, με προεξάρχουσα την αρχαία ελληνική τραγωδία, αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης μας και έχει όχι μόνο φόρμα τελετουργική,  ύφος και δομή μυστηριακή αλλά τόσο αφετηρία όσο και σκοπό μυστηριακό και εσωτερικό. Όλες οι τραγωδίες έχουν ένα κοινό πυρήνα.  Στο επίπεδο του μύθου, οι ήρωες της τραγωδίας είναι συνήθως απόγονοι ατόμων που έχουν πέσει σε εκούσια μοιραία λάθη, πρόσωπα που φέρουν ένα «κρίμα» από το παρελθόν. Ωστόσο, η  τραγικότητά τους δεν έγκειται στο «μίασμα» που φέρουν· η παλαιά ύβρις «τίκτει νεάζουσαν ύβριν» όπως λέει ο Αισχύλος στον «Αγαμέμνονα», κι έτσι, ο ήρωας ξεφεύγει από το μέτρο, φτάνει στην Ύβρι -την αμαρτία της υπερβολής- και τότε νομοτελειακά επέρχεται η  Νέμεσις (η Δίκη), κάτω απ’ το νόμο της οποίας κάθε δράση προκαλεί αντίδραση, σύμφωνα με τους αναπόφευκτους συμπαντικούς νόμους.

Το τρίπτυχο υπέρβαση Μέτρου-Ύβρις-Νέμεσις, όπου η ύβρις αντιστοιχεί στην κορύφωση της τραγωδίας και η Νέμεσις στην καθαρτήρια λύση της, διατρέχει σχεδόν κάθε τραγωδία. 

Πίσω από όλους μαζί τους τραγικούς ήρωες βρίσκεται ένα πρόσωπο: ο αρχετυπικός Άνθρωπος. Καθώς μεταβαίνουμε από το επίπεδο του Μύθου στο επίπεδο του Αρχετύπου, εισερχόμαστε βαθύτερα στην ουσία της τραγωδίας. Στο επίπεδο αυτό, η τραγικότητα συνίσταται στην σύνθλιψη του ανθρώπινου, όταν ο Άνθρωπος συγκρούεται με δυνάμεις μέσα ή έξω απ’ αυτόν, που τον υπερβαίνουν.

Από την τραγική αυτή σύγκρουση όμως, ο Άνθρωπος μπορεί να βγει ηθικά δικαιωμένος (όπως παραδείγματος χάριν η Αντιγόνη). Σε αυτήν την περίπτωση, η υπέρβαση του μέτρου δεν νοείται ως έγκλημα που επισύρει τιμωρία αλλά ως θετική υπέρβαση του ανθρώπινου και μετουσίωσή του σε κάτι άλλο, ανώτερο φυσικά. ελικά, ο τραγικός ήρως είναι η ίδια η Ψυχή και οι περιπλοκές της στον κόσμο της Ύλης.

Η τραγικότητά της, με όλες τις συνακόλουθες συνέπειες, έγκειται στην σύγκρουση των ορμέμφυτων, ενστίκτων και κατώτερων παθών με την ανώτερη συνείδηση. Ιδέ ο άνθρωπος, ιδέ η τραγωδία: η ανθρώπινη ψυχή καλυμμένη κάτω από πέπλα αγνοίας και ο άνθρωπος βουτηγμένος στην υλική περιπλοκή. Για να μπορέσει να υπερβεί και να απελευθερωθεί από τα δεσμά της υλικής ενέργειας, πρέπει  να γνωρίσει Εαυτόν ή το θείο που κατοικεί και μέσα του.

Ένα θέατρο προσανατολισμένο σ’ αυτές τις ιδέες, νομίζω μπορεί να βοηθήσει αποφασιστικά. Η μεταφυσική και οι υψηλές εσωτερικές παραδόσεις με όχημα την θεατρική πράξη, όπως αυτή εκφράστηκε από τους προγόνους μας, διαρρηγνύει την καθημερινότητα, γίνεται ένα είδος εισόδου στην Ροή του Χρόνου, απ’ όπου ο άνθρωπος περνά για να κατακτήσει τις υψηλές κορυφές, εκεί που κατοικούν οι Θεοί και οι Ιδέες.

Σύνθεση από  esotheatro.gr/
  

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία
 


Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Να μιλάς ή να σιωπάς;


Την στιγμή που ο Βούδας έγινε Φωτισμένος ήταν νύχτα με πανσέληνου. Εξαφανίστηκαν όλες οι ανησυχίες και οι στενοχώριες του, σαν να μην υπήρχαν ποτέ πριν, σαν να ήταν κοιμισμένος και τώρα ξύπνησε. Εξαφανίστηκαν όλα τα προβλήματα και οι αναπάντητες ερωτήσεις που τον βασάνιζαν πριν, νοιώθοντας την πληρότητα της Ύπαρξης και την Ενότητα με την Φύση.


Η πρώτη ερώτηση που γεννήθηκε μες στο μυαλό του ήταν: "Πώς να εκφράσω όλα αυτά που νιώθω; Πρέπει να τους εξηγήσω την ομορφιά της Αλήθειας, πρέπει να τους δείξω την Πραγματικότητα. Όμως πώς να το κάνω;" 


Αυτή η ερώτηση μετά βασάνιζε τον καθένα που έγινε φωτισμένος και γνώρισε την Αλήθεια. Άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο ήρθαν να δουν τον Βούδα, γιατί όλα τα ζωντανά πλάσματα στρέφονται προς το Φως. Η πρώτη σκέψη που ξεστόμισε, ήταν:  

"Ή κάθε εκφρασμένη σκέψη είναι ψέμα". 

Το είπε και μετά σιώπησε. Η σιωπή κράτησε εφτά μέρες. Όταν τον ρωτούσαν κάτι, εκείνος σήκωνε το χέρι του και με βαρυσήμαντο ύφος έδειχνε με το δάχτυλό του προς τα πάνω.

Ο θρύλος λέει πως: Οι θεοί πάνω στους ουρανούς ανησύχησαν. Επιτέλους είχε εμφανιστεί πάνω στη Γη Φωτισμένος άνθρωπος. Αυτό ήταν πολύ σπάνιο φαινόμενο! Παρουσιάστηκε η δυνατότητα να ενωθούν ο κόσμος των ανθρώπων με τον Ανώτατο Κόσμο,…όμως ο άνθρωπος ο οποίος θα μπορούσε να γίνει γέφυρα μεταξύ του Ουρανού και της Γης δε μιλούσε. Ύστερα από εφτά μέρες οι θεοί μαζί με τον βασιλιά τους τον Ίντρα, κατέβηκαν στη γη και πλησίασαν τον Βούδα. Άγγιξαν την πατούσα του και του ζήτησαν να μη μένει αμίλητος.
Ο Βούδας τους είπε:


- Εφτά μέρες σκέφτομαι τα υπέρ και τα κατά, και ακόμη δεν βλέπω το λόγο για να μιλήσω. Πρώτ' απ' όλα, δεν υπάρχουν λόγια με τα οποία θα μπορούσα να μεταφέρω την θαυμάσια εμπειρία μου. Δεύτερον, ό,τι και να πω ξέρω πως δε θα γίνω κατανοητός. Τρίτον, από τους εκατόν ανθρώπους στους ενενήντα εννιά η εμπειρία μου δε θα δώσει τίποτα, ενώ εκείνος που είναι ικανός, μπορεί και μόνος του να βρει την Αλήθεια. Γιατί να του στερήσω αυτή τη δυνατότητα; Ίσως η αναζήτηση της Αλήθειας να διαρκέσει πολύ περισσότερο. Και τι έγινε; Μπροστά του ο καθένας έχει αιώνες!


Και τότε οι θεοί του είπαν:


- Ίσως να χαλάσει ο κόσμος αφού η καρδιά του Τέλειου προτίμησε την Σιωπή. Ο Μεγάλος Βούδας πρέπει να κηρύξει την διδασκαλία του. Πάνω στη γη υπάρχουν άνθρωποι με καθαρό πνεύμα, απαλλαγμένοι από την Ύλη, αλλά αν η διδασκαλία σου, ο λόγος σου δεν αγγίξουν την καρδιά τους θα πεθάνουν. Χρειάζονται ένα ελαφρό σπρώξιμο, έναν ορθό λόγο. Μόνο εσύ θα μπορούσες να τους βοηθήσεις να κάνουν το μοναδικό σωστό βήμα προς το Άγνωστο.


Επικράτησε σιωπή…μετά ο Βούδας έκλεισε τα μάτια του και είπε:


- Μάλιστα, θα μιλήσω σ' αυτούς τους λίγους. Δεν έχω τόσες δυνάμεις για να τους πω όλη την Αλήθεια, αλλά μπορώ να τους δείξω το Άστρο οδηγό .



 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία



Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Έρως και Άγιος Βαλεντίνος

«Αγάπα, αγάπα τον Έρωτα, που οι μεν θνητοί, Έρωτα τον καλούνε πτερωτόν, οι δε θεοί Πτέρωτα, διότι πτερά μπορεί να βγάζει (1). Έρως, η ύψιστη μυστηριακή μανία που δίδεται από τους θεούς προς μεγίστην ευτυχίαν (2)». 
1.Ορφέως «Λόγοι Ιεροί»/ 2. Πλάτωνας (Συμπόσιο)




Η ιστορία του εορτασμού της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου και η ιστορία του ομώνυμου αγίου, καλύπτεται από μυστήριο. Από όσο γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, ο Φεβρουάριος τις τελευταίες δεκαετίες εορτάζεται ως μήνας του ρομαντισμού, ενώ ο εορτασμός της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου περιέχει ίχνη τόσο από την χριστιανική, όσο και από την ρωμαϊκή παράδοση. Ποιός όμως ήταν ο Άγιος Βαλεντίνος και πως συνδέθηκε με την αρχαία αυτή ιεροτελεστία;

Στην αρχαία Αθήνα, όταν ο χειμώνας άρχιζε να δύει (άλλοτε τον Ιανουάριο και άλλοτε τον Φεβρουάριο), εόρταζαν με λαμπρότητα τα Θεογάμια εις ανάμνησιν του έρωτος και των γάμων των ολυμπίων αρχόντων Διός και Ήρας. Ο μήνας αυτός -έβδομος ή και όγδοος του αττικού ημερολογίου- ο οποίος κάλυπτε τη χρονική περίοδο 22 Δεκεμβρίου-20 Φεβρουαρίου του δικού μας ημερολογίου ονομαζόταν Γαμηλιών (ο μήνας των γάμων) και ήταν αφιερωμένος στους πέντε γαμήλιους θεούς, τον Δία τον Τέλειο, Ήρα την Τελεία, την Αφροδίτη, την Πειθώ και την Άρτεμη, από τους οποίους εξηρτάτο η ευτυχής έκβαση του γάμου.

Ιδιαίτερες, φυσικά, ήταν οι τιμές για τον Νεφεληγερέτη και τη σύζυγό του, η οποία ήταν η προστάτιδα-θεά του γάμου.

Αργότερα, στη Ρώμη, επίσης τον Φεβρουάριο μήνα, εορτάζονται τα Λουπερκάλια προς τιμήν του Λούπερκους, θεού της γονιμότητας (ο Ρωμαίος Φαύνος ή Πάνας). Οι Ρωμαίοι θυσίαζαν κατσίκια και σκυλιά, ενώ νεαρά αγόρια χτυπούσαν με λωρίδες από δέρμα κατσίκας τις νεαρές κοπέλες για να τους μεταδώσουν τη γονιμότητα.

Οι αρχές, λοιπόν, της άνοιξης σηματοδοτούν όχι μόνον τη γονιμότητα και τις χαρές της φύσης αλλά και των έμβιων όντων που βρίσκονται εντός της, μεταξύ των οποίων και ο άνθρωπος.

Από τα Θεογάμια και τα Λουπερκάλια  έπρεπε να περιμένουμε την έλευση του Χριστιανισμού και την οργάνωση της εορταστικής πολιτικής της Εκκλησίας· ο καθείς και οι θεοί του! Ας μην ξεχνάμε ότι οι περισσότερες από τις χριστιανικές γιορτές αντλούν την έμπνευσή τους από τους παγανιστικούς πανηγυρισμούς.

Η γιορτή καταργήθηκε από την Εκκλησία τον 5ο αιώνα μ.Χ., ως ειδωλολατρική. Στη θέση της, στις 14 Φεβρουαρίου, μπήκε ο εορτασμός της μνήμης του Αγίου Βαλεντίνου, μάρτυρα της χριστιανικής πίστης από τη Ρώμη, με απόφαση του Πάπα Γελάσιου. Ο Γελάσιος δεν ξεκαθάρισε ποιος ήταν ο Άγιος που ήθελε να τιμήσει. Πιστεύεται ότι το έκανε μόνο και μόνο για να καταργήσει τα Λουπερκάλια. Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου το 496 δεν είχε καμία σχέση με τον έρωτα.. 



Νωρίς το πρωί είχα μία συνάντηση με την Ψυχή, η οποία μου εξέφρασε κάποια παράπονα τα οποία σας μεταφέρω. Μου είπε " Όταν γνώρισα τον ΄Ερωτα ήταν νέος, όμορφος, φτερωτός και μου συστήθηκε ως τέκνο της Αφροδίτης. Στην πορεία των αιώνων, απέβαλε τα πτερά του και ενεδύθη ενδύματα, τα οποία εσκίασαν το φυσικό του κάλλος. Διαμαρτυρόμενη για την δραματική αλλαγή της εμφανίσεώς του, μου δήλωσε πως πλέον απεκόπη από την μητέρα του , διότι η λατρεία της εξέλιπεν και προσαρμόστηκε στα νέα πρότυπα λατρείας τα οποία επιβάλλουν σεμνή περιβολή και απαγόρευση εξόδου εκτός του νομίμου οίκου. Το αποδέχθηκα κι΄αυτό, αλλά την αντικατάσταση της λατρείας του με γούνινες καρδούλες , που γράφουν " Ι love you" και "you are my Valentine" στό όνομα κάποιου νεοφανούς αγίου Βαλεντίνου, ούτε εγώ την ανέχτηκα, ούτε κι΄αυτός, ο οποίος έκτοτε, απoφάσισε να γίνει ασκητής και να μ΄αφήσει ανέραστη.. " Αυτά μου αφηγήθηκε η Ψυχή και ζήτησε βοήθεια, για να επιστρέψει ο ΄Ερως σ΄αυτήν. ..!


Τη σημασία που έχει σήμερα η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου την απέκτησε τον 14ο αιώνα, όπου συνδέθηκε με την έννοια της ευγενούς αγάπης, και την πρώτη γραπτή αναφορά του ως Αγίου την συναντάμε το 1382 στο ποίημα «Το Κοινοβούλιο των Πτηνών» («Parlement of Foules») του Geoffrey Chaucer.

Το ποίημα των 699 στίχων είναι εμπνευσμένο από την παράδοση, κατά την οποία κάθε χρόνο την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου τα πουλιά συγκεντρώνονται μπροστά στη θεά της φύσης για να διαλέξουν ερωτικούς συντρόφους («...for this was Saint Valentine’s Day, when every bird cometh there to choose his mate...»).

Ο Άγιος Βαλεντίνος ήταν ένας νεαρός χριστιανός και προστάτης των ερωτευμένων. Μια εικόνα του σώζεται στην εκκλησία της Santa Maria Antiqua, την ενορία των Ελλήνων της Ρώμης, την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Διακρίνονταν για την χριστιανική του αγάπη και το ενοποιό του πνεύμα. Ο Βαλεντίνος, σύμφωνα με τον θρύλο, υπήρξε ιερωμένος του 3ου αιώνα, ο οποίος - σε πείσμα των αυτοκρατορικών διαταγών – δεχόταν να παντρέψει νεαρούς στην ηλικία ερωτευμένους, γλιτώνοντας με αυτό τον τρόπο τους άρρενες από τη στρατιωτική θητεία.

Μαρτύρησε (αποκεφαλίστηκε) κατά την περίοδο των διωγμών του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κλαύδιου του Β’, στις 14 Φεβρουαρίου 268 μ.Χ και θάφτηκε στις κατακόμβες της Αγίας Πρίσκιλλας στη Ρώμη. Το 1815, ο Πάπας Πίος ο 7ος, πρόσφερε τα λείψανά του ως δώρο στον ιερέα Giovanni-Battista Longarini di San Constanzo, που προέρχονταν από το δουκάτο του Ουρμπίνο.

Στη συνέχεια τα λείψανά του, έπειτα από πολλές περιπέτειες, βρέθηκαν το 1907 στην Μυτιλήνη, μέσα στην εκκλησία της Μεταστάσεως της Παναγίας, η οποία βρίσκεται στην οδό Ερμού και είναι ευρέως γνωστή ως «Φραγκοκλησιά», κάτω από την Αγία Τράπεζα. Μετά την αποκατάσταση του ναού από την 14η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, το 2009, υπογράφτηκε και το ειδικό επίσημο έγγραφο για την απόθεση των λειψάνων του Αγίου Βαλεντίνου στο ναό. Ενας ειδικός, ο
Cicero Moraes, με τη βοήθεια της τεχνολογίας επιχείρησε να μας δείξει την πραγματική του εικόνα, πραγματοποιώντας τρισδιάστατη ανάλυση.

Ο ίδιος προσπάθησε μέσα από φωτογραφίες, που είχε την δυνατότητα να έχει στην κατοχή του, βγάζοντας το κρανίο του Αγίου που βρίσκεται στη Ρώμη και στη συνέχεια εκτελώντας επεξεργασία σε αυτές να εξάγει συγκεκριμένα συμπεράσματα.


Σύνθεση από διάφορες διαδικτυακές πηγές.

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Οι Σειληνοί, στην μυθολογία

 Άγαλμα του Σειληνού, Θέατρο Διονύσου, Αθήνα 1882.

Οι Σειληνοί ήταν δαίμονες των ρεόντων υδάτων και της ευφορίας της γης, σύντροφοι του Διόνυσου. Αν και συχνά συγχέονται με τους Σάτυρους, ήταν διαφορετικά πλάσματα. Έμοιαζαν αρκετά με Κένταυρους, έχοντας αυτιά, ουρά και οπλές αλόγου και κατάγονταν από τη Θράκη και τη Φρυγία.

Αρχηγός τους ήταν ο Σειληνός, που είχε διαπαιδαγωγήσει το θεό Διόνυσο και που χρησίμευε σαν μάντης στους ανθρώπους, μόνο όμως αφού αυτοί τον μεθούσαν. Οι Σειληνοί συνήθως διασκέδαζαν το Διόνυσο παίζοντας μουσική και χορεύοντας με τις Μαινάδες, ενώ κατά το μύθο είχαν πολεμήσει μαζί με το Διόνυσο εναντίον των Γιγάντων.

Οι Σειληνοί εμφανίζονται με αφτιά και ουρά αλόγων και πολλές φορές είναι οπλισμένοι. Ωστόσο, η αρχαία πλαστική τούς παρουσίαζε άλλοτε γέρους με πατρική έκφραση να κρατούν στην αγκαλιά τους τον Βάκχο σε νηπιακή ηλικία, και άλλοτε πάλι κοντόχοντρους και μεθυσμένους άντρες, αποκρουστικούς στην όψη, στεφανωμένους με κληματόφυλλα και σταφύλια να κρατούν θύρσο ή ραβδί. Πολλές φορές ήταν ξαπλωμένοι δίπλα σε ασκί και άλλοτε πάνω σε γάιδαρο, που ήταν και το ιερό τους ζώο.

Ο γνωστότερος από τους Σειληνούς ήταν, κατά τη μυθολογία, ο ομώνυμος βασιλιάς της Νίσας στη Λιβύη, ο οποίος ήταν γιος του Ερμή ή του Πάνα και κάποιας Νύμφης (Βλ. λ. Σειληνός). Οι Σειληνοί ήταν χθόνιες θεότητες με αμφίσημο χαρακτήρα. Αφενός εμφανίζονται να έχουν βίαιο και λάγνο χαρακτήρα που τους φέρνει σε προστριβές με τις Νύμφες. Ως τέτοιοι παρουσιάζονται σαν αποτρόπαιοι δαίμονες (όπως η Γοργώ, η Μέδουσα ή οι Ερινύες) αποτρέποντας το κακό που οι ίδιοι συμβολίζουν.

Ωστόσο, οι εξατομικευμένες μορφές Σειληνών όπως ο Σειληνός ή ο Μαρσύας παρουσιάζονται ως ευεργετικοί δαίμονες. Παρουσιάζονταν ως σοφοί δάσκαλοι και μάντεις που είχαν στενή σχέση με τη μουσική. Αυτός ο διττός χαρακτήρας τους προκύπτει από το ότι οι Σειληνοί ήταν χθόνιες θεότητες (όπως ο Πάνας ή οι Κένταυροι) που μεσολαβούν μεταξύ του πάνω και του κάτω Κόσμου. Έτσι σχετίζονται τόσο με τη γονιμότητα όσο και με τον θάνατο.Είναι ακριβώς ο χθόνιος χαρακτήρας τους που τους συνδέει με τον Διόνυσο, επίσης χθόνια θεότητα.

Ο αλογόμορφος χαρακτήρας τους συνδέεται επίσης με τη βακχική μανία, καθώς το άλογο στην αρχαία Ελλάδα ήταν σύμβολο της επιληψίας και της θείας μανίας.

Ο Friedrich Nietzsche στην Γέννηση της Τραγωδίας ( μτφ Νίκου Καζαντζάκη) , αναφέρει την ακόλουθη ιστορία, με τίτλο «Tι είναι για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό και πιο πολύτιμο αγαθό;», και με πρωταγωνιστή τον Σειληνό και τον βασιλιά Μίδα.

Κάποια αρχαία ελληνική παράδοση, που διηγείται ο Νίτσε, λέει πως, ο βασιλιάς Μίδας, κάποτε, κυνήγησε πολλή ώρα στο δασός το γερο Σειληνό, τον σύντροφο του Διόνυσου, χωρίς να μπορέσει να τον φτάσει. Όταν επιτέλους κατόρθωσε να τον πιάσει, ο βασιλιάς τον ερώτησε τι είναι για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό και πιο πολύτιμο αγαθό. Ακίνητος και πεισμωμένος ο δαίμων έμενε άφωνος, έως ότου, εξαναγκασμένος από τον νικητή του, ξέσπασε στα γέλια και άφησε να του ξεφύγουν αυτά τα λόγια :

“φυλή άθλια κι εφήμερη , παιδί της τύχης και της οδύνης, γιατί με αναγκάζεις να σου αποκαλύψει πράγμα που θα ήταν καλύτερα για σένα να μη γνωρίσεις ποτέ; Ο,τι περισσότερο απ όλα πρέπει να επιθυμείς, σου είναι αδύνατον να τα αποκτήσεις: το καλύτερο για σένα είναι να μην έχεις ποτέ γεννηθεί , να μην υπάρχεις, να πέσεις στην ανυπαρξία. Ύστερα από αυτό ο,τι περισσότερο πρέπει να επιθυμείς, είναι να πεθάνεις το γρηγορότερο»

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία - Μυθαγωγία