Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Ο Σίσυφος και οι Έλληνες



«Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων˙
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
κομμάτι κατορθώνουμε κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας…../
Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά
……. Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία».
(Κ.Π. Καβάφης «Οι Τρώες»)
   
        
Πολιτικοί αναλυτές, κοινωνικοί μελετητές, εθνολόγοι και ερευνητές της ανθρώπινης ψυχολογίας συγκλίνουν στη διαπίστωση πως άτομα και λαοί διαμορφώνονται από τους μύθους που οι ίδιοι δημιούργησαν για να κατανοήσουν την πραγματικότητα. Μύθοι που αποκρυπτογραφούν τις μύχιες επιθυμίες των ανθρώπων, τις φοβίες τους, τις ενοχές τους αλλά και τη θέλησή τους να εκφράσουν το «άρρητο».

Σε ένα άλλο επίπεδο οι μύθοι αποτυπώνουν με ενάργεια τα κοινωνικά κρατούντα, τις αξίες, την έννοια του μέτρου αλλά και την κοινωνική ηθική. Η ατομική βιοθεωρία, οι κοσμοθεωρίες, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και μια ενδογενής φιλοσοφική ενατένιση του κόσμου πηγάζουν από μύθους που καθόρισαν τη φιλοσοφική σκέψη αλλά και τον τρόπο ζωής ανθρώπων και λαών.

 Μέσα από τους μύθους αναδύονται μυθικές – ηρωικές μορφές ως εκφραστές μιας στάσης ζωής (ατομικής και εθνικής), άλλοτε θετικής κι άλλοτε αρνητικής. Άλλοτε αισθητοποιούν με τις πράξεις τους την ανάγκη – αξία της εξέγερσης – ελευθερίας κι άλλοτε με το πάθημα – τιμωρία τους την «ύβριν» που διέπραξαν και το μέγεθος της τιμωρίας τους. Στο μακρύ κατάλογο της ελληνικής μυθολογίας ξεχωρίζουν ο Ιξιών, ο Τάνταλος, ο Άτλαντας, ο Σ ί σ υ φ ο ς και ο Προμηθέας.

Ο Σίσυφος ως μορφή δεσπόζει στην ελληνική μυθολογία και είναι επίκαιρος στο βαθμό που ως χώρα και λαός κουβαλάμε ένα «βάρος» (οικονομικό χρέος) και προσπαθούμε να απαλλαγούμε από αυτό κουβαλώντας το στους ώμους μας. Όλοι διαπιστώνουν πως οι προσπάθειές μας είναι μάταιες και το τέλος προδιαγεγραμμένο. Δεν θα μπορέσουμε να αντέξουμε, οι δυνάμεις μας είναι λίγες και ο βράχος – το χρέος θα μας βυθίσει. Ο Καβάφης προβλέπει την «βεβαία πτώση» αλλά εμείς θα συνταχθούμε με το Σίσυφο. Θα ξαναπροσπαθήσουμε γιατί «θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη/ θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά».

Πολλοί μιλούν για μια σισύφεια προσπάθεια που καταδεικνύει το ακαταμάχητο πνεύμα του λαού μας, τη βαθιά επιθυμία μας για ελευθερία, τη θέλησή μας να μην αποδεχτούμε την πραγματικότητα, την εδραία πεποίθησή μας πως οι αποτυχίες είναι η δύναμή μας και πως η ζωή (ατομική και εθνική) νοηματοδοτείται από τη σύγκρουσή μας προς αυτό που μας υπερβαίνει ως ύπαρξη.

Ωστόσο, κάποιοι άλλοι – οι «φρόνιμοι» διαβλέπουν έναν παραλογισμό στις προσπάθειές μας ή το λιγότερο μια αδυναμία να γνωρίσουμε ή να αποδεχτούμε τη σκληρή πραγματικότητα. Προτείνουν την απόλυτη τιμωρία μας, την καταβύθισή μας και την υποταγή σε εκείνες τις δυνάμεις που γνωρίζουν και μπορούν να μας «σώσουν». Μόνον έτσι θα επέλθει η «κάθαρσις», αφού δεν είχαμε προνοήσει την καταστροφή μας ή δεν μπορέσαμε – ούμε να την αποφύγουμε.

Στο ατομικό και συλλογικό ασυνείδητο αντιπαλεύουν οι δυο μυθικές μορφές: Ο Σίσυφος και ο Προμηθέας. Και οι δύο πάσχουν. Ο καθένας για διαφορετικά παραπτώματα. Ο Σίσυφος τιμωρείται γιατί με την εξυπνάδα – πονηριά του ξεγέλασε τους θεούς (ακόμη και το θάνατο. Τον έδεσε…..) και κινδύνευσε να ανατραπεί η φυσική τάξη του σύμπαντος (κατάργηση του θανάτου). Ο Προμηθέας καρφωμένος στο βράχο του Καυκάσου υποφέρει γιατί εναντιώθηκε στην εξουσία του Δία και δώρισε τη φωτιά στους ανθρώπους.

Ο Σίσυφος εκφράζει τη ματαιότητα της ανθρώπινης προσπάθειας απέναντι στο μοιραίο και στην αναγκαιότητα. Ο Προμηθέας έχει καθιερωθεί ως το παγκόσμιο σύμβολο της εξέγερσης και της ελευθερίας. Από μια άλλη οπτική γωνία ο Σίσυφος συμπυκνώνει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και τη δύναμη να δοκιμάζεται, χωρίς να λυγίζει, από δυνάμεις υπέρτερες. Ο Προμηθέας την ανθρώπινη προσπάθεια να απελευθερωθεί από τις παραδοσιακές και κατεστημένες εξουσίες.


Στις σύγχρονες συνθήκες ως λαός και άτομα είναι δύσκολο να ταυτιστούμε με τον Προμηθέα. Η εξέγερση, η επανάσταση και η βίαιη ρήξη με τα καθιερωμένα φαντάζουν δύσκολα και γνωρίσματα μιας άλλης εποχής. Εξάλλου τα δώρα του προμηθέα (επιστήμη, τεχνολογία…) φαίνεται να διέψευσαν τα όνειρα του ανθρώπου για πλήρη ελευθερία κι ευτυχία. Οι πληγές που επέφεραν η επιστήμη – τεχνολογία και ο στείρος ορθολογισμός δημιούργησαν ένα κλίμα απαισιοδοξίας και δυσπιστίας.

Έτσι μοιραία ο σύγχρονος άνθρωπος – η σημερινή Ελλάδα εστιάζει την προσοχή του στον αγώνα για επιβίωση, που θεωρείται αναγκαίος όρος για το μεγάλο άλμα. Γι’ αυτό ο Σίσυφος ως σύμβολο και μυθική μορφή βρίσκεται πιο κοντά μας. Ο Σίσυφος υπομένει, προσπαθεί, ελπίζει, αποτυγχάνει, επαναλαμβάνει τα ίδια αλλά δεν παραιτείται, ούτε δραπετεύει. Βρίσκει το κουράγιο και την υπομονή να ξαναρχίσει χωρίς γογγυτά.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και ο σύγχρονος άνθρωπος (Ελλάδα). Αναζητά την ελπίδα και το νόημα της ζωής κάθε φορά που ο βράχος κατρακυλά, λίγο πριν φθάσει στην κορυφή. Η επανάληψη της ίδιας, μάταιης προσπάθειας χρειάζεται δύναμη κι αυτοπεποίθηση. Προς τι, όμως, όλα αυτά, όταν το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο; Σε όλα αυτά υπάρχει κάποιος παραλογισμός, γιατί και η προσπάθεια του Σίσυφου εμπεριέχει το «παράλογο» σύμφωνα και με τον Καμύ «… ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας». Είναι ελεύθερος μόνο τη στιγμή πριν οδηγήσει την πέτρα στην κορυφή. Μετά, η επανάληψη, η μονοτονία αλλά όχι, όμως, η παραίτηση και η αδράνεια. «Τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι…../ και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει» (Κ.Π. Καβάφης «Μονοτονία»).

Με παραστατικό τρόπο ο Καμύ στο έργο του «Ο μύθος του Σισύφου» γράφει «…..ενώ επιστρέφει βέβαιος πια για την επανάληψη του βασανιστηρίου του είναι η ώρα της συνείδησης… είναι ανώτερος από τη μοίρα του. Είναι ισχυρότερος από το βράχο του…. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση… Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει την ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε το Σίσυφο ευτυχισμένο». Πόσο κοντά ως άτομα και λαός – χώρα βρισκόμαστε με τον Σίσυφο;

«Για το καλύτερο εμείς θα προσπαθούμε./ Και όσο θα προσπαθούμε τόσο θα χαλνούμε,/ θα μπλέκουμε τα πράγματα, ως να / βρεθούμε/ στην άκρα σύγχυσι. Και τότε θα σταθούμε» (Κ. Π. Καβάφης «Η επέμβασις των θεών»).

Οι «επτά πόλεμοι, οι τέσσερις εμφύλιοι, οι επτά πτωχεύσεις καταδυκνύουν περίτρανα τη Σισύφεια πορεία της Ελλάδας, στοιχείο που μαρτυρά πως ο «παράλογος» ήρωας αποτελεί το πρότυπό μας. Μέλλει, όμως, να βρούμε το βηματισμό μας για το αύριο ανακαλώντας στη μνήμη μας το ένδοξο παρελθόν, τη γνώση του παρόντος και τα όνειρα για το μέλλον.  

Σύμβουλοί μας στην μελλοντική πορεία ο Καβάφης με το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» που προτρέπει μια περήφανη στάση γι’ αυτά που χάσαμε και για όσα διαψεύστηκαν οι ελπίδες μας «Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, / αποχαιρετά, την Αλεξάνδρεια που χάνεις» (Η τραγικότητα της συνειδητοποίησης της πραγματικότητας δεν είναι απαισιοδοξία, όπως πολλοί ερμηνεύουν τον ποιητή).

Ο Καμύ διδάσκει πως η κατρακύλα του βράχου του Σισύφου είναι η αφετηρία της «συνείδησής» του. Το παράλογο της επανάληψης της καθημερινότητας είναι η νίκη του ανθρώπου ενάντια σε εκείνες τις δυνάμεις που τον ωθούν στην παραίτηση «Ο βράχος του ανήκει, το μαρτύριο του ανήκει, η μοίρα του ανήκει».

Ο Νίτσε με τα λόγια του Ζαρατούστρα μας υπενθυμίζει την «Αιώνια επιστροφή»  «επιστρέφω αιωνίως σ’ αυτήν την ίδια και την αυτή ζωή…. για να διδάξω και πάλι την αιώνια επιστροφή όλων των πραγμάτων». Σκληρός ο λόγος του, αλλά αληθινός που μας οδηγεί στην ουσία της ίδιας της ζωής.

Ως άτομα και λαός δεν μπορούμε να αποτινάξουμε από τους ώμους τους μύθους μας. Μας βαραίνουν και μας καθοδηγούν. Είναι η μοίρα μας, η συνείδησή μας. Αν τους ξεχάσουμε θα ξεστρατήσουμε. Αν τους ακολουθήσουμε θα διασώσουμε την ταυτότητά μας κι ας εμπεριέχει το παράλογο και τη ματαιότητα του Σισύφου. Τουλάχιστον προσπαθούμε κι ας γνωρίζουμε το τέλος. Η παρακάτω ιστορία έχει να μας διδάξει πολλά:

«Κάποτε ένας ηλικιωμένος άντρας περπατούσε νωρίς το πρωί μετά από μια καταιγίδα, σε κάποια παραλία. Καθώς περπατούσε, είδε από μακριά ένα αγόρι που έσκυβε και πετούσε κάτι μέσα στη θάλασσα. Ο άντρας τον πλησίασε, και είδε πως το αγόρι πετούσε στη θάλασσα αστερίες που είχαν ξεβραστεί στην αμμουδιά μετά την καταιγίδα, και βρίσκονταν μακριά από τη θάλασσα λόγω της παλίρροιας. Παρατήρησε για ώρα το μικρό αγόρι να μαζεύει και να πετάει τους αστερίες πίσω στη θάλασσα, και κάποια στιγμή τον ρώτησε με απορία:
- Γιατί μπαίνεις στον κόπο και το κάνεις αυτό; είναι δεκάδες οι αστερίες που θα μείνουν και θα πεθαίνουν τελικά στην αμμουδιά. Δεν έχει σημασία αυτό που κάνεις!
Το αγόρι τον κοίταξε, του χαμογέλασε και του απάντησε:
- Έχει όμως σημασία για αυτόν εδώ τον αστερία και τον πέταξε μέσα στην θάλασσα….» (Βασίλης Χλέτσος, Μυσταγωγία).

Ο  μικρός έσωσε τον αστερία, ο Σίσυφος δεν παραιτήθηκε από τη ματαιότητα να κυλά έναν βράχο… Εμείς μπορούμε να σταθούμε όρθιοι στην σκληρή πραγματικότητα και να επαναλάβουμε μια αποτυχημένη προσπάθεια;

«Τι κι αν τα κύματα έσβησαν τα ίχνη των/ βημάτων μας στην άμμο;/ Τι κι αν ο άνεμος γκρέμισε τα χωρίς/ θεμέλια κάστρα μας…./ Εμείς, μια φορά, παλέψαμε…./ Μόνο μια παρατήρηση αρμόζει:/ ας μείνουμε, τουλάχιστον, ηττημένοι/ άρχοντες˙/ ας μείνουμε ηττημένοι άρχοντες και όχι/ νικημένοι σκλάβοι./ Είναι κι αυτό μια περηφάνεια» (Χρήστος Τρύφωνας – «Απολογία Σισύφου»).


Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Όταν η αρχαία Ελληνική μυθολογία "εμπνέει" καλλιτεχνικά αλλά και "σημαίνει εσωτερικά" - Ήφαιστος- .


Το όνομα του Ηφαίστου (δωριστί, Άφαιστος) ετυμολογείται από την ρίζα «αφ-» του δασυνόμενου ρήματος «άπτω» (ανάπτω, καίω), «ήφθαι» στο απαρέμφατο του μέσου παρακειμένου, σημαίνει δηλαδή τον «πυρόεντα», τον διάπυρο. Άλλες εκδοχές του ετύμου του, παραπέμπουν στο «αϊστόω» (αφιστόω, α-Fι-στόω, αφανίζω), ή στο συνδυασμό των «φάω» και «ίστωρ».

Ο Ήφαιστος συνεπώς αντιπροσωπεύει το στοιχείο της φωτιάς. O Ηράκλειτος θεωρεί η πρωταρχική ουσία του σύμπαντος είναι το Πυρ από το οποίο προήλθαν με μετουσίωση όλα τα άλλα στοιχεία. Είναι η αιτία όλων των μεταβολών, που εκπροσωπεί μία θεμελιώδη αρχή, την αλλαγή, την άφθαρτη μεταβολή που ανανεώνει τον κόσμο, και αν και αυτή καθαυτή η αλλαγή δεν αποτελεί υλικό αίτιο, ο εκπρόσωπός της, το πρ, συνιστά ως θεμελιώδης αρχή και την κινούσα δύναμη. Στο κοσμολογικό τμήμα του έργου του με τίτλο ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ, ο Ηράκλειτος δηλώνει :

«Αυτόν τον κόσμο δεν τον έπλασε κανένας αλλά υπήρχε πάντα, υπάρχει και θα υπάρχει, μία αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο..(...)... Ο κόσμος παραμένει αναλλοίωτος για όλα τα όντα και δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού και κανενός ανθρώπου, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα, ως πύρ αείζωον, που αναφλέγεται σύμφωνα με καθορισμένα μέτρα και αποσβένεται με καθορισμένα μέτρα».

Η αναφορά το Ηρακλείτου για το σύμπαν αφορά μια εξέλιξη από το μοναδικό αιώνιο στοιχείο του Πυρός, που είναι ταυτόχρονα η μόνη ουσία και η μοναδική ενέργεια, που εκφράζεται στην εικονική του γλώσσα με την ανωφέρεια και κατωφέρεια της οδού. «Ο ανήφορος και ο κατήφορος» λέει «είναι ένα και το αυτό».

Εκ του Πυρός, αυτό το ακτινοβόλο και ενεργητικό στοιχείο, ο αέρας, το νερό και γη ακολουθούν, και αυτή είναι η λιτανεία της ενέργειας στην οδική κατωφέρεια. Υπάρχει εξ ίσου σε αυτή ταύτη την ένταση αυτής της πορείας, μια ενέργεια πιθανής επιστροφής η οποία θα οδηγούσε τα πράγματα πίσω στην πηγή τους με αντίστροφη σειρά. Στην ισορροπία αυτών των δύο ανοδικών και καθοδικών ενεργειών κείται η όλη κοσμική δράση.

Το παν είναι ένα αντίρροπο/αντιστάθμισμα των αντίπαλων ενεργειών. Η κίνηση της ζωής είναι όπως η επιστροφή της χορδής του τόξου, μια ενέργεια έλξης και έντασης η οποία περιορίζει μια ενέργεια απελευθέρωσης, με κάθε ενέργεια δράσης να αντισταθμίζεται από μια άλλη αντίστοιχη ενέργεια αντίδρασης. Με την αντίσταση της μιας επί της άλλης, δημιουργούνται όλες οι αρμονίες της ύπαρξης.

Η ενέργεια συνιστά ουσιαστικά το υλικό, από το οποίο παράγονται όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, τα άτομα και γενικά τα πάντα στον κόσμο, αλλά παράλληλα η ενέργεια κινεί τα πάντα στον κόσμο, αποτελώντας μια αναλλοίωτη ουσία, που το συνολικό της ποσό δεν μεταβάλλεται, με τα στοιχειώδη σωματίδια να αποτελούν παράγωγά της, όπως πιστοποιούν πολλά πειράματα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φωτεινή ακτινοβολία ή σε διαφορά δυναμικού, προκαλώντας ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.

Δεν είναι επίσης τυχαίο πως υπάρχει μία στενή σχέση ανάμεσα στον Ήφαιστο και στον Προμηθέα. Σε μερικά σημεία φαίνονται σαν δυο όψεις του ίδιου προσώπου. Και για τους δυο αναφέρεται πως βοηθήσανε στη γέννηση της Αθηνάς. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Προμηθέας από τη Λήμνο έκλεψε τη φωτιά για να τη χαρίσει στους ανθρώπους. Ο ένας παίρνει μέρος όσο και ο άλλος στη δημιουργία του ανθρώπινου γένους και γίνονται ευεργέτες του με το δώρο της φωτιάς.


Σε ορισμένα μέρη και οι δυο ήταν αντικείμενα της ίδιας λατρείας. Στην Αθήνα είχαν κοινό βωμό στους κήπους της Ακαδημίας και εικονίζονταν ο ένας πλάι στον άλλο. Ο Πλάτωνας ξεχωρίζει ότι η φωτιά οφείλονταν στον Προμηθέα αλλά οι σχετικές τέχνες με αυτή οφείλονταν στον Ήφαιστο. Υπάρχει ωστόσο μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δυο αυτά πρόσωπα. Ο Προμηθέας έκλεψε την φωτιά και την έδωσε στους ανθρώπους, ενώ ο Ήφαιστος είναι ο δημιουργός της φωτιάς.

Κατά έναν άλλο μύθο, στη Λήμνο γεννήθηκε η φωτιά από ένα δέντρο που το χτύπησε κεραυνός. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αφηγείται πως οι Αργοναύτες περνώντας από τη Λήμνο πρόσφεραν θυσίες στον Ήφαιστο και τον τίμησαν με γιορτές. Το ίδιο νησί ήταν και το κέντρο της λατρείας των Καβείρων και που μερικοί συγγραφείς τους θεωρούν γιους του Ηφαίστου....

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο το ΠΥΡ διακρίνεται:

1. Στο ΕΝ αθάνατο ΠΥΡ, το οποίο πολλοί από τους αρχαίους προσωποποιούν με τον Ήλιο
2. Το επίγειο ΠΥΡ το οποίο είναι εικόνα του ουράνιου και διατηρείται από τους ανθρώπους εντός των ναών φέροντας το όνομα ΙΕΡΟ ΠΥΡ, εκδηλώνοντας την Θεία παρουσία. Εκεί οι ιερείς οφείλουν να το κρατούν άσβεστο διαρκώς. Το ΠΥΡ είναι σύμβολο της ψυχής η οποία ζωογονεί διαρκώς το σώμα.

Η ιερότητα του ΠΥΡΟΣ ήταν διαδεδομένη στις περισσότερες ιερατικές σχολές.
Οι Πέρσες για παράδειγμα θεωρούσαν έγκλημα να σβηστεί το ιερό πυρ. Εάν σβήνονταν με νερό προξενούσε πόλεμο ανάμεσα σε δύο ιερά στοιχεία. Για αυτό τον λόγω η φωτιά σβήνονταν μόνο με άμμο. Οι ιερείς δεν πλησίαζαν το ΠΥΡ δίχως να φορούν στο στόμα ένα πέπλο . Στα Μιθραικά μυστήρια ο μύστης που είχε ως καθήκοντην επίβλεψη συντήρησης της αιώνιας φλόγας ήταν ο «Πατέρας». Η φωτά δεν έπρεπε επίσης να μολυνθεί με την καύση πτωμάτων κάτι που γίνεται κατά κόρον στην Ανατολή, αλλά ούτε έπρεπε να καίγονται χλωρά ξύλα διότι ο καπνός προκαλούσε συσκότιση του ιερού Πυρ.

Στην Αίγυπτο επίσης θεωρούνταν αποτρόπαιο έγκλημα η ρήξη πτωμάτων στην φωτιά. Στην Ρώμη αντίστοιχα το Ιερό Πυρ διατηρούνταν από τις Βασταλίδες αντίστοιχες των Εστιάδων παρθένων της Ελλάδος, στο Ναό της θεάς Εστίας. Έπρεπε να ανάψουν το ιερό ΠΥΡ με την τριβή δύο ράβδων προερχόμενων από ένα καθαγιασμένο δένδρο.

Στους Ιουδαίους το Άγιο των Αγίων ήταν διαχωρισμένο από τον υπόλοιπο ναό. Το ΠΥΡ έπρεπε αν διατηρείται επί του Βωμού σε χρυσό λυχνοστάτη στο οποίο έκαιγαν διαρκώς επτά λύχνοι τροφοδοτούμενοι με λαδί. Αν το ιερό πυρ έσβηνε επέσυρε την οργή του Θεού. Λέγεται ότι το πρώτο πυρ έπεσε με κεραυνό την ημέρα των εγκαινίων του Ναού του Σολομώντος.

Διαβάστε περισσότερα σχετικά με τον Θεό Ήφαιστο στον ακόλουθο σύνδεσμο > http://xletsos-basilhs.blogspot.gr/2016/05/blog-post_16.html
Αγάλματα του Θεού Ηφαίστου σε Αμερική και Ευρώπη, (στην Ελλάδα φυσικά δεν υπάρχει άγαλμα του).

Μυσταγωγία - Μυθαγωγία
https://www.youtube.com/watch?v=vMV2wI4BYOQ




Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Η προέλευση του όρου "Νεοπλατωνισμός".




Ο όρος “Νεοπλατωνισμός” οφείλεται στον Άγγλο Taylor (1758-1835), όρος ο οποίος έχει υιοθετηθεί ευρέως στις σύγχρονες ιστορίες της φιλοσοφίας. Με το πρόθεμα “νεο-” τονίζεται η ασυνέχεια μεταξύ των εκπροσώπων του πλατωνισμού μέχρι και τον 2ο αιώνα μ.Χ. (π.χ.Πλούταρχος, Απουλήιος), και της νέας τάσης που εγκαινίασε η πρωτότυπη σκέψη του Πλωτίνου και προώθησαν οι μαθητές και επίγονοί του κατά τους επόμενους τρεις αιώνες. Ωστόσο, αρκετά ‘νεοπλατωνικά’ στοιχεία ανιχνεύονται ήδη στον μεσοπλατωνισμό και σε νεοπυθαγόρειους φιλοσόφους όπως ο Νουμήνιος.

O Νεοπλατωνισμός ή νεοπλατωνική φιλοσοφία ήταν το τελευταίο φιλοσοφικό ρεύμα της ελληνικής αρχαιότητας. Εμφανίστηκε στο ιστορικό και στο πολιτιστικό προσκήνιο κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ. και εξαπλώθηκε σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Εισηγητές του υπήρξαν ο Αμμώνιος Σακκάς, ο οποίος περιεβάλλετο από έναν ευρύ κύκλο μαθητών, με σημαντικότερο όλων τον Πλωτίνο(189 - 270 μ.Χ), έναν από τους επιδραστικούς φιλοσόφους, ο οποίος υπήρξε και διευθυντής της σχολής που είχε ιδρύσει ο Αμμώνιος στην Αλεξάνδρεια.

Ο Νεοπλατωνισμός αποτελεί μεγαλειώδη προσπάθεια σύνθεσης της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφικής παραγωγής με τη θρησκευτική παράδοση των λαών της εγγύς και μέσης Ανατολής (Βαβυλωνίων, Αιγυπτίων, Ασσυρίων, Περσών).
Με επίκεντρο τη φιλοσοφία του Πλάτωνα, οι Νεοπλατωνικοί ενσωμάτωσαν στο σύστημά τους όχι μόνον τις άλλες αρχαιοελληνικές δογματικές σχολές φιλοσοφίας (πλην του υλιστικού επικουρισμού) αλλά και τις μυθολογικές διηγήσεις των Ομηρικών και ησιόδειων επών καθώς και της ορφικής γραμματείας.

Η νεοπλατωνική φιλοσοφία αποτελούσε μία εκλεκτική, πολυθεϊστική σχολή φιλοσοφίας, η οποία είχε ως κύριο αντικείμενο την πνευματική φιλοσοφία, τη μεταφυσική αναζήτηση και τον μυστικισμό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προσπάθησε να συμβιβάσει την πλατωνική διδασκαλία και το αριστοτελικό σύστημα με την ανατολική θεοσοφία ενσωματώνοντας,παράλληλα,διάφορα στοιχεία από την ιουδαϊκή και τη χριστιανική θρησκεία. '
Eφτασε δε κατά το αποκορύφωμά του μεταξύ του 250 - 550 μ.Χ. και, στη συνέχεια, ετέθη στο περιθώριο, τουλάχιστον επίσημα, υπό την πίεση του Ορθόδοξου Χριστιανισμού .

Ωστόσο, οι πλατωνικές διδασκαλίες έστω και συγκαλυμμένες, δεν έπαψαν να εμφανίζονται περιοδικά με τη μία ή την άλλη μορφή σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, επιδρώντας στον Μυστικιστικό Χριστιανισμό αρχικά μέσω του Κλήμη του Αλεξανδρέα και του Ωριγένη, αν και ο κύριος υπεύθυνος για τη διάδοσή τους ήταν ο Αυγουστίνος. Εκτός από τον Αυγουστίνο, τις ιδέες του νεοπλατωνισμού διέδωσε στη Δύση και ο φιλόσοφος Βοήθιος, ενώ στην ανατολική Εκκλησία ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης.

Στον χώρο της ελληνόφωνης γραμματείας κύριος εκφραστής αυτής της τάσης είναι ο Ψευδο-Διονύσιος Αρεοπαγίτης (5ος-6ος αι.) αλλά αξίζει να  μνημονευθούν, επιπλέον, οι Συνέσιος Κυρήνης (π.373-π.414) και Αινείας Γαζαίος (;-518). Επίσης, φιλόσοφοι και θεολόγοι της ισλαμικής παράδοσης επηρεασμένοι από τον Νεοπλατωνισμό ενίοτε χαρακτηρίζονται ως Νεοπλατωνικοί.

Ορισμένες φορές, ο όρος αποδίδεται και σε μεταγενέστερους πνευματικούς άνδρες που προσπάθησαν να αναγεννήσουν τον αρχαίο (νεο-) πλατωνισμό, όπως ήταν στο ύστερο Βυζάντιο ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων (π.1355-1452/1454), στην Αναγέννηση ο
Marsilio Ficino (1433-1499) και ο Giovanni Pico della Mirandola (1463-1494). Μεταγενέστερα, ιδέες των νεοπλατωνιστών ευρίσκονται στα κείμενα του Τόμας Τέιλορ, μεταφραστή και λάτρη της αρχαίας Ελλάδας και των συγγραφέων της κυρίως του Πλάτωνα και των νεοπλατωνιστών Πρόκλου και Ιάμβλιχου και στις επιστημονικές μελέτες του Σλάϊερμαχερ (1768 - 1834) στις αρχές του 19 ου αιώνα, κλασσικού μεταφραστή του Πλάτωνα στα Γερμανικά, πατέρα της σύγχρονης προτεσταντικής θεολογίας.

Πηγές :

Α] Μαρία Δ. Τσιάμη : «Οι γνωσιολογικές και παιδαγωγικές πλαισιώσεις της αυτογνωσίας στο Υπόμνημα στον Πρώτο Αλκιβιάδητου νεοπλατωνικού Πρόκλου, Π.Π

Β] Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Η εγυκλοπαίδεια του Πλάτωνα,
http://n1.xtek.gr/ime/lyceum/?p=lemma&id=57&lang=1

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Λογική και συναίσθημα . Με την καρδιά ή το μυαλό;

«Νουν ηγεμόνα ποιού»
Σόλων



Πολλοί είναι εκείνοι που τάσσονται υπέρ της άποψης πως η λογική βοηθάει το άτομο στην επίλυση των προσωπικών του προβλημάτων αλλά και στη βελτίωση των διαπροσωπικών του σχέσεων. Κι αυτό, διότι η λογική εξοπλίζει το άτομο με κριτική ικανότητα, οξυδέρκεια και νηφαλιότητα ενώ παράλληλα διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες. Συνάμα, ο άνθρωπος με την αρωγή της λογικής καλλιεργεί την αρετή της αυτογνωσίας. Ως απόρροια, έχοντας μια πολυπρισματική αντίληψη για τον κόσμο μπορεί να ερμηνεύσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα γεγονότα και διαπνεόμενος από ώριμη και νηφάλια σκέψη μπορεί να αντιμετωπίσει τα όποια προβλήματα του παρουσιαστούν.

Ταυτόχρονα το λογικό στοιχείο- ταυτιζόμενο με τον αρχαίο Έλληνα θεό Απόλλωνα - το συνθέτουν η περίσκεψη, η αυτοκυριαρχία, η φρόνηση και η πνευματική γαλήνη. Κατέχοντας αυτά, το άτομο αποκτά «συνείδηση της συνείδησής» του, την ειδοποιό, δηλαδή, διαφορά του από τα άλλα έμβια όντα. Ο άνθρωπος , λοιπόν, με την συμβολή του Απολλώνιου-λογικού στοιχείου εξανθρωπίζεται, μέσω της θέσπισης ενός ηθικού κώδικα αξιών με βάση τον οποίο αξιολογεί τις πράξεις του, προδιαγράφει τα καθήκοντά του και γενικότερα οριοθετεί την ύπαρξή του.
Επίσης, με οδηγό την αυτογνωσία καλλιεργεί την έμφυτη κοινωνικότητά του και είναι σε θέση να αποδεχτεί-συνειδητοποιήσει πως η κοινωνική ένταξη δεν απαιτεί κατάργηση της ατομικότητάς του αλλά την υπέρβασή της. Καθίσταται, λοιπόν, εναργής ο τρόπος με τον οποίο η λογική συμβάλλει καταλυτικά στην επίλυση των προσωπικών ζητημάτων του ατόμου αλλά και στην υπέρβαση της ατομικότητάς του.
«Η καρδιά έχει τους λόγους της που η λογική δεν ξέρει»                              Pascal

                Ωστόσο, ορισμένοι υποστηρίζουν πως η λογική αναστέλλει τον αυθορμητισμό του ατόμου με αποτέλεσμα να προκαλούνται δυσχέρειες στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Αναλυτικότερα, οι υπέρμαχοι αυτής της άποψης θέτουν ως επιχείρημα πως η ολοκληρωτική κυριαρχία της λογικής οδηγεί το άτομο στην υιοθέτηση ενός τεχνοκρατικού τρόπου σκέψης. Το άτομο διαπνεόμενο από ψυχρό ορθολογισμό, αδιαφορεί για την καλλιέργεια του συναισθηματικού του κόσμου. Ως απόρροια, το υπολογιστικό πνεύμα εξοστρακίζει τις ψυχικές εκρήξεις και ο αυθορμητισμός ατροφεί. Το άτομο, δηλαδή, βιώνει μια συναισθηματική αποξήρανση.
Aπότοκο των παραπάνω, η απουσία από τις διαπροσωπικές του σχέσεις αρετές, όπως ο αλτρουισμός, η εντιμότητα και η φιλαλληλία που ενισχύουν τους κοινωνικούς δεσμούς μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας. Άλλο απότοκο της συναισθηματικής αποξήρανσης που υφίσταται ο άνθρωπος είναι η σίγαση της δημιουργικότητας. «Ο κύριος εχθρός της δημιουργικότητας είναι η ορθή λογική» (Πικάσο).
Ο στυγνός ορθολογισμός γεννά ανθρώπους - μηχανές με τυποποιημένο τρόπο ζωής και σκέψης. Συνέπεια αυτού η απουσία της φαντασίας από τον κοινωνικό του βίο και η ατροφία κάθε πρωτοποριακού στοιχείου, που συνιστούν τις γονιμοποιούς δυνάμεις των διαπροσωπικών σχέσεων.
 Έτσι, το άτομο περιχαρακώνεται στο «Εγώ» του, αδιαφορώντας για την αξία της κοινωνικής συνύπαρξης. Εν κατακλείδι, διαφαίνεται πως για την ομαλή συνύπαρξή του με τους συνανθρώπους είναι απαραίτητη η σύνθεση των αντίθετων δυνάμεων (της λογικής και του θυμικού) σύμφωνα με το Εγελιανό διαλεκτικό σχήμα, αφού σε περίπτωση κυριαρχίας του ενός και απουσίας του άλλου, θα υπάρξουν καταστροφικά αποτελέσματα τόσο γι αυτόν όσο και για την κοινωνία. Τότε μόνο θα οδηγηθεί ο άνθρωπος σε υψηλές μορφές ζωής και δημιουργίας, μένοντας ωστόσο για πάντα άνθρωπος.
«Η λογική όταν κυβερνά μόνη της, είναι μια περιοριστική δύναμη»                   Χαλίλ Γκιμπράν.

Κείμενο του μαθητή Ντάτσιου  Κωνσταντίνου, μαθητή  λυκείου Τρικάλων, για την Μυθαγωγία

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Οι ατελείωτες περιπέτειες του Οδυσσέα..



 Οδυσσέας, έργο του Théophile François Marcel Bra (23 June 1797, Douai - 1863), Αu Château de Compiègne.

Η Οδύσσεια τελειώνει με τη θεά Αθηνά να καταφέρνει να σταματήσει τη μάχη που ξέσπασε ανάμεσα στους συγγενείς των νεκρών μνηστήρων και τον Οδυσσέα. Τί έγινε όμως μετά; Πως έζησε και πως πέθανε ο Οδυσσέας;

Ο Πολθμήχανος Οδυσσεάς, προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του όμως η σχέση του με την Πηνελόπη δεν εξελίχθηκε καλά. Άρχισαν οι τσακωμοί καθώς η Πηνελόπη, ακούγοντας τον Οδυσσέα να τις ιστορεί τα κατορθώματα και τις περιπέτειες της, ζήλεψε την Καλυψώ, στο νησί της οποίας ο Οδυσσέας είχε περάσει επτά χρόνια. Η ίδια τον περίμενε υπομονετικά και δεν υπέκυπτε στους μνηστήρες, ενώ αυτός έπεφτε από την αγκαλιά της Κίρκης στης Καλυψούς.

Ο πατέρας του, ο Λαέρτης, ύστερα από ένα χρόνο πέθανε. Ο γιός του, ο Τηλέμαχος, έφυγε με κάποια φοινικικά πλοία που είχαν πιάσει λιμάνι στην Ιθάκη. Τον έδιωξε ο Οδυσσέας επειδή φοβόταν ότι θα τον δολοφονήσει. Σημειώνουμε εδώ ότι στη διάρκεια της Οδύσσειας ο Οδυσσέας είχε κατέβει στον Άδη για να συμβουλευτεί τον μάντη Τειρεσία. Αυτός, μεταξύ άλλων, του προφήτεψε ότι θα σκοτωθεί από τη θάλασσα και από το γιό του.

Ο Τειρεσίας, τον είχε επίσης συμβουλεύσει ότι για να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα έπρεπε, όταν θα γύριζε στην Ιθάκη, να πάρει ένα κουπί στον ώμο και να ταξιδέψει στη στεριά μέχρι να βρει κάποιον που να μην γνωρίζει τη θάλασσα και τι είναι το κουπί. Εκεί να θυσιάσει στους θεούς. Αυτό και έκανε ο Οδυσσέας.

Έφυγε και έφτασε στη Θεσπρωτία. Περπατώντας στο εσωτερικό της χώρας, με το κουπί στον ώμο, κάποια στιγμή κάποιοι άνθρωποι τον ρώτησαν γιατί κουβαλούσε μαζί του το «λιχνιστίρι», το ξύλο δηλαδή που ανακατεύουμε τα κομμένα στάχυα. Ο Οδυσσέας κατάλαβε ότι αυτό είναι το μέρος που εννοούσε ο Τειρεσίας. Οι άνθρωποι δεν ήξεραν ότι το ξύλο ήταν κουπί άρα δεν ήξεραν και τη θάλασσα. Έμπηξε στη γη το κουπί και θυσίασε στον Ποσειδώνα.

Στη Θεσπρωτία παντρεύτηκε τη βασίλισσα Καλλιδίκη. Ύστερα από έναν πόλεμο των Θεσπρωτών με τους Βρύγους, η Καλλιδίκη πέθανε και στο θρόνο ανέβηκε ο γιός της, ο Πολυποίτης, και ο Οδυσσέας ξαναγύρισε στην Ιθάκη πιστεύοντας πως θα περάσει ήρεμα γεράματα.

Σύμφωνα με τον Σοφοκλή, και το δράμα του «Ευρύαλος», ο Οδυσσέας όταν σκότωσε τους μνηστήρες πήγε στην Ήπειρο για να πάρει χρησμό από το μαντείο της Δωδώνης, και φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Τυρίμμα. Η Ευίππη, κόρη του βασιλιά, γέννησε από τον Οδυσσέα τον Ευρύαλο, όταν ο Οδυσσέας είχε επιστρέψει στην πατρίδα του. Μετά από χρόνια, η Ευίππη έστειλε τον Ευρύαλο στην Ιθάκη για να βρει τον πατέρα του και να του παραδώσει ένα γράμμα με μυστικά σημάδια, αποδεικτικά της ταυτότητάς του. 

 Οδυσσέας, έργο του Théophile François Marcel Bra (23 June 1797, Douai - 1863), Αu Château de Compiègne.

Εκείνη την ημέρα ο Οδυσσέας απουσίαζε από το παλάτι, και η Πηνελόπη, κρατώντας το γράμμα στα χέρια της και έχοντας από καιρό πληροφορηθεί την παράνομη σχέση του άντρα της, αποφάσισε να εξοντώσει τον Ευρύαλο. Έτσι, μόλις ο Οδυσσέας επέστρεψε, πείστηκε από τη γυναίκα του πως ο νεαρός είχε έλθει για να τον δολοφονήσει. Ο Οδυσσέας ξεγελάστηκε και σκότωσε τον Ευρύαλο, πριν εκείνος προλάβει να του μιλήσει. Όμως η τιμωρία δεν άργησε ο παιδοκτόνος σύντομα βρήκε το θάνατο από ένα άλλο νόθο γιο του.

Ποιός είναι ο άλλος γιος του Οδυσσέα; Ποιός είναι αυτός που από το χέρι του, όπως του προφήτεψε ο Τειρεσίας, θα βρει το θάνατο; Έχουμε τον Τηλέμαχο, κατά τον Όμηρο, με την Πηνελόπη. Τον Ευρύαλο, κατά τον Σοφοκλή, με την Ευίππη. Σύμφωνα με τον Ευγάμμονα -που συνέγραψε την Τηλεγονία, το πανάρχαιο έπος που θεωρείται η συνέχεια της Οδύσσειας- ο άλλος γιος του Οδυσσέα είναι ο Τηλέγονος, καρπός του έρωτά του με την Κίρκη, όταν η μάγισσα τον αιχμαλώτισε, μαζί με τους συντρόφους του, στο νησί της.

Μόλις ο Τηλέγονος ενηλικιώθηκε, η Κίρκη τον έστειλε να βρει τον πατέρα του, που είχε πια επιστρέψει στην Ιθάκη. Ο Τηλέγονος έφθασε εκεί και άρχισε να λεηλατεί το νησί νομίζοντας ότι ήταν η Κέρκυρα. Ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει, υπερασπίστηκαν την πόλη τους. Ο Τηλέγονος, που ποτέ δεν είχε δει το πρόσωπο του πατέρα του, σκότωσε τον Οδυσσέα με ένα δόρυ που η αιχμή του ήταν από το δηλητηριώδες κεντρί (άκανθα) της ουράς ενός σαλαχιού.

Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του μάντη Τειρεσία. Ο Τηλέγονος ήταν γιος του Οδυσσέα και ήλθε στην Ιθάκη από τη θάλασσα, με πλοίο ή σύμφωνα με άλλη ερμηνεία ο θάνατος ήλθε από τη θάλασσα, από την κοκκάλινη δηλαδή αιχμή του δόρατος που ήταν από σαλάχι.

Στη συνέχεια ο Τηλέγονος πληροφορείται που βρισκόνταν και ποιόν σκότωσε. Μετέφερε λοιπόν το σώμα του Οδυσσέα στο νησί της Κίρκης μαζί με την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο. Η Κίρκη τους έκανε αθάνατους και παντρεύτηκε τον Τηλέμαχο, ενώ ο Τηλέγονος πήρε την Πηνελόπη ως σύζυγό του, με την οποίαν απέκτησαν έναν γιό, τον Ιταλό. Εδώ σταματώ την Τηλεγονία. Αυτό που εμάς ενδιέφερε ήταν το τέλος του Οδυσσέα. Τι έγινε μετά είναι αρμοδιότητα των Ιταλών, όπου πήγε ο Τηλέγονος και ίδρυσε την Παλεστρίνα ή και το Tusculum σε μια περιοχή κοντά στη Ρώμη....

 
Αναδημοσίευση από  matrix24.gr

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος




Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

«Τι ‘ν’ αυτό που το λέμε Αγάπη..»

«Αγάπη δεν είναι να κοιτάζει ο ένας τον άλλο˙ αγάπη είναι να κοιτάζουν και οι δύο προς την ίδια κατεύθυνση»
Μπουσκάλια


            Κάθε προσπάθεια ορισμού ή έστω μιας εννοιολογικής προσέγγισης της έννοιας αγάπη προσκρούει πάντα στις πολλαπλές αποχρώσεις της που αφορούν το βαθύτερο περιεχόμενό της, τη διάρκειά της, την έντασή της και το αντικείμενο. Η δυσκολία του ορισμού δεν απορρέει μόνο από το γεγονός ότι συνιστά μια αφηρημένη έννοια αλλά κι από τη διαπίστωση ότι είναι ένα συναίσθημα που από τη φύση του είναι υποκειμενικό, και γι’ αυτό επιδέχεται πολλές κι αντιτιθέμενες ερμηνείες.

            Διαφορετικά την προσεγγίζουν οι βιολόγοι, οι ψυχολόγοι, οι φιλόσοφοι, οι καλλιτέχνες….. υπάρχουν κι εκείνοι που αδυνατούν να διακρίνουν τις διαφορές και τα όρια ανάμεσα στην αγάπη και στον έρωτα. Ο έρωτας χαρακτηρίζεται από τα θυελλώδη συναισθήματα, ενώ η αγάπη από τον ειρηνικό της χαρακτήρα. Στον έρωτα κυριαρχεί ένας παραλογισμός κι ένα ανεξέλεγκτο συναίσθημα που πυροδοτεί τον ψυχικό κόσμο. Στόχος του η ένωση δύο ατόμων με προορισμό την ερωτική ικανοποίηση. Αντίθετα, στην αγάπη κυριαρχεί η σωφροσύνη που αποτελεί και το βάθρο μιας υγιούς ανθρώπινης σχέσης με εσωτερικό περιεχόμενο και διάρκεια.

            Έτσι, έχουμε την μητρική αγάπη, την ερωτική, την υπερβατική αγάπη προς το θείο, τη φιλική, αδελφική, πατριωτική, την αγνή, την άδολη, τη φλογερή ή την αρρωστημένη. Κάποιοι πολιτισμοί έχουν δέκα ή και περισσότερες λέξεις για να αποδώσουν τις διάφορες μορφές της αγάπης. Γιατί, όμως, να ορίσουμε την έννοια της αγάπης όταν μπορούμε να τη νιώσουμε; «Μήπως όλες οι μορφές αγάπης είναι βασικά ένα πράγμα, οπότε η αγάπη, στις πάμπολλεςκαι πολυποίκιλες εκδηλώσεις της, είναι τελικά η μοναδική πραγματικότητα;» (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’).

            Σχετικά με το αντικείμενο της αγάπης μας από τον Φρόιντ αρχικά κι από άλλους αργότερα επισημάνθηκαν τα εξής:

α. Συνήθως αγαπάμε εκείνο το πρόσωπο, την ιδιότητα ή συμπεριφορά που ομοιάζει με τη δική μας. Στο πρόσωπο του άλλου βλέπουμε το δικό μας Εγώ. Άρα, στην περίπτωση αυτή στην ουσία δεν «αγαπάμε» τον άλλο αλλά ασυνείδητα το δικό μας Εγώ. Εδώ υπολανθάνει μια μορφή «αθώου» ναρκισσισμού.

β. Ο άνθρωπος αρέσκεται να πλάθει την ιδανική μορφή – εικόνα του Εγώ του. Αυτή η εξιδανικευμένη μορφή εμπεριέχει όλα τα θετικά και επιθυμητά στοιχεία του Εγώ. Όταν αυτό το εξιδανικευμένο πρότυπο το βλέπουμε σε ένα άλλο πρόσωπο – Εγώ τότε αμέσως το πρόσωπο αυτό καθίσταται αντικείμενο αγάπης.

            «Αγαπά κανείς το αντικείμενό του γιατί βρίσκει σ’ αυτό την τελειότητα που επεδίωκε για το δικό του Εγώ, και προσπαθεί να την εξασφαλίσει με αυτόν τον πλάγιο τρόπο για να ικανοποιήσει το ναρκισσισμό του» (Φρόιντ «Ψυχολογία των μαζών κι ανάλυση του Εγώ»).

            Κατά καιρούς πολλοί μελετητές του κορυφαίου αυτού συναισθήματος, της αγάπης, αναλώθηκαν στην καταγραφή των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη βίωσή της. Προϋποθέσεις που υπερβαίνουν τις απλές συνταγές και εισχωρούν στη βαθύτερη δομή του ανθρώπινου ψυχισμού. Κάθε πρόταση – προϋπόθεση, όμως, της αγάπης πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την ελευθερία ως του κατεξοχήν στοιχείου που διέπει το βαθύτερο πυρήνα της. «Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται˙ γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη» (ΧαλίλΓκιμπράν, «Ο προφήτης»).

            Ο Έριχ  Φρομ στο εμβληματικό του έργο «Η Τέχνη της Αγάπης θεωρεί πως «να αγαπάς προϋποθέτει το άτομο να έχει ξεπεράσει τη ναρκισσιστική παντοδυναμία». Αυτή η πρόταση υποδηλώνει και αισθητοποιεί πως η προσφορά αγάπης προϋποθέτει τον απεγκλωβισμό του υποκειμένου από τα δεσμά του ναρκισσισμού. Κι αυτό γιατί η αυτάρκεια και η δύναμη που γεννά ο ναρκισσισμός αναστέλλει κάθε εκδήλωση αγάπης προς τους άλλους. Ο ναρκισσιστής θαμπώνεται από το φωτεινό είδωλο του Εγώ του και αρκείται στην επιβεβαίωσή του μέσα από τον αυτοθαυμασμό του.

            Επιπρόσθετα, η «ναρκισσιστική παντοδυναμία» κάνει το άτομο εγωιστικό και το υποχρεώνει να αναζητά την ευτυχία του όχι στην προσφορά προς τους άλλους αλλά στην αποδοχή του θαυμασμού από τους άλλους. Η προσφορά αγάπης, όμως, προϋποθέτει μετριοφροσύνη, αλτρουισμό και εσωτερική σεμνότητα. Αυτός που αγαπά νιώθει λίγο αδύναμος κι ανασφαλής γι’ αυτό και προσφέρει αγάπη με την ελπίδα της ανταπόκρισης. Η ταπεινοφροσύνη καθιστά το υποκείμενο της αγάπης συγκαταβατικό και ανεκτικό.

            Επομένως, η αγάπη προϋποθέτει την απεξάρτηση του ατόμου από την οίηση της παντοδυναμίας του Εγώ και την αναζήτηση της χαράς και της εσωτερικής πληρότητας στην ταπεινότητα και στην ομολογία της αδυναμίας.

            Σε ένα άλλο επίπεδο ο Έριχ Φρομ θέτει ως προϋπόθεση της αγάπης το σεβασμό, που «δεν είναι φόβος ή δέος, αλλά σημαίνει την ικανότητα να βλέπεις ένα άτομο όπως είναι και να έχεις επίγνωση της μοναδικής του ατομικότητας». Αυτό σημαίνει πως το υποκείμενο της αγάπης έχει την ικανότητα να βλέπει το πρόσωπο – αντικείμενο της αγάπης στις πραγματικές του διαστάσεις και όχι όπως αυτό (υποκείμενο) θα ήθελε να είναι. Ο σεβασμός, δηλαδή, απομακρύνει κάθε υποκειμενική θεώρηση του άλλου και θρυμματίζει κάθε εγωιστική συμπεριφορά.

            Ο σεβασμός, επίσης, βοηθά να αναγνωρίζουμε τις ιδιαιτερότητες του διπλανού μας και να τον αντιμετωπίζουμε ως μια μοναδική κι ανεπανάληπτη οντότητα. Η αποδοχή του άλλου ως μιας αυτόβουλης ατομικότητας συντελεί στην καλλιέργεια κι ανάδειξη θετικών στοιχείων και κυρίως του ανθρωπισμού και της αρετής της ανεκτικότητας. Έτσι, περιορίζεται η έμφυτη τάση του ανθρώπου να βλέπει αλλά και να θέλει όλοι οι άλλοι να τον υπηρετούν ή στην καλύτερη περίπτωση να «συμμορφώνονται» προς τις δικές του ιδιαιτερότητες.


            Συναφές προς τα παραπάνω είναι και η αποδοχή της ατομικότητας του άλλου ως αφετηρία για την οικοδόμηση σχέσεων πάνω στην αρχή της αμοιβαιότητας και της δημιουργικής συμβίωσης. Προκειμένου δε για την αγάπη ο σεβασμός διασώζει το υποκείμενο από την τάση για απόλυτη κτήση – εξουσία πάνω σε εκείνο το πρόσωπο που διεκδικεί μερίδιο από τα αισθήματά μας. Όσο κι αν η αγάπη είναι εν μέρει δεσποτική και κτητική, ο σεβασμός ισορροπεί τις αντιφατικές διαθέσεις των υποκειμένων της αγάπης (επιθυμία να κυριαρχούν και να εξουσιάζονται) και διασώζει τελικά την αξιοπρέπεια αλλά και την ελευθερία τους.

            Από μια άλλη σκοπιά ο Μπουσκάλια τονίζει πως η πραγματική αγάπη είναι αυτή που δεν αναμένει ανταλλάγματα «Είναι αγάπη μόνον όταν προσφέρεται χωρίς προσμονή ανταλλαγμάτων… Δεν μπορείς να επιμένεις να σ’ αγαπήσει κάποιος, να σου ανταποδώσει την αγάπη». Αυτό σημαίνει απαλλαγή από την προσδοκία της ανταπόδοσης, γιατί κανείς δεν μπορεί να εμπιστεύεται τα συναισθήματα των άλλων. Η μόνη εγγύηση για την αληθινή αγάπη είναι η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας (αυτογνωσία).

            Η απελευθέρωση, λοιπόν, από την επιθυμία – απαίτηση έναντι των άλλων συνιστά μια ακόμη προϋπόθεση της αληθινής αγάπης, γιατί οι άλλοι μπορούν να δώσουν μόνο όσα αυτοί νιώθουν και όχι όσα εμείς έχουμε ανάγκη. Γι’ αυτό, λοιπόν, χωρίς ιδιοτέλεια και υστεροβουλία «την αγάπη τη μοιραζόμαστε με τους άλλους. Ποιο σκοπό θα είχε η γνώση αν δεν την προσφέραμε στους σπουδαστές; Ποιο νόημα θα είχε η ομορφιά που δεν θα γινόταν εμπειρία και βίωμα όλων;» (Μπουσκάλια).

            Θα ήταν, ωστόσο, παράλειψη αν σε όλα τα παραπάνω δεν παρουσιάζαμε την αιρετική άποψη του Φρόιντ σχετικά με τη Χριστιανική επιταγή «να αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». Θεωρεί μια τέτοια αγάπη αθέμιτη κι ανώφελη και ίσως – ίσως «αδικία» προς αυτούς που πραγματικά αξίζουν την αγάπη του υποκειμένου «Γιατί να το κάνουμε αυτό; Σε τι θα μας βοηθήσει; Πώς μας είναι δυνατό; Η αγάπη μου είναι κάτι πολύτιμο για μένα που δεν μπορώ να το σκορπάω χωρίς να δίνω λόγο…. Για να αγαπώ κάποιον άλλο, πρέπει κατά κάποιον τρόπο να το αξίζει…. Κάνω μάλιστα αδικία, γιατί η αγάπη μου θα κριθεί από όλους τους δικούς μου σαν προτίμηση˙ είναι αδικία απέναντί τους που τοποθετώ τον ξένο στην ίδια θέση με αυτούς…. Προς τι μια τόσο επίσημα εμφανιζόμενη εντολή, αφού η εκτέλεσή της δεν μπορεί να συστηθεί σα λογική (Φρόιντ, «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας»).

            Την πλήρη αντίθεση του προς τη Χριστιανική αγάπη ο Φρόιντ την θεμελιώνει στον παραλογισμό που αυτή κρύβει «Υπάρχει μια δεύτερη εντολή που μου φαίνεται πιο ακατάληπτη και ξεσηκώνει μέσα μου ισχυρότερη αντίσταση. Αυτή λέει: Αγάπα τους εχθρούς σου… Τώρα καταλαβαίνω πως αυτό είναι μια περίπτωση παρόμοια με το Gredo quia absurdum». Υπέρμαχος της θέσης του Χομπς «Homo homini lupus» ο Φρόιντ είναι αντίθετος στο κάλεσμα για αγάπη – ιδιαίτερα προς τον εχθρό μας - , αφού κάτι τέτοιο είναι μη εφικτό αλλά και αθέμιτο.

            Ωστόσο, ο φιλόσοφος – ποιητής Σίλλερ επισημαίνει με έμφαση πως «η πείνα και η αγάπη στηρίζουν το μηχανισμό του κόσμου». Η πείνα αφορά την ικανοποίηση αναγκών για την υλική επιβίωση και συντήρηση του ατόμου. Η αγάπη στρέφεται στο αντικείμενο και διευκολύνει τη συνύπαρξη των ανθρώπων με στόχο τη διατήρηση του είδους.
            Την απάντηση στις ενστάσεις του Φρόιντ δίνει ο Απ. Παύλος με τον Ύμνο της Αγάπης που συνιστά την ουσία της Χριστιανικής Θρησκείας και της διδασκαλίας του Ναζωραίου. «Εαν ταις  γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχωγέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον…..αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι….. Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, ….. ου ζητεί τα εαυτής, ου λογίζεται το κακόν… πάντα στέγει… πάντα υπομένει… νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα˙ μείζων δε τούτων η αγάπη» (Απ. Παύλου, Επιστολή Α’ Προς Κορινθίους, ιγ).

            Αγάπη, επομένως, χωρίς «όρους και όρια» προς όλους και προς τον εαυτό μας, γιατί μόνον έτσι θα εξανθρωπίσουμε τον κόσμο και θα λυτρώσουμε τον ψυχισμό μας κόσμο από το φθόνο και το φόβο των άλλων.

            «Εκείνη η αγάπη είναι μεγάλη, όταν φέρνει μέσα μας, τέτοιες αλλαγές όσες δεν έφεραν όλες οι επαναστάσεις του κόσμου».

 Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος