Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Σίλφιο, το πολύτιμο βότανο των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, και παγκόσμιο σύμβολο της αγάπης




Λέγεται πως ήταν ο ίδιος ο Απόλλωνας αυτός που το χάρισε στους Έλληνες θέλοντας να τους κάνει ένα δώρο που δεν θα ξεχνούσε κανείς.

Και ξαφνικά μια κοινωνία λυσσούσε πια για σίλφιο! Ήταν βλέπετε αφροδισιακό και αντισυλληπτικό τρομερό, αλλά και λαχταριστό καρύκευμα για το φαγητό.
Τα είχε όλα και κανείς δεν το έκρυβε. Μας το λέει εξάλλου ο Ιπποκράτης, ο Διοσκουρίδης και ο Σωρανός ο Εφέσιος, αλλά και πλήθος άλλων Ελλήνων και Ρωμαίων.

Βλέπετε το σίλφιο (ή σύλφιο) ήταν το διασημότερο βότανο της αρχαιότητας, ένα φυτικό πασπαρτού για τα πάντα. Ήταν όμως, σαν από τραγική ειρωνεία, και όσο σπάνιο χρειαζόταν για να φτάσει να αξίζει το βάρος του σε ασήμι.

Φυόταν αποκλειστικά σε μια στενή λωρίδα γης στην Κυρήνη, εκεί στις ακτές της Βόρειας Αφρικής (σημερινή Λιβύη), και δεν ευδοκιμούσε πουθενά αλλού, φέρνοντας στον νου τη σημερινή μαστίχα της Χίου.

Όσοι το εμπορεύονταν πλούτιζαν, καθώς το λαχταρούσε όλος ο αρχαίος κόσμος. Το απαθανάτιζαν σε νομίσματα και αγγεία και το πήραν μετά οι Ρωμαίοι στέλνοντάς το στα ουράνια. Μόνο που κανείς τους δεν κατάλαβε πως η υπερεντατική του καλλιέργεια και η μαζική συγκομιδή του προσυπέγραφαν το τέλος του.

Σύντομα θα ζούσαν όλοι χωρίς σίλφιο και θα έπρεπε να βρουν πια υποκατάστατά του, αφήνοντάς το στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας να πονοκεφαλιάζει ακόμα και σήμερα τους βοτανολόγους.

Γιατί ναι μεν υπήρξε, τι ήταν όμως ακριβώς; 

Ένα μαγικό βοτάνι για τα πάντα

Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν δυσανάλογα πολύ την αντισύλληψη και ήταν σε αυτό το πλαίσιο που έκαναν ένα βοτάνι να εξαφανιστεί, ένα βοτάνι που αν τους πιστέψουμε ήταν το πλέον αποτελεσματικό μέσο αντισύλληψης όλου του αρχαίου κόσμου! Αν και δεν ήταν οι Ρωμαίοι αυτοί που τα ξεκίνησαν όλα.

Το βότανο λεγόταν σίλφιο και ήταν ένα φυτό που συγγένευε πιθανότατα με τον γιγαντιαίο μάραθο ή το σέλινο. Οι σοφιστικέ Έλληνες το καλλιεργούσαν αποκλειστικά για τη ρητίνη του, αν και οι πιο χοντροκομμένοι σε αυτά Ρωμαίοι το εκμεταλλεύονταν όλο, ακόμα και για τις ρίζες του είχαν κάποια χρήση.

Σίλφιο το έλεγαν οι πρόγονοί μας και silphium οι Ρωμαίοι, αν και αυτοί του επεφύλαξαν πολλές ακόμα ονομασίες (laserpicium, lasarpicium κ.ά.). Και το χρησιμοποιούσαν για τα πάντα, από αρωματικό καρύκευμα για τη νοστιμάδα της μαγειρικής και τοπική αναλγητική αλοιφή μέχρι φάρμακο για πάμπολλες νόσους. Σχεδόν όλες! Αν και περιβόητο σε όλο τον γνωστό κόσμο δεν θα γινόταν παρά για τις διεγερτικές και αντισυλληπτικές του ιδιότητες.

Ήταν οι Θηραίοι αυτοί που το ανακάλυψαν ήδη από το 630 π.Χ., όταν ίδρυσαν την ελληνική τους αποικία στη Βόρεια Αφρική, την περίφημη Κυρήνη. Οι Έλληνες ονόμασαν την αποικία τους από την πηγή Κύρη, αφιερωμένη στον θεό Απόλλωνα, και εκείνος τους έκανε δώρο το σίλφιο.

Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Βάττος Α’ αποβιβάστηκε στην Κυρηναϊκή και οδηγήθηκε από τους γηγενείς σε μια περιοχή που είχε «τρύπα στον ουρανό», πιθανότατα γιατί έβρεχε πολύ. Εκεί υπήρχε ένα ιερό του Απόλλωνα και ο Θηραίος αποφάσισε να ιδρύσει την πόλη του τιμώντας τα ιερά εδάφη.

Όπως κι αν έχει, ο Απόλλωνας του χάρισε το σίλφιο, ένα πολύτιμο βοτάνι που συνέβαλε τα μέγιστα στη μετατροπή της πόλης σε επίκεντρο του ελληνικού πολιτισμού στα άγνωστα εδάφη, καθώς η εμπορική του εκμετάλλευση κόμιζε στην Κυρήνη πλούτη θαυμαστά. Το σίλφιο έγινε τόσο σημαντικό για την κυρηναϊκή οικονομία που εμφανίζονταν από ένα σημείο και μετά σε κάθε σχεδόν νόμισμα της πόλης! Σε λακωνική κύλικα του 565-560 π.Χ. (Κύλιξ του Αρκεσίλα) απεικονίζεται εξάλλου ο βασιλιάς της Κυρήνης, Αρκεσίλαος Β΄, να επιβλέπει τη συγκομιδή του φυτού, τέτοια σημασία είχε για την οικονομική επιβίωση της ελληνικής αποικίας. Ήταν το απόλυτο έμβλημα της πόλης.

Γιατί το σίλφιο μετατράπηκε μαγικά σε βασικό συστατικό κάθε φαρέτρας γιατρού ή μύστη σε όλη τη Λεκάνη της Μεσογείου για τα επόμενα 700 περίπου χρόνια. Το ήξεραν φυσικά και οι Αιγύπτιοι, καθώς είναι οι δικές τους αναφορές από τον 7ο π.Χ. αιώνα που λογίζονται οι παλιότερες. Και αυτός ο σπουδαίος πολιτισμός το χρησιμοποιούσε ως ιατρικό βοήθημα για αντισύλληψη και άμβλωση, αλλά και ως πανάκεια σχεδόν για τα πάντα, από πονόλαιμο και βήχα μέχρι και θεραπεία για τη λέπρα.

Ήταν όμως και το άλλο: τόσο οι Αιγύπτιοι όσο και οι Μινωίτες είχαν συγκεκριμένο ιδεόγραμμα (γλύφο) που αντιπροσώπευε το σίλφιο! Κάτι που αναδεικνύει τη σημαντικότητά του για τους πρώιμους αυτούς μεσογειακούς πολιτισμούς. Ας μην ξεχνάμε πως το σίλφιο έβρισκε εφαρμογή σχεδόν στα πάντα και χρησιμοποιούνταν κάθε τμήμα του, από το κοτσάνι και τις ρίζες μέχρι και τον πολύτιμο χυμό του.
Έχει υποστηριχτεί μάλιστα ιστορικά πως η κλασική αρχαιότητα περιστράφηκε εν πολλοίς γύρω από το σίλφιο, ένα βότανο-πανάκεια. Οι Έλληνες, ας πούμε, το λάτρευαν και ως εύγευστο καρύκευμα για το φαγητό τους. Το αγαπούσαν με πάθος και το έβαζαν στα πάντα, σαν τον σημερινό μαϊντανό ένα πράμα.

Όπως μας παραδίδουν οι πρόγονοί μας, στο φαγητό χάριζε μια έντονη και πικάντικη γεύση, αντίστοιχη πιθανότατα με το σκόρδο, χωρίς ωστόσο τη βαριά μυρωδιά του. Οι Έλληνες αποξήραιναν τον χυμό του για τη μαγειρική του χρήση, ενώ οι πάντα υπερβολικοί Ρωμαίοι το έτρωγαν ολόκληρο. Ακόμα και τις ρίζες του γεύονταν, τις οποίες διατηρούσαν στο ξίδι.

Το φυτό ήταν τόσο παινεμένο ως μπαχαρικό που έφτασαν -τόσο στην κλασική όσο και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα- να πληρώνουν όσο τίποτα τα ζώα που είχαν βοσκήσει στο σίλφιο, γιατί πίστευαν πως έδινε καλύτερη γεύση στο κρέας τους!

Ακόμα και συνταγές έχουν φτάσει ως τις μέρες μας με το νόστιμο καρύκευμα: Ο δραματικός ποιητής Άλεξις μας λέει πως για να φτιάξουμε ωραία σαφρίδια «τους βγάζεις τα βράγχια, τα ξεπλένεις, τα καθαρίζεις, τα ανοίγεις στα δύο, τα στρώνεις, τα αλευρώνεις, τα αλείφεις με σίλφιο και τα καλύπτεις με τυρί, αλάτι και ρίγανη». Ο πλατωνικός φιλόσοφος Ξενοκράτης μοιράζεται μαζί μας το μυστικό για νοστιμότατες φούσκες (τα οστρακοειδή): «Τις κόβουμε, ξεπλένουμε και περιχύνουμε με κυρηναϊκό σίλφιο, απήγανο, άλμη και ξίδι ή φρέσκια μέντα σε ξίδι και γλυκό κρασί».

Αλλά και ο Αθηναίος στους «Δειπνοσοφισταί» του αναφέρει πως έτρωγαν παστό ψάρι, μαριναρισμένο με κρασί, λάδι και σίλφιο. Ως τη ρωμαϊκή εποχή, το βότανο είχε γίνει τόσο λατρεμένο που εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις συνταγές της μαγειρικής «Βίβλου» των Ρωμαίων, τον τσελεμεντέ του Καίλιου Απίκιου («Περί μαγειρικής»)! 

Τι μαγικό είχε η κυρηναϊκή χερσόνησος και φύτρωνε αποκλειστικά εκεί το σίλφιο, κανείς δεν ξέρει. Σε μια στενή λωρίδα της ακτής, 200x50 χιλιόμετρα περίπου, όπως μας παραδίδεται, έβγαινε το θαυματουργό φυτό και αρνούνταν πεισματικά να ευδοκιμήσει οπουδήποτε αλλού. Κι αν το προσπάθησαν οι αρχαίοι! Εφτακόσια χρόνια το πάλευαν όλοι, Μινωίτες, Αιγύπτιοι, Έλληνες, Ρωμαίοι και κάθε άλλος λαός της Μεσογείου, μάταια όμως. Μόνο η Κυρήνη είχε το προνόμιο να πλουτίζει από το σίλφιο, πάει και τέλειωσε.

Την ίδια ώρα, το θαυματουργό χορτάρι είχε και πολλές θεραπευτικές χρήσεις, αν και είναι δύσκολο να αποτιμήσουμε με σύγχρονους ιατρικούς όρους την αποτελεσματικότητά τους. Από πονόλαιμο, πυρετό και δυσπεψία μέχρι αφροδίσια νοσήματα (κονδυλώματα) και ανεπιθύμητες κυήσεις λεγόταν πως θεράπευε, ποιος να πει όμως με αποφασιστικότητα; Ο Ιπποκράτης ενδεχομένως, που παρότρυνε τους ασθενείς του: «Όταν εξέχει το έντερο και δεν επιστρέφει στη θέση του, ξύστε σε μικρά κομμάτια το καλύτερο και πιο συμπαγές σίλφιον και εφαρμόστε το ως κατάπλασμα».
Αλλά και ο Θεόφραστος ο Ερέσιος και ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος το παρομοίαζαν με την «Ηράκλεια Πανάκεια», λέγοντάς μας πως το σκιανθές φυτό ήταν κατάλληλο για όλες τις ασθένειες.

Ήταν πάντως αναμφίβολα η αντισυλληπτική του δράση που έκανε τους Έλληνες να το προτιμούν και τους Ρωμαίους να το λατρεύουν! Ακόμα και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος το καταμαρτυρεί, όταν υπαινίσσεται πως το σίλφιο μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για «την απομάκρυνση των υγρών που εκκρίνονται στην εμμηνόρροια». Ιδιότητες που συναντάμε εξάλλου ακόμα και σήμερα στα συγγενικά του είδη, όπως ο μαϊντανός.

Το βότανο εμφανίζεται και στην «Περιγραφή της Ελλάδος» του Παυσανία, σε μια ιστορία των Διόσκουρων που παραθέτει κατά τη διαμονή τους στο σπίτι του Σπαρτιάτη Φορμίωνος: «Γιατί, έτσι συνέβη, ότι η παρθένος κόρη του που ζούσε σε αυτό. Από την επόμενη μέρα, αυτή η παρθένα με όλη την κοριτσίστικη αμφίεσή της, είχε εξαφανιστεί και στην αίθουσα βρέθηκαν εικόνες των Διοσκούρων, ένα τραπέζι και σίλφιον πάνω σε αυτό».

Το σίλφιο με τη λατινική του ονομασία (laserpicium) παίζει και σε ποίημα του Κάτουλλου προς την ερωμένη του Λεσβία, διαδραματίζοντας έτσι σαφή ρόλο στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα.

Δεν είναι καθόλου απίθανο λοιπόν να ήταν φαρμακολογικά δραστικό στην πρόληψη ή ακόμα και τη διακοπή της κύησης. Ο Διοσκουρίδης το συνιστούσε πάντως ως αντισυλληπτικό και μέσο για την άμβλωση.

Την ίδια στιγμή, ο ανθός του χρησιμοποιούνταν στην παρασκευή αρωμάτων, καθώς οι αρχαίοι εκμεταλλεύονταν κάθε τετραγωνικό εκατοστό του.

Τι απέγινε

Φυτό-χρυσός για την Κυρήνη, φυτό-πανάκεια για τον αρχαίο κόσμο και ένα φυτικό βιάγκρα για όλους τους άλλους, το σίλφιο δεν έμελλε να μακροημερεύσει, καθώς κανείς δεν σκέφτηκε το μέλλον του. Οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που το ξετίναξαν ουσιαστικά, γενικεύοντας τη χρήση του και την υπερκαλλιέργειά του.

Ακόμα και τα καλύτερα ζώα τους έστελναν να τραφούν με κυρηναϊκό σίλφιο, για να αποκτήσουν νόστιμο κρέας και τιμή στα ουράνια. Ήταν οι μαγειρικές και προπάντων οι αντισυλληπτικές του ιδιότητες που προσυπέγραψαν το ηχηρό του τέλος. Κάποια στιγμή περί τον 1ο αιώνα μ.Χ. δεν φύτρωνε απλώς άλλο!

Η υπερκαλλιέργεια και οι οπλές των ζώων κατέστρεψαν το εύθραυστο οικοσύστημα των κυρηναϊκών ακτών, στέλνοντας το σίλφιο στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Σύμφωνα με τον θρύλο, που μας παραδίδει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος («Φυσική Ιστορία»), ήταν ο αυτοκράτορας Νέρων αυτός που γεύτηκε το τελευταίο ποτέ κλαράκι του: «Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, δεν υπάρχει καθόλου σίλφιο … λένε πως το τελευταίο βλαστάρι που βρέθηκε, απ’ όσο θυμούνται οι άνθρωποι, στάλθηκε στον αυτοκράτορα Νέρωνα». Και του στάλθηκε ως κάτι το αξιοπερίεργο, όπως μας λέει ο Πλίνιος.

Μέσα σε μερικές δεκαετίες, το ήδη σπάνιο σίλφιο εξαφανίστηκε. Τώρα όλοι αναπολούσαν τις εποχές που ο Ιούλιος Καίσαρας είχε φροντίσει δαιμόνια να πάρει στην κατοχή του μεγάλες ποσότητες του φυτού, τις οποίες παραχώρησε κάποια στιγμή στα δημόσια ταμεία του ρωμαϊκού κράτους. Καθώς μέχρι τότε άξιζε πραγματικό ασήμι. Οι Ρωμαίοι το έλεγαν άλλωστε χωρίς περιστροφές πως «ο χυμός του σίλφιου αξίζει το βάρος του σε δηνάρια»!

Ακόμα και μετά την εξαφάνισή του βέβαια συνέχισε να αναφέρεται στους καταλόγους των αρωματικών φυτών, περνώντας από τον έναν στον άλλο μέχρι και τον 8ο αιώνα μ.Χ.

Ο Θεόφραστος επιβεβαιώνει («Περί φυτών ιστορία») πως το σίλφιο δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί και ήταν η φήμη για τις αντισυλληπτικές ιδιότητες που ανέπτυξε τον 3ο-2ο αιώνα π.Χ. που έφεραν το οριστικό του τέλος. Ο Στράβωνας πάλι μας λέει πως ήταν οι λαοί της ερήμου αυτοί που κατέστρεψαν τις ρίζες του.

Ακόμα και σήμερα οι βοτανολόγοι δεν έχουν καταφέρει να το ταυτοποιήσουν, έχουν κυκλοφορήσει πάντως αρκετές εικασίες για την οικογένεια των φυτών στην οποία πιθανώς ανήκε. Γεγονός είναι πως ο αρχαίος κόσμος δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς σίλφιο, γι’ αυτό και οι άντρες του Αλέξανδρου βρήκαν στην Περσία ένα παρόμοιο φυτό, το οποίο στερούνταν ωστόσο τη γεύση ή τις θαυματουργές ιδιότητες του αυθεντικού.

Ήταν η ασαφοετίδα (ή ασαφέτιδα), που κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα στην Ινδία. Οι Ρωμαίοι την υποδέχτηκαν αρχικά με ενθουσιασμό, γρήγορα κατάλαβαν όμως πως σίλφιο δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο. Το καταμαρτυρεί και ο Διοσκουρίδης («Περί ύλης ιατρικής»): «Το κυρηναϊκό [το σίλφιο] έχει ένα πολύ υγιεινό άρωμα, που ελάχιστα το προσέχει κανείς στην αναπνοή. Αντίθετα, το μηδικό [ασαφοετίδα] είναι λιγότερο δυνατό και έχει χειρότερη μυρωδιά»…

Το παγκόσμιο σύμβολο της αγάπης

Έχουμε ακούσει πως το σύμβολο της καρδιάς, που δεν μοιάζει φυσικά σε τίποτα με την πραγματική καρδιά, έλκει πίσω του πολλούς θρύλους για την ύπαρξή του. Άλλοι λένε πως πρόκειται για μεσαιωνική αναπαράσταση διαφόρων φυτών (φύλλα συκής, κισσός ή ακόμα και νούφαρα) και άλλοι πάλι υποθέτουν πως το σχήμα της αγάπης έχει να κάνει πολύ με τη γυναικεία ανατομία (εφηβαίο).

Κι όμως, η πρώτη ποτέ παρόμοια αναπαράσταση μας έρχεται από το ασημένιο νόμισμα της Κυρήνης του 6ου-5ου αιώνα π.Χ., εκεί δηλαδή όπου ο σπόρος/καρπός του σίλφιου παραμοιάζει με το οικουμενικό σύμβολο της αγάπης και του έρωτα! Κι έτσι αρκετοί ιστορικοί τοποθετούν τη γέννησή του πολύ πριν από τον Μεσαίωνα και συγκεκριμένα κάπου, κάπως, κάποτε στην Κυρηναϊκή.

Κι ενώ η σύνδεση σίλφιου και σεξ είναι κάτι παραπάνω από προφανής και ιστορικά καταγεγραμμένη, όπως υπαινίσσονται εξάλλου και ο Παυσανίας και ο Κάτουλλος, μια τέτοια υπόθεση θα παραμείνει αναγκαστικά στη σφαίρα της ιστορικής φαντασίας. Σε άλλο κυρηναϊκό νόμισμα βλέπουμε μια γυναίκα να κρατά στο χέρι της γερμένο ένα κλαδί του φυτού, έτσι ώστε το άνθος του να δείχνει τα γεννητικά της όργανα.

Αν το σίλφιο παραμένει ακόμα μαζί μας με τη μορφή του ρομάντζου και της αγάπης, αυτό μόνο οι ερωτευμένοι το ξέρουν…!

Αναδημοσίευση από  www.pronews.gr

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος
 
 

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

29 Μαϊου 1453:«Εάλω η Πόλις»



Πίνακας: Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στις επάλξεις, ξημέρωμα 29ης Μαίου 1453. Aπό τον "δικό" μας εξαιρετικό ζωγράφο Iannis Nikou,ελαιογραφία - 2003.


29 Μαΐου 1453, «εάλω η Πόλις», μέρος πρώτο, η πόλη των πόλεων, έλεγες καλημέρα σε 10 γλώσσες, στην ακμή της πάνω από 500.000 πληθυσμό, στα απόρθητα τείχη της περιέκλειε τα 2/3 του παγκόσμιου πλούτου, το αρχέτυπο όλων των σημερινών πρωτευουσών, Κων/νος την έφτιαξε, Κων/νος την παρέδωσε με την ζωή του. Πως χάθηκε η χιλιόχρονη Αυτοκρατορία;

 Οι Αυτοκρατορίες παρακμάζουν πρώτα εκ των εσω. Οι λαοί παρακμάζουν όταν ο πληθυσμός τους γίνεται μαλθακός, όταν δεν διαθέτουν πια στρατιωτική, πολιτισμική δυναμική και όραμα. Νομοτελειακά αφομοιώνονται από άλλους υπέρτερους και κυρίαρχους πολιτισμούς. Στην θέση τους μένουν μόνο τα ερείπια!

Το 1450, η Κωνσταντινούπολη πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους - Βυζάντιο) ήταν πια μία μικρή πόλη κράτος, είχε περίπου 70.000 κατοίκους, όταν άλλοτε είχε πάνω από 500.000. Τα πρώην εδάφη της στην Μικρά Ασία και ηπειρωτική Ελλάδα, είχαν γίνει τόποι συγκρούσεων διαφόρων περιφερειακών δυνάμεων, καθώς ελλείψει οργανωμένοι στρατού, η πόλη μίσθωνε αλλοεθνής βάρβαρους μισθοφορικούς στρατούς οι οποίοι έπαιρναν τα χρήματα, και στην συνέχεια γίνονταν οι ίδιοι λεηλατείς και σφαγιαστές αυτών που υποτίθεται πως θα προστάτευαν. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο οι πληθυσμοί της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σφαγιάζονταν συστηματικά. Σελτζούκοι Τούρκοι και Νορμανδοί, απειλούν την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία. Οι Χριστιανικοί πληθυσμοί αλλαξοπιστούν υπό την πίεση των νέων κατακτητών ώστε να καταφέρουν να επιβιώσουν. 

Μάταια μεταφέρουν οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες συνεχώς Βαλκανικούς πληθυσμούς (Αλβανούς, Βούλγαρους και Σέρβους) στην έρημη Ελλάδα (Όσοι πιστεύουν στην φυλετική καθαρότητα των Ελλήνων ή Ρωμιών θα πρέπει να το ψάξουν περισσότερο. Ξένοι περιηγητές της εποχής περιγράφουν πως σε ολόκληρη την Πελοπόννησο για 14 ημέρες δεν είχαν συναντήσει ούτε σκύλο ζωντανό). Στο εσωτερικό του υπό παρακμή θεοκρατικού κράτους, «υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της ένωσης των δύο Εκκλησιών (της Ορθόδοξης και της Καθολικής). Οι αντίθετοι στην ένωση συμμαχούσαν προτιμούσαν τους Τούρκους παρά τον Πάπα!
Σε ένα τέτοιο κλίμα, οι δεισιδαιμονίες και οι προφητείες, έρχονταν να καλύψουν το κενό της αμείλικτης και δυσοίωνης πραγματικότητας. Δεισιδαιμονία, διχόνοια, ανεπάρκεια!

Απέναντι στους τουλάχιστον 150.000 του Μωάμεθ, την πόλη καλούνται να υπερασπιστούν 4.937 βυζαντινοί και περίπου 2000 Δυτικοί. Ο υπόλοιπος αντρικός πληθυσμός που θα μπορούσε να φέρει όπλα βρισκόταν στα Μοναστήρια και προσευχόταν να τους σώσει ο Θεός....! Τελικά δεν τους έσωσε!

Η παρακμή του Βυζαντίου, ήταν προδιαγεγραμμένη και οι ενδείξεις ήταν πολλές. Ας αναφέρουμε εν τάχει κάποιες από αυτές:  

 - Η Μεσόγειος στην ακμή της, Βυζαντινή Λίμνη, το Κωνσταντινάτο το δολάριο της εποχής, από την στιγμή που η Μεσόγειος πέρασε στα χέρια των Αράβων, των Νορμανδών, της Βενετίας και της Γένοβας (που η Πόλη λανθασμένα τους έδωσε προνόμια) χάθηκε η βασική πηγή πλούτου, όποιος κυριαρχούσε στην θάλασσα κυριαρχούσε στον κόσμο, οι βυζαντινοί ναυτικοί έμειναν άνεργοι και πολλοί προσχώρησαν στους Οθωμανούς και έγιναν πειρατές λυμαίνονταν τις θάλασσες. 

 - Στην ακμή τους οι Βυζαντινοί έμαθαν στην πολυτέλεια και απομακρύνθηκαν από την λιτή στρατιωτική ζωή, άρχισαν να εξαγοράζουν την υποχρεωτική θητεία τους, τον στρατό πια τον συγκροτούσαν μισθοφόροι άλλων εθνοτήτων που πήγαιναν με όποιον έδινε περισσότερο, άρχισαν να χάνουν μάχες, όταν χάνεις μάχες, συρρικνώνεσαι όχι μόνο εδαφικά αλλά και οικονομικά αφού χάνεις πλούτο! 

 - Μια σειρά από ανίκανους Αυτοκράτορες, που κατασπατάλησαν το δημόσιο χρήμα, η πιο άχρηστη η δυναστεία των Αγγέλων, αυλική καμαρίλα, δολοπλοκίες, εμφύλιες διαμάχες για την εξουσία, ονομαστοί αντίπαλοι Κατακουζηνοί εναντίον των Παλαιολόγων, ανίερες συμμαχίες με τους Τούρκους. Και σαν μην έφταναν όλα αυτά, επιδημία πανώλης εξολοθρεύει τον πληθυσμό, στην Πόλη ζουν πια μόνο 70.000.

 - Η υψηλή φορολογία των αγροτικών περιοχών ανάγκασε πολλούς να εγκαταλείψουν την γη και να πάνε στα μοναστήρια να γίνουν καλόγεροι μια που αυτοί δεν πλήρωναν φόρο, ούτε κρατούσαν όπλα, όπως οι Παπικοί, έτσι αυτά γέμισαν με άνδρες παραγωγικής ηλικίας. Όλοι ήθελαν να γίνουν κληρικοί και καλόγεροι, ζωή με ανέσεις και χωρίς κόπους. 

Ο Μιχαήλ Ψελλός διαμαρτύρεται στα γραφτά του «θυρωροί, εργάτες στα αμπέλια, ζωέμποροι, μανάβηδες, φουρνάρηδες, σιδεράδες, κηπουροί, τσαγκάρηδες, γυρολόγοι, όλοι θέλουν να γίνουν κληρικοί». Όλοι τους, λέει ο Ψελλός, αναλφάβητοι και άσχετοι με την εκκλησία, οι δεισιδαιμονίες και οι απατεωνιές ο κανόνας. Ο Άγιος Προκόπιος και ο Άγιος Νέστορας πρέπει να ήταν σαρανταποδαρούσες αφού καλόγεροι γινόντουσαν πλούσιοι βάζοντας σε προσκύνημα επί πληρωμή τα λείψανα τους από οχτώ ή δέκα πόδια ο καθένας! Τα μοναστήρια μετετράπησαν σε ολόκληρες πόλεις, την Πόλη υπεράσπισαν 7.000 άνδρες και στα μοναστήρια ζούσαν 100.000 αμέτοχοι θεατές των εξελίξεων! 

Το 1453 εκδόθηκε απλά το πιστοποιητικό θανάτου, οι ιστορικοί θεωρούν την αρχή του τέλους το 1071 όταν συνέβησαν 2 τραγωδίες, στην Δύση πέφτει στους Νορμανδούς το Μπάρι η τελευταία Βυζαντινή κτήση στην Ιταλία και στη μάχη του Ματζικέρτ ηττάται από τους Σελτζούκους ο Βυζαντινός στρατός και για πρώτη φορά στην Ιστορία πιάνεται αιχμάλωτος ο Αυτοκράτορας, ο Ρωμανός ο Διογένης. Η ήττα στο Μαντζικέρτ άλλαξε το στάτους κβο στη Μικρά Ασία, οι Σελτζούκοι Τούρκοι βάζουν πόδι και εγκαθίστανται μόνιμα στην περιοχή. Στην Τουρκία από τώρα κάνουν ετοιμασίες για να γιορτάσουν το 2071, τα 1000 χρόνια παρουσίας τους στην Μικρά Ασία= Ιωνία = Γιουνανιστάν όπως λέγεται στα Τούρκικα η Ελλάδα.

Η δεύτερη σημαντική ημερομηνία, το 1204 η Άλωση από τους Σταυροφόρους, η μεγαλύτερη λεηλασία πόλης στην ιστορία, στα τείχη της περιέκλειε τα 2/3 του παγκόσμιου πλούτου. 600 γοτθικές εκκλησίες κτίζονται στην Δύση (αυτές που όλοι θαυμάζουμε) από τις ιερές business, τα έσοδα από τους εράνους που οργανώνει η Καθολική Εκκλησία για να στεγάσει τα ιερά κειμήλια από την Πόλη (τα κλεψιμαίικα δηλαδή). 

Η Άλωση προκαλεί βαθύ ψυχολογικό τραύμα, πόλεμος σε 2 μέτωπα, τους Λατίνους και τους Τούρκους κάτι που μας εξαντλεί ψυχικά και οικονομικά. Σε λίγο θα ξεσπάσει ο Διχασμός, Ενωτικοί εναντίον Ανθενωτικών, ρεαλιστές οι Παλαιολόγοι, θεωρούν ότι μόνο όταν οι δύο  Ρώμες ομονοήσουν θα κυριαρχήσουν, οι ανθενωτικοί δεν συγχωρούν την λεηλασία του 1204. Ο τότε πρωθυπουργός Νοταράς, πίστευε πως:
" Καλύτερα τούρκικο φέσι παρά Παπική Τιάρα", όταν ο Παλαιολόγος μαχόταν για τα ιερά και τα όσια στα Τείχη της Πόλης, άλλοι τον έφτυναν και τον καταριόντουσαν που είχε μαγαρίσει την Αγια Σοφιά τον προηγούμενο χρόνο με συλλείτουργο με τους Παπικούς. Πάνω στην Αγία Τράπεζα, το ανάθεμα του Πατριάρχη για αυτό και δεν ανακηρύχθηκε ποτέ Άγιος. 

Επιπλέον, ο τουρκικός στρατός είχε κανόνια, το νέο όπλο είχε προταθεί στο Βυζάντιο για αγορά, αλλά τα ταμεία ήταν άδεια. Όσο για την κερκόπορτα; Η Ελένη Αρβελέρ λέει «Ανοιγμένη ή ξεχασμένη και λοιπόν; αστεία πράγματα, αφού οι Τούρκοι είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν».

Με τη βοήθεια ενός Ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, 70 περίπου πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη. [*]

Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου, ενώ θα εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην Πόλη.

Ο Παλαιολόγος απαντά με αποφασιστικότητα αλλά και αξιοπρέπεια: δέχονταν να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει.

Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:

«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν. (Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της-διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσουμε τη ζωή μας).

.
[*] απόσπασμα από κείμενο του Δημήτρη Τριάντου

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Κυριακή 12 Μαΐου 2019

O Μούνδος και η Παυλίνα. Οι βλαβερές συνέπειες της θρησκοληψίας



Στην αυτοκρατορική Ρώμη, επί βασιλείας του Καίσαρα Τιβέριου ζούσε ένας νεαρός, ευγενούς καταγωγής, ο Δέκιος Μούνδος. Όμορφος και πλούσιος, δεν άφηνε γυναίκα για γυναίκα, που να μην την πολιορκήσει και τελικά να κατακτήσει. Σε όσες του κάναν τις δύσκολες, μεταχειριζόταν άλλα πιο αποτελεσματικά από την προσωπική του γοητεία, μέσα, τους πρόσφερε δηλαδή σημαντικά χρηματικά ποσά.

Κάποτε όμως βρήκε το δάσκαλό του στο πρόσωπο της Παυλίνας, μιας νέας γυναίκας, από μεγάλο σόι και πολύ πλούσιας, που συνδύαζε την ομορφιά με τη φρόνηση και ήταν παντρεμένη με τον Σατουρνίνο, ισχυρό πολιτικό πρόσωπο της εποχής. Η ομορφιά και η φήμη της Παυλίνας τράβηξαν την προσοχή του Δέκιου Μούνδου, αλλά όλες οι προσπάθειές του να την πείσει να δεχτεί τον έρωτά του απέτυχαν. Έφτασε στο σημείο να της προσφέρει το μυθώδες ποσό των διακοσίων χιλιάδων αττικών δραχμών για μια νύχτα έρωτα, αλλά η Παυλίνα απέρριψε με αγανάκτηση και περιφρόνηση την προσφορά του.

Ο Δέκιος έπεσε σε μεγάλη απελπισία. Δεν ήταν μόνο θέμα ματαιοδοξίας και εγωισμού. Είχε ερωτευθεί με πραγματικό πάθος την όμορφη και ενάρετη Ρωμαία. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι άλλο τίποτα δεν είχε στο νου του παρά το πώς θα την κατακτήσει. Η παραμάνα του η Ίδη, που ήταν από παλιά δούλα στο σπίτι τους και τον είχε μεγαλώσει στα χέρια της, βλέποντας τον σ΄αυτή την κατάσταση θέλησε να τον βοηθήσει. Μολονότι ο πατέρας του Δέκιου την είχε απελευθερώσει, αυτή δεν έφυγε από την οικογένεια, που θεωρούσε δικιά της κι έμεινε να την υπηρετεί ως οικονόμος. Υποσχέθηκε στον νεαρό πως θα τα κατάφερνε να ρίξει στην αγκαλιά του την Παυλίνα κι ο Δέκιος της έδωσε πενήντα χιλιάδες δραχμές σαν αμοιβή αλλά και για τα έξοδα που θα αντιμετώπιζε.

Η Ίδη ήταν πανούργα γυναίκα και άφθαστη σε δολοπλοκίες και τεχνάσματα. Άρχισε να κατασκοπεύει την Παυλίνα και να παρακολουθεί την παραμικρή κίνηση της. Έτσι γρήγορα διαπίστωσε πως επισκεπτόταν ταχτικότατα τον ναό της Ίσιδας, που είχε ανοίξει πριν λίγα χρόνια στη Ρώμη. Εξακρίβωσε επίσης πως η Παυλίνα ήταν αφοσιωμένη όχι τόσο στην Θεομήτορα (όπως έλεγαν οι πιστοί την Ίσιδα), όσο σ’ έναν άλλον αιγύπτιο θεό, τον Άνουβη, κι ας ήταν αυτός ο τελευταίος κυνοπρόσωπος (ήγουν σκυλομούρης στην κυριολεξία).

Η Ίδη τότε κατάστρωσε ένα μεγαλοφυές σχέδιο. Πήγε στους ιερείς του ναού και τους προσέφερε εικοσιπέντε χιλιάδες δραχμές αν έπειθαν την Παυλίνα να ενδώσει στον έρωτα αν όχι του Μούνδου, πάντως του Άνουβη. Οι ιερείς δέχτηκαν και ο πρεσβύτερός τους πήρε στο σπίτι του Σατουρνίνου και ζήτησε να μιλήσει στην Παυλίνα ιδιαιτέρως. Όταν εκείνη τον δέχτηκε της είπε πως θεός Άνουβης παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πληροφόρησε πως τα κάλλη της τον είχαν σκλαβώσει και επιθυμούσε να συνευρεθεί μαζί της μέσα στο ναό!

Μ΄όλο που είχαν περάσει πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια από τότε που ο Δίας κατέβαινε από τον Όλυμπο για να χαρεί τον έρωτα θνητών γυναικών, η Παυλίνα κολακεύτηκε πάρα πολύ και όχι μόνο δέχτηκε μετά χαράς να ικανοποιήσει την επιθυμία του θεού, αλλά έσπευσε να την ανακοινώσει και στον σύζυγό της, ο οποίος δεν έφερε καμιά αντίρηση. Αντίθετα τον κολάκεψε η προοπτική να γίνει συνάδελφος του Αμφιτρύωνα.

Η Παυλίνα έχοντας εξασφαλίσει τη συζυγική συγκατάθεση, πήγε το ίδιο βράδυ στο ναό, όπου δείπνησε με τους ιερείς και όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, εκείνοι την οδήγησαν στο σκοτεινό ιερό, και έφυγαν κλείνοντας τις πύλες του ναού, όπου όμως είχε προηγουμένως κρυφτεί, ντυμένος Άνουβης, ο Δέκιος Μούνδος, ειδοποιημένος από την Ίδη. Η Παυλίνα μένοντας μόνη στο ιερό που φωτιζόταν μόνο από τις λαμπάδες και τα καντήλια, σαν είδε να μπαίνει ο Άνουβης, ντυμένος στα χρυσά, έπεσε στα γόνατα και άρχισε τις προσευχές και τις δεήσεις. Ο Μούνδος-Άνουβης όμως, που δεν είχε έρθει για να ακούσει τέτοια πράματα, την έπιασε από το χέρι, τη σήκωσε και την οδήγησε σε ένα στρώμα, που είχε ετοιμάσει σε μια γωνιά του ιερού. Η Παυλίνα υπάκουσε πρόθυμα τη θεία εντολή και ο Δέκιος πέρασε μαζί της μιαν αξέχαστη νύχτα.

Το πρωί ο μεν Μούνδος έφυγε πρώτος, πριν ανοίξει ο ναός η δε Παυλίνα, ξετρελαμένη από τις θείες περιποιήσεις, γύρισε στο σπίτι και τα είπε όλα στον σύζυγο. Δε σταμάτησε όμως εκεί αλλά καυχήθηκε στις φιλενάδες της τη θεία εύνοια. Φυσικά άλλες την πίστεψαν άλλες όχι κι όλες τη ζήλεψαν, αλλά το γεγονός είναι πως το έμαθε όλη η Ρώμη.

Τα πράγματα θα σταματούσαν εδώ αν δε μεσολαβούσε η ματαιοδοξία του Δέκιου Μούνδου, που ήθελε να της ανταποδώσει την περιφρόνηση που του είχε δείξει. Την τρίτη κι όλας μέρα, όταν τη συνάντησε τυχαίως στο δρόμο, δεν κρατήθηκε και της είπε:

«Λοιπόν Παυλίνα, τελικά μου εξοικονόμησες διακόσιες χιλιάδες δραχμές, που θα μπαίναν στην οικογενειακή σου περιουσία, όπως σε παρακαλούσα να κάνεις. Και εσύ μεν έβριζες τον Μούνδο, αυτός όμως δε στερήθηκε την ηδονή που επιθυμούσε, μόνο που την απόλαυσε με το όνομα του Άνουβη», και κατόπιν τράβηξε το δρόμο του.

Η Παυλίνα όταν κατάλαβε το νόημα των λόγων του και την παγίδα στην οποία είχε πέσει έτρεξε κατασυγχισμένη στον άντρα της και του τα είπε όλα, ζητώντας να κάνει το παν για να τιμωρηθεί ο Μούνδος. Ο Σατουρνίνος πήγε αμέσως στον Καίσαρα Τιβέριο, ο οποίος, σαν έμαθε το πάθημα της Παυλίνας, οργίστηκε πολύ, διέταξε αμέσως αυστηρές ανακρίσεις και εν συνεχεία καταδίκασε σε σταύρωση την Ίδη και όσους ιερείς της Ίσιδας είχαν ανάμιξη στη σκευωρία. Ο ναός της Ίσιδας κλείστηκε και τα αγάλματα της Ίσιδας και του Άνουβη πετάχτηκαν στον Τίβερη. Ο Δέκιος Μούνδος όμως τη γλίτωσε με απλή εξορία, γιατί του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό το μεγάλο ερωτικό πάθος και η έλλειψη ταπεινών κινήτρων.

Απροσδοκήτως η μπάλα πήρε και τους Εβραίους της Ρώμης, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν τελείως άσχετοι και αμέτοχοι, αποτελούσαν όμως τους «συνήθεις υπόπτους» της εποχής. Ο Τιβέριος με την ευκαιρία διέταξε την απέλαση τεσσάρων χιλιάδων Εβραίων από τη Ρώμη και πολλούς τους εξόρισε στη Σαρδηνία.

Η ιστορία που διαβάσατε περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ιωσήπου «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» (18.65.1 - 18.84.12) και το θέμα της το χρησιμοποίησε (διασκευάζοντάς το επί το ασεβέστερον και τολμηρότερον) μετά από χίλια τριακόσια χρόνια ο Βοκάκιος, στο διήγημά του Η κυρία Λιζέτα και ο Άγγελος, που περιλαμβάνεται στο Δεκαήμερο.

Δημήτρης Γερμιώτης, Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος