Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Πολιτικοί και εθνικό συμφέρον


«Ημέας στασιάζειν χρεόν εστι εν τω άλλω καιρώ και δη και εν τώδε περί του οκότερος ημέων πλέω αγαθά την πατρίδα εργάσεται» 
Ηρόδοτος,VII, 79


          Οι τελευταίες κομματικές αντιπαραθέσεις αλλά και οι πολιτικές διαμάχες ανέδειξαν με ενάργεια τόσο την ποιότητα των πολιτικών επιχειρημάτων όσο και το πολιτικό ήθος των ταγών της εξουσίας. Κατεξοχήν, όμως, εκείνο που αναδείχτηκε – ιδιαίτερα για τη συμφωνία Ελλάδας και FYROM – ήταν το πώς αντιλαμβάνονται τα κόμματα και ιδιαίτερα οι φορείς αυτών (πολιτικοί αρχηγοί, βουλευτές…) τη θέση τους απέναντι στο εθνικό συμφέρον.

          Πολλοί θεωρούν πως οι πολιτικές διενέξεις συνιστούν υγιές στοιχείο της δημοκρατίας μας και αναδεικνύουν τη ζωτικότητα του πολιτικού μας συστήματος. Θα ήταν περίεργο να επικρατούσε μία απόλυτη ή σχετική ομοφωνία γύρω από ένα θέμα που ταλανίζει τη χώρα μας. Θα ήταν ανησυχητικό, επίσης, αν τα πολιτικά κόμματα και οι εκπρόσωποί τους επέλεγαν τον ίδιο τρόπο προάσπισης των εθνικών δικαίων. Η απουσία διαφωνιών και οι πολιτικές ταυτίσεις χαρακτηρίζουν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα.

          Ωστόσο, η πολιτική πολυφωνία όταν δεν καταλήγει σε μια ελάχιστη σύγκλιση και αναλώνεται σε μία φλύαρη και άγονη ιδεολογική διαπάλη, τότε μοιραία διαβρώνει τους πυλώνες της δημοκρατίας και υπονομεύει το καλώς εννοούμενο εθνικό συμφέρον. Υπάρχει, δηλαδή, πάντα ο κίνδυνος πολιτικοί και πολίτες να διαποτιστούν από διχαστικά σύνδρομα με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η τόσο αναγκαία στις μέρες μας εθνική συνεννόηση και σύμπραξη. Μία συνεννόηση που μπορεί να συμβάλει θετικά τόσο στην άμβλυνση των εθνοκτόνων κομματικών «δογμάτων» όσο και στην ενίσχυση της ψυχικής ένωσης των πολιτών.

          Εξάλλου ο κομματικός ανταγωνισμός – αν δεν μπορεί να μετριαστεί – τουλάχιστον να γονιμοποιεί κατά δημιουργικό τρόπο τις ιδέες και τους τρόπους θετικής έκβασης των εθνικών θεμάτων. Οι προσωπικές φιλοδοξίες, οι ατομικές εχθρότητες και τα ιδιοτελή κίνητρα δεν πρέπει και δεν μπορούν να δηλητηριάζουν τον κοινό αγώνα για προώθηση των εθνικών δικαίων.

          Ο πρώτος διδάξας την υπερτέρηση του εθνικού συμφέροντος έναντι των προσωπικών ωφελημάτων είναι ο δίκαιος Αριστείδης που αν και «εόντα μεν εαυτώ ου φίλον, εχθρόν δε μάλιστα» έσπευσε να βοηθήσει τον Θεμιστοκλή για τη σωτηρία της Αθήνας. Θεώρησε, δηλαδή, πως οι προσωπικές και πολιτικές διενέξεις θα πρέπει να διακονούν όχι προσωπικές στρατηγικές αλλά το καλό της πατρίδας «εμείς πρέπει να μαλώνουμε και σε άλλες περιστάσεις και προ πάντων τώρα, ποιος θα κάνει μεγαλύτερο καλό στην πατρίδα».

          Το «οκότερος ημέων πλέω αγαθά την πατρίδα εργάσεται» προσδιόριζε το πολιτικό ήθος των μεγάλων ανδρών της αρχαίας Αθήνας. Ούτε και τότε εξέλιπαν οι πολιτικές υπερβολές και οι προσωπικές βλέψεις. Ο ίδιος ο Αριστείδης υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα θυματοποίησης μέσα από το σκληρό νόμο του οστρακισμού. Ωστόσο, όταν το επέβαλαν οι συνθήκες βρήκαν τρόπους συμφιλίωσης και συνεννόησης. Αποτέλεσμα οι νίκες των Αθηναίων σε πολλά επίπεδα (οικονομικό, πολιτιστικό…). Γιατί καμία πολιτεία, καμία πατρίδα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς το ανάλογο ήθος των πολιτικών αλλά και των πολιτών.

          Κι αυτό γιατί το ήθος των πολιτών (αλλά και των πολιτικών) βρίσκεται σε μία συναρτησιακή σχέση με το ήθος της πολιτείας. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης θεωρούσε πως το ήθος των πολιτών και η ηθική διαπαιδαγώγησή τους αποτελεί το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο επωάζεται και το ήθος της πολιτείας «Αεί δε το βέλτιον ήθος βελτίονος αίτιον πολιτείας».

          Βέβαια η σχέση Ηθικής και Πολιτικής αποτελεί διαχρονικό θέμα συζήτησης χωρίς ορατά σημεία σύγκλισης μεταξύ των μελετητών. Αν και κινούνται σε διαφορετικά πεδία – επίπεδα αλληλοδιαμορφώνονται και επηρεάζουν καταλυτικά την πολιτική σκέψη και συμπεριφορά των πολιτών. Ιδιαίτερα σε θέματα που υπερβαίνουν την καθημερινότητα των ατόμων η σύζευξη Ηθικής και Πολιτικής θεωρείται αναγκαία. Εάν στο δίπολο «Ηθική – Πολιτική» προσθέσουμε και τον ορθολογισμό, τότε μπορούμε να μιλάμε για την ανώτατη μορφή πολιτείας, όπου ο πολιτικός διάλογος θα διεξάγεται με άλλους όρους και θα είναι προσανατολισμένος στην υπεράσπιση του «λογικού» του «πραγματικού» και του «κοινού καλού».

          Όταν οι δημόσιες πολιτικές αντιπαραθέσεις ακολουθούν τους βασικούς όρους του πολιτικού διαλόγου, τότε και ο διάλογος ως διαδικασία προάγεται αλλά και το συμφέρον της πατρίδας υπηρετείται αποτελεσματικότερα. Τα συναισθήματα υποχωρούν, η προπαγάνδα αδυνατίζει και ισχυροποιείται το μέτρο και η λογική. Ο Πρωταγόρας όρισε το διάλογο ως «Το σωφρόνως δούναι και δέξασθαι λόγον».

          Κάθε φορά, λοιπόν που τα εθνικά θέματα τίθενται σε δημόσια συζήτηση και πιέζουν για λύση, δεν είναι υποχρεωτικό οι πολιτικοί να οδηγούνται σε λεκτικές υπερβολές ή σε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς. Τα επίθετα «προδότες» και «πατριώτες» (ένας ανούσιος μανιχαϊσμός) πολλές φορές αποκαλύπτουν την ένδεια επιχειρημάτων αλλά το ήθος όλων εκείνων που τα εκφέρουν. Έτσι δίνουν επιχειρήματα στον «αντίπαλο» και καλλιεργούν το φανατισμό και τον εθνικισμό. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται εξ ανάγκης πάντοτε από τον «απέναντι» αλλά πολλές φορές από τα δικά μας λάθη.

          «Μάλλον πεφόβημαι τας οικείας ημών αμαρτίας, ή τας των εναντίων διανοίας». (Περικλής «Φοβάμαι περισσότερο τα δικά μας λάθη, παρά τα σχέδια των αντιπάλων μας).

          Η ιστορία δικαιώνει εκείνους τους πολιτικούς που θυσιάζοντας ενδεχομένως το πολιτικό τους μέλλον υπηρέτησαν με σθένος και διορατικότητα τα εθνικά δίκαια. Αντίθετα το παρόν «στεφανώνει» τους λαϊκιστές και όσους συνθηματολογούν. Γι αυτό στον πολιτικό διάλογο – στο όνομα της διατύπωσης της συμφερότερης λύσης για τα εθνικά θέματα – προέχει όχι η κριτική αυτή καθεαυτή αλλά η προβολή των θετικών αντιπροτάσεων. Οδηγός κάθε κριτικής ή κάθε πολιτικής πράξης θα πρέπει να είναι η προτροπή του Επίκτητου.

          «Εκάστου έργου σκόποι τα καθηγούμενα και τα ακόλουθα αυτού και ούτως έρχου επ΄ αυτό».

          Επομένως οι πολιτικές φιλονικίες και οι προσωπικές ύβρεις «ημέας στασιάζει…» μικρή σημασία έχουν, αν δεν συνοδεύονται από την αγαθή προαίρεση της διακονίας του συμφέροντος της πατρίδας «οκότερος ημέων πλέω αγαθά την πατρίδα εργάσεται».

          Συνιστά πολιτικό τυχοδιωτισμό να επενδύουν οι πολιτικοί στον άδολο πατριωτισμό των πολιτών και να διαχειρίζονται με δόλο και υστεροβουλία τις φοβίες και ανασφάλειές του. Υπάρχει ο κίνδυνος να διαμορφωθεί το ήθος ενός λαού πάνω στη βάση του φόβου, της αυτοϋποτίμησης ή της αυτοϋπερεκτίμησης. Εξάλλου οι πολιτικοί λειτουργούν και ως ηθικοποιητικοί παράγοντες του λαού.

          «Το της πόλεως ήθος ομοιούται τοις άρχουσι» 
Ισοκράτης.


Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Τα παράδοξα της ζωής..



Το παράδοξο της λογικής:
Η καρδιά έχει απόψεις, τις οποίες η λογική δεν αποδέχεται!
Το παράδοξο της όρασης:
Συνήθως τα ουσιώδη δεν τα βλέπεις με τα μάτια, τα βλέπεις με την καρδιά!
Το παράδοξο της βοήθειας:
Αν χρειαστείς την βοήθεια κάποιου, ζήτα από αυτόν που είναι απασχολημένος,γιατί αυτός που δεν κάνει τίποτα, θα σου πει ότι δεν έχει χρόνο!
Το παράδοξο της βιασύνης:
Αυτό που κάνεις βιαστικά, είναι πάντοτε λάθος!
Το παράδοξο της τεχνολογίας:
Ενώ μας φέρνει πιο κοντά σ’ αυτούς που είναι μακριά μας, μας απομακρύνει από αυτούς που είναι δίπλα μας!
Το παράδοξο της ταχύτητας
Δεν φτάνει πρώτος αυτός που πάει πιο γρήγορα, αλλά αυτός που ξέρει που πάει!
Το παράδοξο της ευτυχίας:
Όταν αντικειμενικά είμαστε καλύτερα από ποτέ, υποκειμενικά αισθανόμαστε ανικανοποίητοι!
Το παράδοξο της σοφίας:
Αυτός που ξέρει πολλά ακούει, αυτός που ξέρει λίγα μιλάει…,
αυτός που γνωρίζει πολλά ρωτάει, αυτός που γνωρίζει λίγα έχει γνώμη!
Το παράδοξο της γενναιοδωρίας:
Όσα περισσότερα δίνουμε, τόσα περισσότερα παίρνουμε!
Το παράδοξο της γνώσης:
Ο άνθρωπος ψάχνοντας για απαντήσεις, βρίσκει πάντα ερωτήσεις!
Το παράδοξο του χιούμορ:
Το αστείο είναι πολύ σοβαρή υπόθεση!
Το παράδοξο της σιωπής:
Η σιωπή πολλές φορές είναι πιο δυνατή από την κραυγή!
Το παράδοξο του πλούτου:
Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα!
Το παράδοξο της αγάπης:
Σε κάνει να στενοχωριέσαι περισσότερο αυτός που σ’ αγαπάει πιο πολύ!
Το παράδοξο της ικανοποίησης:
Υποφέρουμε πολύ για τα λίγα που δεν έχουμε και χαιρόμαστε λίγο για τα πολλά που μας δόθηκαν από τον Θεό!


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

«ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ: Ασθένεια ή ρεαλισμός»


«Αν κοιτάξεις για πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος και η άβυσσος θα κοιτάξει εσένα» 
Νίτσε


            Πολλοί άνθρωποι μέμφονται καθημερινά την οικονομική κρίση, την απρόσωπη κοινωνία, την ανάλγητη εξουσία, την έκπτωση των ηθικών αξιών, την απουσία νοήματος ζωής, την αδυναμία της θρησκείας να δώσει πειστικές απαντήσεις στα υπαρξιακά τους ερωτήματα, την αδυναμία έκφρασης της δημιουργικότητας στο χώρο της εργασίας, το αγχογόνο περιβάλλον και όχι σπάνια την ίδια την ανθρώπινη φύση. Παντού βλέπουν αδιέξοδα, εμπόδια και αξεπέραστες δυσκολίες. Ζουν με το φόβο της αποτυχίας και βιώνουν κατά δραματικό τρόπο το αίσθημα του αποτυχημένου. Ακόμη και μια απλή ατυχία ή αποτυχία τη μεταφράζουν ως προοίμιο χειρότερων κακών. Την επιτυχία τη φοβούνται γιατί μέσα σε αυτή διαβλέπουν μια παγίδα.

            Όλα τα παραπάνω σκιαγραφούν ένα γνωστό τύπο ανθρώπου, τον απαισιόδοξο. Η απαισιοδοξία συνιστά μια «αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κόσμος μας είναι ο χειρότερος δυνατός κόσμος και η αισιοδοξία δεν είναι παρά μια μάταιη προσπάθεια συγκάλυψης του πόνου και της δυστυχίας και φυγής από την πραγματικότητα» (Λεξικό Αργύρη Ματακιά). Ο απαισιόδοξος αντιμετωπίζει τα πάντα από την κακή τους πλευρά, βλέπει παντού το κακό, την ήττα και τη ματαιότητα. Ένα διάχυτο αίσθημα απελπισίας τον διακατέχει σε κάθε ενέργειά του και γι’ αυτό καταφεύγει στην αδράνεια και στην απάθεια. Ένα αίσθημα πόνου και εσωτερικής ερήμωσης τον διακατέχει και μια άμετρη ψυχική κενότητα.

            Συναφής έννοια με την απαισιοδοξία είναι ο πεσιμισμός (pessimismus). Ο όρος προσδιορίζει υπόρρητα ένα απροσδιόριστο αίσθημα απελπισίας προς τη ζωή, τον κόσμο και την ύπαρξη σε συνδυασμό πάντα με την εδραία πεποίθηση ότι ο πόνος και το κακό κυριαρχούν και εξουσιάζουν τα πάντα. Στοιχεία πεσιμισμού ανευρίσκονται στην Ορφική και Πυθαγόρεια άποψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Σύμφωνα με αυτή η υλική υπόσταση (σαρκική ύπαρξη) του ανθρώπου συνιστά μια τιμωρία που υφίσταται η ψυχή.

            Ωστόσο, στοιχεία πεσιμισμού ανιχνεύονται και στον Πλάτωνα αφού σύμφωνα με τη βασική του θεωρία ο γήινος κόσμος συνιστά μια έκπτωση από τον ιδεατό κόσμο και η σάρκα εμποδίζει τον άνθρωπο να δει – αντιληφθεί την πραγματική ουσία του κόσμου, τις ιδέες.

            Κατεξοχήν, όμως, ο πεσιμισμός – απαισιοδοξία εκφράστηκε ως φιλοσοφική θεωρία από τον Σοπενχάουερ. Η δυστυχία του κόσμου, η ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και η άρνηση βούλησης για ζωή αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της θεωρίας του. Για τον Σοπενχάουερ η θεμελιακή – κινητήρια δύναμη του ανθρώπου είναι η θέληση (και όχι η νόηση) που λειτουργεί ως πλάστης της αείρροης ζωής και απαιτεί τη φθορά και την οδύνη.

            «Και καθώς από άποψη φυσικής, το περπάτημα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα πέσιμο που διαρκώς προλαβαίνεται, έτσι και η ζωή του κορμιού δεν είναι άλλο παρά θάνατος που διαρκώς αναστέλλεται….» (Σοπενχάουερ)

            Κάθε προσπάθεια καταγραφής της βασικής αιτίας της απαισιοδοξίας προσκρούει στον πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο χαρακτήρα της. Οι ψυχολόγοι διατείνονται πως η απαισιοδοξία πηγάζει ή τρέφεται από κάποια απροσδιόριστα συμπλέγματα κατωτερότητας και ψυχικούς τραυματισμούς που δημιουργήθηκαν κατά την παιδική ηλικία. Κάποια αρνητικά βιώματα ή εμπειρίες της παιδικής ηλικίας ίσως να στιγμάτισαν ανεξίτηλα την ψυχολογία του απαισιόδοξου και να προετοίμασαν το έδαφος για το υπαρξιακό κενό και τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

            Απόρροια όλων των παραπάνω είναι η βίωση του αισθήματος της αποτυχίας. Το βίωμα αυτό συνδέεται άμεσα με την αποδοχή της ανικανότητας του ατόμου να πραγματώσει τους στόχους του. Πολλοί βέβαια θέτουν υψηλούς στόχους και η αδυναμία πραγμάτωσής τους επιφέρει την απογοήτευση. Έτσι οι απραγματοποίητες φιλοδοξίες διογκώνουν την απογοήτευση και πλέκουν τον ιστό της ψυχολογίας του αποτυχημένου. Όταν, όμως, η αποτυχία εντοπίζεται και στα κοινά πράγματα τότε το υποκείμενο συνειδητοποιεί κατά δραματικό τρόπο την ανικανότητά του. Εσωτερικά, δηλαδή, λειτουργεί το σχήμα: προβολή υψηλών στόχων αδυναμία πραγμάτωσης συνειδητοποίηση – αποδοχή της ανικανότητας ψυχολογία αποτυχημένου «βίωμα αποτυχίας» απογοήτευση απαισιοδοξία.

            Συμπληρωματικά ο απαισιόδοξος αντιμετωπίζει τη ζωή ως κάτι αρνητικό, ως κάτι που γεννά «προβλήματα» - εμπόδια στην προσπάθειά του να πετύχει τους στόχους και να βιώσει την ευτυχία του. Απότοκο αυτής της αντίληψης μια στάση απαξίωσης προς τον κόσμο και την κοινωνία. Τα θεωρεί όλα – συλλήβδην «κατασκευασμένα» και κακοτεχνίες και αδυσώπητα ή εχθρικά προς τον άνθρωπο. Κατηγορεί την ηθική, το δίκαιο και οτιδήποτε συνέχει την κοινωνία.

            «Πρόοδος δεν υπάρχει, λογικό να κυβερνά τη μοίρα, οι αφηρημένες έννοιες, οι θρησκείες, οι ηθικές είναι ανάξιες παρηγοριές για τους ανίδεους και τους δειλούς» (Ν. Καζαντζάκης)

            Ασυνείδητος στόχος όλων των αιτιάσεων του απαισιόδοξου η παρηγοριά, η από- ενοχοποίηση και η μείωση του ψυχικού πόνου. Είναι, δηλαδή, μια προσπάθεια ψυχολογικής αποφόρτισης μέσα από την απο-ενοχοποίησή του. Παύει να νιώθει αποτυχημένος κι αποδίδει την αποτυχία του σε αντικειμενικούς παράγοντες – εξωτερική πραγματικότητα και όχι σε υποκειμενικές αδυναμίες.

            Η στάση – αντίδραση του απαισιόδοξου παραπέμπει ευθέως στους γνωστούς «αμυντικούς μηχανισμούς» που αναπτύσσει ασυνείδητα ο άνθρωπος προκειμένου να αντιμετωπίσει ή να απαλλαγεί από δυσάρεστα ψυχολογικά συναισθήματα. Είναι ο «μηχανισμός της εκλογίκευσης» που καταγράφει – υποδηλώνει μια προσπάθεια του ατόμου να ερμηνεύσει με «λογικό» τρόπο την αποτυχία του, αποδίδοντας αυτήν σε εξωγενείς παράγοντες. Έτσι εφησυχάζει και αποσυμπιέζεται ο ψυχικός του κόσμος από τα αρνητικά συναισθήματα. Εδώ διαφαίνεται καθαρά η δύναμη του νόμου της «ομοιόστασης» που στοχεύει στη βίωση της εσωτερικής αρμονίας.

            «Δεν είναι τόσο τα γεγονότα που μας θλίβουν, όσο η ψευδής παράσταση που έχουμε γι’ αυτά» (Laupies)

            Η παραπάνω θέση φωτίζει καλύτερα το ρόλο της υποκειμενικής θεώρησης της πραγματικότητας που συντρίβει τον άνθρωπο και φράζει το μέλλον σύμφωνα με την ψυχολογία του απαισιόδοξου. Γι’ αυτό και η αποτυχία για τους απαισιόδοξους δεν υφίσταται απόλυτα και αντικειμενικά αλλά συνιστά μια προσωπική θεώρηση κι ένα ατομικό βίωμα. «Ένα δυστύχημα είναι τόσο μεγάλο, όσο το βλέπει ο καθένας μας» (Σενέκας)

            Ο απαισιόδοξος, λοιπόν, είναι ένας μεμψίμοιρος που βιώνει το οδοιπορικό της ζωής ως δοκιμασία και όχι ως μια θετική προοπτική. Αισθάνεται άβουλο όργανο μιας αναγκαιότητας που αδυνατεί να αντιμετωπίσει.

            Ο λόγος του Σοπενχάουερ βρίσκει δικαίωση στους απαισιόδοξους. «Θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως τα ατελείωτα δεινά που πλήττουν τους ανθρώπους και που προκύπτουν από ανάγκες και συμφορές συνυφασμένες ουσιαστικά με την ίδια τη ζωή, είναι άσκοπα και καθαρά συμπτωματικά».

Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

«Κριτική: Δύναμη αλλαγής»


«Ο τρίτος στυλοβάτης της ιστορίας είναι κάποιος που μας αναγκάζει να αναθεωρούμε αυτά που ξέρουμε, μας υποχρεώνει να αμφιβάλουμε και που μας καταδικάζει να δυσπιστούμε για το κατά πόσο οι απαντήσεις μας είναι οριστικές και αμετάκλητες» 
Χόρχε Μπουκάι.


             Η αναθεώρηση των εγνωσμένων, η αμφιβολία όλων εκείνων που φαντάζουν ως τα αυτονόητα της ζωής μας και η δυσπιστία προς ό,τι μας περιβάλλει και περιχαρακώνει συνιστούν το αποτέλεσμα της κριτικής αλλά και την αναγκαία συνθήκη για την ατομική εξέλιξη και την κοινωνική πρόοδο. Όποιος αναλαμβάνει αυτό το ρόλο και στέκεται απέναντί μας κριτικά, επιτιμητικά (ίσως και χλευαστικά) σίγουρα καθίσταται αντιπαθής και μισητός. Είναι, όμως, αναγκαίος για να μας απελευθερώσει από τις συνειδητές ή ασυνείδητες πλάνες ή τυφλώσεις.

            Και βέβαια δεν είναι μόνο το υποκείμενο (ο εαυτός μας) που δυσφορεί ή εναντιώνεται στην κριτική αλλά και ένα πλήθος εξωγενών παραγόντων που χαλκεύουν την αιχμαλωσία μας (πνευματική, κοινωνική, ηθική, ψυχική….). Τέτοιοι παράγοντες είναι:

            α. Τα διάφορα κέντρα εξουσίας που μπορούν να διεγείρουν, με τα μέσα που διαθέτουν, θυμικά τα πλήθη ερεθίζοντάς τα ή αφιονίζοντάς τα με έναν λόγο συνθηματικό και ελλειπτικό, 
β. Ανώνυμα συμφέροντα που στοχεύουν στην καλλιέργεια λογής ειδώλων, που ενσαρκώνουν απωθημένα αρχέτυπα και ανεκπλήρωτες προσδοκίες ασκώντας πάνω σε αυτές μια ψευδή μαγική σχεδόν γοητεία. Προνομιακός χώρος αυτής της διαδικασίας η εύπλαστη συνείδηση των ανθρώπων και 
γ. Το κυρίαρχο αξιακό σύστημα που προσπαθεί – πιέζει να υποβάλλει μιμητικά και μαζικά τη συμμόρφωση σε καθιερωμένα σχήματα – στερεότυπα. Εξάλλου διαχρονικά η συμμόρφωση προβάλλεται ως ατομική αρετή και κοινωνική αξία. (Δημοσίευμα εφημερίδας)

            «Η κοινωνία παντού συνωμοτεί ενάντια στην ανδρεία του κάθε μέλους της. Η αρετή που απαιτεί περισσότερο είναι η συμμόρφωση. Η αυτοπεποίθηση της προκαλεί αποστροφή» ( Έμερσον)

            Την αναγκαιότητα της κριτικής – ως πνευματικής λειτουργίας και ως εργαλείο κοινωνικής αντίστασης – την επιβάλλει και η αντιφατικότητα της εποχής μας. Αυτήν την αντιφατικότητα τη συνθέτουν η αφθονία μέσων και η απουσία στόχων, η υπερπληροφόρηση αλλά και η παραπληροφόρηση (Fake news….), η απόλυτη ελευθερία ως αίτημα αλλά και η αφανής ποδηγέτηση ή η φασματική ελευθερία και τέλος η εμμονή στην ορθολογική ερμηνεία της πραγματικότητας αλλά και ο χαοτικός της χαρακτήρας που ακυρώνει τους παραδοσιακούς κώδικες ερμηνείας.

            Σε αυτό, λοιπόν, το «ντετερμινιστικό χάος» η κριτική σκέψη και συνείδηση μπορούν να βοηθήσουν αποτελεσματικά στη διάσωση της αυτονομίας μας, της ελευθερίας και της φαντασίας μας. Κι αυτό γιατί η ικανότητα του ατόμου να σκέπτεται κριτικά τον βοηθά να αντιστέκεται σθεναρά στους πολυπληθείς και διογκούμενους μηχανισμούς χειραγώγησης της μάζας.

            Γιατί ένα άτομο μπορεί να υπερηφανεύεται ότι έχει πρόσωπο μόνο στα βαθμό που μπορεί κι αποφασίζει να αντιστέκεται στον αγελαίο κομφορμισμό και στις σειρήνες του κοινωνικού μιθριδατισμού. Μια κοινωνία μπορεί να αισθάνεται υγιής όταν μπορεί και αντιστέκεται στο ρητορικό μονόλογο των ταγών της εξουσίας, στην πλάνη και τον εκμαυλισμό που τρέφουν τα είδωλα της αγοράς και στις διάφορες ιδεοληψίες που ναρκώνουν κάθε διάθεση για αλλαγή και ανανέωση.

            Πολλοί θα μπορούσαν να αντιτείνουν σε όλα τα παραπάνω πως η κριτική ως εργαλείο αξιολόγησης προσώπων, γεγονότων και πραγμάτων προϋποθέτει πνευματική αυτάρκεια, ηθική πληρότητα, κοινωνική ευαισθησία και κυρίως ψυχοσυναισθηματική ισορροπία και γενναιότητα. Γιατί πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να υποταχτούμε στην εξουσία του «φόβου» που μας σπρώχνει στο κοπάδι και στην αδράνεια.

            «Ο συλλογικός φόβος διεγείρει το αγελαίο ένστικτο, που γίνεται βίαιο προς εκείνους που δεν θεωρούνται μέλη της αγέλης» (Ράσελ)

            Η κριτική, δηλαδή, μπορεί να μας καταστήσει ύποπτους και «επικίνδυνους» για εκείνους που έμαθαν να σκέπτονται και να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα παραδοσιακά σχήματα σκέψης. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που είναι γαντζωμένοι στα φαντάσματα – βεβαιότητες του παρελθόντος και στις ακλόνητες αλήθειες των κυρίαρχων ιδεολογιών (η εξουσία των ποικίλων – ισμών). Άλλοι πάλι φαντασιώνονται ένα εξιδανικευμένο μέλλον δίνοντας διέξοδο στη φενάκη της υλικής ευζωίας αλλά και στις υπαρξιακές τους αγωνίες.

            Έτσι, η κριτική βαδίζει παράλληλα με την ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Στόχος η αλήθεια που «κρύπτεσθαι φιλεί» και όχι η αυτοεπιβεβαίωση μέσα από την αποδοχή της μάζας που αρέσκεται στο δοκιμασμένο και στην ασφάλεια του παραδοσιακού. Όταν η κριτική προκαλεί δυσαρέσκεια, τότε βρίσκεται στο σωστό δρόμο. Διαφορετικά καταντά κολακεία ή μια ανέξοδη φλυαρία που σκιάζει την αλήθεια και διαιωνίζει την εξουσία των  αυτονόητων της προσωπικής και συλλογικής μας ζωής.
            «Ελευθερία είναι το δικαίωμα να λες στους ανθρώπους αυτό που δεν θέλουν να ακούσουν» (Όργουελ)

            Πολλοί προσδιορίζουν την κριτική ως μια φυσική – ενδόμυχη ανάγκη του ανθρώπου για αυτοπροσδιορισμό ή ως μια μορφή άμυνας απέναντι στο κοινωνικό σώμα. Με όποια μορφή κι αν εκδηλώνεται (αυτοκριτική ή εξωτερική…) συνιστά προϊόν της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου. Για τους Μαρξιστές η κριτική αντανακλά τον κοινωνικό περίγυρο στο βαθμό που το ατομικό «είναι» διαμορφώνεται απόλυτα από το κοινωνικό «είναι» και όχι το αντίθετο.

            Ωστόσο, η αξία αλλά και η δυσκολία της διαφαίνεται στο βαθμό που συμμετέχουν όλες οι υποστάσεις του ανθρώπου για την άσκησή της, όπως: πνευματική ωριμότητα και βαθιά γνώση του αντικειμένου, ηθική συνείδηση και ανιδιοτέλεια, ψυχοσυναισθηματική ισορροπία – θάρρος και έλεγχος των παθών και βέβαια κοινωνική συνείδηση και «ανησυχία».

            Σε εκφραστικό επίπεδο η κριτική αποτυπώνεται ως επιφώνημα, επίρρημα ή επίθετο. Οι παράγοντες που τη διαμορφώνουν είναι πολλοί κι αφανείς, όπως: Το σύστημα αρχών και αξιών (ηθική, ιδεολογία, βιοθεωρία), τα βιώματα και οι εμπειρίες, η πνευματική καλλιέργεια, τα συμφέροντα, η ηλικία και πολλοί άλλοι.

            Ωστόσο, η κριτική δεν είναι στο σύνολό της μια έμφυτη ικανότητα, αλλά προϋποθέτει μια σειρά πράξεων και δυνατοτήτων για να την ασκήσει και να την δεχτεί κάποιος. Κυρίαρχο ρόλο, λοιπόν, διαδραματίζει το Εγώ του ανθρώπου – υποκειμένου, αφού είναι ο καθοριστικότερος και ουσιαστικότερος κριτής της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης. Στην κριτική, όμως, περισσότερο εκτίθεται ο κριτής και λιγότερο ο κρινόμενος.

             «Όταν κρίνεις τους άλλους, δεν τους χαρακτηρίζεις, χαρακτηρίζεις όμως τον εαυτό σου» (Wayne W. Dyer).


Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Η τριμερής εξέλιξη του ανθρώπου




Είστε τριμερή όντα κι όμως οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν τον εαυτό τους μόνο ως σώμα. Ακόμα και τον νου τον ξεχνάτε μετά την ηλικία των 30. Κανείς δε διαβάζει πια. Κανείς δε γράφει. Κανείς δε διδάσκει. Κανείς δε μαθαίνει. Ο νους ξεχνιέται. Δεν τρέφεται. Δεν διευρύνεται. Δεν μπαίνουν μέσα του νέα δεδομένα. Δεν βγαίνουν από μέσα του παρά ελάχιστα. Ο νους δεν “ταΐζεται”. Δεν αφυπνίζεται. Αποκοιμιέται, αμβλύνεται. Κάνετε ότι μπορείτε για να τον αποσυνδέσετε. Τηλεόραση, ταινίες, γλυκανάλατα βιβλία τσέπης. Ό,τι κι αν κάνεις, μη σκέφτεσαι, μη σκέφτεσαι, μη σκέφτεσαι!

Έτσι οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν τη ζωή σε σωματικό επίπεδο. Τάισε το σώμα, ντύσε το σώμα, δώσε “πράγματα” στο σώμα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν διαβάσει ένα καλό βιβλίο, εννοώ ένα βιβλίο από το οποίο μπορούν να μάθουν κάτι, εδώ και χρόνια. Μπορούν όμως να σου πουν το πρόγραμμα όλης της τηλεόρασης για όλη την εβδομάδα. Αυτό το βρίσκω αφάνταστα θλιβερό.
Οι αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δε θέλουν να μπουν στον κόπο να σκεφτούν. Εκλέγουν ηγέτες, υποστηρίζουν κυβερνήσεις, υιοθετούν θρησκείες που δεν απαιτούν ανεξάρτητη σκέψη.

“Κάν’το μου εύκολο. Πες μου τι να κάνω”.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αυτό θέλουν. Που να κάτσω; Που να σταθώ; Πώς να χαιρετήσω; Πότε πληρώνω; Τι θέλεις να κάνω; Ποιοι είναι οι κανόνες; Που είναι τα όριά μου; Πες μου, πες μου, πες μου. Θα το κάνω, αλλά ας μου πει κάποιος τι να κάνω! Μετά νιώθουν αηδία και απογοήτευση. Ακολούθησαν όλους τους κανόνες, έκαναν ότι τους είπαν. Τι πήγε στραβά; Πότε «έκοψε η μαγιονέζα»; Γιατί γκρεμίστηκαν όλα;

Γκρεμίστηκαν όλα τη στιγμή που εγκαταλείψατε το νου σας, το πιο σπουδαίο, το πιο δημιουργικό εργαλείο που διαθέτετε. Είναι καιρός να συμφιλιωθείτε πάλι με το νου σας. Να γίνεται σύντροφός του. Νιώθει τόση μοναξιά! Θρέψτε τον. Είναι τόσο πεινασμένος.Μερικοί από σας, μια μικρή μειοψηφία, έχετε καταλάβει ότι έχετε και σώμα και νου. Έχετε φερθεί καλά στο νου σας. Και πάλι όμως, ακόμη και ανάμεσα σε σας που τιμάτε το νου σας, λίγοι έχετε μάθει να χρησιμοποιείτε το νου περισσότερο από το ένα δέκατο του δυναμικού του. Αν ξέρατε τι μπορεί να κάνει ο νους σας, δε θα σταματούσατε ποτέ να μετέχετε στα θαύματα και στη δύναμή του.

Κι αν νομίζεις πως ο αριθμός εκείνων που ισορροπούν τη ζωή τους ανάμεσα στο σώμα και στο νου είναι μικρός, ο αριθμός εκείνων που βλέπουν τους εαυτούς τους ως τριμερή όντα – σώμα, νους, πνεύμα – είναι απειροελάχιστος. Ωστόσο, είσαστε τριμερή όντα. Είσαστε κάτι παραπάνω από το σώμα σας και κάτι περισσότερο από ένα σώμα με νου.

Τρέφετε την ψυχή σας; Της δίνετε, έστω σημασία; Την θεραπεύεται ή την πληγώνετε; Αναπτύσσεστε ή μαραίνεστε; Διαστέλλεστε ή συστέλλεστε;

Νιώθει και η ψυχή σας την ίδια μοναξιά με το νου σας; Μήπως είναι ακόμη πιο παραμελημένη; Και πότε ήταν η τελευταία φορά που νιώσατε την ψυχή σας να εκφράζεται; Πότε ήταν η τελευταία φορά που κλάψατε από χαρά; Που γράψατε ποίηση; Που συνθέσατε μουσική; Που χορέψατε στη βροχή; Που ζωγραφίσατε οτιδήποτε; Που φιλήσατε ένα μωρό; Που κρατήσατε μια γάτα αγκαλιά; Που ανεβήκατε ένα λόφο; Που κολυμπήσατε γυμνοί; Που κάνατε περίπατο το χάραμα; Που παίξατε φυσαρμόνικα; Που κουβεντιάσατε μέχρι να ξημερώσει; Που κάνατε έρωτα για ώρες στην παραλία ή στο δάσος; Που επικοινωνήσατε με τη φύση; Που αναζητήσατε το Θεό;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που καθίσατε μόνοι με τη σιωπή, ταξιδεύοντας στο βαθύτερο μέρος της ύπαρξής σας; Πότε ήταν η τελευταία φορά που είπατε ένα “γεια!” στην ψυχή σας;

- Όταν ζεις ως μονομερές πλάσμα, τότε βαλτώνεις μέσα σε πράγματα του σώματος: Χρήματα. Σεξ. Δύναμη. Αποκτήματα. Σωματικά ερεθίσματα και ικανοποιήσεις. Ασφάλεια. Φήμη. Οικονομικό κέρδος.

- Όταν ζεις ως διμερές πλάσμα, τότε διευρύνεις τα ενδιαφέροντά σου, έτσι ώστε να περιλαμβάνουν ζητήματα του νου: Συντροφικότητα. Δημιουργικότητα. Ερεθίσματα νέων σκέψεων, νέων ιδεών. Δημιουργία νέων στόχων, νέων προκλήσεων. Προσωπική ανάπτυξη.

- Όταν ζεις ως τριμερή ύπαρξη, τότε έρχεσαι επιτέλους σε ισορροπία με τον εαυτό σου. Τα ενδιαφέροντά σου περιλαμβάνουν ζητήματα της ψυχής: Πνευματική ταυτότητα. Σκοπός της ζωής. Σχέση με το Θεό. Μονοπάτι εξέλιξης. Πνευματική ανάπτυξη. Τελικό πεπρωμένο. Καθώς εξελίσσεσαι σε όλο και υψηλότερες καταστάσεις συνειδητότητας, οδηγείς σε πλήρη πραγμάτωση κάθε πλευρά της ύπαρξής σου.

Όμως εξέλιξη δεν σημαίνει απόρριψη κάποιων πλευρών του εαυτού σου για χάρη κάποιων άλλων. Σημαίνει απλώς διεύρυνση του οπτικού πεδίου, απομάκρυνση από τη σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση με μια πλευρά και στροφή προς τη γνήσια αγάπη και εκτίμηση των πλευρών. "Τότε γιατί τόσοι πολλοί δάσκαλοι ασπάζονται την πλήρη αποχή από το σεξ;"

Γιατί δεν πιστεύουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να επιτύχουν μια ισορροπία. Πιστεύουν πως η σεξουαλική ενέργεια, καθώς και οι ενέργειες που περιβάλλουν άλλες κοσμικές εμπειρίες είναι εξαιρετικά ισχυρές και είναι δύσκολο να μπορέσουν να τις μετριάσουν για να τις φέρουν σε ισορροπία. Πιστεύουν ότι η αποχή είναι ο μοναδικός δρόμος προς την πνευματική εξέλιξη, ενώ είναι μόνο ένα πιθανό αποτέλεσμά της. "Όμως δεν αληθεύει ότι μερικές υπάρξεις που είναι εξαιρετικά εξελιγμένες έχουν παραιτηθεί από το σεξ;"

Όχι με την κλασική έννοια της λέξης “παραιτούμαι”. Δεν πρόκειται για μια εξαναγκασμένη παραίτηση από κάτι που θέλεις ακόμη, αλλά ξέρεις ότι “δεν είναι καλό να έχεις”. Είναι περισσότερο κάτι σαν μια απλή αποδέσμευση, μια κίνηση αποστροφής, όπως σπρώχνει κανείς μακριά του το δεύτερο πιάτο με το γλυκό. Όχι επειδή το γλυκό δεν είναι καλό. Ούτε καν επειδή δεν είναι καλό για σένα. Απλούστατα, επειδή, όσο υπέροχο και να είναι χόρτασες.

Όταν θα μπορείς να απεμπλακείς από το σεξ γι’ αυτή την αιτία, μπορεί να θελήσεις να το κάνεις. Ίσως πάλι να μη θελήσεις. Μπορεί να μην αποφασίσεις ποτέ ότι “χόρτασες” και να θέλεις πάντα αυτή την εμπειρία σε ισορροπία με τις άλλες εμπειρίες του γεγονότος της ύπαρξής σου. Κανένα πρόβλημα. Οι σεξουαλικά δραστήριοι άνθρωποι δεν έχουν λιγότερα προσόντα ως προς τη φώτιση, δεν είναι λιγότερο πνευματικά εξελιγμένοι, από ότι οι σεξουαλικά μη δραστήριοι.

Εκείνο που η φώτιση και η εξέλιξη σε κάνουν πραγματικά να εγκαταλείψεις είναι την εξάρτησή σου από το σεξ, την επιτακτική σου ανάγκη να έχεις την εμπειρία, τις ψυχαναγκαστικές σου συμπεριφορές. Θα εξαφανιστεί επίσης και η συνεχής σου ενασχόληση με το χρήμα, τη δύναμη, την ασφάλεια, τα αποκτήματα και άλλες εμπειρίες του σώματος. Όμως, η ειλικρινής σου εκτίμηση γι’ αυτά δε θα εξαφανιστεί και δεν υπάρχει λόγος να εξαφανιστεί. Η εκτίμηση για όλη τη ζωή είναι εκείνη που τιμάει τη διαδικασία που έχω δημιουργήσει. Η περιφρόνηση για τη ζωή ή για οποιαδήποτε από τις χαρές της – ακόμη και τις πιο βασικές, τις σωματικές χαρές – είναι περιφρόνηση για Μένα το Δημιουργό.

Γιατί όταν αποκαλείς το δημιούργημά Μου ανίερο, τότε πως αποκαλείς Εμένα; Όταν όμως αποκαλείς το δημιούργημά Μου ιερό, τότε καθαγιάζεις το βίωμά του, αλλά και Μένα. Σου λέω τούτο: δεν έχω δημιουργήσει τίποτε που να είναι άξιο περιφρόνησης.



Απόσπασμα από το βιβλίο του Neale Donald Walsch  “Συζήτηση με το Θεό βιβλίο 2”, εκδ. "Η Δυναμική της Επιτυχίας"

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος




Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η άλωση της Κωνσταντινούπόλης


                              «ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ – ΠΑΡΘΕΝ Η ΡΩΜΑΝΙΑ»


Στην ελληνική ιστορία κανένα άλλο γεγονός δεν προκάλεσε τόση θλίψη και απογοήτευση όσο η άλωση της Πόλης (29 Μαΐου 1453). Η αποφράς αυτή ημέρα συνοδεύτηκε από ένα πλήθος θρύλων, θρήνων και παραδόσεων που αντανακλούν το μέγεθος της απώλειας. Όλα αυτά αποκρυσταλλώνουν με ενάργεια την ψυχική συντριβή που βίωσαν όχι μόνο οι Έλληνες εκείνης της εποχής αλλά και οι μεταγενέστεροι.

            «Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός/ και λύπη, / θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις».

            Οι θρήνοι αυτοί πέρα από τον ιστορικό τους χαρακτήρα (μαρτυρίες) μας βοηθούν να προβληματιστούμε για το εύρος των εθνικών συνεπειών της Άλωσης αλλά περισσότερο για τη συναισθηματική σχέση των Ελλήνων προς το γεγονός αυτό.

            Το Βυζάντιο (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) πληθυσμιακά υπήρξε μια πολυεθνική αυτοκρατορία και απλωνόταν σε δυο ηπείρους (Ευρώπη – Ασία) και για κάποιο χρονικό διάστημα σε τρεις (Αφρική). Σήμερα πολλοί λαοί – ιδιαίτερα Βαλκάνιοι – επιθυμούν και διακηρύσσουν ότι είναι οι συνεχιστές του Βυζαντίου (πολιτικά ή πολιτισμικά).

             Ωστόσο, κανένας λαός παρά «μόνο οι Νεοέλληνες έχουν με την Πόλη (Κων/λη) και την Αγία Σοφιά σχέση φορτισμένη με συγκίνηση και νοσταλγία» (Αρβελέρ «Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο;»)*. Κι αυτό διαφαίνεται καθαρά όχι μόνο από τους θρήνους (προφορικούς και γραπτούς) που ακολούθησαν αλλά κι από τους θρύλους που γεννήθηκαν για το γεγονός της άλωσης αλλά και για την ελπίδα επανάκτησή της. Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, τα τηγανισμένα ψάρια, ο παπάς της Αγίας – Σοφιάς (ημιτελής λειτουργία) και πολλά άλλα καταδεικνύουν το βαθύ πόνο  των Ελλήνων αλλά και τη βαθιά επιθυμία για την απελευθέρωση της πόλης, που εκφράστηκε εναργέστατα με το:

            «Σώπασε, κυρά Δέσποινα, μην κλαις και μη δακρύζης, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι».

            Κάποιοι υποστηρίζουν πως το Βυζάντιο δεν ήταν Ελληνικό παρά μια εκδοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αφού και ο τελευταίος αυτοκράτορας υπέγραφε ως αυτοκράτωρ Ρωμαίων. Εξάλλου κατά την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας οι Βυζαντικοί αρέσκονταν να ονομάζονται Ρωμαίοι, χρησιμοποιώντας τη λέξη «Έλλην» για τους ειδωλολάτρες – Εθνικούς.

            Ωστόσο οι Βυζαντινοί, αν και απέφυγαν τη λέξη «Έλλην» θεωρούσαν εαυτούς – ένιωθαν κληρονόμοι του κλασικού ελληνικού παρελθόντος αφού η πνευματική ζωή ήταν εμπλουτισμένη από το αρχαιοελληνικό πνεύμα, όσο κι αν αυτό πολεμήθηκε από την εκκλησία. Εξάλλου η ελληνική γλώσσα από ένα χρονικό σημείο και μετά (6ος – 7ος αιώνας) αρχίζει να κυριαρχεί στη διοίκηση και στους νόμους «νεαρές». Πολλοί υποστήριξαν πως το «λογισμικό» των Βυζαντινών ήταν καθαρά Ελληνικό, όσο κι αν κάποιοι το αρνούνταν ή το απέκρυπταν.

            Σχετικά ο Γεννάδιος Σχολάριος (πρώτος Πατριάρχης) μετά την άλωση της πόλης) δήλωνε εμφαντικά: «           Έλλην ων τη φωνή, ουκ αν ποτε φαίην Έλλην είναι, δια το μη φρονείν ως εφρόνουν ποτέ οι Έλληνες αλλ’ από της ιδίας μάλιστα θέλω ονομάζεσθαι δόξης. Και ει τις έροιτό με τις ειμί, αποκρινούμαι χριστιανός είναι». Όσο κι αν αυτή η ομολογία ξαφνιάζει, υποδηλώνει το κλίμα που επικρατούσε παραμονές της άλωσης.

            Ωστόσο υπήρχαν κι άλλες φωνές που αποκάλυπταν την άλλη πλευρά της εθνικής ταυτότητας των Βυζαντινών και το στοιχείο εκείνο που τροφοδοτούσε τον εθνικό τους αυτοπροσδιορισμό. Κορυφαία φωνή μεταξύ αυτών υπήρξε κι αυτή του Γεωργίου Γεμιστού (γνωστός και ως Πλήθων).

            «Εσμέν γαρ Έλληνες το γένος ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί».

            Ο παραπάνω διχασμός, παραμονές της άλωσης, δεν ήταν και ο μοναδικός. Η διαμάχη δυτικόφιλων (ενωτικοί) με αυτούς που απέκρουαν κάθε συζήτηση με τον Παπισμό (ανθενωτικοί) επηρέασε καταλυτικά το φρόνημα των υπερασπιστών της Πόλης, αφού ακούγονταν και οι ακραίες ομολογίες του τύπου: «κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον ή καλύπτραν λατινικήν».

            Έτσι οι Έλληνες του Βυζαντίου συνειδητοποιούσαν και έχτιζαν την ταυτότητά τους μέσα από τη σύγκρουση με τους Δυτικούς (Παπισμό), αφού η μνήμη των καταστροφών και λεηλασιών που υπέστη η πόλη το 1204 ήταν ακόμη νωπή. Γι΄ αυτό το «τουρκικόν φακιόλιον» για πολλούς λειτουργούσε ως το «μη χείρον βέλτιστον» μπροστά στη «λατινική καλύπτρα».

            Μπορεί η ηρωική στάση και πάλη του Παλαιολόγου να μην απέτρεψε το μοιραίο, αλλά στάθηκε η απαρχή της συνειδητοποίησης της εθνικής ιδιαιτερότητας των Ελλήνων τόσο απέναντι στους Δυτικούς όσο και προς τους Τούρκους κατακτητές. Η άρνηση συνθηκολόγησης του Κων/νου Παλαιολόγου κατέστη ιερή παρακαταθήκη για τους υποδουλωμένους Έλληνες. Μόνο το «μολών λαβέ» μπορεί να συγκριθεί με την απάντηση του Παλαιολόγου.

             «Το δε την πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστίν ουτ’ άλλου των κατοικούντων ενταύθα, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν μη φειδόμενοι της ζωής ημών».

            Έτσι μια ήττα (πτώση της πόλης) δεν γέννησε μόνο θρύλους και δεν προκάλεσε μόνο αβάσταχτη λύπη, αλλά αποτέλεσε την απαρχή της γέννησης – δόμησης της νεοελληνικής ταυτότητας. Συνιστά, βέβαια, παραδοξότητα μια τέτοια διαδικασία να τροφοδοτείται από τον πόνο, τη θλίψη και τον οδυρμό.

            Αποτελεί, όμως, κοινή παραδοχή πως η εθνική μας ταυτότητα, ως ένα «συνεχές κατασκεύασμα» εμπεριέχει και τέτοια στοιχεία (ψυχικά πάθη, εσωτερικές πληγές, ατομικά οράματα….)

            Στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που γεννά τόσο τον εθνομηδενισμό – κοσμοπολιτισμό όσο κι έναν άγονο – στείρο φονταμενταλισμό οφείλουμε να αντιτάξουμε την εθνική μας «ετερότητα» ενάντια στην ισοπεδωτική «ομοιομορφία».

             Στην εποχή της νεωτερικότητας μπορεί να συνιστούν παραλογισμό, εθνική τύφλωση και εθνικό ναρκισσισμό οι ελπίδες να ξαναγυρίσουμε σε αυτά που χάσαμε. Αλλά ας ονειρευτούμε για λίγο και το ανέφικτο, γιατί:

            «Η Ρωμανία κι αν πέρασε ανθεί και φέρει κι άλλο».

* Το 493 π.χ. λίγο μετά την καταστροφή της Μιλήτου από τους Πέρσες, ο Φρύνιχος ανέβασε το έργο του «Μιλήτου Άλωσις» με το οποίο αναπαριστούσε τις συμφορές που έπληξαν τους Μιλησίους. Οι Αθηναίοι ξέσπασαν σε κλάματα και τιμώρησαν τον Φρύνιχο με πρόστιμο 1.000 δραχμών, επειδή τους θύμισε «Οικεία κακά» και «μηκέτι μηδένα χρήσθαι τούτω τω δράματι» (Ηρόδοτος, VI, 21)


Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος