Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Η ψυχολογία του «άχρηστου»..


            «Κάποτε ο Λάο Τσε ρώτησε τους υλοτόμους γιατί δεν κόβουν και τα στραβά δέντρα. ‘’Επειδή είναι άχρηστα’’ του απάντησαν και τότε ο σοφός δάσκαλος τους είπε ‘’έτσι να είστε και εσείς… πάντα άχρηστοι για να μη σας πειράζει κανείς»


             Φαντάζει κάπως περίεργη και αντισυμβατική η προτροπή του Κινέζου φιλοσόφου (4ος π.Χ.) στο βαθμό που ο άνθρωπος αγωνιά και αγωνίζεται για τη θετική εικόνα του. Προκαλεί ερωτήματα η άποψή του όταν γνωρίζουμε πως η ευτυχία και η επιτυχία του ατόμου είναι συνάρτηση της κοινωνικής αποδοχής και επιβεβαίωσης. Γιατί εκείνο που ενδόμυχα ταλανίζει τον άνθρωπο είναι ο φόβος της κοινωνικής απόρριψης.

            Αν εξαιρέσουμε κάποια ομάδα ανθρώπων ψυχολογικά ευπαθών και με αρνητικό δείκτη αυτοεκτίμησης(αυτοϋποτίμηση), όλοι μας πασχίζουμε να φανούμε στους άλλους δημιουργικοί, χαρισματικοί, με ιδιαίτερες ικανότητες, με κοινωνική προσφορά και γενικότερα να μας θεωρούν  «χ ρ ή σ ι μ ο υ ς».

            Η υπόνοια και μόνο ότι οι συνάνθρωποι μας θα έχουν αρνητική εικόνα για εμάς μάς συγκλονίζει και μάς καθιστά δυστυχισμένους. Η απόρριψη, η απαξίωση και η υποτίμηση των άλλων είναι ο εφιάλτης μας. Η απόλυτη δυστυχία μας είναι όταν συνειδητοποιήσουμε πως ο περίγυρος μας στην αξιακή κλίμακα μάς έχει εντάξει στους «ά χ ρ η σ τ ο υ ς». Τότε μελαγχολούμε, κλεινόμαστε στον εαυτό μας και γινόμαστε μισάνθρωποι και αντικοινωνικοί.

Τα κίνητρα

            Όλα τα παραπάνω μπορούν ως ένα βαθμό να ερμηνευτούν με όρους ψυχολογίας και ψυχιατρικής. Αλλά να πασχίζουν κάποιοι (σύμφωνα με την προτροπή του Λάο Τσε) να είναι ή να φαίνονται στους άλλους «άχρηστοι», συνιστά στοιχείο βαθύτερης διερεύνησης.

            Η ψυχολογία του άχρηστου είναι τελικά η μετριοφροσύνη, η συστολή, ο αυτοσεβασμός, οι φοβίες (αγοραφοβία), ένα ακαθόριστο αίσθημα αυτοενοχοποίησης και αυτοαπόρρριψης ή ένα υπερμεγέθες σύνδρομο κατωτερότητας; Είναι ο φόβος κάποιων να εκτεθούν στο βλέμμα των άλλων και να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής; Ίσως κάποιοι να επέλεξαν την ψυχολογία του άχρηστου ερμηνεύοντας λανθασμένα τη θέση του Επίκουρου «λάθε βιώσας».

            Μπορεί ένα αρνητικό συναίσθημα, όπως αυτό του άχρηστου, να τροφοδοτεί με δημιουργικό τρόπο μια άλλη θετική διεργασία για την πραγμάτωση της ευτυχίας μας και του βαθύτερου στόχου – νοήματος της ζωής μας; Πόσο, όμως, αυτό συμβάλλει στην επιβίωση που από τη φύση της προϋποθέτει και συνεπάγεται τη συμ – βίωση; Και συμβίωση σημαίνει διακονία κάποιων αρχών και κανόνων της κοινωνικής πραγματικότητας – αναγκαιότητας αλλά και δύναμη – θέληση να κατακτήσουμε τη θετική γνώμη των άλλων για τον εαυτό μας. Γιατί υπάρχουμε «ένεκεν των άλλων».

            Παρατηρώντας με κριτική ματιά τον περιβάλλοντα χώρο σίγουρα θα εντοπίσουμε πολλά «άχρηστα» πράγματα: Δέντρα, έντομα, καιρικά φαινόμενα, βράχους, κύματα και πολλά άλλα. Είναι αλήθεια, όμως, άχρηστα ή εμείς τα βλέπουμε έτσι; Η πραγματικότητα δεν υφίσταται αφεαυτής αλλά σύμφωνα με την εικόνα που έχουμε γι’ αυτήν.

            Η ψυχολογία του «άχρηστου» και η προτροπή του Λάο Τσε μπορούν να ερμηνευτούν και μέσα από την Τελεολογική αντίληψη των πραγμάτων του Αριστοτέλη (Όλα διακονούν έναν τελικό στόχο – τέλος).

Μια ιστορία

            Η παρακάτω ιστορία είναι άκρως διαφωτιστική για τη θέση μας απέναντι σε ό,τι εμείς θεωρούμε «άχρηστο».

            «Ένας πλανόδιος ξυλουργός, που τον έλεγαν Πέτρο, είδε στα ταξίδια του, μια παλιά βελανιδιά γίγαντα, κοντά σε ένα ακατέργαστο βωμό. Ο ξυλουργός είπε στον παραγιό του που θαύμαζε τη βελανιδιά: 

- «Να ένα άχρηστο δέντρο. Αν το ‘καναν καράβι, θα σάπιζε αμέσως. Αν το ‘καναν εργαλεία θα ‘σπαγαν. Τίποτε χρήσιμο δε μπορείς να φτιάξεις μ’ αυτό το δέντρο. Να γιατί μπόρεσε να γεράσει τόσο!». 

Στο χάνι όμως, την ίδια νύχτα, ο ξυλουργός είδε τη βελανιδιά στο όνειρό του και το δέντρο του είπε: 

-«Γιατί με συγκρίνεις με τα καλλιεργημένα σας δέντρα, όπως τ’ ασπράγκαθο, την αχλαδιά, την πορτοκαλιά, τη μηλιά κι’ όλα τ’ άλλα καρποφόρα δέντρα; Πριν ακόμα ωριμάσουν οι καρποί τους, οι άνθρωποι τ’ αφανίζουν, σπάνε τα κλαριά τους και τα κλωνιά τους. οι καρποί που δίνουν τα βλάπτουν, και δε χαίρονται τη ζωή μέχρι το φυσικό τους τέλος. Έτσι γίνεται παντού και γι’ αυτό προσπάθησα πριν από πολύ καιρό να γίνω ολότελα άχρηστο. Δύστυχε θνητέ! Πιστεύεις πως αν ήμουν χρήσιμο, θα μ’ άφηναν να κάνω τέτοιο μπόι; Ωστόσο συ και γω, είμαστε κι οι δυο δημιουργήματα, και με ποιο δικαίωμα ένα δημιούργημα δικάζει ένα άλλο; Ώ άχρηστε θνητέ, τι ξέρεις εσύ για το ανωφέλευτο των δέντρων».

            Ο ξυλουργός ξύπνησε, συλλογίστηκε αυτό το όνειρο, κι αργότερα, όταν ο παραγιός του τον ρώτησε γιατί υπήρχε μονάχα αυτό το δέντρο για να προστατεύει το βωμό απάντησε: «Σώπα, ας μη μιλάμε πια γι’ αυτό. Αυτό το δέντρο φύτρωσε εκεί επίτηδες, γιατί παντού αλλού, οι άνθρωποι θα το είχαν βλάψει. Αν δεν ήταν το δέντρο του βωμού, θα το είχαν ίσως κόψει».

            Είναι φανερό ότι ο ξυλουργός είχε καταλάβει ότι εκπληρώνοντας απλώς τον προορισμό σου, αυτό είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ανθρώπου, κι ότι ο ωφελιμισμός πρέπει να υποχωρεί στις απαιτήσεις της ασυνείδητης ψυχής. Αν εκφράσουμε αυτή τη μεταφορική έννοια με ψυχολογικούς όρους, το δέντρο συμβολίζει την πορεία προς την εξατομίκευση και δίνει ένα μάθημα στο κοντόθωρο Εγώ μας». 


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος
 
 

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

O Μούνδος και η Παυλίνα. Οι βλαβερές συνέπειες της θρησκοληψίας



Στην αυτοκρατορική Ρώμη, επί βασιλείας του Καίσαρα Τιβέριου ζούσε ένας νεαρός, ευγενούς καταγωγής, ο Δέκιος Μούνδος. Όμορφος και πλούσιος, δεν άφηνε γυναίκα για γυναίκα, που να μην την πολιορκήσει και τελικά να κατακτήσει. Σε όσες του κάναν τις δύσκολες, μεταχειριζόταν άλλα πιο αποτελεσματικά από την προσωπική του γοητεία, μέσα, τους πρόσφερε δηλαδή σημαντικά χρηματικά ποσά.

Κάποτε όμως βρήκε το δάσκαλό του στο πρόσωπο της Παυλίνας, μιας νέας γυναίκας, από μεγάλο σόι και πολύ πλούσιας, που συνδύαζε την ομορφιά με τη φρόνηση και ήταν παντρεμένη με τον Σατουρνίνο, ισχυρό πολιτικό πρόσωπο της εποχής. Η ομορφιά και η φήμη της Παυλίνας τράβηξαν την προσοχή του Δέκιου Μούνδου, αλλά όλες οι προσπάθειές του να την πείσει να δεχτεί τον έρωτά του απέτυχαν. Έφτασε στο σημείο να της προσφέρει το μυθώδες ποσό των διακοσίων χιλιάδων αττικών δραχμών για μια νύχτα έρωτα, αλλά η Παυλίνα απέρριψε με αγανάκτηση και περιφρόνηση την προσφορά του.

Ο Δέκιος έπεσε σε μεγάλη απελπισία. Δεν ήταν μόνο θέμα ματαιοδοξίας και εγωισμού. Είχε ερωτευθεί με πραγματικό πάθος την όμορφη και ενάρετη Ρωμαία. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι άλλο τίποτα δεν είχε στο νου του παρά το πώς θα την κατακτήσει. Η παραμάνα του η Ίδη, που ήταν από παλιά δούλα στο σπίτι τους και τον είχε μεγαλώσει στα χέρια της, βλέποντας τον σ΄αυτή την κατάσταση θέλησε να τον βοηθήσει. Μολονότι ο πατέρας του Δέκιου την είχε απελευθερώσει, αυτή δεν έφυγε από την οικογένεια, που θεωρούσε δικιά της κι έμεινε να την υπηρετεί ως οικονόμος. Υποσχέθηκε στον νεαρό πως θα τα κατάφερνε να ρίξει στην αγκαλιά του την Παυλίνα κι ο Δέκιος της έδωσε πενήντα χιλιάδες δραχμές σαν αμοιβή αλλά και για τα έξοδα που θα αντιμετώπιζε.

Η Ίδη ήταν πανούργα γυναίκα και άφθαστη σε δολοπλοκίες και τεχνάσματα. Άρχισε να κατασκοπεύει την Παυλίνα και να παρακολουθεί την παραμικρή κίνηση της. Έτσι γρήγορα διαπίστωσε πως επισκεπτόταν ταχτικότατα τον ναό της Ίσιδας, που είχε ανοίξει πριν λίγα χρόνια στη Ρώμη. Εξακρίβωσε επίσης πως η Παυλίνα ήταν αφοσιωμένη όχι τόσο στην Θεομήτορα (όπως έλεγαν οι πιστοί την Ίσιδα), όσο σ’ έναν άλλον αιγύπτιο θεό, τον Άνουβη, κι ας ήταν αυτός ο τελευταίος κυνοπρόσωπος (ήγουν σκυλομούρης στην κυριολεξία).

Η Ίδη τότε κατάστρωσε ένα μεγαλοφυές σχέδιο. Πήγε στους ιερείς του ναού και τους προσέφερε εικοσιπέντε χιλιάδες δραχμές αν έπειθαν την Παυλίνα να ενδώσει στον έρωτα αν όχι του Μούνδου, πάντως του Άνουβη. Οι ιερείς δέχτηκαν και ο πρεσβύτερός τους πήρε στο σπίτι του Σατουρνίνου και ζήτησε να μιλήσει στην Παυλίνα ιδιαιτέρως. Όταν εκείνη τον δέχτηκε της είπε πως θεός Άνουβης παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πληροφόρησε πως τα κάλλη της τον είχαν σκλαβώσει και επιθυμούσε να συνευρεθεί μαζί της μέσα στο ναό!

Μ΄όλο που είχαν περάσει πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια από τότε που ο Δίας κατέβαινε από τον Όλυμπο για να χαρεί τον έρωτα θνητών γυναικών, η Παυλίνα κολακεύτηκε πάρα πολύ και όχι μόνο δέχτηκε μετά χαράς να ικανοποιήσει την επιθυμία του θεού, αλλά έσπευσε να την ανακοινώσει και στον σύζυγό της, ο οποίος δεν έφερε καμιά αντίρηση. Αντίθετα τον κολάκεψε η προοπτική να γίνει συνάδελφος του Αμφιτρύωνα.

Η Παυλίνα έχοντας εξασφαλίσει τη συζυγική συγκατάθεση, πήγε το ίδιο βράδυ στο ναό, όπου δείπνησε με τους ιερείς και όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, εκείνοι την οδήγησαν στο σκοτεινό ιερό, και έφυγαν κλείνοντας τις πύλες του ναού, όπου όμως είχε προηγουμένως κρυφτεί, ντυμένος Άνουβης, ο Δέκιος Μούνδος, ειδοποιημένος από την Ίδη. Η Παυλίνα μένοντας μόνη στο ιερό που φωτιζόταν μόνο από τις λαμπάδες και τα καντήλια, σαν είδε να μπαίνει ο Άνουβης, ντυμένος στα χρυσά, έπεσε στα γόνατα και άρχισε τις προσευχές και τις δεήσεις. Ο Μούνδος-Άνουβης όμως, που δεν είχε έρθει για να ακούσει τέτοια πράματα, την έπιασε από το χέρι, τη σήκωσε και την οδήγησε σε ένα στρώμα, που είχε ετοιμάσει σε μια γωνιά του ιερού. Η Παυλίνα υπάκουσε πρόθυμα τη θεία εντολή και ο Δέκιος πέρασε μαζί της μιαν αξέχαστη νύχτα.

Το πρωί ο μεν Μούνδος έφυγε πρώτος, πριν ανοίξει ο ναός η δε Παυλίνα, ξετρελαμένη από τις θείες περιποιήσεις, γύρισε στο σπίτι και τα είπε όλα στον σύζυγο. Δε σταμάτησε όμως εκεί αλλά καυχήθηκε στις φιλενάδες της τη θεία εύνοια. Φυσικά άλλες την πίστεψαν άλλες όχι κι όλες τη ζήλεψαν, αλλά το γεγονός είναι πως το έμαθε όλη η Ρώμη.

Τα πράγματα θα σταματούσαν εδώ αν δε μεσολαβούσε η ματαιοδοξία του Δέκιου Μούνδου, που ήθελε να της ανταποδώσει την περιφρόνηση που του είχε δείξει. Την τρίτη κι όλας μέρα, όταν τη συνάντησε τυχαίως στο δρόμο, δεν κρατήθηκε και της είπε:

«Λοιπόν Παυλίνα, τελικά μου εξοικονόμησες διακόσιες χιλιάδες δραχμές, που θα μπαίναν στην οικογενειακή σου περιουσία, όπως σε παρακαλούσα να κάνεις. Και εσύ μεν έβριζες τον Μούνδο, αυτός όμως δε στερήθηκε την ηδονή που επιθυμούσε, μόνο που την απόλαυσε με το όνομα του Άνουβη», και κατόπιν τράβηξε το δρόμο του.

Η Παυλίνα όταν κατάλαβε το νόημα των λόγων του και την παγίδα στην οποία είχε πέσει έτρεξε κατασυγχισμένη στον άντρα της και του τα είπε όλα, ζητώντας να κάνει το παν για να τιμωρηθεί ο Μούνδος. Ο Σατουρνίνος πήγε αμέσως στον Καίσαρα Τιβέριο, ο οποίος, σαν έμαθε το πάθημα της Παυλίνας, οργίστηκε πολύ, διέταξε αμέσως αυστηρές ανακρίσεις και εν συνεχεία καταδίκασε σε σταύρωση την Ίδη και όσους ιερείς της Ίσιδας είχαν ανάμιξη στη σκευωρία. Ο ναός της Ίσιδας κλείστηκε και τα αγάλματα της Ίσιδας και του Άνουβη πετάχτηκαν στον Τίβερη. Ο Δέκιος Μούνδος όμως τη γλίτωσε με απλή εξορία, γιατί του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό το μεγάλο ερωτικό πάθος και η έλλειψη ταπεινών κινήτρων.

Απροσδοκήτως η μπάλα πήρε και τους Εβραίους της Ρώμης, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν τελείως άσχετοι και αμέτοχοι, αποτελούσαν όμως τους «συνήθεις υπόπτους» της εποχής. Ο Τιβέριος με την ευκαιρία διέταξε την απέλαση τεσσάρων χιλιάδων Εβραίων από τη Ρώμη και πολλούς τους εξόρισε στη Σαρδηνία.

Η ιστορία που διαβάσατε περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ιωσήπου «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» (18.65.1 - 18.84.12) και το θέμα της το χρησιμοποίησε (διασκευάζοντάς το επί το ασεβέστερον και τολμηρότερον) μετά από χίλια τριακόσια χρόνια ο Βοκάκιος, στο διήγημά του Η κυρία Λιζέτα και ο Άγγελος, που περιλαμβάνεται στο Δεκαήμερο.

Δημήτρης Γερμιώτης, Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Τὰ ξουρισμένα μουστάκια, καὶ τα καινούργια ήθη στὸ Ρωμαίϊκο.



                   Πανουργις (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, πλαρ­χηγς παρ­χίας μ­φίσ­σης).

Οταν ήρθε Καποδίστριας, ποφάσισε κι’ γέρο-Πανουρις, Κλεφταρματωλς τν Σαλώνων, ν κατεβ π το Παρνασο τ κάρκαρα κα ν πά ν παρουσιαστ στν Κυβερνήτη. φτασε λοιπν στν Αγινα, μ μ τν πρώτη ματι πορριξε γύρω του, δν το χαμαρέσανε τ πράματα. Εδε κοντ στν Κυβερνήτη κάτι φραγκοντυμένους, πο δν τος φτάνανε τ φράγκικα φορέματα, μ εχανε ξουρίσει κα γένεια κα μουστάκια, κα ταν τσι σν ξεροκολόκυθα γυαλιστερ τ μοτρα τους:

Τί μ’σοδες (μορες) εν’ ατές; επε στ γέρο-Δυοβουνιώτη, πο εχε ρθει κι’ ατς συντροφιά του στν Αγινα.

Δ
ν τος βλέπεις; Τσ’ φερε ο Κυβερνήτ’ς ν μς φουτίσουν.

— Γι’ α
τ εν’ τσ’ τ μοτρα τ’ς; Γένουντ’ τσ’ πλει διαβασμένοι, μαθές; Τότε θέλω κ’ γ ν τ ξουρίσω ν γίνου σουφς κ’ γώ…

— Κα
δν τ ξουρίζεις; δ παρακάτ’ εν’ ο χαμζς (κουρέας). Μ δν κουτς. Πς θ γυρί’ης, μαρε, στο χουριό;

— Πλερώνεις
σ τ ξουριστ’κά;

— Πλερώνου… μ
δ θ’ ποκουτί’ς τέτοιου πρμα..

— Βάν’ς κα
τ βιουλι μαζί;

— Τί τ
θέλ’ς τ βιουλιά;

τσ’, θέλου ν γίν το πράμα πανηγύρ’.

ς εναι κ’ τσ’.

Δυοβουνιώτης κόμα δν εχε καταλάβει καλ τί λογς ξύρισμα θελε γέρο-σύντροφός του. Ξέχανε τ παλιά του τ καμώματα• νθρωπος το δρυμο, κλαρίτης, ξερε ν λέ τ πράματα κα ν τ κάν πέρα κα πέρα ξέσκεπα.
Μπαίνουνε στ
ν κουρέα, κα νά, ρχονται τ βιολιά, κι’ ρχίζουν τ παιγνίδι, κ’ τοιμάζει κουρέας τ ξουράφια του. Κάνει μως ν βάλ χέρι στο γέρο-στρατηγο τ μοτρα, κι’ ατός,

— Τράβα το
χέρ’ σ’ πο κε! το λέει.

Πετάει πέρα τ
φουστανέλλα κα μένει πως τν καμε μαννούλα του π τ μέση κα κάτου… Κι’ ρχίζει κουρέας, θέλοντας μ θέλοντας, κα το τ ξουρίζει… Κα παίζουν τ βιολιά… Κι κόσμος λο κα μαζεύεται…

— Α
, τώρα μοιάζ’νε μ μοτρα φράγκικα! επε γέρος φο τελείωσε τ ξύρισμα.
Κι’
λα ατ τκαμε, γι ν σατυρίσ τ ξουρισμένα μοτρα κα μουστάκια, πο εχανε κοπιάσει π’ τ Φραγκι ν φέρουνε καινούργια φτα στ Ρωμαίϊκο.

Δη­μη­τρα­κά­κης, Δη­μή­τριος. Γεν­νή­θη­κε στ Κα­στρ τέ­ως Δή­μου Κα­στο­ρεί­ου τς Λα­κε­δαί­μο­νος τ 1823, πέ­θα­νε ­γα­μος στς 23 Α­γού­στου το 1888 κα τά­φη­κε στ Βυ­ζαν­τι­ν Να­ το ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στ Κα­στρί. ­ταν γις το ­πλαρ­χη­γο τς ­πα­νά­στα­σης το 1821 Γε­ωρ­γί­ου Δη­μη­τρα­κά­κη κα γ­γο­νς το ­θνο­μάρ­τυ­ρα τς ­ρω­ϊ­κς ­πα­νά­στα­σης «το ρ­λφ» Γι­αν­νά­κη Δη­μη­τρα­κά­κη. ­βγα­λε τ λ­λη­νι­κ Σχο­λε­ο στ Μι­στρ, τ Γυ­μνά­σιο στ Ναύ­πλιο, κα τ Νο­μι­κ Σχο­λ στ Πα­νε­πι­στή­μιο ­θη­νν. Δι­α­κρί­θη­κε ς δη­μό­σιος ν­δρας κα ­πη­ρέ­τη­σε σ ση­μαν­τι­κς δι­οι­κη­τι­κς θέ­σεις μ ­πι­τυ­χί­α. Τ χρό­νια της Κω­λετ­τι­κς κυ­βέρ­νη­σης (1845-1847) ­ταν ­δι­αί­τε­ρος γραμ­μα­τέ­ας το Σπαρ­τιά­τη πο­λι­τι­κο Νι­κο­λά­ου Κορ­φι­ω­τά­κη πο δο­λο­φο­νή­θη­κε ­ταν ­ταν ­πουρ­γς τν ­σω­τε­ρι­κν ­π το­πι­κος ν­τι­πά­λους του τν Α­γου­στο το 1850. Με­τ τ δο­λο­φο­νί­α το Κορ­φι­ω­τά­κη Δ. Δη­μη­τρα­κά­κης ­κτέ­θη­κε στς ­κλο­γς τ 1859 κα ­κλέ­χτη­κε βου­λευ­τς Λα­κε­δαί­μο­νος. ­πα­νε­κλέ­χτη­κε τ 1868, τ 1879, τ 1880-1882 κα τ 1885. Ση­μαν­τι­κ προ­σφο­ρά του ­πο­τε­λον τ ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του πο ­χι μό­νο φω­τί­ζουν πολ­λς σκο­τει­νς σε­λί­δες τς ­στο­ρί­ας μας λ­λ κα σκι­α­γρα­φον μιν ­λό­κλη­ρη ­πο­χή. Πη­γή: http://www.elladatv.gr/


Πηγή: Γιάννη Βλαχογιάννη, στορικ νθολογία, Πατριωτικ χορηγία μ. Α. Μπενάκη ες τιμν τς κατονταετηρίδος τς λληνικς παναστάσεως, θναι, 1927 [π Δ. Γ. Δημητρακάκη νέκδοτα πομνημονεύματα].

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος