Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Η αλληγορία της αρπαγής της ωραίας Ελένης




Ο Τρωικός πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια, στο όνομά του δέκα χιλιάδες από τους άριστους των ανδρών έπεσαν, ενώ η Τροία, η πλέον ευημερούσα πόλη της Ασίας αποτεφρώθηκε ολοσχερώς. 

Ο ειρηνιστής Ευριπίδης το 412 π.Χ. με το έργο του «Ελένη» μας δείχνει ότι οι πόλεμοι είναι νοσηροί και έχουν μάταιες αιτίες. Είναι για το είδωλο που οι Έλληνες πολέμησαν, στην Τροία δεν υπήρξε ποτέ τίποτα, η πραγματική Ελένη δε βρισκόταν εκεί! Είναι το όνομά της (το μάταιο) που ο Μενέλαος επεδίωξε, είναι αυτό που κόμισε στον στόλο του, που έθεσε σε ασφαλή τόπο όταν προσάραξε. Η σύντροφος του κρεβατιού δεν ήταν παρά αγαλματίδιο από σύννεφο, όπως τα μικρά αναθήματα που οι άνθρωποι προσφέρουν στους θεούς. Ο ποιητής, ανατόμος ψυχών στα άλλα κείμενά του, εδώ εμφανίζει επιδεξιότητα ειδολοπλάστη. Η «Ελένη» ως είδωλο, αληθινότερη από το πρόσωπο, από το σώμα.

Η αλήθεια συνήθως δεν βρίσκεται εκεί που την ψάχνουμε. Η πραγματική ζωή, η ενορμητική, είναι αλλού ωστόσο άλλη ζούμε, αγωνιζόμενοι-αλλοίμονο- για το σαθρό της απείκασμα το οποίο τεχνηέντως καλλιεργείται και αήθως διασπείρεται από τους «θεούς» του ενεστώτος lifestyle. Το τελευταίο είναι η ζοφερή συνέπεια μιας Αρπαγής. Αφορά στην υπεξαίρεση της μοναδικής και Ωραίας Ιδιαιτερότητας και Ατομικότητας του σύγχρονου ανθρώπου που ευχερώς και τυφλά υποκύπτει στο ομαδικό, ιδού η θυσία του εσώτερου εαυτού, η απόλυτη συμμόρφωση του Εγώ στο ψευδεπίγραφο και σαθρό συλλογικό, η έκπτωση του τόνου των ενστίκτων της ζωής που ασφυκτιούν χάριν της συστοιχίας με το έξωθεν. Είναι η σύρραξη υπέρ μιας κίβδηλης, πλουμιστής αλλά ανοργασμικής ύπαρξης, που στοχεύει στην αρνητικοποίηση της ζωής, στο φάντασμά της.

Η Αρπαγή της Ωραίας Ελένης, εκεί και τότε, η πρόστυχη Αρπαγή των αξιών, της πολιτιστικής κληρονομιάς, της εθνικής μας ταυτότητας εδώ και τώρα. Ανέκαθεν το τέχνασμα του διπλασιασμού ήταν στρατευμένο στην υπηρεσία του αποπροσανατολισμού, για να συσκοτίζεται η αλήθεια της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής. Η Ωραία Αφροδίτη, με «σάρκα και οστά» στέκεται επί των ημερών μας μοναχική σε μια αίθουσα στο τμήμα Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων του Λούβρου. Το δάπεδο του μουσείου φθείρεται δυσανάλογα μπροστά της χρόνο με τον χρόνο ενώ την ίδια στιγμή, στα καθ’ημάς, καρεκλοκένταυροι γραφειοκράτες κοκορομαχούν εκ του ασφαλούς στα παράθυρα των καναλιών παρασύροντας το ανυποψίαστο κοινό στις φενάκες του. 


Σάββας Μπακιρτζόγου, Πρόγραμμα Επέκεινα-Ψυχαναλυτική Πράξη

Απόσπασμα από το σχόλιο επί του έργου του Ευριπίδη «Ελένη», με αφορμή την ομώνυμη παράσταση σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τσιριγκούλη («Σπίτι του ηθοποιού» σ 26 και 27 Αυγούστου και Πολυχώρος «Αλεξάνδρεια» στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 2017),
http://epekeina.gr/a_files/2017/Epekeina_Eleni_Alligoria.pdf


 πιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Κάν' το όπως ένας φιλόσοφος (στα χνάρια του Πλάτωνα)



Ο ΑΝΤΑΝΑΣ ΜΟΚΟΥΣ ΣΙΒΙΚΑΣ (Antanas Mockus Šivickas), Κολομβιανός μαθηματικός και φιλόσοφος, με καταγωγή από τη Λιθουανία. Το 1993, παραιτήθηκε από καθηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Κολομβίας και έθεσε υποψηφιότητα, επιτυχώς, για δήμαρχος της Μπογκοτά. Υπηρέτησε την πόλη του για 2 θητείες, μέχρι το 2004, και πέτυχε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αυτό που λέμε όλοι ότι πρέπει να γίνει αλλά δεν ξέρουμε πώς, όταν συναπαντάμε κάτι στραβό στην κοινωνία μας και αναρωτιόμαστε πώς να το διορθώσουμε: άλλαξε τη νοοτροπία των συμπολιτών του!

ΜΕ την εφευρετικότητα ενός ακαδημαϊκού, ο Αντάνας Μόκους κατάφερε να μετατρέψει την Μπογκοτά σε «μία πειραματική τάξη 6,5 εκατομμυρίων... μαθητών». Μιλάμε για μια πόλη που, μέχρι να την «αναλάβει» αυτός, ήταν πνιγμένη στο έγκλημα, στο καυσαέριο, στο άναρχο κυκλοφοριακό σύστημα, στην ανεξέλεγκτη διαφθορά, στην επιθετική συμπεριφορά του ενός πολίτη προς τον άλλον, στα σκουπίδια και στη βρώμα -αν κάτι σας θυμίζουν όλ' αυτά.

Ο ΚΟΣΜΟΣ, μέσα από τον θυμό και την απογοήτευσή του, διψούσε για μιαν αλλαγή. Λαχταρούσε να 'ρθουν καλύτερες μέρες στη ζωή του. Ήλπιζε σε έναν ηγέτη που θα είχε όραμα, θάρρος και φαντασία. Ο Μόκους «έπεσε» στη ζωή τους σαν δώρο εξ ουρανού. Στα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου είχε τη φήμη «εκκεντρικού καθηγητή», που επικοινωνούσε και δίδασκε τους φοιτητές του με σύμβολα, χιούμορ και μεταφορές. Τις ίδιες μεθόδους, αλλά πολύ πιο «τραβηγμένες» απ' ό,τι μέσα στα αμφιθέατρα, εφάρμοσε στους δρόμους της Μπογκοτά.

Ο εκκεντρικός Μόκους, ο οποίος επικοινωνούσε μέσω των συμβόλων και του χιούμορ, επιτελούσε τον ρόλο ενός ηθικού ηγέτη. Φορούσε τη στολή του Σούπερμαν και ενεργούσε ως υπερ-ήρωας ή «υπερ-πολίτης» τη στιγμή που πολλοί ήταν εκείνοι, οι οποίοι μισούσαν την άναρχη κατάσταση της Μπογκοτά. Το γέλιο του κόσμου άρχισε σιγά σιγά να σπάει τον πάγο και τις επιφυλάξεις
Η δεύτερη θητεία του Αντάνας Μόκους ως δημάρχου έληξε το 2003 και ο ίδιος πήγε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ για δύο εβδομάδες, ως επισκέπτης υπότροφος στο Ινστιτούτο Πολιτικής του «Kennedy School of Government». 

Η καθηγήτρια Τζέιν Μάνσμπριτζ τον κάλεσε στο μάθημα που διδάσκει με τίτλο «Δημοκρατία, από τη θεωρία στην πράξη». Βρήκε την παρουσίαση του δημάρχου εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. «Ενώ η βιβλιογραφία μας βασίζεται στα συστήματα παροχής κινήτρων για τη μείωση της διαφθοράς, ο ίδιος στοχεύει στην ιδεολογική αλλαγή, όχι μέσω κηρυγμάτων αλλά μέσω καλλιτεχνικών και δημιουργικών στρατηγικών που στηρίζονται στη δύναμη του ατόμου», όπως είπε η ίδια στην Gazette.

Οι μαθητές μαγεύτηκαν, το ίδιο και η κ. Μάνσμπριτζ. Το πάθος του για τη διδασκαλία ώθησε τον Αντάνας Μόκους να κάνει πράγματα που οι άλλοι θεωρούν πρωτότυπα. Αλλωστε, είναι γνωστός για τη θεατρικότητά του, που έχει σκοπό να κεντρίσει το ενδιαφέρον των άλλων και εν συνεχεία να τους κάνει να σκεφθούν.

ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ 420 μίμους για να ελέγχουν εκείνοι την κυκλοφοριακή συμφόρηση της πόλης και την επικίνδυνη οδήγηση, αφού επί χρόνια η Τροχαία και η Αστυνομία αποδείχθηκαν ανύπαρκτες και διεφθαρμένες. Οι μίμοι, σταματώντας τους παρανομούντες οδηγούς και με διάφορα χιουμοριστικά «κόλπα», γκριμάτσες, χειρονομίες, μικρές ταμπελίτσες που έγραφαν «τώρα, γιατί το έκανες αυτό, μεγάλε;», κατάφεραν και τους έκαναν, σιγά σιγά, προσεκτικότερους. Η φιλοσοφική προσέγγιση του Μόκους ήταν ότι «το κόσμιο κράξιμο είναι πολύ πιο αποτελεσματικό από το όποιο πρόστιμο», το οποίο, βεβαίως, έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι κατάφεραν να «σβήσουν».

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕ «Βραδιά Γυναικών» και ζήτησε απ' όλους τους άνδρες να μείνουν στο σπίτι να περιποιηθούν τα παιδιά. Περισσότερες από 700.000 γυναίκες βγήκαν έξω στις 3 τέτοιες βραδιές που διοργάνωσε γι' αυτές. Όταν προέκυψε σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας, ο Μόκους εμφανίστηκε σε τηλεοπτικό σποτ κάνοντας ντους, κλείνοντας το νερό την ώρα που σαπούνιζε το σώμα του και ζητώντας έπειτα από τον κόσμο να κάνει το ίδιο.

ΖΗΤΗΣΕ, ακόμα, από τους συμπολίτες του να πληρώσουν, όσοι ήθελαν, ένα επιπλέον 10% εθελοντικού φόρου, ώστε να φτιάξει με τα χρήματα αυτά κέντρα ημέρας για τα παιδιά εργαζόμενων μητέρων, να βελτιώσει τα κέντρα υγείας κ.λπ. Ο κόσμος τον εμπιστευόταν. Ήξερε ότι δεν ήταν ‘λαμόγιο’. Τον είδε να ξηλώνει απ' όλες τις δημοτικές υπηρεσίες τους αργόσχολους και όχι καθαρούς υπαλλήλους, και να εμποδίζει τους δημοτικούς συμβούλους άλλων παρατάξεων να διορίσουν τους δικούς τους ανθρώπους. Έτσι, 63.000 άνθρωποι έσπευσαν να ενισχύσουν αυτό το ταμείο «εθελοντικής φορολογίας».

Ο ΜΟΚΟΥΣ προέτρεψε ακόμα τους συμπολίτες του να τον ενημερώνουν όποτε συναντούσαν έναν καλό και έντιμο ταξιτζή. Έτσι, φτιάχτηκε μια λίστα 150 οδηγών ταξί, τους οποίους ο δήμαρχος φώναξε και άκουσε από αυτούς συμβουλές και προτάσεις για το πώς να βελτιωθεί η συμπεριφορά και των υπολοίπων. Τους ονόμασε «Ιππότες της Ζέβρας» και εφάρμοσε αμέσως όσα του πρότειναν, με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Το μυστικό του ήταν ότι παρέκαμψε το, επίσης, διεφθαρμένο και άχρηστο συνδικάτο των (και) εκεί ταξιτζήδων.

Σεβασμός για τη ζωή

Ακόμα πιο σημαντική για τον ίδιο ήταν η εκστρατεία σχετικά με τη σημασία και την ιερή φύση της ζωής. Ο Μόκους πιστεύει πως η κοινωνία έχει χάσει τις αξίες της. Προτεραιότητα αποτελεί η επαναφορά του σεβασμού για τη ζωή ως το κυρίαρχο δικαίωμα και υποχρέωση των πολιτών. Επί ημερών του, οι ανθρωποκτονίες μειώθηκαν από 80 ανά 100.000 κατοίκους το 1993, στις 22 ανά 100.000 κατοίκους το 2003.

Η διακυβέρνησή του επηρεάστηκε από Ακαδημαϊκές ιδέες όπως του βραβευμένου με Νομπέλ οικονομολόγου Ντάγκλας Νορθ, ο οποίος διερεύνησε την ένταση μεταξύ επίσημων και ανεπίσημων κανόνων και τον τρόπο που η οικονομική ανάπτυξη περιορίζεται όταν τα δύο αλληλοσυγκρούονται. Η έρευνα του Γιούργκεν Χάμπερμας σχετικά με τη δημιουργία ανθρώπινου κεφαλαίου μέσω του διαλόγου επίσης επηρέασε τον Μόκους, όπως άλλωστε και ο Σωκράτης.

Ο ΜΟΚΟΥΣ δεν είναι «μια γραφική περίπτωση», όπως ίσως σπεύσουν να πουν ορισμένοι. Οι μέθοδοί του στηρίζονται σε συγκεκριμένες αρχές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις σχετικά με το πώς να κερδίσεις την εκτίμηση των μαζών, πώς να εμφυσήσεις σε αυτούς τις αρχές της αξιοπρέπειας, την εντιμότητα κ.λπ., και πώς να βρίσκεις τη χρυσή τομή μεταξύ «επίσημων και μη επίσημων κανόνων» στη ζωή.

Από σχετικά δημοσιεύματα των εφημερίδων Ελευθεροτυπία, Καθημερινή.

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Περί Εθνικών επετείων


« Ο κόσμος μας έλεγε τρελλούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμε την επανάστασιν» (Κολοκοτρώνης, «Απομνημονεύματα»).


          Κάθε χρόνο στη χώρα μας τιμάται και γιορτάζεται η επέτειος της επανάστασης του 1821. Οι πανηγυρικοί λόγοι και τα αφιερώματα αναδεικνύουν με τον πιο εμφαντικό τρόπο την αξία και το ρόλο της συγκεκριμένης επετείου στη γέννηση (1830) του νεοελληνικού κράτους. Οι επέτειοι λειτουργούν αναπόφευκτα ως ορόσημα και συμπύκνωση μνήμης. Μια επέτειος ανασύρει μια ιστορική περίοδο που ταυτίστηκε με την απόφαση και δράση των Ελλήνων για Ελευθερία.

          Η επανάσταση της 25-3-1821 ως ιστορικό γεγονός συνιστά μια αντικειμενική πραγματικότητα ανεξάρτητα από τη σπουδαιότητά του. Οι αιτίες που το καθόρισαν μπορούν να παρερμηνευτούν από τον ιστορικό ή τους ερευνητές (λόγοι εθνικοί, πολιτικοί), αλλά το γεγονός ως ιστορικό συμβάν εξακολουθεί να υφίσταται ως πραγματικότητα και κανείς δεν μπορεί να το αλλοιώσει. Το παρελθόν μπορούμε να το γνωρίσουμε ή να το αγνοήσουμε, δεν μπορούμε όμως, να το αλλάξουμε.     
    
          Ωστόσο δεν λείπουν και οι περιπτώσεις που κατά τον εορτασμό των επετείων κυριαρχούν οι μεγαλόσχημοι λόγοι και αντί για δίδαγμα έχουμε διδακτισμό και αντί για μήνυμα κήρυγμα. Άλλοι πάλι έχοντας διαμορφώσει μια άποψη για το ιστορικό παρελθόν – ίσως και αυθαίρετη ή λανθασμένη – αναζητούν λογικά επιχειρήματα που θα επιβεβαιώνουν αυτό που γενικά πιστεύουν. Αυτή η τακτική, όμως, τρέφει τη μυθοπλασία και εμποδίζει τη διερεύνηση της ιστορικής αλήθειας για τα γεγονότα που στιγμάτισαν την πορεία και την ταυτότητα του έθνους μας.

          Επειδή, λοιπόν, «χρη λέγειν τα καίρια» ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τους λόγους που ως χώρα επιλέξαμε να γιορτάζουμε ως επέτειο δυο γεγονότα, την 25-3-1821 και την 28η Οκτωβρίου 1940. Αυτό, ίσως, συνιστά μια παραδοξότητα για έναν ξένο παρατηρητή, αφού στον υπόλοιπο κόσμο κατά τεκμήριο εορτάζεται μια επέτειος. Πριν ερμηνεύσουμε την παραδοξότητα του εορτασμού των δυο επετείων κρίνεται σκόπιμο να θυμηθούμε το σκεπτικό καθιέρωσης ως εθνικής επετείου, της 25ης Μαρτίου1821.

          Ξεφυλλίζοντας τον τύπο της πρώτης οθωνικής περιόδου, βρίσκουμε τούτο το βασιλικό διάταγμα, με το οποίο καθιερώθηκε η 25η Μαρτίου ως εθνική γιορτή: «Όθων – ελέω θεού Βασιλεύς της Ελλάδος. Επι τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών κτλ Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα δια την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος δια την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του περί της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν εθνικής εορτής. Εν Αθήναις την 15 (27) Μαρτίου 1838».

          Στο σκεπτικό της απόφασης δεν φαίνεται καθαρά αν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου λαμπρύνει την έναρξη της επανάστασης του 1821 ή το αντίθετο. Ο ταυτόχρονος εορτασμός για άλλους λαμπρύνει και τις δυο «γιορτές» και για άλλους αποδυναμώνει την εθνική επέτειο της επανάστασης, αφού την περιορίζει σε αυστηρά θρησκευτικά όρια. Οι σκοπιμότητες της οθωνικής απόφασης είναι εμφανείς. Η ακύρωση του επαναστατικού πνεύματος και ο έλεγχος της υφέρπουσας δυσαρέσκειας κατά της Βαυαροκρατίας. Εξάλλου ακόμα στην Ευρώπη πλανάται ως απειλή το πνεύμα του Μέττερνιχ και άλλων αντιδραστικών ηγετών που δεν κρύβουν την απέχθειά τους σε κάθε επαναστατικό πνεύμα ή εορτασμό.  

          Σχετικά ο Άγγλος υπουργός εξωτερικών, Κέστλερυ, διακήρυττε πως «οι Έλληνες αποτελούν έναν κλάδο του οργανωμένου εκείνου στασιαστικού πνεύματος που προπαγανδίζεται συστηματικά στην Ευρώπη και που εκδηλώνεται εκρηκτικά παντού όπου εξασθενεί για έναν οποιονδήποτε λόγο το χέρι της κυβερνητικής εξουσίας».

          Αν θελήσουμε να βρούμε επιχειρήματα για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 δεν θα δυσκολευτούμε. Το πρώτο σχετίζεται με την άποψη πως η επανάσταση συνοδεύτηκε από νίκες και ανέδειξε το πάθος και τη θέληση των Ελλήνων για ελευθερία. Το δεύτερο σχετίζεται με το γεγονός πως οι Έλληνες οργανώθηκαν σε αυτόνομο – ανεξάρτητο κράτος για πρώτη φορά μετά το 146 π.Χ., όταν οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Ελλάδα. Ακόμη και ο πιο δύσπιστος θα λύγιζε από το βάρος των παραπάνω επιχειρημάτων που θεμελιώνουν την αναγκαιότητα εορτασμού της επετείου της 25ης Μαρτίου 1821.

          Ο εορτασμός  της 28ης Οκτωβρίου 1940  ως επετείου είναι δύσκολο να εξηγηθεί στο δύσπιστο παρατηρητή της ελληνικής ιστορίας και νοοτροπίας. Κι αυτό γιατί η συγκεκριμένη επέτειος έχει ως σημείο αναφοράς γεγονότα που δεν είχαν ευτυχή κατάληξη για την Ελλάδα στο πεδίο των μαχών, στοιχείο που προκαλεί απορίες και ερωτήματα στον ξένο παρατηρητή για την καθιέρωση της ως εθνική επέτειο. Αυτή η παραδοξότητα δεν γίνεται αντιληπτή από τους ξένους, γιατί αυτοί γιορτάζουν μια επέτειο με αναφορές σε γεγονότα που είχαν ευτυχή κατάληξη για το κράτος ή το έθνος τους  (νίκη, οργάνωση κράτους, βαθιές κοινωνικές – πολιτικές- πολιτειακές αλλαγές..).

          Η παραδοξότητα της επιλογής των επετείων καθίσταται εντονότερη στο βαθμό που άλλα ιστορικά γεγονότα κινδυνεύουν να χαθούν στη λήθη των νεοελλήνων, όπως οι νικηφόροι Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-13. Και να σκεφθεί κανείς πως με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων η Ελλάδα διπλασιάστηκε εδαφικά. Πως, λοιπόν, να ερμηνεύσουμε και να αιτιολογήσουμε αυτή την αδικία απέναντι στους αγωνιστές των Βαλκανικών πολέμων;

          Η απάντηση και η εξήγηση στο παραπάνω βρίσκεται στην προβολή κι αξιολόγηση που έγινε σε ανάλογα ιστορικοί γεγονότα της αρχαίας Ελλάδας. Συγκεκριμένα οι νίκες στο Μαραθώνα 490π.Χ., στη ναυμαχία της Σαλαμίνας 480 π.Χ. και στις Πλαταιές 479 π.Χ. έτυχαν μικρότερης αναγνώρισης και προβολής από τη μάχη των Θερμοπυλών 480 π.Χ. Τα τρία πρώτα γεγονότα συνοδεύτηκαν από λαμπρές νίκες των Ελλήνων εναντίον των Περσών, ενώ η μάχη των Θερμοπυλών τελείωσε με τη νίκη των Περσών.

          Ωστόσο, στη μνήμη των Ελλήνων κατέλαβαν δεσπόζουσα θέση το «Μολών λαβέ» του Λεωνίδα και το «ΟΧΙ» των Ελλήνων απέναντι στην ιταμή πρόκληση – επίθεση των Ιταλών. Και τα δυο αυτά γεγονότα κατέδειξαν το μεγαλείο της Ελληνικής ψυχής και το αδούλωτο πνεύμα. Η ήττα στο πεδίο των μαχών μετασχηματίστηκε σε νίκη σε ηθικό  επίπεδο. Πολλές φορές ο ηθικός θρίαμβος υποσκελίζει τις νίκες του ανθρώπου σε υλικό επίπεδο κι αναδεικνύει την ποιότητα κι ανωτερότητα κάθε λαού.

          Το άλικο αίμα πάνω στο λευκό χιόνι των αγωνιστών του 40 και το «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» των νεκρών Σπαρτιατών στις Θερμοπύλες δίδαξαν πως σκοπός του ανθρώπου δεν είναι η απλή επιβίωση αλλά η ζωή που πραγματώνεται μέσα σε συνθήκες προσωπικής ελευθερίας και εθνικής αυτονομίας. Έχοντας αυτά κατά νου μπορούμε να ερμηνεύσουμε την παραδοξότητα των πολλών επετείων αλλά και να χαρτογραφήσουμε το βαθύτερο «Είναι» των Ελλήνων, όπως αυτό φανερώνεται μέσα από τους αγώνες του.

          Ίσως η παρακάτω θέση του Ν. Καζαντζάκη να αποκαλύπτει με ενάργεια τη βαθύτερη δομή της ψυχοσύνθεσης των Ελλήνων όταν αυτοί έρχονται αντιμέτωποι με τα όριά τους «Περηφάνεια, απελπισία και λευτεριά πείσμα».

          Οι εθνικές επέτειοι είναι οι ποικίλες εκδοχές των Ελλήνων. 



Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Ανθρωπος και ποίηση, βίοι παράλληλοι


«Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» (Ελύτης)


          Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση πως η ιστορία του ανθρώπου είναι ταυτισμένη με την εξέλιξη της γλώσσας του. Αυτή ως κώδικας σημείων δε βοηθά μόνο τον άνθρωπο να σκέπτεται αλλά και να εκφράζει με σαφήνεια τις ταλαντώσεις του νου, τα κύματα της ψυχής αλλά και τις βαθύτερες επιθυμίες του.

          Ο λόγος, λοιπόν, είτε προφορικός είτε γραπτός μαρτυρά και την πνευματική πορεία του ανθρώπου στο μονοπάτι της ιστορίας.

          Ιστορικά, ο προφορικός λόγος προηγήθηκε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αξιολογικά υπερτερεί του γραπτού. Με τον προφορικό λόγο ο άνθρωπος σάρκωσε την αγωνία του, τις ανησυχίες του, το φόβο του,την πίστη του, τις χαρές του, τις πνευματικές αναζητήσεις και γενικότερα έδωσε μορφή στα συναισθήματά του.

          Μια από τις σημαντικότερες εκφράσεις του προφορικού λόγου στάθηκε η Ποίηση. Απροσχεδίαστα αλλά όχι άτεχνα ο πρωτόγονος αλλά και ο άνθρωπος των «κοινωνιών» με τη βοήθεια της ποίησης αναζήτησε το Ωραίο και το Αληθινό.

          Μέσα από τον ποιητικό λόγο όρισε τα όρια της ύπαρξής του ως πνευματικού και κοινωνικού όντος. Ο ποιητικός, δηλαδή, λόγος στάθηκε αρωγός στην προσπάθεια του ανθρώπου να ορίσει το Εγώ του ως Άτομο και ως Πολίτης.

          Μέσα από τους στίχους σημάδεψε την πνευματική, πολιτική και ανθρώπινη πορεία του. Υπάρχουν στίχοι που με το πλούσιο σημασιολογικό τους φορτίο διαμόρφωσαν καταλυτικά τις κρίσεις και αξιολογήσεις μας για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Διεύρυναν τα όρια της φαντασίας μας, όξυναν την ευαισθησία μας και εμπλούτισαν την αισθητική μας. Στίχοι που μας έγιναν τόσο οικείοι που όταν τους χρησιμοποιούμε νιώθουμε πως είμαστε και οι δημιουργοί τους.

          Προνομιακός χώρος της ποίησης στάλθηκε διαχρονικά η εξύμνηση της ηρωικής δράσης των αγωνιστών για την πολυπόθητη Ελευθερία: α. «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης» ανέκραξε ο Έκτορας, β. «Ίτε παίδες Ελλήνων…..ελευθερούτε πατρίδα…..Νυν υπέρ πάντων ο αγών». Έτσι, προέτρεπε ο Αισχύλος απευθυνόμενος στους Σαλαμινομάχους, γ. «Ως πότε παλληκάρια να ζώμεν στα στενά/ κλεισμένοι σα λιοντάρια/ στις στάνες, στα βουνά» τραγούδαγε Ρήγας Φεραίος στο Θούριό του και δ. «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη/ των Ελλήνων τα ιερά/…χαίρε, ω Χαίρε ελευθεριά» υμνούσε ο Σολωμός την πολυπόθητη ελευθερία των Ελλήνων.

          Η ποίηση δεν αποτύπωσε με τόση ένταση και γλαφυρότητα μόνο την πύρινη επιθυμία και το πάθος του Έλληνα και του παγκόσμιου ανθρώπου για εθνική ελευθερία, αλλά έδωσε μορφή και στις πολιτικές και κοινωνικές του αναζητήσεις και διεκδικήσεις. Οι παρακάτω στίχοι φανερώνουν με περισσή ενάργεια το ρόλο του ποιητικού λόγου στην έκφραση – κοινοποίηση του κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού:

          α. «Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο , φως της αστραπής, / κ’ η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις./ Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν./ χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταβρώσουν» (Βάρναλης) και β. «Το ζήτημα έχει τεθεί:/ Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε / όπως αυτός ο δραπέτης/ ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο/ απέναντί τους» (Μ. Κατσαρός).

          Εξίσου, όμως, σημαντική κρίνεται και η συμβολή του ποιητικού λόγου στην εξωτερίκευση του πιο πηγαίου και ανθρώπινου συναισθήματος, της Αγάπης και του Έρωτα. «Έρως ανίκατε μάχαν..» διατυμπάνιζε ο Σοφοκλής τον 5ο αιώνα χαρτογραφώντας τη βαθύτερη ουσία του Έρωτα.

          Αλλά και η δημοτική ποίηση είναι πλούσια σε αναφορές στο μεγαλείο και στη δύναμη της αγάπης και τον έρωτα: α. «Αν μ’ αγαπάς κ’ είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω,/ γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω», β. «Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω/ κι’ όταν σε συλλογίζομαι τρέμω κι αναστενάζω». 

          Εκείνο, όμως, που κατέστη αντικείμενο ιδιαίτερης περιγραφής από τον ποιητικό λόγο είναι η εξουσία που ασκούν τα μάτια πάνω στο συναισθηματικό κόσμο του ερωτευμένου: α. «Ποιος είδε τέτοιον πόλεμο να πολεμούν τα μάτια,/ χωρίς μαχαίρια και σπαθιά να γένουνται κομμάτια;» (Δημοτική ποίηση) και β. «Δεν τα ηύρα πια ξανά – τα τόσο γρήγορα χαμένα…./τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό / το πρόσωπο… στο νύχτωμα του δρόμου…» (Καβάφης).

          Τέλος, σημαντική είναι η συνεισφορά του ποιητικού λόγου και στη σκιαγράφηση του φόβου αλλά και του ανθρώπινου δέους απέναντι στο αναπότρεπτο γεγονός του θανάτου. «Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα» γράφει αποφθεγματικά ο Σολωμός. Ο λαϊκός ποιητής συγκλονίζει τον αναγνώστη περιγράφοντας τον πόνο της Μάνας προς το νεκρό γιο της «Α δε φουσκώση η θάλασσα, ο βράχος δεν αφρίζει,/ κι’ αν δε σε κλάψη η μάννα σου, ο κόσμος δε δακρύζει» (Δημοτική ποίηση). Εξίσου, όμως, συγκλονιστικός είναι και ο λόγος του Παλαμά «Άφκιαστο κι αστόλιστο/ του Χάρου δε σε δίνω» (Ο τάφος).

          Ο ποιητικός λόγος, λοιπόν, μας συντροφεύει σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Μας ενθουσιάζει, μας εμπνέει, μας συγκινεί, μας φοβίζει και μας προβληματίζει. Είναι οι στίχοι που έγιναν κομμάτι της ζωής μας και της βιοθεωρίας μας. Ενδεικτικά, παρατίθενται μερικοί που φωτίζουν κάθε μας βήμα. 

          α. «Άστραψε φως κι εγνώρισε ο νιος τον εαυτό του» (Σολωμός)
          β. «Τα σπλάχνα μου και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν» (Σολωμός)
          γ. «Τώρα θα το καταλάβεις Ιθάκες τι σημαίνουν» (Καβάφης)
          δ. «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» (Σεφέρης)
          ε. «Λίγο ακόμα να σηκωθούμε ακόμα ψηλότερα» (Σεφέρης)
          στ. «Όταν σφίγγουν το χέρι ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο (Ρίτσος)
          ζ. «Θέλει αρετήν και τόλμη η Ελευθερία» (Κάλβος)
          η. «Μην αμελήσετε./ Πάρτε μαζί σας νερό./ Το μέλλον μας έχει πολύ ξηρασία» (Μ. Κατσαρός)
          θ. «Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής/ των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων» (Ν. Καββαδίας)
          ι. «Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς, / Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά» (Ν. Εγγονόπουλος)

          Μπορεί, βέβαια, στις μέρες μας «κανένας στίχος να μην κινητοποιεί τις μάζες», ωστόσο η ποίηση «μπορεί να αλλάξει τις συνειδήσεις των ανθρώπων που φτιάχνουν τον κόσμο» (Ελύτης).

          Η ποίηση είναι ο σεισμογράφος της εποχής μας και ο παλμογράφος της εσωτερικής μας ζωής. Όσο φτωχαίνουμε εσωτερικά τόσο φτωχή γίνεται και η ποίηση. Παράλληλοι βίοι.

          Ο ποιητής Μ. Αναγνωστάκης διακηρύσσει πως «η ποίηση είναι ο καλύτερος τρόπος να καλύψουμε το πρόσωπό μας». Εμείς, όμως, θέλουμε να έχουμε πρόσωπο και όχι προσωπείο. Γι αυτό χρειαζόμαστε την ποίηση όχι για να κρύψουμε το πρόσωπό μας αλλά για να το αποκαλύψουμε.

          Ας καταστήσουμε, λοιπόν, την ποίηση εκρηκτική ύλη για τον ποιοτικό μετασχηματισμό του ανθρώπου, της κοινωνίας και για την αλλαγή του κόσμου προς μια θετική κατεύθυνση.

          Εξάλλου η ποίηση υπάρχει παντού και μας βρίσκει πάντοτε «Εκεί που παλεύεις ν’ αποτινάξεις τα νέα δεσμά/ που ήρθαν μετά το ξέσπασμα της ανταρσίας σου/ που αγωνίζεσαι για την ελευθερία κι έπειτα βλέπεις/ πως η αμοίραστη ελευθερία για κάποιους γίνεται σκλαβιά/…να συμμαζέψεις κάπως και την κρυφή σου έπαρση…/ Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση» (Τίτος Πατρίκιος).

Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Η μυθική σειρήνα Παρθενόπη, και η σχέση της με την πόλη Νάπολη της Ιταλίας



Η Παρθενόπη ήταν μια από τις μυθικές Σειρήνες της Ελληνικής Μυθολογίας. Απελπισμένη που δεν ανταποκρίνονταν ο Οδυσσέας στο θέλγητρο της φωνής της έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Το πτώμα της εκβράσθηκε σε μια παραλία της Ιταλίας όπου οι τότε, μόλις νεοφερμένοι εκεί κάτοικοι, άποικοι Χαλκιδείς από τη Κύμη τον 10ο π.Χ, το περισυνέλεξαν και το ενταφίασαν σε μνήμα.

Γύρω από το σημείο εκείνο ίδρυσαν στη συνέχεια τη νέα τους πόλη που ονόμασαν Παρθενόπη. Η πόλη επεκτάθηκε στο νότο και είναι η σημερινή Ν(ε)άπολη στην Ιταλία ενώ η παλιά αποικία είναι η Παλαίπολις. Οικισμοί Ελλήνων υπήρχαν ήδη από τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως Ελληνικούς οικισμούς στην περιοχή, οι οποίοι χρονολογούνται στην – 3η και – 2η χιλιετία. Η στρατηγική θέση  της Παρθενόπης, και η υπέροχη θέα του λόφου, ο οποίος δέσποζε  επάνω από αυτήν, έκανε τους Κυμαίους να ιδρύσουν στον λόφο αυτόν, τον  6ον αιώνα, την νέα τους πόλη, την οποίαν ονόμασαν Νεάπολι, σε αντίθεση με την Παρθενόπην, η οποία χαρακτηρίστηκε ως παλαιά πόλις. Ο λόφος, στον οποίο χτίσθηκε η Νεάπολις, ονομάσθηκε έτσι λόγω της ωραιότητας του Παυσίλυπον (σημερινόν Posilipo).

Το οικιστικό πλέγμα των δύο αυτών πόλεων, Παρθενόπης και Νεαπόλεως, απετέλεσε τον κορμό της σημερινής πόλεως της Νάπολης (Napoli), και ανεδείχθη σε ένα από τα κέντρα της Μεγάλης Ελλάδος. Η πόλις κατελήφθη από τους Ρωμαίους το  376 π.χ, αλλά δεν έχασε τον Ελληνικό της χαρακτήρα.

Σύμφωνα με  μία εκδοχή του μύθου,  ήταν  τα δάκρυα της Παρθενόπης που γέμισαν τον κόλπο της σημερινής Νάπολης. Το πανεπιστήμιο της Νάπολης ονομάζεται Παρθενόπη, και οι κάτοικοι της συχνά αποκαλούν τους εαυτούς τους «Παρθενοπαίοι».

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

«Λάθε βιώσας» (ζήσε απαρατήρητος)


          

Η αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και το πεπερασμένο αυτής στιγμάτισε την πορεία του ανθρώπου και χρωμάτισε με έντονο τρόπο τον πολιτισμό του. Το άτομο, μοναχικός διαβάτης δίπλα σε ένα πλήθος συνανθρώπων, στην αέναη προσπάθειά του να ξεπεράσει την ατέλειά του και το φόβο του θανάτου αναζητά στιγμές αποφόρτισης όλων των βασανιστικών αισθημάτων του. Νιώθει, δηλαδή, βαθιά την ανάγκη να δώσει πειστικές απαντήσεις στα υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα και να βιώσει μέσα από αυτές το αίσθημα του κυρίαρχου. Η αναζήτηση, λοιπόν, της δύναμης και της σιγουριάς τον οδηγεί ενίοτε σε μια κατάσταση εσωτερικής ισορροπίας και ευεξίας. Αυτή η κατάσταση, ωστόσο, δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα και φαντάζει ως κινούμενος στόχος. Εννοιολογικά ορίζεται ως ευτυχία και ο νοηματικός της προσδιορισμός από τη φύση του είναι δυσχερής.   

            Εκείνο, όμως, που διαχρονικά προβλημάτισε τους φιλοσόφους ήταν ο τρόπος κατάκτησής της. Πρώτος ο Αριστοτέλης διακήρυξε πως απώτατος στόχος κάθε ανθρώπινης πράξης είναι η ευδαιμονία. Για το Σταγειρίτη φιλόσοφο η «ευδαιμονία» συνίσταται στην ομορφιά και την τελειότητα της ύπαρξης καθεαυτήν. Η καθεαυτή, δηλαδή, ευδαιμονία του ανθρώπου είναι η αρετή. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, αφού ο άνθρωπος ωθείται από τη φυσική ορμή του να σχηματίσει κοινωνίες («άνθρωπος φύσει πολιτικόν ζώον»). 

Ο ενάρετος, επομένως, άνθρωπος μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα στην κοινωνία και ιδιαίτερα στην τέλεια κοινωνία, την πόλη – κράτος. Ο Αριστοτέλης, δηλαδή, έδωσε στην Ευτυχία κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Η ευδαιμονία και η αυτοεκπλήρωση δεν μπορούν να βιωθούν έξω από την κοινωνία και μόνο με την προσωπική απομόνωση. Σε κάθε βίωμα ευδαιμονίας ο Αριστοτέλης ανιχνεύει κοινωνικό και πολιτικό χρώμα. Γι’ αυτό και βασικό στοιχείο της πολιτικής του φιλοσοφίας είναι η ιδέα ότι η αποστολή του κράτους είναι να καθιστά δυνατή την ανάπτυξη και την ευδαιμονία του πολίτη.

            Στην αριστοτελική, όμως, θεώρηση της ευδαιμονίας – ευτυχίας αντιτάχτηκαν οι φιλόσοφοι των Ελληνιστικών χρόνων (Κυνικοί, Σκεπτικοί, Επικούρειος, Στωϊκοί). Οι παραπάνω φιλόσοφοι ανέδειξαν τον προσωπικό χαρακτήρα της ευτυχίας που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από διαδικασίες αποφυγής των δοκιμασιών της ζωής. Κύριος εκφραστής αυτής της τάσης ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.). Οι αιτίες αυτής της διαφοροποίησης βρίσκονται στην κατάρρευση της πόλης – κράτους και στην αδυναμία του πολίτη να αντλήσει την ευδαιμονία του από την ασφάλεια που παραδοσιακά του παρείχε η πολιτεία με τους θεσμούς και τους νόμους της.  Την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας των πόλεων – κρατών την ακολούθησε ο προσωπικός δρόμος της επιβίωσης και της νοηματοδότησης της ύπαρξης. Μέσα σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο φυσικό ήταν να αναδειχθεί ως πρότυπο ζωής και ατομική αξία ο άνθρωπος – ιδιώτης. Η ανεξαρτησία και η ευτυχία συναρτάται πλέον από την απομάκρυνση από την πολιτική δράση. Στην θέση της πολιτικής μπαίνει πλέον ο κοσμοπολιτισμός, αφού και οι γενικότερες συνθήκες ευνοούσαν κάτι τέτοιο.

            Σε μια εποχή, λοιπόν, κατά την οποία η δημόσια ζωή ήταν απρόβλεπτη και ρευστή ο Επίκουρος πρότεινε την αναζήτηση της ευδαιμονίας στην προσωπική τους ζωή. Για τον Επίκουρο η ηδονή αποτελεί τον τελικό σκοπό της πράξης κάθε ανθρώπου. Τελικός σκοπός δεν είναι η θετική ηδονή, αλλά η αποφυγή του πόνου (άλγος). Κατεξοχήν, όμως, εκείνο που πρότεινε ο Επίκουρος ως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγμάτωση της ευδαιμονίας ήταν η αποχή από την πολιτική. Η συμπύκνωση αυτής της θέσης βρήκε έκφραση στο γνωστό «Λάθε βιώσας» (ζήσε απαρατήρητος).

Η εμβληματική αυτή θέση – φράση εμπεριέχει την αποδέσμευση του ατόμου από προγενέστερα ιδανικά και αξίες, όπως η επιδίωξη της υστεροφημίας. Για τον Επίκουρο η ευτυχία καθίσταται εφικτή όχι μόνο μέσα από την απελευθέρωση του ανθρώπου από το φόβο του θανάτου αλλά κι από την εκούσια διαφυγή του στον προσωπικό χώρο. Με άλλα λόγια το «Λάθε βιώσας» προκρίνει μια απόδραση από την πολιτική και την πόλη. «Αν και η προστασία από τους ανθρώπους επιτυγχάνεται, ως ένα βαθμό, χάρη σε μια σταθερή δύναμη και στον πλούτο, πραγματική ασφάλεια έχει κανείς όταν αυτή απορρέει από την ήσυχη ζωή και την απομάκρυνση από το πλήθος» (Επίκουρος).   

            Η θέση του Επίκουρου «Λάθε βιώσας» βρήκε δικαίωση σε μια άλλη εμβληματική φράση του Ζαν Πωλ Σαρτρ «Η κόλαση είναι οι άλλοι». Η κοινωνία και οι «άλλοι» στενεύουν την ελευθερία του ανθρώπου, περιορίζουν την αυτονομία του και υποσκάπτουν την αυτοβουλία και το αυτεξούσιό του. Η καθημερινότητα και ο κοινωνικός συγχρωτισμός δημιουργούν ανελεύθερες συμβάσεις που αποδομούν τα βάθρα της εσωτερικής πληρότητας, δηλαδή, της ευτυχίας «πρέπει να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τα δεσμά της καθημερινότητας και της πολιτικής» (Επίκουρος).

Ο «άνθρωπος» σύμφωνα με το Επικούρειο σύνθημα «Λάθε βιώσας» προηγείται οντολογικά και αξιολογικά του «πολίτη». Γιατί δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος, άρα και ευτυχισμένος όταν η ζωή σου εξαρτάται από τη γνώμη των πολλών και από την εξουσία του ενός (πολιτικού ηγεμόνα). Βέβαια, ο Επίκουρος δεν πρόβαλε ως κοινωνική αρετή τον ατομικισμό, όπως λανθασμένα υποστηρίχθηκε, αλλά διεκδίκησε το δικαίωμα να υπάρχει ο άνθρωπος ανεξάρτητος από το άγχος να αρέσει στους πολλούς κι από το φόβο της εξουσίας των πολιτικών «ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς».

            Η επικούρεια ευδαιμονία αρνείται την ευτυχία και την ασφάλεια της αγέλης που επιβάλλουν οι κοινωνικές συμβάσεις μέσα από τους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς της ομοιομορφίας. Για τον Επίκουρο το πρόσωπο του ανθρώπου στην πόλη χάνεται και εκείνο που κυριαρχεί είναι η ανωνυμία και η επιθυμία για υποταγή. Τα ομοιόμορφα ανθρωπάκια του Γαϊτη και το σκηνικό που κατέγραψε ο Όργουελ («1984») δικαιώνουν πανηγυρικά το «λάθε βιώσας». Γιατί ο μαζάνθρωπος δεν είναι ούτε πολίτης, ούτε άνθρωπος.

            Βέβαια η Επικούρεια Ηθική του βίου, όπως εκφράστηκε από το «Λάθε βιώσας», συνιστούσε πράγμα αδιανόητο για τους Έλληνες της κλασικής εποχής, όπου η συμμετοχή στα κοινά αποτελούσε κοινωνική αξία και ατομική αρετή. Το «Λάθε βιώσας» έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την άποψη του Περικλή για τον «απράγμονα». Ειδικότερα, ο Περικλής στον Επιτάφιό του θεωρούσε επιβεβλημένη τη συμμετοχή του ατόμου στα κοινά και αποδοκίμαζε εμφαντικά την πολιτική απάθεια «Ένι τε τοις αυτοίς οικείων άμα και πολιτικών επιμέλεια….˙ μόνοι γαρ τον τε μηδέν των δε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον νομίζομεν». Για τον κλασικό άνθρωπο η πολιτική συμμετοχή συνιστούσε χρέος και όχι μόνο δικαίωμα. Η ιδιώτευση και η αποχή από τα κοινά ήταν κατακριτέα ως στάση ζωής και επέφερε τιμωρία «άτιμον είναι».  

            Δυο κόσμοι, λοιπόν, διαφορετικοί, αφού εξέφρασαν νέες ανάγκες ζωής που επέβαλαν τα νέα πολιτικά δεδομένα της Ελληνιστικής περιόδου. Εξάλλου, τα ερωτήματα για την ευτυχία, την πολιτική, την κοινωνία και την Ηθική τίθενται καθημερινά και χρήζουν απαντήσεων που να αποτυπώνουν τη σύγχρονη πραγματικότητα. Μπορεί η ζωή μας να είναι μέσα στο πλήθος αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα αυτοκαταργηθούμε ως ατομικές οντότητες που αναζητούν μέσα από προσωπικές στρατηγικές και διαδρομές την ευδαιμονία.

            «Το ευδαίμον και το μακάριον ου χρημάτων πλήθος ουδέ πραγμάτων όγκος, ουδ’ αρχαί τινες έχουσιν, ουδέ δυνάμεις, αλλά αλυπία και πραότης παθών και διάθεσις ψυχής το κατά φύσιν ορίζουσα».

         

Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος