Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Αποσυμβολισμός των Άθλων του Ηρακλή


Ένας από τους πιο αρχετυπικούς ήρωες είναι ο Ηρακλής. Ο μαθητής που στέκει μόνος στις δοκιμασίες του. Συμβολίζει την καθαρή εκδήλωση της αρχέγονης δύναμης και είναι δεμένος περισσότερο με τη στοιχειακή όψη του, θυμίζοντας εποχές κατά τις οποίες η λειτουργία του εγκεφάλου δεν είχε ακόμη ενεργό δράση στην καλλιέργεια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Είναι ημίθεος, με πατέρα το Δία και μητέρα τη θνητή Αλκμήνη. Ο Δίας είναι σύμβολο της πνευματικής του φύσης. Η Αλκμήνη, η γήινη μάνα, υποδηλώνει τις ρίζες του και το σπόρο της μεγάλης περιπέτειας που τον περιμένει, στην πορεία του προς τον Θείο Πατέρα. Το αρχικό του όνομα ήταν Αλκείδης και σημαίνει το θάρρος του ήρωα. Ονομάστηκε, επίσης, τρισέληνος, γιατί το φεγγάρι έκανε τρεις φορές τον κύκλο του ουρανού κατά το ζευγάρωμα του Δία και της Αλκμήνης. Στην περιπέτειά του θα σχετιστεί με τις τρεις όψεις του φεγγαριού: Τη Σελήνη, την Εκάτη και την Αρτεμη. Αυτό το τριπλό σύμβολο υποδηλώνει με τον καλύτερο τρόπο την ευμετάβλητη συναισθηματική φύση του, που τον ακολουθεί σε όλη την αναζήτηση.

Η θεά Ήρα, η ζηλότυπη σύζυγος του Δία, αντιπροσωπεύει τα εμπόδια και τις αντιθέσεις που θα παρουσιαστούν στο δρόμο του ήρωα. Ουσιαστικά συμβολίζει την ψυχή του Ηρακλή, τον ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα στο πνεύμα και την προσωπικότητα. Είναι ο εχθρός της προσωπικότητάς του που τον ωθεί μέσα από ποικίλες δοκιμασίες στην αναζήτηση της θεϊκής του καταγωγής.

Πρωταρχική του δοκιμασία τα δύο φίδια της σοφίας. Με γνώμονα την αρχέγονη δύναμη καταπνίγει το στοιχείο της σοφίας, προκαθορίζοντας έτσι τη μελλοντική του ατραπό, που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του παρορμητικού στοιχείου πάνω στο νου και την έλλειψη διάκρισης. 

Νέος ακόμη απαλλάσσει την περιοχή από τις επιδρομές ενός λιονταριού σκοτώνοντάς το. Από τότε χρησιμοποιεί το δέρμα του ζώου σαν φορεσιά του. Με αυτόν τον τρόπο ο ήρωας υποτάσσει και χρησιμοποιεί τη ζωώδη φύση του. Αυτή η φύση θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή μέσα στην ύλη, γιατί, όπως και κάθε άνθρωπος, είναι ενσαρκωμένος και δεν μπορεί να απορρίψει εντελώς τα κατώτερα στρώματα της ύπαρξής του. Στην εφηβεία του ακόμη διαλέγει το δύσβατο μονοπάτι της αρετής, αποδεχόμενος την υπηρεσία που οφείλει να προσφέρει στον κόσμο. Παντρεύεται τη Μεγάρα και αποκτά τρεις γιους. 

Ο γάμος του συμβολίζει τον προσανατολισμό της συνείδησής του στα τρία επίπεδα της προσωπικότητας. Η Ήρα-ψυχή του, όμως, έχει διαφορετική αντίληψη για τη μαθητεία του. Τον τρελαίνει σε σημείο που σκοτώνει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Με λίγα λόγια αποκόβει τους δεσμούς του με τον κόσμο των ανθρώπων και ακολουθεί τυφλά την παρόρμηση της ψυχής του. Τότε η Πυθία του δίνει το όνομα Ηρακλής, που σημαίνει δόξα της Ήρας, δηλαδή δόξα της ψυχής. 




Για να εξιλεωθεί ο ήρωας, πρέπει να εκτελέσει δώδεκα άθλους που θα του αναθέσει ο Ευρυσθέας, ο Ανώτερος Εαυτός του, -αυτός που έχει τη μεγάλη δύναμη- και που γεννήθηκε κατά παρότρυνση της Ήρας ταυτόχρονα με τον Ηρακλή.

Για αυτό το δύσκολο έργο ο Ηρακλής επιστρατεύει όλες τις ανώτερες όψεις του. Η Αθηνά του δίνει το ένδυμα της σοφίας ο Ήφαιστος ένα χρυσό θώρακα, σύμβολο της μαχητικότητας αλλά και του ηλιακού του προορισμού. Ο Ποσειδώνας του χαρίζει άλογα, ένδειξη της ελεγχόμενης συναισθηματικής φύσης, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκπληρώσει ένα μέρος του έργου. Ο Ερμής προσφέρει ένα κοφτερό ξίφος, στοιχείο της νοητικής διάκρισης που πρέπει να έχει ο μαθητής για να επιλέγει σωστά στο δρόμο του.Ο Απόλλωνας του χαρίζει ένα φωτεινό τόξο, σύμβολο του υψηλού στόχου που θέτει ο αναζητητής στο ξεκίνημα της περιπέτειας.

Παρόλα τα δώρα με τα οποία τον προικίζει η ανώτερη φύση του, ο Ηρακλής ξεκινάει τους άθλους με το ρόπαλό του, την αυθύπαρκτη εσωτερική του φύση. «Για να υπηρετήσεις πρέπει να είσαι ικανός να στέκεις μόνος». Ο Ηρακλής στέκει μόνος, μέχρι να κερδίσει με την εμπειρία του το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα όπλα της πνευματικής του ύπαρξης.

Υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στους δώδεκα άθλους του Ηρακλή και στα δώδεκα σημεία του ζωδιακού. Στο σημείο του Κριού αντιστοιχεί ο άθλος με τα άλογα του Διομήδη, στον Ταύρο η σύλληψη του Ταύρου της Κρήτης, στους Διδύμους τα μήλα των Εσπερίδων και στον Καρκίνο η Κερυνίτιδα Έλαφος, στο Λέοντα το Λιοντάρι της Νεμέας, στην Παρθένο η Ζώνη της Ιππολύτης και στο Ζυγό ο Ερυμάνθιος Κάπρος, στο Σκορπιό έχουμε τη Λερναία Ύδρα, στον Τοξότη τις Στυμφαλίδες Όρνιθες και στον Αιγόκερω τον Κέρβερο, το φύλακα του Αδη. Στον Υδροχόο αποδίδονται οι Σταύλοι του Αυγεία και, τέλος, στους Ιχθείς τα βόδια του Γηρυόνη.

Ο πρώτος του άθλος είναι το Λιοντάρι της Νεμέας. Εδώ, στο σημείο του Λέοντα, ο ήρωας αποκτά επίγνωση της ατομικότητάς του και του πνευματικού του προορισμού. Προσφέρει υπηρεσία απαλλάσσοντας τη χώρα από το θηρίο και ταυτόχρονα κυριαρχεί στην κατώτερη φύση του. Στο πέμπτο ζώδιο ο άνθρωπος γίνεται πεντάκτινος αστέρας. Το πέντε είναι σύμβολο της ατομικοποίησης εκείνου που αναγνωρίζει τον εαυτό του, προσανατολίζοντας τη συνείδηση στις ανώτερες σφαίρες της ύπαρξής του. Το Λιοντάρι της προσωπικότητας είναι παιδί των αρνητικών όψεων του ασυνείδητου, της Έχιδνας και του Όρθρου. Κυνηγημένο από τον Ηρακλή, καταφεύγει σε μια σπηλιά με δύο εισόδους, που συμβολίζουν την επίφυση και την υπόφυση. Η πρώτη συνδέεται με τις ανώτερες λειτουργίες του νου, ενώ η δεύτερη με τις κατώτερες λειτουργίες του ενστίκτου. Φράζοντας την είσοδο της υπόφυσης στρέφει τη συνείδησή του στις ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Έτσι έχει τη δυνατότητα να παγιδέψει το λιοντάρι σε ένα χώρο που αναμφίβολα είναι κυρίαρχος. 




Το επόμενο κατόρθωμά του γίνεται στην πύλη του Σκορπιού με τη νίκη του ενάντια στην Ύδρα. Η Ύδρα είναι ένας από τους φύλακες του κάτω κόσμου που συμβολίζεται από τη Λέρνη, τη θεά των βάλτων. Είναι γέννημα της Έχιδνας και του Τυφωέα, συνδέεται δε με εκείνες τις όψεις του ασυνείδητου που είναι προορισμένες να προκαλούν νοητική σύγχυση. Χρησιμοποιεί το δώρο του Ερμή, τη νοητική διάκριση, χωρίς όμως να καταφέρει τίποτε, μια και τα κεφάλια της πλάνης σε κάθε κόψιμο πολλαπλασιάζονται. Αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τη φωτιά της κάθαρσης, ένα σύμβολο ύψιστου εξαγνισμού και πνευματικής επίτευξης.

Ακολουθεί ένα εύκολο φαινομενικά κατόρθωμα, η σύλληψη της ελαφίνας. Και όμως, χρειάζεται ένας ολόκληρος χρόνος για να πετύχει το σκοπό του, πλανημένος συχνά από τις παγίδες της Αρτεμης, μιας από τις όψεις της σεληνιακής του φύσης. Εδώ ο ήρωας, πρώτα από όλα, διδάσκεται το μάθημα της επιμονής και της υπομονής. Οπλισμένος με αυτές τις δύο αρετές, αποκτά την ενόραση που κρύβεται στο ζωδιακό σημείο του Καρκίνου, συλλαμβάνοντας οριστικά και αμετάκλητα τη φευγαλέα διαίσθηση που συμβολίζεται από τη Κερυνίτιδα έλαφο. Τέλος ο Ηρακλής εναποθέτει αυτή την κατάκτηση στη αγκαλιά όλου του κόσμου, στον Ιερό Τόπο των Μυκηνών, κλείνοντας έτσι τη διαμάχη του Απόλλωνα και της Αρτεμης, δηλαδή της συνειδητής και της ασυνείδητης φύσης του για την κυριαρχία πάνω στην ελαφίνα. 

Στο σημείο του Ζυγού ο Ηρακλής ανεβαίνει στο όρος της Μύησης, προετοιμαζόμενος ουσιαστικά για το ρόλο που θα παίξει στον Αιγόκερω. Για να πετύχει το σκοπό του, οφείλει να ανέβει σε ανώτερες σφαίρες ύπαρξης και να παγιδέψει το ζώο ψηλά στο βουνό, απαλλαγμένος από την πλάνη της κοιλάδας. Στη μάχη του με την επιθυμία ο Ηρακλής σπρώχνεται από την ιερή τρέλα του Διόνυσου, που συμβολίζεται με το κρασί, δώρο του Θεού στον Κένταυρο Φώλο. Πάνω στη μέθη του σκοτώνει τους δύο Κένταυρους φίλους του, το Χείρωνα που σημαίνει καλή σκέψη και το Φώλο που σημαίνει σωματική δύναμη. Οι Κένταυροι είναι όψεις της προσωπικότητας του ήρωα. Η ψυχή του γνωρίζει πως η επιθυμία δεν είναι δυνατό να κατανικηθεί ούτε με τη φυσική ρώμη, ούτε με το νου. Κυρίαρχος της επιθυμίας είναι εκείνος που γνωρίζει την αληθινή ισορροπία ανάμεσα στην πνευματική και στην υλική του όψη απελευθερώνοντας το φως της ψυχής, κάτι που υποδηλώνεται άμεσα από τη ζυγαριά, το σύμβολο αυτού του ζωδίου.

Στην πύλη του Υδροχόου αναλαμβάνει να καθαρίσει τους σταύλους του Αυγεία. Σε αυτό το κατόρθωμα συγχωνεύει το ενεργητικό και το παθητικό στοιχείο, δημιουργώντας έτσι την ορμητική, ενεργειακή κοίτη των δυνάμεων της ζωής, τα δυο ποτάμια που καθαρίζουν τη βόρβορο του ασυνείδητου. Με την ορθή κατεύθυνση των δυνάμεων της ζωής ο Ηρακλής προσφέρει υπηρεσία στον κόσμο και καθαρίζει παράλληλα τον εαυτό του από τις αρνητικές συσσωρεύσεις της ενσάρκωσης. Έτσι ταυτίζεται με τον Υδροχόο, που αφήνει να κυλήσουν από το ανεστραμμένο δοχείο τα δυο ρεύματα: της ζωής και της μετουσίωσης. Ζωή και μετουσίωση είναι οι δύο έννοιες που ενσωματώνουν το μήνυμα της εποχής του Υδροχόου, δηλαδή της εποχής μας.

Με το δώρο του Απόλλωνα τοξεύει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, που συμβολίζουν τον αλαλαγμό της κατώτερης νοητικής μας φύσης. Η εμμονή στο στόχο αποδυναμώνει κυριολεκτικά τη φλυαρία του νου και η σιγή είναι το μάθημα που πρέπει να πάρει ο μαθητής στο σημείο του Τοξότη.

Ένας Ταύρος λυμαίνεται την Κρήτη. Τον είχε δώσει ο Ποσειδώνας στο Μίνωα για θυσία, αλλά εκείνος τον κράτησε για τον εαυτό του. Ο θεός τιμώρησε το Μίνωα στέλνοντας στην Πασιφάη έναν ανίερο πόθο για τον Ταύρο. Ο Μίνωας, με την κατακράτηση του Ταύρου στα επίπεδα της προσωπικότητας, περιόρισε τη δημιουργική δύναμη στο επίπεδο του σεξ. Εκτός, όμως, από την οριζόντια σεξουαλική πολικότητα υπάρχει και μια κάθετη που αγνοήθηκε και που ενώνει τη μορφική όψη με τις δυνάμεις της ψυχής. Ο Ηρακλής συλλαμβάνει τον Ταύρο και τον φέρνει στο Ιερό Κέντρο, όπου τον αφήνει ελεύθερο. 




Μετά από τόσα κατορθώματα ο Ηρακλής έχει αναπτύξει έναν άκρατο ενθουσιασμό και ορμητικότητα, που του χτίζει μια απατηλή αυτοπεποίθηση. Αυτή την απατηλή αυτοπεποίθηση καλείται να δαμάσει ο Ηρακλής στον όγδοο άθλο του με τις φοράδες του Διομήδη. Ο Διομήδης είναι γιος του Αρη, γεγονός που υποδηλώνει τον κυβερνώντα πλανήτη του σημείου του Κριού. 

Ο ήρωας πληρώνει τη ματαιόδοξη στάση του με τη θυσία του Αβδηρου, που αντιπροσωπεύει μια από τις αδύναμες σχετικά όψεις του Ηρακλή. 
Έτσι αναλαμβάνει να τιθασέψει και να οδηγήσει ο ίδιος τις φοράδες της προσωπικότητας χωρίς μεσολαβητές. Γίνεται ο ίδιος μεσολαβητής ανάμεσα στις δυνάμεις της ψυχής και τις δυνάμεις της υλικής του φύσης. Αναλαμβάνει δηλαδή το ρόλο του Ερμή, που είναι ο εσωτερικός κυβερνήτης του Κριού.

Στο σημείο της Παρθένου ο Ηρακλής έρχεται σε επαφή με τη σκοτεινή όψη της
anima του, την Ιππολύτη, τη Βασίλισσα των Αμαζόνων. Με τη παρέμβαση της Ήρας φιλονικεί με τις αμαζόνες και σκοτώνει την Ιππολύτη για να πάρει τη ζώνη της, δώρο του Αρη και σύμβολο προστασίας. Παίρνει τη ζώνη και τη φέρνει στις Μυκήνες, όπου την εναποθέτει στη φύλαξη της Ήρας-ψυχής. Προσπαθώντας να εξιλεωθεί για το θάνατο της Ιππολύτης, ταξιδεύει σε ένα είδος Κάτω Κόσμου, για να την αναστήσει στο πρόσωπο της Ησιόνης, σώζοντάς την από το κήτος του Ποσειδώνα. Μπαίνει στην κοιλιά του κήτους με το δρεπάνι «σύμβολο του θανάτου» στα χέρια. Μένει εκεί, όπως ο Ιωνάς ή ο Χριστός στον Κάτω Κόσμο, για τρεις ημέρες, οπότε και επιστρέφει θριαμβευτής. 

Ο δέκατος άθλος του Ηρακλή ήταν τα Βόδια του Γηρυόνη και συνδέεται με το σημείο των Ιχθύων. Ο Ιχθείς συμβολίζουν τις πιο βαθιές εσωτερικές όψεις μας και τα κόκκινα βόδια του Γηρυόνη τις κρυμμένες υλικές μας επιθυμίες. Με τη χρυσή κούπα του Απόλλωνα -μια άλλη μορφή του συμβόλου του Δισκοπότηρου, περνά τον ωκεανό. Για να πετύχει το κατόρθωμά του συγκρούεται αρχικά με το σκύλο Όρθρο, τον αδελφό του Κέρβερου, μια από τις όψεις του φύλακα στο Κατώφλι. Έτσι, απαλλάσσεται από ένα μέρος των καρμικών του υποχρεώσεων.

Κατόπιν, με το ηλιακό δώρο τοξεύει το φύλακα Γηρυόνη και παίρνει τα βόδια για να τα μεταφέρει πίσω στον Ιερό Τόπο. Σε αυτόν τον άθλο ο Ηρακλής προσπαθεί να έρθει στον Αδη, χωρίς τελικά να τα καταφέρει εξαιτίας της επέμβασης της Ήρας. Δεν είναι ακόμη έτοιμος να αντιμετωπίσει τον Κέρβερο, αν δεν απελευθερώσει πρώτα το Προμηθεϊκό φως μέσα του, κάτι που κάνει στην Πύλη των Διδύμων με τα μήλα των Εσπερίδων. Επίσης, οφείλει να ανοίξει ένα κανάλι επικοινωνίας με την Ασία, τη χώρα των θαυμάτων, που συμβολίζεται από τον Κήπο των Εσπερίδων.

Σε αυτή την πορεία υποτάσσει την κατώτερη συγκινησιακή του φύση, που συμβολίζεται από το Νηρέα. Με αυτή την καθυπόταξη αποκτά τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν στον προορισμό του. Κυριαρχεί επίσης και στη γήινη όψη του νικώντας τον Ανταίο, το γίγαντα που είναι αήττητος στα πεδία της μορφής. Τον παρασέρνει σε ανώτερα επίπεδα, όπου χάνει τη δύναμή του και συντρίβεται. Στον Καύκασο απελευθερώνει τον Προμηθέα, αποδεσμεύοντας ουσιαστικά το φως της ψυχής του. Σηκώνει επίσης το φορτίο του κόσμου, που συμβολίζεται από τη σφαίρα του
Aτλαντα. Παίρνει τα μήλα, σύμβολα πνευματικής γονιμότητας, και επιστρέφει λυτρωτής. Αντί, όμως, να κρατήσει την αμοιβή για τον άθλο του, επιστρέφει τα μήλα στο Δία και την Ήρα. Με αυτόν τον τρόπο δίνει το προβάδισμα στη θεϊκή του υπόσταση.

Τώρα είναι έτοιμος για την τελική θυσία, την έσχατη δοκιμασία. Πρέπει να θριαμβεύσει στο θάνατο. Θα αντιμετωπίσει τον Κέρβερο, την πιο ξεκάθαρη όψη του Φύλακα στο Κατώφλι. Έχει ήδη μπει στις επικράτειες του Αδη, αλλά αυτή τη φορά θα έρθει σε επαφή με το υποχθόνιο ζευγάρι. Μυείται στα Ελευσίνια Μυστήρια, επιστρατεύοντας έτσι όλο του το εσωτερικό δυναμικό και ανοίγει την Πύλη του Κάτω Κόσμου. Εισβάλλει στον Αδη σαν πολεμιστής. Απελευθερώνει όλη του την αρχέγονη δύναμη, που συνταράζει τα βάθη του εσωτερικού του κόσμου. Αμέσως περικυκλώνεται από τις σκιώδεις υπάρξεις του ασυνείδητου. 

Χρησιμοποιεί το σπαθί του νου, αλλά η μάχη του με τέτοιου είδους όπλα σε αυτόν τον κόσμο είναι ανώφελη. Πρέπει να χρησιμοποιήσει τα ίδια του τα χέρια, την οργανωμένη και ελεγχόμενη πια στοιχειακή δύναμη. Νικάει το Χάροντα και τον αναγκάζει να τον περάσει στο βασίλειο της Περσεφόνης. Εκεί μόνο η Περσεφόνη, η αδελφή του, είναι εκείνη που μπορεί να σταθεί μπροστά του. Αντικρύζοντας την Περσεφόνη, ο Ηρακλής αντικρίζει τη βαθύτερη όψη της ψυχής του. Μπορεί να πάρει τον Κέρβερο μόνο αν τον νικήσει με τα χέρια του. Με τις δικές του δυνάμεις επιβάλλεται στην τριπλή κατώτερη φύση του και ανασύρει τον Κέρβερο στο φως του Επάνω Κόσμου.


Στον Αδη δίνει την υπόσχεση στο Μελέαγρο πως θα παντρευτεί τη Δηιάνειρα, την αδελφή του. Με αυτή την πράξη φέρνει το στίγμα του θανάτου και της απόσυρσης από τον κόσμο των ανθρώπων. Η Δηιάνειρα γίνεται αργότερα η αιτία να φορέσει το δηλητηριασμένο ρούχο. Ο ήρωας γνωρίζει πως η επίγεια ζωή του, όπου στέφθηκε με τον τίτλο του «σωτήρα», έφτασε στο τέλος της. Παραγγέλνει να του ανάψουν μεγάλη φωτιά στην κορυφή της Οίτης, που είναι αφιερωμένη στο Δία. Ο Γιος επιστρέφει στον Πατέρα. Ο Ηρακλής ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του στους ουρανούς, όπου η Ήρα αναλαμβάνει την τελετουργία της δεύτερης γέννησης του ήρωα. Μετά παίρνει γυναίκα του την Ήβη, την κόρη της Ήρας και δένεται αμετάκλητα με τις δυνάμεις της ψυχή του. 

Ο Δίας αποτύπωσε τους κόπους και τις θυσίες του γιου του στον ουρανό με τον αστερισμό του Ηρακλή. Ένας γονατισμένος άνδρας, σκυμμένος αδιάκοπα από το μόχθο, σύμβολο της ρήσης του Ιησού: «Όποιος θέλει να ανυψωθεί, πρέπει πρώτα να ταπεινωθεί».





Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Θεόφραστος περί της μυθικής Ατλαντίδος..... (Μυσταγωγία)





Σας μεταφέρω ένα απόσπασμα του  Αιμιλιανού ο οποίος  διέσωσε μία  άγνωστη αναφορά στην μυθική Ατλαντίδα του Θεόφραστου *  (σύγχρονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Πρόκειται  περί ενός διαλόγου μεταξύ του Μίδα ( του Φρυγός)  και του Σειληνού.



Διατήρησα το ύφος του κειμένου όπως  το διάβασα στο βιβλίο: «Αι εκπληκτικαί αποκαλύψεις επί της αρχαίας Ελλάδος», του Αντωνίου Χαλά.  Η περιγραφή έχει ως εξής :



«Ο Θεόπομπος διηγείται μία συνομιλία του Μίδου του Φρυγός και του Σειληνού. Ο Σειληνός είναι τέκνο νύμφης, Θεού μεν αφανέστατος κατά την φύσιν ανθρώπου  κρείτων, αφού ήτο και αθάνατος. Πολλά μεν άλλα μεταξύ αλλήλων διεξήχθησαν, αλλά τα ακόλουθα ήσαν τα σπουδαιότερα εξ όσων έλεγε ο Σειληνό, εν τη ανωτέρα του σοφία προς τον Μίδα :



Έλεγε λοιπόν πως η Ευρώπη, η Ασία, και η Αφρική είναι νήσοι εν παραβολή προς την Ήπειρον,  την υπάρξασαν εις αρχαιότατους καιρούς, πέραν του γνωστού κόσμου. Τόσο απέραντον ήτο το μέγεθος αυτής. Η ήπειρος αυτή ήτο η τελευταία, η οποία έτρεφεν  επ΄ αυτής ζώα γιγάντια, οι δε επ’ αυτής ζώντες άνθρωποι ήσαν διπλάσιοι  κατά το μέγεθος των ανθρώπων της εποχής καθ’ ην η διήγησης έλαβε χώρα. Ο δε χρόνος της ζωής των δεν ήτο όσον ζώμεν ημείς αλλά διπλάσιος. Και πολλά μεν ήσαν αι επ’ αυτής πόλεις και διάφοροι οι βίοι των ιδωτών, οι δε νόμοι των ήσαν αντίθετοι των ιδικών μας. Αι δε πόλεις των ήσαν πλουσιώτατοι, μία δε εκ των πόλεων εκείνων είχε πληθυσμόν ανώτερου του ενός εκατομμυρίου. Ο χρυσός και ο άργιλος ευρίσκοντο παρ’ αυτό  εις μεγάλη ποσότητα.



Στην συνέχεια ο Αιλιανός διηγήται πως υπήρχε διαρκής πόλεμος κυρίως μεταξύ δύο πόλεων, εκ των οποίων η μία ονομάζετο Μάχιμος, η δε ετέρα Ευσεβής. Οι μεν λοιπόν Ευσεβείς διήγον εν ειρήνη και βαθύν πλούτον, έλάμβανον δε τους καρπούς εκ της γης άνευ αρότρων και βιών, διότι εις αυτούς  άσπαρτα και ανήτροτα τα πάντα εφύοντο. Διετελούσι δε καθ’ όλον τον βίον υγιείς και άνοσο, πέθνησκον δε γελώντες και τερπόμενοι εξαιτερικώς. 



 Τόσον δε αναμφισβήτως ήσαν δίκαιοι, ώστε  και οι Θεοί δεν ησθάνοντο την ανάγκη να επιφοιτώσι παρ’ αυτοίς.  Οι δε κάτοικοι της Μαχίμου πόλεως και μαχιμώτατοι  ήσαν και ένοπλοι, διαρκώς πολεμούντες και υποδουλούντες τους όμορους. Τοιουτοτρόπως η πόλις αυτή άρχει πάμπολλων εθνών. Αποθνήσκουσι δε σπανιότατα υπό νόσου, διότι οι πλείστοι υποκύπτουν κατά τους πολέμους.

Τοιαύτη δε ήτο η παρ’ αυτοίς αφθονία του χρυσού και του αργύρου, ώστε είχον μικρότεραν παρ’ αυτοίς αξίαν , ή όσο έχει παρ’ ημίν ο σίδηρος.



Επιχείρησαν δε κάποτε να διαβώσιν ούτοι εις τα  ιδικά μας χώρας, και διαπλεύσαντες  τον Ωκεανόν με απειράριθμα στρατεύματα, έφθασαν δε μέχρι των Υπεβορείων.  Αντιληφθέντες όμως την αθλιότητα, εις την οποία ζώμεν, καταφρόνησαν να προχωρήσουν περαιτέρω. …»

 




* Ο Θεόφραστος (372 π.Χ. – περ. 287/5 π.Χ.) ήταν φιλόσοφος της αρχαιότητας. Θεωρείται συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη τον οποίο και διαδέχτηκε στη διεύθυνση της Περιπατητικής σχολής.


Τις περισσότερες πληροφορίες για βίο του Θεοφράστου αντλούμε από τον Διογένη, συγγραφέα των βίων των φιλοσόφων. Ο Θεόφραστος γεννήθηκε το 372 π.Χ. στηνΕρεσό της Λέσβου. Ο πατέρας του ήταν ο πλούσιος έμπορος Μέλαντας (το όνομα φαίνεται και στη βάση της προτομής στην εικόνα δεξιά) και το πραγματικό του όνομα ήταν Τύρταμος. Αρχικά έλαβε τα πρώτα του μαθήματα κοντά στον Λεύκιππο ενώ αργότερα εγκατέλειψε την πόλη της Ερεσού και μετέβη στην Αθήνα όπου άρχισε να ασχολείται με τη φιλοσοφία ως μαθητής του Πλάτωνα. 



Μετά το θάνατο του δασκάλου του, το 347 π.Χ., ακολούθησε τον Αριστοτέλη, ο οποίος διακρίνοντας τη φιλομάθεια και την ευφυΐα του, τον επονόμασε αρχικά Εύφραστο και αργότερα Θεόφραστο. Η εκτίμηση που έτρεφε ο Αριστοτέλης στον Θεόφραστο αποδεικνύεται και από το γεγονός πως όταν το 323 π.Χ. ο Αριστοτέλης κατηγορήθηκε για ασέβεια και αναγκάστηκε να καταφύγει στη Χαλκίδα, δώρισε στον Θεόφραστο τη βιβλιοθήκη του και του εμπιστεύτηκε τη διεύθυνση της περιπατητικής σχολής.



Ο Θεόφραστος παρέμεινε στην διεύθυνση της σχολής επί 25 χρόνια και σε αυτό το διάστημα δίδαξε αλλά και άφησε πολλά γραπτά. Την περίοδο αυτή, λέγεται ακόμα πως οι μαθητές της σχολής ξεπέρασαν τις δύο χιλιάδες ενώ μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ο Μένανδρος, οι βασιλείς της Μακεδονίας Φίλιππος και Κάσσανδρος καθώς και ο βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Α’. Ο Θεόφραστος δεν ασχολήθηκε ποτέ ενεργά με την πολιτική, αλλά αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην Επιστήμη και τη Φιλοσοφία. Πέθανε περίπου το 287 π.Χ. και μέχρι το τέλος της ζωής του δίδασκε και εργαζόταν.



Το έργο του Θεόφραστου ήταν ιδιαίτερα πλούσιο, καθώς εκτιμάται πως έγραψε συνολικά περίπου 240 έργα τα οποία πραγματεύονται ένα πλήθος θεμάτων γύρω από την Ηθική, τη Λογική, τη ρητορική, την ιστορία των επιστημών ή τη μεταφυσική και κυρίως τη Βοτανική και τη Ζωολογία.


Σήμερα σώζονται κυρίως αποσπάσματα του έργου του αλλά και ορισμένα πλήρη κείμενα που είναι οι Περί Φυτών Ιστορίας (9 βιβλία), τα Περί Φυτών Αιτιών (6 βιβλία) καθώς και το πιο γνωστό του έργο, οι Χαρακτήρες. Τα δύο πρώτα έργα αποτελούν μάλλον τα πρώτα συγγράμματα στον τομέα της Βοτανικής, την εποχή της αρχαιότητας και μέχρι τον Μεσαίωνα. Μια σημαντική παρακαταθήκη του στην βοτανική, είναι ότι έχει «βαφτιστεί» σήμερα προς τιμήν του ο ενδημικός φοίνικας της νότιας Ελλάδας, ως Φοίνικας του Θεοφράστου (phoenix theophrastii), καθώς εκείνος ήταν που αναφέρθηκε πρώτος και έντονα για την ύπαρξη αυτού του φυτού στον ελλαδικό χώρο, μέσα στο έργο του.



Στους Χαρακτήρες, ο Θεόφραστος περιγράφει τα εσωτερικά και ψυχικά γνωρίσματα ανάλογα με το ήθος των ανθρώπων, ενώ μέχρι σήμερα δεν είναι βέβαιο αν αποτελούσαν αυτοτελές έργο ή τμήμα κάποιου άλλου ή σημειώματα του Θεόφραστου. Συνολικά περιγράφονται 30 διαφορετικοί χαρακτήρες εκ των οποίων οι 15 περιλαμβάνονταν στην πρώτη έκδοση του έργου (1527), ενώ το1522 ανακαλύφθηκαν επιπλέον οκτώ και το 1599 ακόμη πέντε. Οι δύο τελευταίοι από τους περιγραφόμενους χαρακτήρες ανακαλύφθηκαν μόλις το 1786.



Η ακριβής χρονολογία συγγραφής του έργου δεν είναι γνωστή. Θεωρείται πιθανό πως δεν γράφτηκαν όλοι οι χαρακτήρες συγχρόνως, ενώ άλλοι μελετητές τους χρονολογούν περίπου στο 317 π.Χ. Σε ότι αφορά την σύνθεσή τους, ο Θεόφραστος πιθανότατα στηρίχτηκε ως ένα βαθμό στο έργο του Αριστοτέλη Περί Ηθικής.

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Ο Θουκυδίδης, ο τρωικός πόλεμος και η έννοια του μύθου



Γράφει ο Θανάσης Μπαντές


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ομηρικά έπη κινούνται περισσότερο στο μύθο παρά στην ιστορική πραγματικότητα. Κι αυτό είναι απολύτως εύλογο, αφού η έννοια έπος, εξ’ ορισμού, εμπεριέχει την υπερβολή: «έπος: ποιητική σύνθεση μακρόπνοης έμπνευσης και μεγάλης έκτασης με διαπλεκόμενες ιστορίες, που εξυμνεί με θριαμβολογική, εγκωμιαστική και συχνά εξωραϊστική διάθεση γνωστά κατορθώματα ηρώων, θεών και ηγεμόνων». (Από το λεξικό του Μπαμπινιώτη).

Το έπος αποσκοπεί στην τέρψη. Το έπος αφορά την ψυχαγωγική δυναμική της ομήγυρης που τρέφεται με μύθους. Δεν υπάρχει τίποτε πιο εκτονωτικό, πιο εξισορροπητικό, πιο εξυψωτικό και ταυτόχρονα πιο καταπραϋντικό από τον ομαδικό μύθο. Γι’ αυτό οι ραψωδοί συνδέονται με τα πανηγύρια. Γιατί τα πανηγύρια συνδέονται με το ξέφρενο, δηλαδή με τη συναισθηματική απελευθέρωση. Ο μύθος είναι η πύλη αυτού του μηχανισμού. Είναι η μυσταγωγία της ομαδικότητας, που λειτουργεί σχεδόν ενορατικά, σαν παραίσθηση από κοινού, σαν συμμετοχικό ξεπέρασμα του εαυτού, σαν άνευ όρων παράδοση, σαν συλλογική – στα όρια του μεταφυσικού – εμπειρία.

Κι αυτό ακριβώς είναι η φυγή. Μιλάμε για τη φυγή της ατομικότητας, που θέλει, έστω για λίγο, να ενωθεί με τους άλλους. Κι όσο πιο ζωντανά αναπαρίσταται ο μύθος, τόσο πιο αληθινός είναι. Η αλήθεια του μύθου δεν είναι παρά το μέτρο έντασης της φυγής. Στόχος του μύθου η στιγμιαία απώλεια της συνείδησης που διαχέεται μέσα στις συνειδήσεις των φανταστικών άλλων που διαμορφώνουν την εξέλιξή του. Κι από εδώ ξεκινά η διάπλαση. Γιατί η ταύτιση και η αποστροφή που μοιραία γεννάται, ως συναισθηματική συμμετοχή, δεν είναι η ασύνειδη επαναφορά του εαυτού που υπογείως καλείται να πάρει θέση, αλλά η επιβολή του μύθου που εξαναγκάζει το κοινό να ενταχθεί στο διαδραματιζόμενο γίγνεσθαι.

Οι συγκρούσεις της φαντασιακής κοσμογονίας γίνονται υπόθεση προσωπική, αφού, με το ξεπέρασμα του εαυτού, όλα είναι  προσωπικά, μετατρέποντας το μύθο σε βιωματική συνθήκη. Το βίωμα του μύθου είναι η μεγαλύτερη συναισθηματική είσπραξη, που μόνο ως ταύτιση μπορεί να ερμηνευτεί και που αποκτά ολοφάνερες παιδαγωγικές διαστάσεις, μετουσιώνοντας το φαντασιακό σε ρυθμιστικό παράγοντα συμπεριφοράς με τη διάπλαση των επιθυμιών κατά τα προβαλλόμενα πρότυπα. Γι’ αυτό τα ομηρικά έπη αποτέλεσαν την πιο αξιόπιστη εκπαιδευτική ύλη στην αρχαία Αθήνα. Γι” αυτό εξακολουθούν να έχουν περίοπτη θέση και στα σημερινά σχολεία. Γιατί καθιστούν σαφές ότι το καλό ταυτίζεται με την ανδρεία, τη φιλοπατρία κτλ και ότι το λάθος ταυτίζεται με τη δειλία, τον εγωισμό κτλ. Μπροστά σ’ αυτή την οπτική η αλήθεια έχει ελάχιστη σημασία.

Αν όμως ο μύθος ταυτίζεται με την τέχνη, η αλήθεια ταυτίζεται με την επιστήμη. Κι αν η ιστορία είναι η αναζήτηση της αλήθειας για τα γεγονότα του παρελθόντος τότε δεν έχει άλλη επιλογή από να αποκτήσει επιστημονικές διαστάσεις, που μόνο μεθοδολογικά μπορούν να εξασφαλιστούν. Κι εδώ ακριβώς ξεκινά ο ρόλος του Θουκυδίδη: «Ο Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε την ιστορία του πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, πώς πολέμησαν μεταξύ τους, αρχίζοντας να γράφει αμέσως μόλις ξέσπασε, γιατί προέβλεψε και πως μεγάλες διαστάσεις θα πάρει και πιο αξιόλογος απ’ όλους τους προηγούμενους θα είναι». (Βιβλίο πρώτο, παράγραφος ένα, σε μετάφραση του Α. Γεωργοπαπαδάκου). 


Ο Θουκυδίδης προφανώς πέρασε τα πρώτα εφτά χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου στην Αθήνα και γνώριζε τα γεγονότα από πρώτο χέρι, έχοντας ακούσει τους λόγους του Περικλή και τις συζητήσεις για την Πύλο και τη Μυτιλήνη. Όταν το 424 π.Χ εξορίστηκε για 20 χρόνια λόγω της απώλειας της Αμφίπολης, κατέφυγε στα κτήματά του στη Θράκη κι αφιερώθηκε στη συγγραφή της ιστορίας του πολέμου καθορίζοντας για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα τις βασικές αρχές της επιστημονικής ιστοριογραφίας:

«Τις πράξεις που στη διάρκεια του πολέμου έγιναν, δεν έκρινα σωστό να τις γράψω βασισμένος στις πληροφορίες του πρώτου τυχόντα ούτε όπως εγώ νόμιζα, αλλά αφού ερεύνησα με κάθε δυνατή ακρίβεια για την καθεμιά, τόσο για κείνες που ο ίδιος ήμουν παρών όσο και για κείνες που μάθαινα από άλλους. Και η εξακρίβωση γινόταν δύσκολα, γιατί οι αυτόπτες μάρτυρες δεν έλεγαν τα ίδια για το ίδιο περιστατικό, αλλά καθένας ανάλογα με τη συμπάθειά του για τη μια ή την άλλη παράταξη ή καταπώς θυμόταν. Κι όσο στο να ακούει κανείς την αφήγησή μου, επειδή λείπει απ’ αυτήν το μυθικό, ίσως θα φανεί λιγότερο ευχάριστη. Όσοι όμως θα θελήσουν να γνωρίσουν με ακρίβεια αυτά που έγιναν κι εκείνα που, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, θα γίνουν κάποτε ξανά τέτοια ή παρόμοια τούτοι να κρίνουν το έργο μου ωφέλιμο θα μου είναι αρκετό. Το έργο έχει γραφτεί πιο πολύ σαν μελέτημα παντοτινό παρά σαν πρόσκαιρο ανάγνωσμα για να τ’ ακούν κάποιοι ευχάριστα». (Βιβλίο πρώτο, παράγραφος 22, μετάφραση Α. Γεωργοπαπαδάκος).

Ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν γράφει για τέρψη, αλλά για την αλήθεια. Όμως και πάλι βρισκόμαστε μπροστά στο διδακτικό – παιδαγωγικό στοιχείο που θα ωφελήσει την ανθρωπότητα, αφού, για τον Θουκυδίδη, η ιστορία κινείται από νόμους που την υποχρεώνουν να επαναλαμβάνει «τέτοια ή παρόμοια» και που κινούνται «σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση». Κι αυτό ακριβώς ενδιαφέρει τον Θουκυδίδη, η ανθρώπινη φύση. Γιατί η επίσημη καταγραφή της ιστορίας δεν είναι τίποτε άλλο από τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στα διάφορα ιστορικά ερεθίσματα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι μοιάζουν.

Ο Θουκυδίδης δεν εμπιστεύεται τα γεγονότα «όπως τα τραγούδησαν οι ποιητές, που τα μεγαλοποίησαν και τα στόλισαν, ή όπως τα εκθέσανε οι λογογράφοι, που περισσότερο ζήτησαν να τέρψουν τους ακροατές τους παρά να τους πουν την αλήθεια….». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 21). Εξάλλου γνωρίζει καλά ότι οι άνθρωποι είναι απολύτως επιρρεπείς στους μύθους: «Υπάρχουν και πολλά άλλα πράγματα, ακόμα και σύγχρονα κι όχι ξεχασμένα από την πολυκαιρία, για τα οποία κι οι άλλοι Έλληνες έχουν γνώμες σφαλερές, όπως λόγου χάρη ότι οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν έχουν μία ψήφο ο καθένας, αλλά δύο, κι ότι στο στρατό της Σπάρτης υπάρχει λόχος Πιτανάτης που ποτέ δεν υπήρξε. Τόσο λίγο ταλαιπωρούνται οι πολλοί να αναζητήσουν την αλήθεια και πιο πολύ κλίνουν να δεχτούν τα έτοιμα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 20).

Τον τρωικό πόλεμο ο Θουκυδίδης τον συγκαταλέγει στην αρχαιολογία. Όταν ο Μίνωας οργάνωσε το ναυτικό και πολέμησε την πειρατεία, καθιστώντας τις θάλασσες ασφαλέστερες, άρχισαν να ακμάζουν τα παράλια. Υπήρχε ευημερία και κάποιοι «πλούσιοι έχτισαν τείχη γύρω από τις πόλεις τους. Γιατί επιθυμώντας τα κέρδη, κι οι φτωχότεροι δέχονταν την εξάρτηση από τους πιο δυνατούς, κι οι δυνατότεροι, διαθέτοντας πλούτο, έκαναν υποτελείς τους τις μικρότερες πόλεις. Βρίσκονταν πια σ’ αυτή την κατάσταση, όταν, αργότερα, έκαμαν την εκστρατεία εναντίον της Τροίας». (βιβλίο πρώτο παράγραφος 8).


Το ιμπεριαλιστικό παιχνίδι της ισχύος ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να περάσουμε στον τρωικό πόλεμο:

 «Ο Αγαμέμνονας, κατά τη γνώμη μου, κατόρθωσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις για την εκστρατεία εναντίον της Τροίας, κυρίως επειδή ήταν ο πιο δυνατός από τους άλλους ηγεμόνες, κι όχι επειδή οι μνηστήρες της Ελένης, που έγινε αρχηγός τους, είχαν δεσμευτεί με τους όρκους τους οποίους είχαν κάνει στον Τυνδάρεο», και συμπληρώνει: «Αφού παρέλαβε την κληρονομιά αυτή ο Αγαμέμνονας και ταυτόχρονα απέκτησε ναυτικό ισχυρότερο από οποιουδήποτε άλλου, μπόρεσε κατά τη γνώμη μου να κάμει εκστρατεία κι όσοι τον ακολούθησαν, το ‘καμαν περισσότερο από φόβο παρά από φιλοφροσύνη.

Είναι, εξάλλου, φανερό πως αυτός πήρε μέρος στην εκστρατεία έχοντας τα πιο πολλά καράβια κι ότι έδωσε και στους Αρκάδες, όπως αναφέρει ο Όμηρος, αν μπορεί κανείς να βασιστεί στη μαρτυρία του….. Αν, λοιπόν, ο Αγαμέμνονας δεν είχε κάποιο αξιόλογο ναυτικό, δε θα μπορούσε, μια και ήταν στεριανός, να εξουσιάζει νησιά, εκτός από τα κοντινά του, που δεν είναι πολλά. Κι απ’ αυτήν την εκστρατεία πρέπει να συμπεράνει κανείς ποια ήταν η κατάσταση πρωτύτερα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 9).

Ο Θουκυδίδης, ορίζει από την αρχή τα οικονομικά συμφέροντα ως την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Γι’ αυτό κάνει λόγο για ανθρώπινα πάθη. Γιατί δεν υπάρχουν ούτε θεϊκές παρεμβάσεις, ούτε παιχνίδια της μοίρας, ούτε τυχαία περιστατικά. Μόνο η μάχη της εξουσίας, δηλαδή ο ανθρώπινος παράγοντας. Όμως η απομυθοποίηση του τρωικού πολέμου αφορά και το κομμάτι των καθαυτό πολεμικών επιχειρήσεων: «Κι αν ακόμη θα πρέπει να δώσουμε κι εδώ πίστη στον Όμηρο, ο οποίος, σαν ποιητής, είναι φυσικό να τη μεγαλοποίησε, και πάλι η εκστρατεία αυτή ήταν φανερά κατώτερη από τις σημερινές.

Αναφέρει λοιπόν ο ποιητής πως από τα χίλια διακόσια καράβια που πήραν μέρος στην εκστρατεία, των Βοιωτών είχαν εκατόν είκοσι άντρες το καθένα και του Φιλοκτήτη πενήντα, θέλοντας να δείξει έτσι, κατά τη γνώμη μου, τα πιο μεγάλα και τα πιο μικρά. Οπωσδήποτε στον κατάλογο των καραβιών δεν αναφέρει πλοία άλλου μεγέθους. Ότι, εξάλλου, όλοι οι άντρες ήταν ταυτόχρονα κωπηλάτες και πολεμιστές το μνημονεύει, όταν μιλά για τα καράβια του Φιλοκτήτη. Εδώ λέει ότι όλοι οι κωπηλάτες ήταν και τοξότες. Επιβάτες, εκτός από τους βασιλιάδες και τους σπουδαιότερους αξιωματούχους, δεν είναι πιθανό να βρίσκονταν πολλοί πάνω στα πλοία, μια και επρόκειτο να περάσουν πέλαγος φορτωμένα πολεμικό υλικό κι εξάλλου δεν είχαν κατάστρωμα, αλλά ήταν φτιαγμένα με τον παλιό τρόπο, σαν τα πειρατικά. Αν λοιπόν πάρει κανείς τον μέσο όρο των μεγαλύτερων και των μικρότερων καραβιών, δεν φαίνεται να ήταν πολλοί όσοι έλαβαν μέρος στην εκστρατεία, μια και στάλθηκαν σ’ αυτήν πολεμιστές από ολόκληρη την Ελλάδα. 


Αιτία γι’ αυτό ήταν όχι τόσο η έλλειψη ανθρώπων όσο η έλλειψη χρημάτων. Γιατί από ανεπάρκεια εφοδίων είχαν φέρει λίγο στρατό, τόσο μόνον όσον έλπιζαν ότι θα μπορούσε να συντηρηθεί επιτόπου πολεμώντας. Κι όταν αποβιβάστηκαν και νίκησαν στην πρώτη μάχη (αυτό είναι φανερό, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσαν να προστατέψουν με τείχος το στρατόπεδό τους) και τότε δεν φαίνεται να χρησιμοποίησαν όλες τους τις δυνάμεις, αλλά από έλλειψη τροφίμων, επιδόθηκαν στην καλλιέργεια της Χερσονήσου και σε διαρπαγές. Εξ’ αιτίας αυτής της διασποράς των δυνάμεών τους μπόρεσαν οι Τρωαδίτες να αντέξουν δέκα ολόκληρα χρόνια στον πόλεμο, αφού ήταν ισόπαλοι με τις ελληνικές δυνάμεις που κάθε φορά έμεναν στο στρατόπεδο.

Αν, αντίθετα, οι Έλληνες είχαν έρθει έχοντας αποθέματα τροφίμων και αντί να ασχολούνται με τη γεωργία και τη διαρπαγή, πολεμούσαν συνέχεια όλοι μαζί, εύκολα, χάρη στην υπεροχή τους στις μάχες, θα είχαν κυριέψει την πόλη, αφού και διεσπαρμένοι που ήταν και με μέρος μόνο του στρατού τους κάθε φορά διαθέσιμο, άντεχαν. Αν, εξάλλου, είχαν κάνει τακτική πολιορκία, θα κυρίευαν την Τροία σε μικρότερο χρόνο και με λιγότερον κόπο. Αλλά από έλλειψη χρημάτων και τα πριν από τα τρωικά ήταν ασήμαντα, κι αυτά τα ίδια, μόλο που υπήρξαν πιο ξακουστά από τα προηγούμενα, αποδείχνεται από τα πράγματα ότι ήταν κατώτερα από τη φήμη και την παράδοση που, χάρη στους ποιητές, έχει επικρατήσει σήμερα γι’ αυτά». (βιβλίο πρώτο, παράγραφοι 10 – 11).

Όμως, όσο η σαφής γνώση της ιστορικής πορείας – που μόνο η ιστορία ως επιστήμη μπορεί να προσφέρει –  καθίσταται απαραίτητη για τη διαμόρφωση ορθής κρίσης των γεγονότων (δηλαδή της ανθρώπινης συμπεριφοράς όπως εκτυλίσσεται στο πέρασμα των αιώνων), άλλο τόσο διαφωτιστικά λειτουργεί και ο μύθος, που, σε τελική ανάλυση, μετουσιώνοντας τα γεγονότα σε τέχνη – υπό το πρίσμα των δεδομένων υπερβολών – διεισδύει στην ανθρώπινη άβυσσο μετατρέποντάς την σε αντικείμενο ερμηνείας. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε δύο αντικρουόμενους μηχανισμούς, που τελικά συμφιλιώνονται, αφού επί της ουσίας εξυπηρετούν τους ίδιους στόχους.

Ο εντοπισμός των κινήτρων συμπεριφοράς, η έννοια της συλλογικής δράσης, η φιλοδοξία της ατομικότητας, η αναγωγή των γεγονότων στο σήμερα, η απόπειρα πρόγνωσης, ο προβληματισμός, ο εντοπισμός της ενδεχόμενης επανάληψης, η αντίληψη της συνέχειας μέσα στο πέρασμα των αιώνων, ο φανατισμός, το οικονομικό συμφέρον, το παράλογο της βαρβαρότητας κτλ κτλ, με δυο λόγια ο παιδαγωγικός ρόλος της μελέτης του ανθρώπου ως  το υποκείμενο της ιστορικής εξέλιξης, αφορά και την ιστορία, ως έννοια επιστημονική, και το μύθο, ως έννοια καλλιτεχνική. Γι’ αυτό και η ιστορική αποκατάσταση του τρωικού πολέμου από το Θουκυδίδη, δεν θα ματαιώσει ποτέ τη μυθοπλαστική απόδοση του Ομήρου, αλλά θα συμπλέουν αιώνια στο ίδιο αντιθετικό και ταυτόχρονα ενωτικό κουβάρι.


Το πρόβλημα ξεκινά όταν χάνονται τα όρια κι όταν ο μύθος παρουσιάζεται ως γεγονός αλλοιώνοντας σκοπίμως την ιστορική αλήθεια. Όταν δηλαδή η ιστορία πλάθεται αυθαίρετα μετατρεπόμενη από μηχανισμός αναζήτησης της αλήθειας σε προπαγανδιστικό εργαλείο εξυπηρέτησης συμφερόντων. Όμως εδώ δε μιλάμε για μύθο. Εδώ μιλάμε για καιροσκοπισμό, κι αυτό είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία.

Ο δούρειος ίππος (δούρειος=ξύλινος) στην ελληνική μυθολογία είναι κατασκευή εμπνευσμένη από τον Οδυσσέα, ένα ξύλινο άλογο-κρύπτη. Σκοπός του Οδυσσέα ήταν να παραπλανηθούν οι Τρώες και να το εκλάβουν ως δώρο και ως δείγμα καλής θελήσεως και ειρήνης από τους Αχαιούς.