Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Ήφαιστος, ο άγνωστος Θεός του κοσμικού πυρός...


Το όνομα του Ηφαίστου (δωριστί, Άφαιστος) ετυμολογείται από την ρίζα «αφ-» του δασυνόμενου ρήματος «άπτω» (ανάπτω, καίω), «ήφθαι» στο απαρέμφατο του μέσου παρακειμένου, σημαίνει δηλαδή τον «πυρόεντα», τον διάπυρο. Άλλες εκδοχές του ετύμου του, παραπέμπουν στο «αϊστόω» (αφιστόω, α-Fι-στόω, αφανίζω), ή στο συνδυασμό των «φάω» και «ίστωρ».

Ο Ήφαιστος συνεπώς αντιπροσωπεύει το στοιχείο της φωτιάς. O Ηράκλειτος θεωρεί η πρωταρχική ουσία του σύμπαντος είναι το Πυρ από το οποίο προήλθαν με μετουσίωση όλα τα άλλα στοιχεία. Είναι η αιτία όλων των μεταβολών, που εκπροσωπεί μία θεμελιώδη αρχή, την αλλαγή, την άφθαρτη μεταβολή που ανανεώνει τον κόσμο, και αν και αυτή καθαυτή η αλλαγή δεν αποτελεί υλικό αίτιο, ο εκπρόσωπός της, το πρ, συνιστά ως θεμελιώδης αρχή και την κινούσα δύναμη. Στο κοσμολογικό τμήμα του έργου του με τίτλο ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ, ο Ηράκλειτος δηλώνει :


«Αυτόν τον κόσμο δεν τον έπλασε κανένας αλλά υπήρχε πάντα, υπάρχει και θα υπάρχει, μία αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο..(...)... Ο κόσμος παραμένει αναλλοίωτος για όλα τα όντα και δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού και κανενός ανθρώπου, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα, ως πύρ αείζωον, που αναφλέγεται σύμφωνα με καθορισμένα μέτρα και αποσβένεται με καθορισμένα μέτρα».

Η αναφορά το Ηρακλείτου για το σύμπαν αφορά μια εξέλιξη από το μοναδικό αιώνιο στοιχείο του Πυρός, που είναι ταυτόχρονα η μόνη ουσία και η μοναδική ενέργεια, που εκφράζεται στην εικονική του γλώσσα με την ανωφέρεια και κατωφέρεια της οδού. «Ο ανήφορος και ο κατήφορος» λέει «είναι ένα και το αυτό».

Εκ του Πυρός, αυτό το ακτινοβόλο και ενεργητικό στοιχείο, ο αέρας, το νερό και γη ακολουθούν, και αυτή είναι η λιτανεία της ενέργειας στην οδική κατωφέρεια. Υπάρχει εξ ίσου σε αυτή ταύτη την ένταση αυτής της πορείας, μια ενέργεια πιθανής επιστροφής η οποία θα οδηγούσε τα πράγματα πίσω στην πηγή τους με αντίστροφη σειρά. Στην ισορροπία αυτών των δύο ανοδικών και καθοδικών ενεργειών κείται η όλη κοσμική δράση.

Το παν είναι ένα αντίρροπο/αντιστάθμισμα των αντίπαλων ενεργειών. Η κίνηση της ζωής είναι όπως η επιστροφή της χορδής του τόξου, μια ενέργεια έλξης και έντασης η οποία περιορίζει μια ενέργεια απελευθέρωσης, με κάθε ενέργεια δράσης να αντισταθμίζεται από μια άλλη αντίστοιχη ενέργεια αντίδρασης. Με την αντίσταση της μιας επί της άλλης, δημιουργούνται όλες οι αρμονίες της ύπαρξης.

Η ενέργεια συνιστά ουσιαστικά το υλικό, από το οποίο παράγονται όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, τα άτομα και γενικά τα πάντα στον κόσμο, αλλά παράλληλα η ενέργεια κινεί τα πάντα στον κόσμο, αποτελώντας μια αναλλοίωτη ουσία, που το συνολικό της ποσό δεν μεταβάλλεται, με τα στοιχειώδη σωματίδια να αποτελούν παράγωγά της, όπως πιστοποιούν πολλά πειράματα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φωτεινή ακτινοβολία ή σε διαφορά δυναμικού, προκαλώντας ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.


Ο Πορφύριος στο περί αγαλμάτων αναφέρει σχετικά : « Την δύναμη του πυρός την ονόμασαν Ήφαιστο και την προσομοίασαν με μορφή ανθρώπου σε άγαλμα. Φορά γαλάζιο καπέλο που συμβολίζει την περιστροφή του ουρανίου θόλου, όπου δημιουργείται το πρωταρχικό και ξεκάθαρο πυρ (κοσμική ενέργεια). Αυτό κατέρχεται στην γη από τον ουρανό και είναι κατώτερης μορφής  ενώ απαιτείται βάση για στήριξη επάνω στην ύλη. Γι αυτό και παριστάνεται χωλός, σαν να χρειάζεται  επί πλέον υποστήριξη στην ύλη».

Δεν είναι επίσης τυχαίο πως υπάρχει μία στενή σχέση ανάμεσα στον Ήφαιστο και στον Προμηθέα. Σε μερικά σημεία φαίνονται σαν δυο όψεις του ίδιου προσώπου. Και για τους δυο αναφέρεται πως βοηθήσανε στη γέννηση της Αθηνάς. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Προμηθέας από τη Λήμνο έκλεψε τη φωτιά για να τη χαρίσει στους ανθρώπους. Ο ένας παίρνει μέρος όσο και ο άλλος στη δημιουργία του ανθρώπινου γένους και γίνονται ευεργέτες του με το δώρο της φωτιάς. 


Σε ορισμένα μέρη και οι δυο ήταν αντικείμενα της ίδιας λατρείας. Στην Αθήνα είχαν κοινό βωμό στους κήπους της Ακαδημίας και εικονίζονταν ο ένας πλάι στον άλλο. Ο Πλάτωνας ξεχωρίζει ότι η φωτιά οφείλονταν στον Προμηθέα αλλά οι σχετικές τέχνες με αυτή οφείλονταν στον Ήφαιστο. Υπάρχει ωστόσο μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δυο αυτά πρόσωπα. Ο Προμηθέας έκλεψε την φωτιά και την έδωσε στους ανθρώπους, ενώ ο Ήφαιστος είναι ο δημιουργός της φωτιάς.

Κατά έναν άλλο μύθο, στη Λήμνο γεννήθηκε η φωτιά από ένα δέντρο που το χτύπησε κεραυνός. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αφηγείται πως οι Αργοναύτες περνώντας από τη Λήμνο πρόσφεραν θυσίες στον Ήφαιστο και τον τίμησαν με γιορτές. Το ίδιο νησί ήταν και το κέντρο της λατρείας των Καβείρων και που μερικοί συγγραφείς τους θεωρούν γιους του Ηφαίστου....

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο το ΠΥΡ διακρίνεται:

1. Στο ΕΝ αθάνατο ΠΥΡ, το οποίο πολλοί από τους αρχαίους προσωποποιούν με τον Ήλιο
2. Το επίγειο ΠΥΡ το οποίο είναι εικόνα του ουράνιου και διατηρείται από τους ανθρώπους εντός των ναών φέροντας το όνομα ΙΕΡΟ ΠΥΡ, εκδηλώνοντας την Θεία παρουσία. Εκεί οι ιερείς οφείλουν να το κρατούν άσβεστο διαρκώς. Το ΠΥΡ είναι σύμβολο της ψυχής η οποία ζωογονεί διαρκώς το σώμα.

Η ιερότητα του ΠΥΡΟΣ ήταν διαδεδομένη στις περισσότερες ιερατικές σχολές.
Οι Πέρσες για παράδειγμα θεωρούσαν έγκλημα να σβηστεί το ιερό πυρ. Εάν σβήνονταν με νερό προξενούσε πόλεμο ανάμεσα σε δύο ιερά στοιχεία. Για αυτό τον λόγω η φωτιά σβήνονταν μόνο με άμμο. Οι ιερείς δεν πλησίαζαν το ΠΥΡ δίχως να φορούν στο στόμα ένα πέπλο . Στα Μιθραικά μυστήρια ο μύστης που είχε ως καθήκοντην επίβλεψη συντήρησης της αιώνιας φλόγας ήταν ο «Πατέρας». Η φωτά δεν έπρεπε επίσης να μολυνθεί με την καύση πτωμάτων κάτι που γίνεται κατά κόρον στην Ανατολή, αλλά ούτε έπρεπε να καίγονται χλωρά ξύλα διότι ο καπνός προκαλούσε συσκότιση του ιερού Πυρ.

Στην Αίγυπτο επίσης θεωρούνταν αποτρόπαιο έγκλημα η ρήξη πτωμάτων στην φωτιά. Στην Ρώμη αντίστοιχα το Ιερό Πυρ διατηρούνταν από τις Βασταλίδες αντίστοιχες των Εστιάδων παρθένων της Ελλάδος, στο Ναό της θεάς Εστίας. Έπρεπε να ανάψουν το ιερό ΠΥΡ με την τριβή δύο ράβδων προερχόμενων από ένα καθαγιασμένο δένδρο.

Στους Ιουδαίους το Άγιο των Αγίων ήταν διαχωρισμένο από τον υπόλοιπο ναό. Το ΠΥΡ έπρεπε αν διατηρείται επί του Βωμού σε χρυσό λυχνοστάτη στο οποίο έκαιγαν διαρκώς επτά λύχνοι τροφοδοτούμενοι με λαδί. Αν το ιερό πυρ έσβηνε επέσυρε την οργή του Θεού. Λέγεται ότι το πρώτο πυρ έπεσε με κεραυνό την ημέρα των εγκαινίων του Ναού του Σολομώντος.

Διαβάστε περισσότερα σχετικά με τον Θεό Ήφαιστο στον ακόλουθο σύνδεσμο > http://xletsos-basilhs.blogspot.gr/2016/05/blog-post_16.html
 

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος







Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Έρωτας και εργασία, oι δυο θεμέλιοι λίθοι της ευτυχίας

            «Οι πράξεις είναι ορθές στο βαθμό που τείνουν να μεγιστοποιούν την ευτυχία και εσφαλμένες στο βαθμό που τείνουν να προκαλούν ό,τι αντίκειται σε αυτή».
Τζων Στιούαρτ Μιλ

Απώτατος στόχος του ανθρώπου – και σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητος – είναι η Ευτυχία. Ως ευτυχία ορίζεται ένα αίσθημα εσωτερικής πληρότητας. Μία πληρότητα που απορρέει από μια κατάσταση εσωτερικής ισορροπίας. Είναι, δηλαδή, το αίσθημα της ψυχικής ευφορίας που βιώνει το άτομο στο βαθμό που ικανοποιεί κάποιες βασικές του επιθυμίες και πραγματώνει τους στόχους του. Από ψυχολογικής πλευράς (Φρόϋντ) αισθητοποιεί την ικανότητα του ατόμου να εναρμονίζει τις πιέσεις του ασυνείδητου με τις δεσμεύσεις της συνείδησης (Υπερεγώ) και του κοινωνικού περιβάλλοντος.
Βέβαια η ευτυχία ως αίσθημα «περισσότερο βιώνεται και λιγότερο ορίζεται». Γι’ αυτό δεν είναι μία μόνιμη κατάσταση αλλά ένα αίσθημα εφήμερο. Όσο κι αν η ευτυχία συνιστά μία υποκειμενική εμπειρία, δεν παύει να διαμορφώνεται κι από εξωτερικούς παράγοντες. Η αναζήτηση εκείνων των παραγόντων που επηρεάζουν την ευτυχία είναι δύσκολη και η επισήμανσή τους προκαλεί αντιτιθέμενες κρίσεις.
Άλλοι προβάλλουν ως προϋπόθεση της ευτυχίας την υγεία, τον υλικό πλούτο, την αρμονία με τη φύση, την εργασία, την ειρήνη, τη  δημοκρατία ή τις υγιείς ανθρώπινες σχέσεις. Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Έρωτας συνιστά μία ακαταμάχητη προϋπόθεση ευτυχίας.
Η δύναμη του Έρωτα
«Ο έρωτας και η λογική μοιάζουν με τον ήλιο και το φεγγάρι. Όταν ανατέλλει το ένα, δύει το άλλο».
Κικέρων

 Καθένας από τη φύση του νιώθει την ανάγκη της αγάπης και της αφοσίωσης είτε ως υποκείμενο είτε ως αντικείμενο. Η συναισθηματική πληρότητα και η ψυχική ευφορία που προκαλούνται από μία συναισθηματική σχέση δημιουργούν μία ψευδαίσθηση ευτυχίας. Κι αυτό γιατί το άτομο, όσο κι αν αισθάνεται ότι αποτελεί το απόλυτο κέντρο του ενδιαφέροντος ενός άλλου εγώ, δεν ορίζει ούτε τα δικά του συναισθήματα ούτε του “άλλου”. Υπόκειται σε μία συναισθηματική εξάρτηση, αφού η αιτία όλων των τυχόν συναισθημάτων με θετικό φορτίο απορρέουν από κάτι εξωγενές. Ο άλλος–η συνιστά έναν αστάθμευτο και μη ελέγξιμο παράγοντα.
Δεν μπορούμε, δηλαδή, να ορίσουμε ούτε τη διάρκεια αλλά ούτε και την πρόθεσή του. Ο ερωτευμένος βυθισμένος στην εξουσία των έντονων συναισθημάτων αδυνατεί να προσλάβει ορθολογικά την πραγματικότητα κι αρέσκεται στην “ηδονή” της τυφλής υποταγής στην εξουσία του άλλου. Ενός άλλου–ης που κατά τεκμήριο αποτελεί έναν απροσδιόριστο παράγοντα δημιουργίας ενός μόνιμου συναισθηματικού τοπίου μέσα στο οποίο οι τρόφιμοί του θα γεύονται τους καρπούς της ειλικρινούς αγάπης και της ερωτικής αμοιβαιότητας.
«Έρως… λυσιμελής….δάμναται νόον και επίφρονα βουλήν» (Ησίοδος)
Επιπρόσθετα ο ερωτευμένος βιώνει – ασυνείδητα βέβαια – μία «τύφλωση» που μπορεί να διεγείρει και να απελευθερώνει τα πιο μύχια κι αυθόρμητα συναισθήματα, ωστόσο ακυρώνει και κάθε λογική επεξεργασία και έλεγχο αυτών. Εξάλλου αποτελεί αξίωμα για την ψυχολογία του ατόμου πως κάθε τι – συναίσθημα, οργή, συμπεριφορά – που δεν συνθέτει αρμονικά τη λογική και το συναίσθημα είναι  προορισμένο να υπακούει στην αρχή της αβεβαιότητας και της απροσδιοριστίας (Χάϊζενμπεργκ).
Με αυτό το δεδομένο, όμως, η ευτυχία δύσκολα μπορεί να πραγματωθεί, αφού από τη φύση της προϋποθέτει κι ένα ελάχιστο πεδίο – όριο σταθερότητας και βεβαιότητας. Το ακανόνιστο (έρωτας) μπορεί να αρέσει αλλά δεν έχει διάρκεια.
Έρωτας, λοιπόν, και ευτυχία φαίνεται να βαδίζουν παράλληλα αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν μία σχέση εξάρτησης πάνω στην οποία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η ευτυχία. Αυτή μόνο σε καθεστώς ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού ανθοφορεί.
 Ωστόσο οι ερευνητές διατείνονται πως ο καλύτερος τρόπος να μεγιστοποιηθεί η ανθρώπινη ευτυχία είναι να μεγιστοποιηθεί η ανθρώπινη ελευθερία. Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει απόλυτη ελευθερία ανάπτυξης της ανθρώπινης φύσης προς πολλές κατευθύνσεις έτσι ώστε το άτομο να ολοκληρώνεται σε όλες του τις υποστάσεις. Ο παράγοντας που συντείνει σε αυτό είναι η εργασία.
Η θετική συμβολή της εργασίας
«Διάλεξε ένα επάγγελμα που σου αρέσει και δεν θα ξαναχρειαστεί να δουλέψεις στη ζωή σου»  
Κομφούκιος

Αυτό συμβαίνει γιατί αυτή, όταν είναι σύμφωνη με τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντα του ανθρώπου, οδηγεί στην τελείωσή του. Ειδικότερα η εργασία επιδρά θετικά σε όλες τις υποστάσεις βοηθώντας έτσι κάθε προσπάθεια για βίωση της ευτυχίας.
Σε υλικό επίπεδο εξασφαλίζει τους αναγκαίους πόρους για τη βιολογική επιβίωση και την κατάκτηση των προϋποθέσεων για μια ποιότητα ζωής. Αυτό συνιστά την υλική βάση της ευτυχίας γιατί αξιολογικά η επιβίωση – βιολογική ανάπτυξη υπερέχει όλων των άλλων σύμφωνα και με το Λατινικό primum vivere.
Σε πνευματικό επίπεδο η εργασία απελευθερώνει τη σκέψη, διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντες και ενεργοποιεί όλους τους  νοητικούς μηχανισμούς (κρίση, φαντασία, μνήμη, αντίληψη). Και η πιο απλή εργασία προϋποθέτει μία στοιχειώδη πνευματική κατάθεση και εγρήγορση.
Επιπρόσθετα η εργασία συνιστά τον ουσιαστικότερο παράγοντα κοινωνικοποίησης και με τη συνδρομή της καλλιεργούνται θετικά κοινωνικά συναισθήματα και αξίες, όπως η συλλογικότητα, η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια και η συντροφικότητα. Μέσα από την εργασία το άτομο βιώνει το αίσθημα του «ανήκειν», μέσα από αυτό εξασφαλίζεται η κοινωνική αποδοχή και επιβεβαίωση, στοιχεία που τρέφουν και μεγιστοποιούν την ευτυχία σε όλες τις εκφάνσεις της.
Σημαντική, ωστόσο, είναι η συνεισφορά της εργασίας και στον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός έργου εκδηλώνονται όλες οι δημιουργικές δυνάμεις του κι αυτή η αβίαστη εξωτερίκευση της δημιουργικότητας γεμίζει τον ψυχικό κόσμο με αισθήματα ανακούφισης, αγαλλίασης και πληρότητας. Η διοχέτευση της περίσσειας ενέργειας συνοδεύεται από μία εσωτερική ικανοποίηση που συνιστά τον αναγκαίο όρο της ψυχικής ισορροπίας, ως βασικής προϋπόθεσης της ευτυχίας.
Συμπληρωματικά η εργασία διαπαιδαγωγεί ηθικά το άτομο, το εξανθρωπίζει και το καθιστά ηθικά ελεύθερο, γιατί το θωρακίζει με υπομονή, σεβασμό, ευθύνη και ευσυνειδησία. Το γυμνάζει στην εγκράτεια και στην κοινωνική προσφορά χωρίς τα στοιχεία της ιδιοτέλειας και της υστεροβουλίας.
Έτσι το άτομο μέσα από την εργασία με υψηλό δείκτη αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης πραγματώνει την εσωτερική πληρότητα – αρμονία που συνιστούν και τα σταθερά βάθρα της ευτυχίας. Αισθάνεται ως ένα ελεύθερο και “δρων” υποκείμενο και όχι ως ένα παθητικό εξάρτημα και αντικείμενο εντολών. Στο έργο του ανιχνεύει τη δική του σκέψη και θέληση και επιβεβαιώνεται ως ελεύθερη και αυτόβουλη οντότητα.
Η συνεξέταση, λοιπόν, του Έρωτα και της Εργασίας ως παραγόντων που ακυρώνουν ή τροφοδοτούν την ευτυχία καταδεικνύει τη δυσκολία του εγχειρήματος για την κατάκτηση – βίωσή της.
Φρόιντ και Μπουκάϊ για την ευτυχία
«Οι δυο θεμέλιοι λίθοι της ευτυχίας είναι η αγάπη και η δουλειά»
Φρόιντ 


Η Ευτυχία του ανθρώπου είναι σαν τους ορίζοντες. Απομακρύνεται πάντα, όταν προσπαθούμε να την πλησιάσουμε – κατακτήσουμε. Βρίσκεται πολύ κοντά μας κι εμείς την αναζητούμε σε «τόπους μακρινούς». Ενώ είναι προσωπικό βίωμα την ταυτίζουμε – αναζητούμε στην υποταγή μας στις επιταγές του πλήρους – μάζας. Η ευτυχία είναι ο πλούτος των θετικών συναισθημάτων – σκέψεων και ο άνθρωπος αναλώνεται στη συσσώρευση υλικού πλούτου. Είναι ένας δρόμος που ο καθένας θα διαβεί μόνος του και ας βρίσκονται δίπλα του χιλιάδες άλλοι συνοδοιπόροι.
Αυτή, λοιπόν, η ιδιότυπη σχέση ανθρώπου και ευτυχίας επιβάλλει την επαγρύπνηση και τη συνεχή προσπάθεια. Εξάλλου η ευτυχία δεν βρίσκεται υποχρεωτικά στο τέλος του ταξιδιού αλλά είναι το ίδιο το ταξίδι.
«Η ευτυχία είναι πάντα ένας δρόμος αθροιστικός.
Αθροίζω πνευματικότητα και επιστήμη.
Αθροίζω διαλογισμό και δράση.
            Αθροίζω λογική και συναίσθημα.
            Αθροίζω αγώνα και αποδοχή.
            Αθροίζω ηθική και κατανόηση».  
         Μπουκάι - Δρόμος της ευτυχίας
   
Tου συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com
Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

Γιατί στην αρχαία Ελλάδα;

 
 
Τι ήταν εκείνο που έκανε την Ελλάδα κοιτίδα της φιλοσοφίας και της επιστήμης; Γιατί η αφιλοκερδής περιέργεια, ο απροκατάληπτος στοχασμός και ο ελεύθερος διάλογος, που γέννησαν αργότερα τη φιλοσοφία και εν συνεχεία την επιστημονική μεθοδολογία και σκέψη, δεν άνθισαν στην Αίγυπτο ή στη Βαβυλώνα, όπου και πλούτος μεγαλύτερος υπήρχε και γνώσεις περισσότερες είχαν συσσωρευτεί, και επιπλέον η αυξημένη κρατική ισχύς εξασφάλιζε πιο μακρόχρονες περιόδους ειρήνης;

Πολλοί μιλάνε για το ελληνικό θαύμα, το οποίο, όπως ισχυρίζονται, οφείλεται στη φυλετική ανωτερότητα των Ελλήνων. Ανοησίες. Παρόμοιοι ισχυρισμοί είναι απλές αντιεπιστημονικές καυχησιολογίες. Καταρχήν η ίδια η ιδέα του θαύματος δεν είναι μονάχα αντιεπιστημονική: δεν είναι καν ελληνική. Οι Έλληνες διανοητές απέρριπταν τα θαύματα. Αυτοί θέλανε να εξηγούν τα διάφορα φαινόμενα, και το θαύμα δεν εξηγεί τίποτα. Αντικαθιστά την εξήγηση με θαυμαστικά. Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης έλεγε «πιο πολύ από όλα αξίζει η άθαμβη σοφία» [σοφίη άθαμβος αξίη πάντων] και ήθελε ο άνθρωπος με τη γνώση να κατακτήσει την «αθαμβία», να μη θαμπώνεται και θεωρεί υπερφυσικά, πράγματα και φαινόμενα που μπορούν να ερμηνευθούν.

Όσο για τη φυλετική ανωτερότητα, οι αμέσως ενδιαφερόμενοι, οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, ποτέ δεν ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο. Εκτός αν κράτησαν την περί ανωτερότητας άποψή τους μυστική επί αιώνες, για να την εμπιστευθούν στους «ελληνόψυχους», γιατί όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς μιλάνε με σεβασμό και μεγάλη εκτίμηση για τον πολιτισμό και τις γνώσεις των συγχρόνων τους Αιγυπτίων και Βαβυλωνίων, για την ηθική των Περσών, τη γενναιότητα των Θρακών και γενικά για τις αρετές των γειτονικών τους λαών. Ο Θουκυδίδης, αν και διαπιστώνει πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων, δεν δέχεται πουθενά στο έργο του ανθρωπολογικές διαφορές, ενώ ο Ιπποκράτης αποδίδει την υπεροχή των Ελλήνων απέναντι στους Βαρβάρους σε εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες των χωρών όπου ζουν (αι ώραι αιτίαι) και όχι σε γενετικές διαφορές.

Η λέξη «βάρβαρος» ώς τις αρχές του 5ου αιώνα δεν είχε πολιτική αλλά γλωσσική σημασία. Άλλωστε βάρβαρους ονόμαζαν και τους Αιγύπτιους και τους Βαβυλώνιους, εξαιρετικά πολιτισμένους δηλαδή λαούς. Το ρητό «πας μη Έλλην βάρβαρος», αρχικά σήμαινε απλώς ότι οι μη Έλληνες μιλούσαν ακατάληπτα. Μετά την εμπέδωση του θεσμού της πόλης, η λέξη βάρβαρος αποκτά πολιτική αλλά όχι ακόμα πολιτιστική σημασία, την οποίαν απέκτησε πολύ αργότερα, κατά την ελληνιστική εποχή και κυρίως κατά τη ρωμαιοκρατία.

Ήταν μήπως η εμπορική και ναυτική δραστηριότητα των Ελλήνων, που προκάλεσαν την πνευματική άνθιση των ελληνικών πόλεων; Οπωσδήποτε το εμπόριο και η ναυτιλία υπήρξαν αποφασιστικά θετικοί παράγοντες, όχι όμως γενεσιουργά αίτια. Εκτός του ότι και στις πιο εμπορικές ελληνικές πόλεις, τη Μίλητο, την Κόρινθο ή την Αθήνα, η γεωργική παραγωγή ήταν πάντοτε ο κυρίαρχος οικονομικός παράγων, επισημαίνω ότι στις φοινικικές πόλεις υπήρξε πολύ μεγαλύτερη ναυτική και εμπορική δραστηριότητα, χωρίς να συνοδεύεται από ανάλογη πνευματική άνθηση.

Προφανώς, άλλη ήταν η αιτία της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Κι αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, η κοινωνική συγκρότηση των ελληνικών πόλεων, ριζικά διαφορετική από τη δομή των κοινωνιών στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία και τις άλλες χώρες της Ανατολής.

Κατά την αρχαιότητα, στις πολιτισμένες χώρες της κοντινής Ανατολής, όπως επίσης και στις Ινδίες, στην Κίνα και αλλού, οι ανάγκες να κατασκευαστούν και να συντηρηθούν εκτεταμένα αρδευτικά έργα, οδήγησε στη συγκρότηση μεγάλων, ισχυρών και συγκεντρωτικών κρατών. Στα κράτη αυτά όλη η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Ανακτόρου και του Ναού, γιατί είχαν τον έλεγχο των αρδευτικών δικτύων και ήταν οι μοναδικοί κάτοχοι της γνώσης. Οι απλοί αγρότες, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ήταν νομικώς ελεύθεροι και συλλογικοί κάτοχοι της γης, αλλά χωρίς τον έλεγχο των αρδευτικών δικτύων και χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις για τον υπολογισμό των εποχών και τον προσδιορισμό της καταλληλότερης χρονικής περιόδου για τις γεωργικές ασχολίες, ήταν ανίκανοι να επιβιώσουν. Έτσι δέχονταν να υποταχτούν στη δίδυμη εξουσία, του Ανακτόρου και του Ναού και ουσιαστικά ήταν συλλογικοί δούλοι του κράτους.

Αυτό ήταν το κοινωνικό σύστημα, που οι κλασικοί ονόμασαν «ασιατικόν» ή «ανατολικόν» τρόπο παραγωγής, ενώ άλλοι το θεωρούν μια προδρομική μορφή της φεουδαρχίας, και το οποίο διέφερε ουσιαστικά, τόσο από το δουλοκτητικό σύστημα του ελληνορωμαϊκού κόσμου, όσο και από το φεουδαρχικό της Δυτικής Ευρώπης, που το διαδέχτηκε.

Στις χώρες όπου κυριαρχούσε αυτό το κοινωνικό σύστημα, μπορεί να δημιουργήθηκε μεγάλος πλούτος και να συσσωρεύτηκαν πολλές γνώσεις. Όμως ουδέποτε αναπτύχθηκε σκέψη ορθολογική και αυτόνομη, απαλλαγμένη από θρησκευτικές ή μυθικές προκαταλήψεις, κι έτσι δεν έγινε δυνατή η διαμόρφωση φιλοσοφικού λόγου.

Η εικόνα που σχηματίζουμε για τα μινωικά και μυκηναϊκά κράτη, με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα κείμενα των πινακίδων με τη γραμμική γραφή Β, μας πείθουν ότι έχουμε να κάνουμε με κοινωνίες του ίδιου περίπου τύπου με αυτόν των ανατολικών δεσποτειών, και όχι της μορφής των δουλοκτητικών πόλεων-κρατών της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής. Πραγματικά, το κύριο γνώρισμα των κρατικών αυτών σχημάτων του Αιγαίου είναι ότι το Ανάκτορο κυριαρχούσε απόλυτα στην οικονομική και πνευματική ζωή της περιοχής που εξουσίαζε. Ολόκληρη η παραγωγή, το εμπόριο και κάθε πνευματική ή άλλη δραστηριότητα ήταν στα χέρια του άνακτα, της Αυλής και της πολύπλοκης γραφειοκρατίας που τους περιστοίχιζε. Έμοιαζαν δηλαδή τα μινωικά και μυκηναϊκά αυτά «βασίλεια» με τα σύγχρονά τους κράτη της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, με τα οποία άλλωστε διατηρούσαν στενούς εμπορικούς και πνευματικούς δεσμούς από την προϊστορική εποχή ακόμη.

Αλλά τα μινωικά και τα μεταγενέστερα μυκηναϊκά κρατικά σχήματα, μολονότι δεσπόζουν στον ελλαδικό και αιγαιακό χώρο επί πολλούς αιώνες, δεν είναι και οι μοναδικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης στην περιοχή αυτή. Στα περισσότερα μικρά νησιά του Αιγαίου, αλλά και σε παράλιες ή ορεινές, απομονωμένες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, ταυτόχρονα και παράλληλα με τα ισχυρά μυκηναϊκά βασίλεια, υπήρχαν μικρές ανεξάρτητες κοινότητες, στις οποίες η ταξική ανισότητα και η περιουσιακή διαφοροποίηση των μελών τους ήταν ασήμαντες ή απουσίαζαν τελείως. Στις κοινωνίες αυτές επιβίωναν πολλοί από τους θεσμούς του παλαιότερου γενοφυλετικού συστήματος.

Μολονότι η οικονομική, πολιτιστική και πολιτική συμβολή των περιοχών αυτών στην εικόνα που σχηματίζουν οι ιστορικοί για το προϊστορικό Αιγαίο είναι πολύ μικρή, η επίδραση που είχαν στις μεταγενέστερες εξελίξεις είναι στην πραγματικότητα σημαντική. Στις νησιωτικές και ηπειρωτικές αυτές κοινότητες, ο πλούτος που προερχόταν από το ψάρεμα, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη ναυτιλία, το εμπόριο (και την πειρατεία), δεν ήταν αρκετός για να συντηρήσει προνομιούχα στρώματα και, ακόμα λιγότερο, για να εξασφαλίσει τους όρους ώστε να υπάρξει Ανάκτορο και Αυλή, ενώ εξάλλου η ισότιμη συμμετοχή όλων των ενήλικων μελών τους σε ριψοκίνδυνες δραστηριότητες, όπως η ναυτιλία, το ψάρεμα και η πειρατεία, απέκλειαν την ανάδειξη αρχηγικών στρωμάτων. Στα μέρη αυτά επιβιώσανε οι δημοκρατικές παραδόσεις του προηγηθέντος κοινοτικού συστήματος των Γενών, όπως η συνέλευση των μελών της κοινότητας ή το αιρετό των αρχόντων, που μεταβιβάστηκαν αργότερα στις ελληνικές πόλεις- κράτη.

Τα μυκηναϊκά κράτη, τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στην Κρήτη και τα νησιά, παρακμάσανε και αποσυντέθηκαν, κατά τα τέλη του 13ου και τις αρχές του 12ου αιώνα πριν από τη χρονολογία μας. Λίγο πιο πριν, το ισχυρό κράτος των Χετταίων στη Μικρασία εξαφανίζεται από την ιστορία, ενώ μεγάλες επιδρομές και άλλες αναστατώσεις είχαν προηγηθεί στην Κάτω Αίγυπτο και τις ακτές της Συρίας. Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί για τα αίτια των αναστατώσεων αυτών, και ειδικότερα για τα αίτια της αποσύνθεσης των μυκηναϊκών βασιλείων. Η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα πει την τελευταία λέξη.

Το γεγονός είναι ότι από τις αρχές του 11ου αιώνα ώς τα μέσα του 7ου, δηλαδή επί τετρακόσια περίπου χρόνια, οι ιστορικές πληροφορίες για την Ελλάδα και το Αιγαίο σχεδόν απουσιάζουν. Η γραφή εξαφανίζεται και έχουμε πλήρη διακοπή των εμπορικών και πνευματικών δεσμών της περιοχής με την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Ουσιαστικά ό,τι ξέρουμε για την εποχή αυτή, που άλλοι ιστορικοί ονόμασαν «Σκοτεινούς Χρόνους» και άλλοι «Ηρωική Εποχή», προέρχεται από την αρχαιολογική έρευνα και εμμέσως από τα Ομηρικά Έπη. Η κοινωνία που διαδέχτηκε τη μυκηναϊκή φαίνεται πως διατήρησε ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τόσο από αυτά τα βασίλεια όσο και από τις παλαιότερες κοινότητες των Γενών. Ο Όμηρος, ενώ μιλά για ισχυρούς άνακτες σαν τον Αγαμέμνονα ή τον Νέστορα, ταυτόχρονα αναφέρει συνελεύσεις των πολεμιστών, στις οποίες οι ισχυροί αυτοί βασιλείς έπρεπε να δώσουν λόγο.

Γενικά όμως στην περίοδο των λεγόμενων «σκοτεινών χρόνων» άλλαξε ο τρόπος ζωής και δημιουργήθηκαν νέες οικονομικές συνθήκες. Δεν έχουμε ανασυγκρότηση των παλιών ή δημιουργία νέων ισχυρών συγκεντρωτικών κρατών, παρόμοιων με εκείνα της Ανατολής, γιατί στην κατακερματισμένη από βουνά και θάλασσες Ελλάδα, όπου οι μεγάλοι κάμποι σπάνιζαν, δεν υπήρχε ανάγκη αλλά ούτε και δυνατότητα κατασκευής μεγάλων αρδευτικών έργων, που θα απαιτούσαν ισχυρά συγκεντρωτικά κέντρα εξουσίας.

Κάθε μικρή περιοχή, νησί ή χερσόνησος ή κοιλάδα, αποτελούσε ιδιαίτερη οικονομική και συνεπώς και πολιτική ενότητα, κι ο πληθυσμός της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, που τα ξεπερνούσε με σκληρή εργασία, ενώ η κοινωνική ανισότητα και η περιουσιακή διαφοροποίηση μεγάλωναν. Εδώ βαθμιαία αναπτύχθηκε η κλασική μορφή δουλοκτησίας, μολονότι η έκταση της, η σημασία της και η θεσμική της κατοχύρωση παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ποικιλία από περιοχή σε περιοχή.

Στην Ελλάδα της Γεωμετρικής και Αρχαϊκής Εποχής δημιουργήθηκαν ομοσπονδίες αρκετών χωριών (κωμών) μιας περιοχής, που αποτελούσε γεωγραφική και οικονομική ενότητα. Βαθμιαία μία από τις κώμες αυτές, που βρισκόταν στο κέντρο της περιοχής ή σε πλεονεκτική γεωγραφική θέση, συνήθως πάνω σε κάποιον οχυρό λόφο, μετατρέπεται σε πόλη. Είναι ο λεγόμενος συνοικισμός, εξέλιξη κοσμοϊστορικής σημασίας, ως προς τις επιπτώσεις της. Η διαδικασία της δημιουργίας πόλεων με την πολιτική και κοινωνική σημασία του όρου, κράτησε αιώνες, συνοδεύτηκε από έντονες κοινωνικές αναστατώσεις και ταξικές διαμάχες, και σε ορισμένες απομονωμένες περιοχές της Ελλάδας συνεχίστηκε ακόμα και μετά την κλασική εποχή.
Η δημιουργία των ελληνικών πόλεων είχε μεγάλες επιπτώσεις και στο εποικοδόμημα. Στάθηκε η αφετηρία για τη μετάβαση από τον Μύθο στον Λόγο και αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε η Δημοκρατία. Στην ελληνική «πόλη»­ οφείλονται οι περισσότεροι από τους πολιτικούς θεσμούς, που ισχύουν μέχρι σήμερα.

Η διαδικασία δημιουργίας πόλεων ως αυτοδύναμων πολιτικών κυττάρων δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Προηγήθηκαν ανάλογα φαινόμενα συνοικισμού στη Σουμερία και στην κοιλάδα του Νείλου, κατά την 4η χιλιετία, στην κοιλάδα του Ινδού, στις κοιλάδες των Χουάγκ Χο και του Γιαγκτσέ Κιαγκ, κατά την 3η και 2η χιλιετία, στις ακτές της Φοινίκης και σποραδικά σε άλλα σημεία του κόσμου, αργότερα. Όμως, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών, η πόλη που δημιουργήθηκε από τον συνοικισμό δεν μακροημέρευσε ως αυτόνομος πολιτικός οργανισμός. Πολύ σύντομα υποτάχθηκε στον ναό του τοπικού θεού και έγινε απλό εξάρτημά του ή συνενώθηκε σε μεγαλύτερες πολιτικές οντότητες, σε μεγάλα βασίλεια ή αυτοκρατορίες, χάνοντας τα κυριότερα αυτόνομα χαρακτηριστικά της.Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα της Αρχαϊκής Εποχής. Εδώ οι πόλεις έγιναν κέντρα μικρών ανεξάρτητων κρατών, η έκταση των οποίων περιοριζόταν ουσιαστικά στην πόλη με τη γύρω περιοχή της.

Αρχικά στα κράτη αυτά την εξουσία κατείχαν οι γαιοκτήμονες, συνήθως απόγονοι είτε των αρχηγών των φυλών που είχαν εισβάλει από την κεντρική και βόρεια Ελλάδα στα παλιά μυκηναϊκά βασίλεια, είτε των αρχαίων βασιλικών οικογενειών. Τη διοίκηση ασκούσαν συμβούλια των γαιοκτημόνων αυτών, των αριστοκρατών, επικεφαλής των οποίων ήταν ο κληρονομικός βασιλιάς. Αργότερα στις περισσότερες πόλεις-κράτη ο θεσμός του βασιλιά καταργείται ή ο βασιλιάς υποβιβάζεται σε ισότιμο μέλος του συμβουλίου των αριστοκρατών, διατηρώντας τον, χωρίς εξουσίες, τίτλο του (άρχων βασιλεύς).

Σε πόλεις-κράτη που έμειναν αποκλειστικώς αγροτικές, η εξουσία των αριστοκρατών διατηρήθηκε επί αιώνες. Στα κράτη αυτά οι λαϊκές συνελεύσεις, παρόμοιες με τις συνελεύσεις των πολεμιστών, όπως τις περιγράφει ο Όμηρος, είχαν πολύ λίγες αρμοδιότητες, κατά κανόνα γνωμοδοτικές και επικυρωτικές των αποφάσεων της ολιγαρχικής εξουσίας. Οι θεσμοί ήταν αδιαμόρφωτοι και αδύναμοι και οι νόμοι, βασισμένοι στο εθιμικό δίκαιο, δεν ήταν συνήθως γραπτοί.

Αντίθετα, σε πόλεις-κράτη όπου αναπτύχθηκε το εμπόριο, η βιοτεχνία και η ναυτιλία, τα μεσαία στρώματα, σε συμμαχία με τους μικροϊδιοκτήτες, ανέτρεψαν την ολιγαρχία των αριστοκρατών και εγκαθιδρύσανε τυραννίες, δηλαδή αυταρχικές κυβερνήσεις, επικεφαλής των οποίων ήταν δημοφιλή άτομα, πολλές φορές λαϊκής καταγωγής, που χτύπησαν την κοινωνική και οικονομική βάση της αριστοκρατίας.

Κατά κανόνα τις τυραννίες αυτές τις διαδέχτηκαν δημοκρατικά καθεστώτα, στα οποία η έκταση και το βάθος της δημοκρατίας ποικίλλει. Η πορεία από την κληρονομική μοναρχία στην αριστοκρατική ολιγαρχία και από αυτήν στην τυραννία και ακολούθως στη δημοκρατία, σηματοδοτεί και τη μετάβαση από την κλειστή κοινωνία της μυκηναϊκής εποχής στην ανοιχτή κοινωνία της αρχαϊκής και κλασικής Ελλάδας, και βρήκε τη σπουδαιότερή της έκφραση στον πνευματικό κυρίως τομέα. Εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις κοινωνίες της Ανατολής και τις κοινωνίες των ελληνικών πόλεων.

Στις μεγάλες πολιτισμένες χώρες της Ανατολής, όπως στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, όχι μονάχα η οικονομική αλλά και κάθε πνευματική δραστηριότητα ήταν συγκεντρωμένες στο Ανάκτορο και τον Ναό. Οι ιερείς των αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών ναών, μοναδικοί κάτοχοι της γνώσης και της σοφίας, συγκέντρωναν κατά καιρούς τα εξυπνότερα και πιο προικισμένα παιδιά της περιοχής στον ναό και εκεί, σε ατμόσφαιρα υποβολής και μυστικισμού, τους δίδασκαν όσα εκείνοι γνώριζαν, για να γίνουν με τον καιρό ικανά να τους διαδεχθούν.

Ό,τι μάθαιναν με τον τρόπον αυτόν οι νεαροί μαθητές ήταν δεδομένο και αδιαμφισβήτητο και η αλήθεια του ήταν εγγυημένη από το κύρος των δασκάλων. Η γνώση δηλαδή μεταβιβαζόταν ως εξ αποκαλύψεως αλήθεια, χωρίς να συνοδεύεται από καμιά διαδικασία αποδεικτική της αλήθειας αυτής, εφόσον η ιερή προέλευσή της έκανε περιττό κάτι παρόμοιο. Εύκολος για τους διδάσκοντες τρόπος διδασκαλίας, ο οποίος όμως απέκλεισε οριστικά και τελεσίδικα κάθε δυνατότητα να μετατραπούν οι συσσωρευμένες γνώσεις σε Επιστήμη.

Αντίθετα, στις ελληνικές πόλεις των αρχαϊκών χρόνων, όπου η παραγωγή ήταν υπόθεση όλης της κοινωνίας και βασιζόταν κατά κύριο λόγο στην εργασία των ελεύθερων μκροϊδιοκτητών (αυτουργούς, τους ονομάζει ο Θουκυδίδης) και όχι των δούλων, το Ανάκτορο είχε από νωρίς εκλείψει και ο Ναός είχε πολύ μικρή ισχύ. Οι διανοητές στις ελληνικές πόλεις ήταν και αυτοί σαν τους λοιπούς πολίτες. Δεν ήταν οι αποκομμένοι από την κοινωνία ιερείς των αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών ναών, αλλά μετείχαν στην πολιτική ζωή, όπως ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος ή ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο οποίος μάλιστα έχασε τη ζωή του κατά τις πολιτικές διαμάχες. Είχαν επίσης οικονομικές δραστηριότητες, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, που πλούτισε μέσα σε σύντομο διάστημα, εκμεταλλευόμενος απλά τους στατιστικούς υπολογισμούς που είχε κάνει για την καρποφορία των ελαιόδεντρων.

Οι έλληνες διανοητές είχαν πάντα στενές σχέσεις με τους εμπόρους, τους τεχνίτες και τους ναυτικούς της πόλης τους, και θέλοντας να απαντήσουν ικανοποιητικά στα ερωτήματα που τους έβαζαν οι ναυτικοί και οι έμποροι, οι οποίοι ταξίδευαν σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Μεσογείου, ερεύνησαν τον έναστρο ουρανό και τον γνωστό τότε κόσμο. Μελέτησαν τη φύση στο σύνολο της, αλλά και τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο μέρος της και την ανθρώπινη κοινωνία ως πλαίσιο απαραίτητο για την επιβίωση του ανθρώπου. Σε όλα τα αντικείμενα της έρευνάς τους αναζήτησαν το βαθύτερο νόημα τους και την πρωταρχική ουσία τους, δημιουργώντας έτσι τη Φιλοσοφία.

Σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν στην Ανατολή, η παρακολούθηση των μαθημάτων των ελλήνων σοφών ήταν εθελοντική και κατά κανόνα γινόταν με πληρωμή. Ήταν λοιπόν υποχρεωμένοι οι έλληνες δάσκαλοι να αποδείξουν την αλήθεια των όσων δίδασκαν, υποχρέωση που δεν είχαν οι αιγύπτιοι ή βαβυλώνιοι συνάδελφοί τους. Η υποχρέωση αυτή γέννησε τις διαδικασίες της απόδειξης, της δοκιμασίας και της επαλήθευσης, τον ορισμό, το θεώρημα και το αξίωμα, τη διαλεκτική και τη λογική, βάζοντας έτσι τα θεμέλια των επιστημών.

Καταλήγοντας, δεν πρέπει να πέσουμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε πως όλοι οι Έλληνες της αρχαιότητας ήταν κάποιος ξεχωριστός πληθυσμός μορφωμένων ατόμων, που από το πρωί ώς το βράδυ κάνανε φιλοσοφικές συζητήσεις ή διατύπωναν μαθηματικά θεωρήματα. Αντίθετα, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι, στην πλειοψηφία τους, και οι Έλληνες της αρχαιότητας ήταν οπωσδήποτε άνθρωποι πρωτόγονοι, όπως οι σύγχρονοί τους λαοί. Πίστευαν σε μύθους, μυστήρια και οιωνούς, είχαν δεισιδαιμονίες και προλήψεις.

Οι κοσμολογικές αντιλήψεις της πλειονότητας των Ελλήνων ήταν το ίδιο απλοϊκές και πρωτόγονες όπως των συγχρόνων τους λαών. Εξάλλου και σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, οι Έλληνες, ακόμη και οι μεγάλοι τους σοφοί (με μία μόνο εξαίρεση) δέχονταν τη Γη ως κέντρο του κόσμου, με τον Ήλιο να περιστρέφεται γύρω της. Είχαν σε όλη την ιστορία τους το σεληνιακό ημερολόγιο, ενώ οι Αιγύπτιοι (και οι Μάγια της Μεσοαμερικής), είχαν ανακαλύψει το ηλιακό. Τέλος, οι Έλληνες δεν είχαν μαντέψει τον ρόλο του 0 ως αριθμητικού ψηφίου, που τον είχαν ανακαλύψει οι Ινδοί και τον είχαν υποπτευθεί οι Σουμέριοι και οι Βαβυλώνιοι (αλλά και οι Μάγια επίσης).

Όμως η εμπέδωση της δημοκρατίας και η συνακόλουθη ελευθερία του λόγου, επέτρεψαν να γεννηθεί η φιλοσοφική σκέψη και, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η κοινωνική ζωή ενός ολόκληρου πληθυσμού πήρε τόσο κοσμική –λαϊκή έκφραση. Η πολιτική, η νομοθεσία, η οικονομία, η λογοτεχνία και η τέχνη από πολύ νωρίς απελευθερώθηκαν από τα δεσμά της θρησκείας και τον έλεγχο του ιερατείου. Γεννήθηκε η φιλοσοφία, που άρχισε να διαμορφώνει μια τελείως πρωτότυπη ερμηνεία του κόσμου, της κοινωνίας και του ανθρώπου, στηριγμένη στη φύση. Μπήκαν τα θεμέλια της επιστήμης, που καθιέρωσε τη μελέτη του κόσμου και του ανθρώπου με βάση την παρατήρηση και τη λογική. Ανάμεσα σε έναν πληθυσμό πρωτόγονων ανθρώπων εμφανίστηκαν τα πνεύματα εκείνα, που με τη διαύγεια, την ευθύτητα και την παρρησία της σκέψης τους, τον απελευθέρωσαν σε μεγάλο (και πρωτοφανή έως τότε) βαθμό από τον δεσποτισμό, τη μυστικοπάθεια και τον φόβο.

Οι Έλληνες αντάλλαξαν πολλά: γνώσεις, ανακαλύψεις, θεσμούς και ιδέες με τους άλλους γειτονικούς λαούς, με τους οποίους είχαν ταχτικές επαφές, και οπωσδήποτε αποδέχτηκαν πολλά, ιδίως από τους Αιγύπτιους, τους Φοίνικες και τους Βαβυλώνιους. Ό,τι πήραν όμως δεν ήταν δουλική αντιγραφή και μίμηση, αλλά στάθηκε αφορμή για τη δημιουργική του μεταμόρφωση. Η φιλοσοφία και η επιστήμη, όπως και η δημοκρατία και η πολιτική, δεν ήρθανε από την Ανατολή, αλλά δημιουργήθηκαν εδώ.

 Δημ. Σαραντάκος, sarantakos.wordpress.com

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος