Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Κοκκινοσκουφίτσα, Αποσυμβολισμός


«Στο κέντρο του κάθε παραμυθιού βρίσκεται μια αλήθεια που έδωσε στην ιστορία τη δύναμή της.» 
Susan Wiggs


Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι χαρακτήρας του ομώνυμου παραμυθιού, στο οποίο ένα κοριτσάκι έρχεται αντιμέτωπο με τον κακό λύκο.
Η πιο γνωστή έκδοση του παραμυθιού σήμερα είναι αυτή που γράφτηκε από τους Αδελφούς Γκριμ, ανάμεσα στα άλλα παραμύθια που κατέγραψαν μεταξύ των ετών 1812 - 1857, ενώ προγενέστερα το παραμύθι είχε καταγραφεί από τον Σαρλ Περό (Charles Perrault) το 1697.



Στο παραμύθι, η Κοκκινοσκουφίτσα, ένα κοριτσάκι με κόκκινο παλτό και σκούφο, πηγαίνει φαγητό στη γιαγιά της στο δάσος. Ο κακός λύκος την συναντά και προσπαθεί να την καθυστερήσει, δείχνοντάς της ένα λιβάδι με λουλούδια για να πάει μερικά στη γιαγιά της. Έτσι, ο λύκος φτάνει πρώτος στη γιαγιά της, την τρώει, μα λόγω της τρομερής του πείνας την καταπίνει ζωντανή. Έπειτα, ο λύκος στήνει παγίδα στην Κοκκινοσκουφίτσα μεταμφιεσμένος ως η γιαγιά της. Η Κοκκινοσκουφίτσα φτάνει και ο λύκος την καταπίνει και αυτήν. Στο τέλος όμως, ένας περαστικός κυνηγός φτάνει πάνω στην ώρα, σκοτώνει τον λύκο, βγάζει την Κοκκινοσκουφίτσα και την γιαγιά της από την κοιλιά του και τις σώζει.


Αποσυμβολισμός.



Στην Κοκκινοσκουφίτσα στο κεφάλι βρίσκεται η ψυχή που έχει συνείδηση του εαυτού της.  Η γιαγιά αντιπροσωπεύει τις αρχαίες δυνάμεις και την αρχαία σοφία που φθίνουν.

Η Κοκκινοσκουφίτσα αναζητά την σοφία.
Όμως υπάρχουν παγίδες που στήνονται από τις σκοτεινές δυνάμεις του υλισμού και οι  οποίες αντιπροσωπεύονται από τον λύκο. Η αθώα ψυχή αντιλαμβάνεται τα θέλγητρα του κόσμου των αισθήσεων και προς στιγμή χάνεται μέσα τους.  Οι σκοτεινές δυνάμεις θέλουν να καταστρέψουν την κοσμική σοφία και να πάρουν τη θέση της. 

 
Όταν η Κοκκινοσκουφίτσα πηγαίνει στο σπιτάκι δεν αναγνωρίζει τον λύκο στην αρχή αλλά
 μετά αντιλαμβάνεται τη ζωική του φύση. 

Στην στιγμή ο λύκος πηδά και καταβροχθίζει και αυτήν. Η ψυχή έχει κινδυνεύει με αφανισμό από τις δυνάμεις του κακού, είναι μια περίοδος δοκιμασίας, μια διαδικασία μύησης. Όμως ανώτερες δυνάμεις είναι διαθέσιμες.

Ο κυνηγός βρίσκεται εκεί σαν τη σοφή δύναμη της μοίρας. Το ψαλίδι είναι σημάδι της αφυπνισμένης του συνείδησης.

Η Κοκκινοσκουφίτσα σώζεται. Το ίδιο και η γιαγιά. Οι δυνάμεις του κακού καταστρέφονται. 
Η ψυχή έχει αντιληφθεί τις παγίδες του υλικού κόσμου και στο μέλλον ξέρει πιο μονοπάτι  να διαβεί.''

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Θεότητες του Υγρού Στοιχείου στην Αρχαία Ελλάδα


ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: «Ο άρχοντας των υδάτων», γιος του Κρόνου και μικρότερος αδερφός του Δία διαθέτει λαμπρό ανάκτορο σε φωτεινά νερά, άρμα και κέλητες, που σύρεται από ταχύτατους χαλκοπόδαρους ίππους με χρυσή χαίτη και με αυτό οργώνει όλη τη θάλασσα. Μπορεί να συναθροίζει τα σύννεφα να σηκώνει ισχυρά κύματα και θυελλώδεις ανέμους να τιμωρεί τους ασεβείς και να εξαπολύει εναντίον τους θαλάσσια τέρατα. Εξ αιτίας της βιαιότητας του η αφρισμένη αεικίνητη θάλασσα έχει διαβρώσει τα παράλια της γης, δημιουργώντας πολύπλοκους σχηματισμούς.Οι ψαράδες βλέποντας τους σκοπέλους, τα διαβρωμένα βράχια από την ορμή της θάλασσας και τους διάσπαρτους βράχους στις παραλίες θεωρούσαν πως ήταν τα αποτυπώματα του θεού, που είχαν προκληθεί με την τρίαινα του, έμβλημα και όπλο του. Στη διεκδίκηση της Αθήνας από την Αθηνά χτυπώντας με την τρίαινα του το έδαφος, ξεπετάχτηκε ένα άλογο σύμβολο ρώμης.Οι Έλληνες στο θεό της θάλασσας και γενικότερα των νερών που ανάβλυζαν από τη γη και της έδιναν ζωή, απέδιδαν και τους σεισμούς, ως αναταράξεις των νερών, που στηρίζουν τη γη και εκδήλωναν την οργή του.


ΤΡΙΤΩΝΑΣ: Γιος του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης με κορμό ανδρικό και σώμα τερατόμορφο είναι ισχυρός, γιγάντιος και εκφράζει τους ήχους της τρικυμιώδους θάλασσας. Κρατά κοχύλι που φυσά και παράγονται από αυτό δυνατοί ήχοι.


ΣΕΙΡΗΝΕΣ: Θαλάσσια πτηνά με κεφαλή γυναίκας και σώμα πουλιού, που διακρίνονται για τη χάρη και την αρμονία τους. Θεωρούνται οι θαλάσσιες Μούσες και όπως αναφέρει η παράδοση σε διαγωνισμό με τις Μούσες νικήθηκαν από αυτές και έτσι αναγκάστηκαν να αναζητήσουν καταφύγιο στη θάλασσα. Η ήττα τους τις έκανε κακοπoιά πνεύματα, που με τα τραγούδια τους προσελκύουν σε απόκρημνες ακτές τα πλοία και βυθίζονται. 


ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ: Κακοποιείς θαλάσσιες δυνάμεις, που κατοικούν στον πορθμό της Σικελίας, που μέχρι σήμερα φέρει τα ονόματα τους. Προκαλούσαν τρόμο και φρίκη στους ναύτες και αντιπροσώπευαν τη μανιώδη θάλασσα που άλλοτε κομματιάζει τα πλοία χτυπώντας τα σε υφάλους ή βράχια και άλλοτε τα βυθίζει σε ισχυρές δίνες.
 

Η ΓΟΡΓΟΝΑ: H Γοργόνα ή Γοργώ ήταν φοβερό μυθικό τέρας, κόρη της Γαίας που τη γέννησε για να βοηθήσει τους γιούς της τους Γίγαντες, στον αγώνα εναντίον των Ολύμπιων θεών. Tη σκότωσε, o Περσέας  με την βοήθεια της Αθηνάς.Το κεφάλι της, το περίφημο «Γοργόνειο», το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το επέθεσε στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε. Στη θεογονία του Ησίοδου, εμφανίζεται ως τριάδα από τερατόμορφες αδελφές,τις Γοργόνες. Ήταν θαλάσσιοι δαίμονες με μορφή γυναίκας, η Ευρυάλη, η Σθενώ και η Μέδουσα. Κατά την παράδοση ήταν θυγατέρες του Φόρκους και της Κητούς και κατοικούσαν στην άκρη της γης, κοντά στις Εσπερίδες.

Απ’ την αποκεφαλισμένη Μέδουσα, που ήταν έγκυος από τον Ποσειδώνα γεννήθηκε ο ήρωας Χρυσάορας και το φτερωτό άλογο Πήγασος.Στις απεικονίσεις σε γλυπτά, αγγεία ή νομίσματα, οι γοργόνες, έχουν στρογγυλά μάτια, πλατιά μύτη, φίδια στο κεφάλι, μεγάλα δόντια κάπρου, χάλκινα χέρια και χρυσές φτερούγες.Στους μέσους χρόνους οι μύθοι για τη Γοργόνα είναι συγχώνευση των θρύλων της Μέδουσας και των Σειρήνων.


Στα νεότερα χρόνια η Γοργόνα είναι το θαλάσσιο «στοιχειό» της λαϊκής παράδοσης. Έχει διττό χαρακτήρα. Είναι αγαθοποιός μα και δαίμονας της θάλασσας με όμορφο σώμα γυναίκας μέχρι την μέση και αντί για πόδια έχει μια η πολλές φορές και δύο ουρές ψαριών. Η μορφή της είναι γλυκιά και η φωνή της μελωδική. Άλλος θρύλος, θέλει τη γοργόνα αδελφή του Μ. Αλεξάνδρου και υπεύθυνη για το θάνατο του, επειδή ήπιε ή έχυσε το «αθάνατο νερό» που είχε ο αδελφός της. Γι’ αυτό ο Μεγας Αλέξανδρος την καταράστηκε να γίνει ψάρι και να τριγυρνά στις θάλασσες.

Η γοργόνα συναισθάνθηκε το σφάλμα της και όταν συναντά πλοίο στη θάλασσα το σταματά και ρωτά τους ναύτες αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Αν της απαντήσουν καταφατικά τότε γίνεται όμορφη κόρη που χάνεται στο πέλαγος, τραγουδώντας και παίζοντας τη λύρα της. Αν η απάντηση είναι αρνητική τότε προκαλεί τρικυμία χτυπώντας την ουρά της και πνίγει τους ναύτες βυθίζοντας το πλοίο.Οι παραδόσεις αυτές τροφοδότησαν τα θέματα της λαϊκής τέχνης και βρίσκουμε τη γοργόνα να στολίζει τα ακρόπρωρα των πλοίων.


Νηρέας:  Ο Πόντος γέννησε τον Νηρέα, που τον φανταζόταν ως τον θαλάσσιο γέροντα (γέρων άλιος που κατοικούσε σε ένα λαμπρό και φωτεινό ανάκτορο στα βαθιά νερά. Χαρακτηρίζεται από καλοσύνη , δεν ξεχνά τους νόμους της δικαιοσύνης και κάνει σκέψεις πάντα δίκαιες και αγαθές. Είναι η προσωποποίηση της καλής όψης της θάλασσας , που δεν εξαπατά τον άνθρωπο με απατηλά θέλγητρα και υποσχέσεις, ευνοεί τις δραστηριότητες και τις περιπετειώδης αναζητήσεις του μέσα σ’ αυτήν.

Στις 50 κόρες του Νηρέα, τις Νηρηίδες, έχουν αποδοθεί ονόματα που εκφράζουν τη δύναμη, την αγαθότητα , τη γαλήνη, τη λαμπρότητα του κυανού χρώματος ,τη ταχύτητα της κίνησης της θάλασσας αλλά και τα σπήλαια που σχηματίζει όπως εισέρχεται στη ξηρά , τις ακτές και τις αμμώδεις παραλίες , το παιγνίδισμα των κυμάτων και τους αρμονικούς τους ήχους.Σχετίζονται με τα αγαθά , που απορρέουν από τη θάλασσα και διευκολύνουν τον άνθρωπο στο θαλάσσιο εμπόριο. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως όταν η αύρα δημιουργεί ελαφρύ κυματισμό οι Νηρηίδες από το ανάκτορο του πατέρα τους , αναδυόταν στην επιφάνεια των κυμάτων τραγουδώντας και χορεύοντας με πλήρη αρμονία.


Πρωτέας :Ένας άλλος φιλαλήθης και αλάθητος γέροντας της θάλασσας ήταν ο Πρωτέας, που ο Ηρόδοτος όπως και ο Ευριπίδης λένε πως υπήρξε βασιλιάς στην Αίγυπτο, όμως, λατρεύτηκε ως ο ποιμένας των ζώων της θάλασσας , που κυριαρχεί ο Ποσειδώνας. Εκφράζει το φευγαλέο και ασύλληπτο κύμα που παίρνει από τις τρομακτικότερες μορφές μέχρι τις πιο γαλήνιες μέχρι να φτάσει στα παράλια. Ο Πρωτέας γνωρίζει ολόκληρη τη θάλασσα και τα πιο απρόσιτα μέρη της και μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια τους ναυτικούς στον προορισμό τους και εφόσον του ζητηθεί κατέχει την προφητική επιστήμη και δίνει πάντα αλάθητες οδηγίες.


Φόρκυς:  Άλλος «άλιος γέρων» είναι ο Φόρκυς, γιος του Πόντου, θεός των θαλάσσιων τεράτων , που εκφράζει την ταραχή και τον έντονο κυματισμό της θάλασσας. Κατά τον Πίνδαρο, απόγονοι του είναι οι Γοργόνες. Ο Άτλαντας σχετίζεται με τους θαλάσσιους θεούς αποδίδονται σ’ αυτόν σοφία και γνώση των αβύσσων του ωκεανού, θεωρείται ο «επιμελητής» των στηλών που χωρίζουν τη γη από τον ουρανό , ενώ η θέση του ορίζει τα όρια του γνωστού κόσμου.Άλλος θαλασσινός μύθος με ποιο λαϊκό χαρακτήρα είναι αυτός του Γλαύκου, που αντιπροσωπεύει το κυανό χρώμα της ελληνικής θάλασσας. 

Απελπισμένος από τα γηρατειά γκρεμίζεται στην θάλασσα και γίνεται μάντης κακών, που στο άκουσμά τους, οι ψαράδες προσεύχονται και θυμιατίζουν ώστε να αποτρέψουν τα επερχόμενα δεινά. Το σώμα του είναι γεμάτο όστρακα και φύκια και προκαλεί φόβο. Ερωτεύεται τη Σκύλλα και προσπαθεί να τη συγκινήσει με δώρα αλλά η Κίρκη τη φαρμακώνει και μεταμορφώνεται σε τέρας
που στριγκλίζει ασταμάτητα, ανάμεσα στο στενό της Σικελίας με τη Κάτω Ιταλία.


ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΓΛΥΚΟΥ ΝΕΡΟΥ

Η ένωση του Ωκεανού με τη Τηθύ έφερε στη ζωή πολλά ποτάμια ,που λατρεύτηκαν στην Αρχαία Ελλάδα ως θεοί. Η λατρεία αυτή είναι κατανοητή μια
και τους ευεργετούσαν συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της ζωής και ταυτόχρονα προκαλούσαν το θαυμασμό τους με τη συνεχή ροή του νερού τους. Απέδιδαν στους ποταμούς αγαθοεργείς, σωτήριες και εξαγνιστικές δυνάμεις. Απεικονίζονται συνήθως με σώμα ταύρου εκφράζοντας την ορμητικότητα τους και με κεφάλι ρωμαλέου άνδρα, που από το στόμα του εξέρχεται νερό και στο μέτωπο φέρει κέρατα, σύμβολο των ελιγμών και διακλαδώσεων τους, αλλά και της γονιμοποιού δύναμης τους.


Μεταξύ των ποτάμιων θεών που λατρεύτηκαν ήταν ο Ενιπέας ο ωραιότερος των ποτάμιων θεών και ο Αλφειός. Ο Αλφειός ερωτεύτηκε την Άρτεμη χωρίς ανταπόκριση και την ακόλουθό της την Αρέθουσα ,που την κυνήγησε μέχρι τις Συρακούσες. Η Αρέθουσα για να γλιτώσει έγινε πηγή και ο Αλφειός ποτάμι.Ένας άλλος πόταμος ,που λατρεύτηκε στην περιοχή μας ήταν ο Πηνειός ο λεγόμενος Μηνιος, τα νερά του οποίου χρησιμοποίησε ο Ηρακλής για να καθαρίσει τους στάβλους του Αυγεία.


ΟΙ ΝΥΜΦΕΣ: Οι Νύμφες, ήταν κόρες του Δία και σύμφωνα με την παράδοση γεννήθηκαν από τα νερά του ουρανού, που πέφτουν στη γη. Είχαν ποικίλες χάρες και θετική επίδραση στη βλάστηση, εξαγνιστικές ,θεραπευτικές και μαντικές ιδιότητες. Αποπλανούν τους ανθρώπους, όπως οι μεσαιωνικές νεράιδες με τη γοητεία και τη μαγεία τους. Οι Νύμφες που ζούσαν σε σπήλαια, σε κοιλότητες βράχων από τις οποίες ανάβλυζαν νερά ήταν οι Ναϊάδες. Υπήρχαν, όμως και Νύμφες των πηγών , που προστάτευαν τη νεότητα, τις παρθένους, τη γονιμότητα και το νερό εξασφάλιζε στους λουόμενους υγεία και μακροζωία. 


Αλιεύθηκε εδώ

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Οι Άνεμοι ως Θεότητες στην Αρχαια Ελλαδα

 

Οι Άνεμοι κι αυτοί σαν θεοί σαν τους τιμούν στην Αρχαία Ελλάδα με θυσίες και προσφορές, καθώς πολλές εκδηλώσεις της ζωής τους εξαρτώνται από τη βοήθεια τους. Ισχυρές είναι και οι πνοές των ανέμων στην Ησιόδεια Θεογονία. Στο έπος αυτό, όπου καταγράφεται η γένεση των θεών και η δημιουργία από αυτούς του κόσμου, οι φυσικές δυνάμεις, όπως οι άνεμοι, δεν είναι παρά προσωποποιημένες θεότητες, γόνοι θεών, που γεννούν κι αυτοί με τη σειρά τους άλλα δαιμονικά όντα.

Όταν στην «Ιλιάδα» ο Αχιλλέας προσφέρει τις νεκρικές τιμές στο φίλο του Πάτροκλο, και όλα είναι έτοιμα για να καεί το τοποθετημένο στην πυρά σώμα του Πατρόκλου, συμβαίνει να μην μπορεί να ανάψει η φωτιά. Ο Αχιλλέας τότε επικαλείται τους Ανέμους, τον Βορέα και τον Ζέφυρο, να έρθουν να ανάψουν τη φωτιά, και τους τάζει μεγάλες θυσίες. Την ευχή του Αχιλλέα ακούει η Ίρις, που ξεκινάει για την κατοικία των Ανέμων στη Θράκη. Τους βρίσκει όλους μαζεμένους σε συμπόσιο στο παλάτι του Ζέφυρου και τους λέει για την παράκληση του Αχιλλέα. Τότε οι δυο απ’ αυτούς, ο Βορέας και ο Ζέφυρος, ξεσηκώνονται με θεϊκή ορμή, διώχνουν τα σύννεφα και φτάνουν στην Τροία, όπου ανάβουν τη φωτιά φυσώντας δυνατά.


Εκτός από τον Βορέα και τον Ζέφυρο, υπάρχουν ακόμη ο Νότος και ο Εύρος. Ο Βορέας είναι πολύ δυνατός και βίαιος άνεμος που φυσά από τη Θράκη, φέρνει χιόνι και χαλάζι και ξεραίνει με την πνοή του τα νοτισμένα χωράφια. Ξέρουμε και από άλλες πηγές πως διακρινόταν για την ταχύτητα του τόσο, που κανείς δεν μπορούσε να τον ξεπεράσει στο τρέξιμο και ακόμα πως πέρα από την επικράτεια του στη Θράκη, υπήρχε η χώρα των Υπερβορέων.

Ο Νότος φέρνει ομίχλη και βροχές και είναι επικίνδυνος για όσους ταξιδεύουν στη θάλασσα το χειμώνα, αφού σηκώνει τεράστια κύματα.

Ο Εύρος είναι νοτιοανατολικός άνεμος και συχνά συναγωνίζεται στο φύσημα με τον Νότο — πράγμα που κάνει να σπάζουν τα κλαδιά των δέντρων στα δάση.

Ο Ζέφυρος είναι δυτικός άνεμος, πολύ γρήγορος κι αυτός όσο ο Βορέας, και πολλές φορές επικίνδυνος· παρουσιάζεται όμως και ως ήπιος, δροσερός άνεμος, που φυσά μόνιμα σε παραδεισένιους τόπους, όπως είναι οι κήποι του Αλκίνοου και τα Ηλύσια Πεδία. 

Όμως οι Άνεμοι δεν παρουσιάζονται πάντοτε τέσσερις. Αλλού αποτελούν μια θεϊκή τριάδα Ζέφυρος-Βορέας-Νότος. Γονείς τους είναι η Ηώς και ο Αστραίος, που γέννησαν και τα Άστρα.


Ο Ζέφυρος είχε μια ερωτική ένωση με την Άρπυια Ποδάργη, εκεί που έβοσκε σ' ένα λιβάδι κοντά στο ρεύμα του μεγάλου Ωκεανού. Από την Ποδάργη τότε γεννήθηκαν τα άλογα Ξάνθος και Βαλίος, που έτρεχαν σαν τον άνεμο, και ανήκαν στον Αχιλλέα.

Και ο Βορέας έχει παιδιά άλογα: Ερωτεύτηκε τις φοράδες του Εριχθόνιου (γιου του Δάρδανου, του γενάρχη των Τρώων) που έβοσκαν στα όρο σερά βοσκοτόπια κάτω από το τρωικό βουνό ' Ιδα και αφού πήρε μορφή ίππου με μαύρη χαίτη, πλά­γιασε μαζί τους· αυτές γέννησαν δώδεκα πουλά­ρια, που όταν έτρεχαν δεν πατούσαν στη γη —τόσο, που τρέχοντας πάνω από σπαρμένα χωράφια δεν έσπαζαν τα στάχυα, και καλπάζοντας πάνω από τη θάλασσα μόλις που άγγιζαν τον αφρό των κυμάτων. 

Ο Βορέας όμως είναι πιο γνωστός για τον έρωτα που ένιωσε για την Ωρείθυια, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Όταν κάποτε η Ωρείθυια έπαιζε στις όχθες του Ιλισού (κατ' άλ­λους στον Βριλησσό ή στον Άρειο Πάγο) ή πή­γαινε ως κανηφόρος στην Ακρόπολη, ήρθε ο Βο­ρέας και την άρπαξε. Την πήρε μαζί του στη μα­κρινή Θράκη όπου η Ωρείθυια του χάρισε δυο γιους, τους φτερωτούς Βορεάδες Ζήτη και Κάλαϊ, και δυο κόρες, την Κλεοπάτρα και τη Χιόνη. Οι γιοι τους αυτοί έλαβαν μέρος στην Αργοναυ­τική Εκστρατεία και κυνήγησαν τις Άρπυιες — ενώ η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε τον Φινέα. 


Ο τρομακτικός Τυφώνας

Όταν οι θεοί του Ολύμπου νίκησαν στην Τιτανομαχία και τη Γιγαντομαχία κι έριξαν τους Τιτάνες στα Τάρταρα και αφάνισαν τους Γίγαντες, η Γη, για να πάρει εκδίκηση για τα παιδιά της, ενώθηκε με τον Τάρταρο και γέννησε, στερνό αντίπαλο των Ολυμπίων, τον Τυφώνα. Τέρας ήταν ο Τυφώνας με χέρια δυνατά και ακάματα πόδια. Από τους ώμους του φύτρωναν εκατό κεφάλια φιδιού που πέταγαν έξω τις γλώσσες τους και γλείφονταν. Τα κεφάλια του λαμποκοπούσαν από τη φλόγα των ματιών τους, ενώ από τα στόματά τους έβγαιναν λογιών λογιών φωνές που ξεσήκωναν απερίγραπτη βοή. Στην αναμέτρησή τους με τον Δία ήταν ο θεός από τη μια με τις αστραπές, τις βροντές και τους κεραυνούς του κι αυτός από την άλλη με τους μανιασμένους ανέμους και τις φλόγες. Μέσα στην κοσμογονική αυτή αναταραχή, η γη σειόταν κι η θάλασσα ύψωνε τεράστια κύματα κι έβραζε γη, ουρανός και πόντος. Ο Δίας τελικά τον νίκησε τον Τυφώνα και τον έριξε με οργή στα βάθη του Τάρταρου.

Στον Απολλόδωρο , η γιγάντια, τρομακτική μορφή του Τυφώνα περιγράφεται με κάθε φρικιαστική λεπτομέρεια και η μονομαχία του με τον Δια παρουσιάζεται ακόμα πιο σκληρή. Κι ενώ οι άλλοι θεοί για να αποφύγουν τον Τυφώνα κατέφυγαν έντρομοι στην Αίγυπτο, μεταμορφώθηκαν μάλιστα και σε ζώα για μεγαλύτερη ασφάλεια, ο ύψιστος θεός του Ολύμπου μετά βίας κατόρθωσε να σωθεί - ο αντίπαλός του τον ακινητοποίησε κόβοντας τα νεύρα των άκρων του - και τελικά να τον νικήσει και να τον θάψει κάτω από την Αίτνα.


Αλλά οι μύθοι για τον Τυφώνα, προφανώς επηρεασμένοι από αντίστοιχους της Ανατολής, δεν τελειώνουν εδώ. Μεταγενέστεροι μυθοπλάστες πρόσθεσαν κι αυτοί τις δικές τους εκδοχές για την γέννηση και τη δράση του δαιμονικού όντος.Ο Τυφώνας προσωποποιούσε για τους Αρχαίους όχι μόνο τον βίαιο άνεμο αλλά γενικότερα την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και την ηφαιστειακή και σεισμική δραστηριότητα, φαινόμενα που ανατρέπουν την εύρυθμη λειτουργία των φυσικών μηχανισμών και απειλούν τις ίδιες τις θεότητες που επιτηρούν και διαφυλάσσουν την τάξη του κόσμου.

Από τον Τυφώνα γεννήθηκαν οι άνεμοι που φυσούν υγροί στη θάλασσα και λυσσομανούν, μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, έτσι όπως χάνονται κι αυτοί μαζί με τα καράβια τους στον πόντο. Το ίδιο φυσούν και στην ξηρά και καταστρέφουν την ανθόσπαρτη γη σκεπάζοντας τα πάντα με σκόνη και προκαλώντας δεινή ταραχή. Του Τυφώνα γόνοι ήταν εξάλλου και ο Κέρβερος, η Λερναία Ύδρα, η Σκύλα και άλλα αποτρόπαια όντα. Στοιχεία της φύσης οι άνεμοι, που τα συνέλαβαν ως πανίσχυρους δαίμονες οι πρώτοι άνθρωποι και τους έδωσαν σχήμα, μετουσιώνοντας τα αόρατο και το ασύλληπτο σε ορατό και συγκεκριμένο για να πληρώσουν την αδήριτη ανάγκη κατανόησης του κόσμου τους. Προοδευτικά ωστόσο, ο νους εκτόπισε την ασυγκράτητη φαντασία και παρακάμπτοντας τους μύθους κατέλαβε αυτός την πρωτεύουσα θέση στη διαδικασία της, έλλογης πλέον, ερμηνείας του σύμπαντος.


Ο Αίολος

Ο Αίολος, στην ελληνική μυθολογία, ήταν ο διορισμένος από τον Δία ταμίας των ανέμων. Ο Αίολος κρατούσε τους ανέμους μέσα στον ασκό του και τους άφηνε μετά από εντολή του Δία. Ήταν γιος του Ιππότη, όπως λέει ο Όμηρος. Γι' αυτό λεγόταν Ιπποτάδης. Ζούσε στη νήσο Αιολία, που είχε χάλκινα τείχη.Το νησί αυτό πιστευόταν ότι ήταν η Στρογγύλη, το σημερινό Στρόμπολι , εξ ου και η ονομασία Αιολίδες Νήσοι για τα σύμπλεγμα που ανήκε εκει.Ζούσε στο νησί μαζί με την γυναίκα του Αμφιθέα.

Είχε έξι γιους και έξι κόρες, που προσωποποιούσαν τους ανέμους. Οι γιοι τους δυνατούς ανέμους, οι θυγατέρες τους ήπιους (τις αύρες). Σύμφωνα με μεταγενέστερη εκδοχή του μύθου, ο Αίλος ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Άρνης. Με τη μητέρα του και τον αδελφό του Βοιωτό ζούσε στο Μεταπόντιο. Όταν αναγκάστηκε να φύγει από το Μεταπόντιο, λόγω του φόνου της θετής του μητέρας Αυτολύκης, κατέφυγε σ' ένα νησί του Τυρρηνικού Πελάγους, όπου έχτισε την πόλη Μπάρα, κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη.    

Εφεύρε τα πανιά που κινούν τα πλοία και δίδαξε τη χρήση τους στους υπηκόους του. Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του πήγε στην Αιολία, όπου ο Αίολος τους φιλοξένησε ένα μήνα. Όταν ζήτησε τη βοήθεια του Αιόλου για να αναχωρήσει, αυτός έκλεισε όλους τους ανέμους σε ένα ασκί και άφησε μόνο τον ούριο Ζέφυρο να πνέει ευνοϊκά γι' αυτούς. Με τη βοήθεια του Ζέφυρου ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έφτασαν πολύ κοντά στην Ιθάκη. Αλλά κάποια στιγμή που ο Οδυσσέας αποκοιμήθηκε, οι σύντροφοί του άνοιξαν το ασκί, νομίζοντας ότι έχει χρυσάφι, και άφησαν ελεύθερους όλους τους ανέμους. Ξέσπασε θύελλα η οποία έστειλε τον Οδυσσέα πίσω στο νησί του Αιόλου, ο οποίος όμως δεν δέχτηκε να τον βοηθήσει και πάλι, τιμωρώντας τον για την ασέβεια των συντρόφων του.


Οι Έλληνες θεωρούσαν τον Αίολο ταμία των ανέμων, όχι θεό τους. Γι' αυτό δεν είχε ιερά, ούτε γίνονταν θυσίες προς τιμήν του. Θεό τον θεωρούσαν οι Ρωμαίοι. Ο Βιργίλιος στην «Αινειάδα» τον αναφέρει ως βασιλιά που κατοικεί σε ένα άντρο, όπου είναι φυλακισμένοι οι άνεμοι, σ' αυτόν δε καταφεύγει η Ήρα όταν αποφασίζει να καταστρέψει τα καράβια των Τρώων.

Μία από τις κόρες του Αιόλου ήταν η Αλκυόνη η οποία σχετίζεται με τον μύθο των Αλκυονίδων ημερών. Η Αλκυόνη ερωτεύτηκε τον Κύηκα και ζούσαν ευτυχισμένοι, αλλά μια μέρα ο Κύηκας πνίγηκε ψαρεύοντας και η Αλκυόνη από τον πόνο της έπεσε στα βράχια και σκοτώθηκε. Οι θεοί τους λυπήθηκαν και τους έκαναν πουλιά. Ο Δίας μάλιστα πρόσταξε τον Αίολο κάθε χρόνο τον Ιανουάριο να σταματάει τους ανέμους για να μπορεί η Αλκυόνη να επωάσει τα αυγά της.Στους Αέρηδες, το μνημείο που βρίσκεται στην Πλάκα, απεικονίζεται ο Αίολος μαζί με τους βοηθούς του , ανέμους, Βορρέα, Καικία, Απηλιώτη, Εύρο, Νότο, Λιψ, Ζέφυρο, Σκίρων.


Λαϊκές παραδόσεις

Ο Εμπεδοκλής, τον 5ο αιώνα π.Χ, μαθαίνει στους οπαδούς του πώς να κόβουν (να καταλαγιάζουν) τους ανέμους ή να τους σηκώνουν (απελευθερώνουν), όταν θέλουν. Και όταν κάποτε τα δέντρα κινδύνευσαν να πάθουν ζημιές από τα δυνατά μελτέμια, ο Εμπεδοκλής παρότρυνε να σφάξουν γαϊδούρια και να απλώσουν τα δέρματά τους ολόγυρα στις κορυφές των λόφων και των βουνών για να πιάσουν τους ανέμους . Τα μελτέμια κόπηκαν και ο Εμπεδοκλής προσαγορεύτηκε Κωλυσανέμας

 Η αρχαία παράδοση κάνει λόγο και για ειδικούς δέτες των ανέμων, παρέχει μάλιστα και τον τρόπο της σχετικής ενέργειας. Στην Κόρινθο υπήρχε γένος ευγενών, που ονομάζονταν "Ανεμοκοίται", εξορκιστές που αποκοίμιζαν τους ανέμους.

 Στην Αθήνα επίσης υπήρχαν οι Ευδάμενοι, κοιμιστές και αυτοί των ανέμων, ενώ στην Τιτάνη της Κορινθίας, κοντά στη Σικυώνα, υπήρχε βωμός των Ανέμων, όπου μια νύχτα του έτους, ο ιερέας "θύει, δρά δε και άλλα απόρρητα είς βόθρους τέσσαρας, ημερούμενος των πνευμάτων το άγριον, και δή και Μηδείας, ως λέγουσιν, επωδάς επάδει" (Παυσανίας 2.12,1).



Στο Βυζάντιο, η αρχαία παράδοση συνεχίζεται και είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία ότι στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου κάποιος Σώπατρος καταδικάζεται και θανατώνεται με την κατηγορία ότι έδεσε τους ανέμους και εμπόδισε να έρθουν τα καράβια με το σιτάρι από την Αίγυπτο.

Η μαγική παράδοση γύρω από τους ανέμους μαρτυρείται και στους νεώτερους χρόνους. Οι πληροφορίες είναι αρκετές. Στην Κάλυμνο συνηθιζόταν κατάδεσμος του βορρά με δέσιμο σπάγκων σε σταυροδρόμια και με εκφώνηση ειδικής επωδής, συνοδευόμενης με ύβρεις.

Δέσιμο του σφοδρού ανέμου γινόταν επίσης στη Σαλαμίνα, όπου πήγαιναν σ' ένα εκκλησάκι πάνω σε ύψωμα και εκεί έκλειναν το παράθυρο που βρισκόταν στη μεριά του ανέμου και κρεμούσαν ένα κομμάτι δίχτυ.

Γνωστός είναι ο "χορός του κυρ-Βοριά" στη Σίφνο την Κυριακή της Τυροφάγου, με πρώτο μάλιστα χορευτή στον κύκλο τον ιερέα του χωριού, καθώς και ο ανάλογος χορός στην Κάρυστο την Πέμπτη της Διακαινησίμου, για εξουδετέρωση και εδώ του καταστρεπτικού βοριά.

Μια διαφορετική αντιμετώπιση του πνέοντος σφοδρού ανέμου που εμπόδιζε το λίχνισμα των σιτηρών, υπάρχει στους Παρανύμφους του Ηρακλείου, στο νότιο μέρος της Κρήτης: για να κατασιγάσει κατέφυγαν στην "κεροδοσία" του χωριού, στον τελετουργικό δηλαδή περισχοινισμό του, αρχίζοντας από την εκκλησία, με ειδικά κατεργασμένο από τις γυναίκες νήμα, που στη συνέχεια έγινε κεράκια για την εκκλησία, όπως συνηθίζεται όταν κάποιος κίνδυνος απειλεί το χωριό, ή προληπτικά για αποτροπή κάθε κακού.


Στην Ικαρία υπάρχουν τα "Ανεμοτάφια", τοποθεσίες με σωρούς από χώμα σε σχήμα τύμβου, με πέτρες ριγμένες πάνω τους, όπου, κατά την παράδοση, έθαβαν τον αέρα.

Ενδιαφέρουσα είναι η σχετική περιγραφή από γέροντα αφηγητή: "Παίρνασι μία στάμνα ανοιγμένη από μπροστά, ήπιανεν την ο πιο γέρος και ήβαζεν το στόμα της σ' ένα λάκκο, που ήταν ανοιγμένος και άμα ήπιανεν να σφυρίζει, την τάπωνε με το χέριν του και ήλεεν της λόγια που δεν τα ανιστορώ. Ύστερις ήβαλλεν την στο λάκκο και ήχωνεν την. Ύστερις ούλοι οι χωριανοί ηπιάνασι κάτι ατσαχούς (πέτρες) και ήρριχναν τους από πάνω, ήλεεν ο καθένας από ένα ανάθεμα και κάτι άλλα λόγια μαγικά και ηφεύγασι".

Η τελετουργία αυτή, με μορφή δρωμένου, φαίνεται να σταμάτησε πριν από διακόσια πενήντα περίπου χρόνια, όταν οι τελεστές απειλήθηκαν με εξορισμό από τον τοπικό ιεράρχη.

Τα τοπωνύμια όμως ποτέ δεν ξεχάστηκαν και τα μαγικά λόγια, που αντιπροσώπευαν την επωδή του καταδέσμου σε πείσμα του χρόνου και της όποιας απαγόρευσης. 

Αλιεύθηκε εδώ


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Ο Δράκος και η Νεράιδα.



 


Ήταν κάποτε ένας δράκος.


Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν σε βουνά και σε σπηλιές.


Άλλωστε τι άλλο να έκανε από το να πετά από το ένα βουνό στο άλλο πότε να συλλογίζεται για την ύπαρξή του και πότε να σκίζει τα βράχια με τα νύχια του και να φυσά φλόγες.


Μια μέρα λοιπόν μια Νεράιδα ήρθε και κάθησε στη μύτη του... Ο δράκος ξαφνιάστηκε.Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε:

- Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;

 
- Όχι.. είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις

- Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;

 
- Όχι...όποτε θέλω εξαφανίζομαι.

- Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;

Η Νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση...όμως του απάντησε:


- Όχι...όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.

 
 
Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει...όμως τα νύχια του κάρφωσαν τη μικρή Νεράιδα...



Θέλησε να τη φιλήσει...η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της.



Ο δράκος δάκρυσε...όμως τα δάκρυά του την έπνιγαν.

 
Η μικρή Νεράιδα πέθαινε στην αγκαλιά του ...του ψιθύριζε απλά το μυστικό...


Δε φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις......., πρέπει και να μπορείς....!

Αλιεύθηκε εδώ


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Μυθολογία.Ορισμοί και λειτουργίες.



Ορισμοί του μύθου

“Η πρωτόγονη και αδέξια προσπάθεια εξήγησης του φυσικού κόσμου (Frazer).”

“Η παραγωγή ποιητικής φαντασίας από τα προϊστορικά χρόνια που έχει παρερμηνευθεί από τις γενιές που ακολούθησαν (Müller).”
“Μια πηγή αλληγορικών οδηγιών για την διαμόρφωση του ατόμου και της κοινωνικής του ομάδας (Durkheim).”

“Ένα συλλογικό όνειρο, συμπτωματικό αρχετυπικών ορμών, που προέρχεται μέσα από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής (Jung).”

"Ο μύθος είναι μια γλώσσα που λειτουργεί σε ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο όπου το νόημα "απογειώνεται" από το γλωσσικό έδαφος στο οποίο κυλά (Lévi-Strauss)."

              Οι μυθικές ιστορίες φαντάζουν αυθαίρετες, ανούσιες, παράλογες παρόλα αυτά όμως φαίνεται πως επανεμφανίζονται σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια "ευφάνταστη" δημιουργία του μυαλού σε μία περιοχή του κόσμου θα ήταν μοναδική όμως- δεν θα μπορούσε να βρεθεί ξανά σε έναν εντελώς διαφορετικό τόπο (Levi-Strauss, 1995).
Μυθική αφηγηματική δομή

              Ο μύθος πάντα αναφέρεται σε γεγονότα που υποτίθεται έλαβαν χώρα στο μακρινό παρελθόν. Αλλά αυτό που δίνει στον μύθο λειτουργική αξία είναι ότι το συγκεκριμένο μοτίβο που παρουσιάζει είναι διαχρονικό, περιγράφει το παρών, το παρελθόν και το μέλλον. Το γεγονός αυτό γίνεται ξεκάθαρο μέσα από την σύγκριση μεταξύ του μύθου και με τον αντικαταστάτη του μύθου στις σύγχρονες κοινωνίες, δηλαδή την πολιτική. Όταν ένας ιστορικός αναφέρεται στην Γαλλική Επανάσταση παρουσιάζει μια σειρά παρελθοντικών γεγονότων, μια μη αντιστρέψιμη σειρά γεγονότων όπου οι απώτερες τους συνέπειες φαίνονται ακόμα στο παρών. Για τον Γάλλο πολιτικό όμως η Γαλλική Επανάσταση είναι τόσο μια ακολουθία του παρελθόντος όσο και ένα διαχρονικό μοτίβο που μπορεί να ανιχνευθεί στην σύγχρονη Γαλλική κοινωνική δομή και που παρέχει στοιχεία για την ερμηνεία του και για την πρόβλεψη μελλοντικών εξελίξεων (Levi-Strauss, 1983).

              Η μυθολογία είναι στατική, συναντάμε τα ίδια μυθικά στοιχεία συνδυασμένα ξανά και ξανά. Είναι όμως ένα κλειστό σύστημα σε αντίθεση με την ιστορία που μπορεί να θεωρηθεί ένα ανοιχτό σύστημα (Levi-Strauss, 1995).

  Αρχέτυπα

              Στους μύθους, τα παραμύθια και τα όνειρα συναντώνται περιοδικά εμφανιζόμενοι τύποι χαρακτήρων, συμβόλων, μοτίβων και συγκεκριμένες σχέσεις μεταξύ τους. Χαρακτήρες όπως οι ήρωες που τελούν μια ιερή αποστολή, οι αγγελιοφόροι, οι σοφοί μέντορες κτλ. Για να περιγράψει αυτό το φαινόμενο ο Ελβετός ψυχολόγος Carl. G. Jung χρησιμοποίησε τον όρο αρχέτυπο, εννοώντας αρχαία μοτίβα προσωπικότητας που αποτελούν κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Παρότι η μελέτη του έγινε περισσότερο υπό το πρίσμα της κλινικής ψυχολογίας και όχι της αφήγησης οι διηγηματογράφοι χρησιμοποιούν πολλές φορές ενστικτωδώς τα αρχέτυπα αυτά για την δημιουργία δραματικών εμπειριών που είναι καθολικά αναγνωρίσιμες. Για αυτόν τον λόγο η κατανόηση αυτών των δυνάμεων είναι σημαντικό πλεονέκτημα ενός διηγηματογράφου (Vogler, 2007).
 
Τα αρχέτυπα δεν συναντώνται μόνο στην αφήγηση ιστοριών αλλά και στα θρησκευτικά μυστήρια και στις τελετές μύησης (rites of passage). Ο Campbell (Campbell, 1993, p. 91) συγκρίνει το μοτίβο της πέρασης του κατωφλιού με την είσοδο του πιστού στον ναό. Σε πολλούς μύθους ο ήρωας μπαίνει μέσα στον κόσμο της περιπέτειας, τον άγνωστο κόσμο που θα εξερευνήσει, μέσα από μια ενδοστρεφή είσοδο ("μέσα στην κοιλιά της φάλαινας") που ορισμένες φορές παίρνει την μορφή της αυτοεξόντωσης. Το τέρας στο οποίο μπαίνει μέσα ο ήρωας είναι αντίστοιχο με τις τερατώδεις μορφές που συναντώνται στις εισόδους ορισμένων ναών (πχ στους καθεδρικούς). Τα τέρατα αυτά συμβολίζουν κατά τον Campbell μια αρχέτυπη μορφή τον "φύλακα του κατωφλιού" η λειτουργία του οποίου είναι να αναγκάζει τον ήρωα να αφήσει πίσω του τον σαρκικό του εαυτό (το συνειδητό) και να εισέλθει μόνο με τον πνευματικό του εαυτό (το ασυνείδητο). Ο ήρωας και αντίστοιχα ο πιστός υπόκεινται σε μια πνευματική μεταμόρφωση κατά το πέρασμα του μονοπατιού. Το αρχέτυπο αυτό ενώ αρχικά φαντάζει σαν μια διαβολική φιγούρα ο ρόλος του είναι να διαφυλάσσει την αγνότητα του ήρωα και άρα δείχνει την διπλή φύση και λειτουργία των αρχετυπικών μορφών.

              Τα σημαντικότερα αρχέτυπα που συναντώνται στους μύθους και τα παραμύθια κατά τον Vogler (Vogler, 2007) είναι:

(i) Ο ήρωας
(ii) Ο μέντορας (ο σοφός γέρος ή η σοφή γριά)
(iii) Ο φρουρός του κατωφλιού
(iv) Ο αγγελιοφόρος
(v) Ο χαρακτήρας που αλλάζει μορφή (shapeshifter)
(vi) Η σκιά
(vii) Ο σύμμαχος
(viii) Ο απατεώνας (trickster)

Τα αρχέτυπα αυτά αποτελούν τα βασικά μοτίβα που χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες συγκεκριμένων ιστοριών και ειδών αφήγησης.


Μονομύθος

Ανάμεσα στους μύθους συναντάται πολλές φορές ένα κοινό μοτίβο, αυτό που ο Joseph Campbell (Campbell, 1993) ονόμασε "μονομύθο". Δομικά συστατικά του "μονομύθου" αποτελούν οι διαδικασίες της διαχώρισης, της μύησης και της επιστροφής (seperation - initiation - return). Η ιστορία αυτή παρουσιάζεται καθολικά σε μύθους ανά τον κόσμο και εμπεριέχει αρχέτυπες μορφές (με χαρακτηριστική το αρχέτυπο του ήρωα - ο πρωταγωνιστής της ιστορίας). Παρακάτω ακολουθεί αναλυτικά η περιγραφή των στοιχείων που απαρτίζουν τον μονομύθο.

Ο μυθικός ήρωας ξεκινώντας από την καλύβα ή το κάστρο της καθημερινής του ζωής, παρασύρεται, χάνεται ή διαφορετικά εκούσιος προχωρά στο κατώφλι της περιπέτειας. Εκεί συναντά μια σκοτεινή παρουσία που φυλά το πέρασμα. Ο ήρωας μπορεί να αντιμετωπίσει ή να συμφιλιωθεί με αυτή την δύναμη και να μπει ζωντανός στο σκοτεινό βασίλειο (μάχη μεταξύ αδερφών, μάχη εναντίον δράκου, προσφορά, σαγήνευση) ή να σφαγιαστεί από τον αντίπαλο και να κατέλθει στον θάνατο (διαμελισμός, σταύρωση) (Campbell, 1993).

Πέρα από το κατώφλι ο ήρωας ταξιδεύει μέσα σε έναν άγνωστο μεν κόσμο όπου ορισμένες οικίες δυνάμεις τον απειλούν θανάσιμα (δοκιμασίες) ενώ άλλες του παρέχουν μαγική βοήθεια (βοηθοί). Όταν πια φτάνει στο ναδίρ του μυθολογικού γύρου υπόκειται μία υπέρτατη δοκιμασία και κερδίζει την ανταμοιβή του.

Ο θρίαμβος αυτός μπορεί να αναπαρασταθεί σαν την σεξουαλική ένωση του ήρωα με την θεά-μητέρα του κόσμου (ιερός γάμος), την αναγνώριση του από τον πατέρα-δημιουργό (εξιλέωση με τον πατέρα), την θεοποίηση του εαυτού του (αποθέωση) ή αν οι δυνάμεις παρέμειναν εχθρικές απέναντι του συναντάμε την περίπτωση της κλοπής του υπέρτατου αγαθού που ήρθε να αποκτήσει (απαγωγή της νύφης, κλοπή της φωτιάς). Η εγγενής σημασία αυτού του θριάμβου είναι η επέκταση της συνείδησης και κατ' ακολουθία της ύπαρξης (διαφώτιση, εξευγενισμός, ελευθερία). Το τελευταίο στάδιο είναι αυτό  αυτό της επιστροφής (Campbell, 1993).

Αν οι θεϊκές δυνάμεις έχουν ευλογήσει τον ήρωα τότε αυτός συνεχίζει την πορεία του υπό την προστασία τους (απεσταλμένος), αν όχι τότε τρέπεται σε φυγή ακολουθούμενος από διώκτες (μεταμορφωτική φυγή, φυγή μετ εμποδίων). Στο κατώφλι της επιστροφής οι υπερβατικές δυνάμεις πρέπει να παραμείνουν πίσω. Ο ήρωας ξανά-αναδύεται από το βασίλειο του δέους (επιστροφή, ανάσταση). Το (θείο) δώρο που φέρνει μαζί του επαναφέρει τον κόσμο στην αρχική του κατάσταση (ελιξίριο) (Campbell, 1993, p. 245).


 Πολλοί μύθοι διαφοροποιούνται σε σημεία από το μοντέλο του μονομύθου. Κάποιες ιστορίες απομονώνουν και μεγεθύνουν ένα ή δύο από τα τυπικά στοιχεία του πλήρους κύκλου (το μοτίβο των δοκιμασιών, το μοτίβο της φυγής, η απαγωγή της νύφης). Άλλες εναποθέτουν μια αλληλουχία ανεξάρτητων κύκλων σε μια μεγάλη σειρά (όπως συμβαίνει στην Οδύσσεια). Διαφορετικοί χαρακτήρες ή επεισόδια μπορούν να συνενωθούν ενώ ένα στοιχείο μπορεί να αναδιπλασιάσει τον εαυτό του και να επανεμφανιστεί κάτω από πολλές αλλαγές (Campbell, 1993, p. 246).

               Ο Christofer Vogler αναλύοντας το έργο του Joseph Campbell εντόπισε τα εξής στάδια στον μονομύθο (το ταξίδι του ήρωα). Η ανάλυση του βασίζεται στην δραματική δομή και χωρίζει τον μύθο σε 3 πράξεις όπως δηλαδή χωρίζονται τα κλασσικά δραματικά έργα. Η περιγραφή αυτή είναι επηρεασμένη από την γραπτή μεταφορά του μύθου καθώς κατά την προφορική μετάδοση δεν ακολουθείται απαραίτητα αυτή η γραμμική δομή.

Πράξη πρώτη:
(i) Ο κοινός κόσμος
(ii) Το κάλεσμα στην περιπέτεια
(iii) Άρνηση του καλέσματος
(iv) Συνάντηση με τον μέντορα
(v) Το πέρασμα του πρώτου κατωφλιού

Πράξη δεύτερη:
(vi) Δοκιμασίες, σύμμαχοι, εχθροί
(vii) Προσέγγιση στην ενδότατη σπηλιά
(viii) Η δοκιμασία
(ix) Ανταμοιβή

Πράξη τρίτη:
(x) Ο δρόμος της επιστροφής
(xi) Ανάσταση
(xii) Επιστροφή με το ελιξίριο


   Δομική ανάλυση του μύθου (Lévi-Strauss)

              Κατά τον Lévi-Strauss (Levi-Strauss, 1995) κατά την μυθική δομή στην αρχή ενός μύθου ξεκινούν δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες που φαίνεται να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Στην πορεία μπλέκονται μεταξύ τους και συγχωνεύονται μέχρις ότου στο τέλος δημιουργούν ένα μόνο θέμα. Σε μια μυθική ιστορία εμφανίζονται περιοδικά θέματα που ενώ κρύβουν ένα κοινό νόημα εμφανίζονται με διαφορετικές μορφές (πχ το ξίφος κατακτά την αγάπη, ο χρυσός κατακτά την δύναμη).

              Ο μύθος είναι αδύνατον να κατανοηθεί σαν μια συνεχής ακολουθία. Για την κατανόηση ενός μύθου δεν αρκεί η σειριακή ανάγνωση του πρέπει να κατανοηθεί σαν σύνολο. Το βασικό νόημα του μύθου βρίσκεται σε ομάδες γεγονότων ακόμα και αν αυτά τα γεγονότα βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία της ιστορίας. Ο Lévi-Strauss (Levi-Strauss, 1995) συγκρίνει τον μύθο με ένα μουσικό έργο. Σε μια παρτιτούρα που είναι γραμμένη για πολλά όργανα (κάθε σελίδα αποτελείται από πεντάγραμμα που αντιστοιχούν σε ένα όργανο) το θέμα κάθε οργάνου αποκτά νόημα όταν διαβάζεται μαζί με τα άλλα. Η σελίδα της παρτιτούρας πρέπει να κατανοηθεί σαν σύνολο, διαβάζοντας τόσο τις γραμμές όσο και τις στήλες. Αντίστοιχα και ο μύθος πρέπει να κατανοηθεί σαν σύνολο.

              Ο μύθος πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια μη γραμμική σειρά γεγονότων. Για την κατανόηση του απαιτείται η διάταξη όλων των κοινών στοιχείων σε στήλες. Ο Lévi-Strauss (Levi-Strauss, 1983) ονόμασε τα στοιχεία αυτά "μυθέματα" (mythemes).

              Παρόμοια θέση παίρνει και ο Ong (Ong, 1982, p. 238) ο οποίος υποστηρίζει πως η προφορική σύνθεση δεν λειτουργεί με μια ευθεία αφηγηματική "γραμμή" αλλά με "πυρήνες πληροφοριών."

              Σε ένα παράδειγμα του ο Lévi-Strauss (Levi-Strauss, 1983) αναλύει τον μύθο του Οιδίποδα. Για την αφήγηση του μύθου αρκεί η ανάγνωση των γραμμών από αριστερά προς τα δεξιά. Για την κατανόηση όμως του μύθου απαιτείται η ανάγνωση των στηλών (από πάνω μέχρι κάτω) από αριστερά προς τα δεξιά. Κάθε στήλη είναι μια μονάδα. Η πρώτη στήλη εκφράζει την "υπερεκτίμηση των συγγενικών δεσμών (blood relations)". Η δεύτερη στήλη εκφράζει το ίδιο πράγμα αλλά ανεστραμμένο, η "υποτίμηση των συγγενικών δεσμών". Η τρίτη στήλη αναφέρεται σε σφαγές τεράτων ενώ η τέταρτη περιγράφει την γενεαλογία του Οιδίποδα. Πιο συγκεκριμένα όλα τα ονόματα της γενεαλογίας υπαινίσσονται δυσκολία στο περπάτημα και στην ορθή στάση του σώματος.

               Η σχέση των δύο τελευταίων στηλών έχει να κάνει με ένα κοσμογονικό μοτίβο. Ο δράκος είναι ένα χθόνιο ον που πρέπει να σκοτωθεί έτσι ώστε η ανθρωπότητα να γεννηθεί από την γη. Η Σφίγγα είναι ένα τέρας που αρνείται στους ανθρώπους να ζήσουν. Εφόσον οι τύραννοι αυτοί υπερνικούνται από ανθρώπους μπορούμε να πούμε πως το κοινό χαρακτηριστικό της τρίτης στήλης είναι η άρνηση της αυτόχθονης καταγωγής του ανθρώπου. Στην μυθολογία οι άνθρωποι που γεννιούνται από την γη είτε δεν μπορούν να περπατήσουν είτε περπατούν αδέξια. Κάτι τέτοιο παρατηρείται στα χθόνια όντα στην μυθολογία των Pueblo: ο Muyingwu ο οποίος ηγείται της ανάδυσης στον πάνω κόσμο και οι χθόνιοι Shumaikoli είναι κουτσοί ("ματωμένο-πόδι", "πληγιασμένο-πόδι"). Το ίδιο παρατηρείται στους Koskimo του Kwakiutl όπου αφού τους είχε καταπιεί το χθόνιο τέρας Tsiakish, όταν επέστρεψαν στην επιφάνεια της γης "κούτσαιναν προς τα εμπρός ή σκουντουφλούσαν προς τα πλάγια." Το κοινό στοιχείο λοιπόν της τέταρτης στήλης είναι η επιμονή της αυτόχθονης καταγωγής του ανθρώπου.


               Παρατηρούμε πως η στήλη ένα σχετίζεται με την δύο όπως και η στήλη τρία με την τέσσερα. Οι αντιφατικές σχέσεις είναι πανομοιότυπες καθώς είναι αυτοαναιρούμενες κατά παρόμοιο τρόπο. Το παράδειγμα αυτό παρουσιάζει μια μεταβατική μορφολογία της δομής της μυθικής σκέψης.

              Μέσα από αυτή την ανάλυση μπορούμε να δούμε το νόημα του μύθου του Οιδίποδα. Ο μύθος έχει να κάνει με την ανικανότητα ενός πολιτισμού, που πιστεύει ότι η ανθρωπότητα είναι αυτόχθονη, να βρει μια ικανοποιητική μετάβαση μεταξύ της θεωρίας και της γνώσης ότι οι άνθρωποι γεννιούνται από την ένωση ενός άντρα με μια γυναίκα. Παρότι το πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί ο μύθος του Οιδίποδα παρέχει ένα λογικό εργαλείο που σχετίζει το αρχικό πρόβλημα - γέννηση από ένα ή γέννηση από δύο; - με το παράγωγο πρόβλημα - γέννηση από διαφορετικά ή γέννηση από παρόμοια; Σύμφωνα με την συσχέτιση αυτού του τύπου η υπερεκτίμηση των συγγενικών δεσμών και η υποτίμηση των συγγενικών δεσμών είναι ότι και η προσπάθεια της διαφυγής από την αυτοχθονία και η ανικανότητα να επιτύχεις σε αυτή.

               Ο Campbell αναλύει επίσης τα συγκρουόμενα θέματα που εμφανίζονται στους μύθους. Οι κοσμογονικοί μύθοι πολλές φορές παρουσιάζουν τις συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στον δημιουργημένο κόσμο μέσα από δύο όψεις. Κατά τον Campbell (Campbell, 1993, p. 288) σε αυτό το σημείο έγκειται το βασικό παράδοξο του μύθου, το παράδοξο της διπλής εστίασης. "Κατά την αρχή του κοσμογονικού κύκλου από την μία μπορούμε να πούμε πως ο Θεός δεν συμμετείχε στο γεγονός, συγχρόνως όμως ο Θεός είναι ο δημιουργός-σωτήρας-καταστροφέας. Για αυτόν τον λόγο σε αυτή την κρίσιμη χρονική στιγμή όπου το Ένα σπάει σε πολλά, το πεπρωμένο ταυτοχρόνως δημιουργεί και δημιουργείται. Από την οπτική της πηγής ο κόσμος είναι μια μεγαλειώδης αρμονία μορφών που δημιουργούνται, εκρήγνυνται και εξαφανίζονται. Από την πλευρά όμως των πλασμάτων που κατοικούν τον κόσμο, αυτό που βιώνεται είναι μια τρομερή κακοφωνία κραυγών πολέμου και πόνου. Οι μύθοι δεν αρνούνται αυτήν την αγωνία (πχ η σταύρωση) αλλά αποκαλύπτουν μέσα, πίσω και γύρω από αυτή την απαραίτητη γαλήνη (πχ the heavenly rose)."


               Οι δύο κόσμοι του μύθου ο θεϊκός και ο ανθρώπινος μπορούν να παρασταθούν μόνο σαν αντιδιαμετρικά διαφορετικοί μεταξύ τους. Διαφορετικοί όπως η ζωή και ο θάνατος ή η ημέρα και η νύχτα. Ο ήρωας ταξιδεύει πέρα από την γνωστή γη στο σκοτάδι. Εκεί πραγματοποιεί την περιπέτεια του ή χάνεται, φυλακίζεται ή βρίσκεται σε κίνδυνο και η επιστροφή του περιγράφεται σαν την επιστροφή από έναν μακρινό τόπο. Παρόλα αυτά οι δύο κόσμοι είναι στην πραγματικότητας ένας. Το βασίλειο των θεών είναι μια ξεχασμένη διάσταση του κόσμου που γνωρίζουμε. Η εξερεύνηση αυτής της διάστασης με προθυμία ή χωρίς αποτελεί τον άθλο του ήρωα. Οι αξίες και οι διαφοροποιήσεις που στην "κανονική" ζωή φαίνονται ουσιώδεις εξαφανίζονται  μπροστά στην αφομοίωση του εαυτού με το στοιχείο αυτό που ήταν πρωτίστως ξένο (Campbell, 1993, p. 217).

              Σε ορισμένες ανατολικές μυθολογίες το υπόβαθρο στο οποίο ανήκει το άτομο είναι το ίδιο με αυτό του δημιουργού του σύμπαντος. Για αυτόν τον λόγο η θεϊκή δύναμη αυτών των μύθων ονομάζεται Εαυτός (Campbell, 1993).


Μορφολογία Propp. Λειτουργίες του μύθου. Μύθος σαν δομικό πλαίσιο πληροφοριών

              Ο Όμηρος θεωρείται ένας ολοκληρωμένος ποιητής και τέλειος τεχνίτης. Φαίνεται όμως πως διέθετε κάποιου είδος φρασεολόγιο στο κεφάλι του και με αυτό συνέρραπτε προκατασκευασμένα μέρη. Μόνο ένα μικρό τμήμα των λέξεων στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια δεν ανήκε σε λογότυπους ή σε λογότυπους σε πολύ μεγάλο βαθμό προβλέψιμους. Ίσως από αυτό το γεγονός να προέρχεται και ο όρος ραψωδείν, από το ράπτειν και ωδή που σημαίνει συρράπτω άσματα (Ong, 1982, p. 26).
             
              Ο Parry (Parry, 1987, p. 272) ορίζει τον λογότυπο σαν: "μια ομάδα λέξεων που χρησιμοποιείται τακτικά κάτω από τις ίδιες μετρικές συνθήκες για να εκφράσει μια δεδομένη βασική ιδέα". Ο David E. Bynum (Bynum, 1978, p. 11) παρατήρησε πως οι "βασικές ιδέες" του ορισμού του Parry δεν είναι τόσο απλές όσο υπονοεί η συντομία του ορισμού τους, η συνηθισμένη συντομία των ίδιων των λογοτύπων, η συμβατικότητα του επικού ύφους ή η κοινοτοπία της λεκτικής αναφοράς των περισσότερων λογοτύπων.

              Ο Bynum διακρίνει τα "λογοτυπικά" στοιχεία από τις "αυστηρά λογοτυπικές" (πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενες) φράσεις. Αν και οι αυστηρά λογοτυπικές φράσεις χαρακτηρίζουν την προφορική ποίηση στην ποίηση αυτή εμφανίζονται και επανεμφανίζονται σε συμπλέγματα. "Τα συμπλέγματα αποτελούν τις οργανωτικές αρχές των λογοτύπων, βάσει των οποίων η "βασική ιδέα" δεν υπόκειται σε σαφή, άμεση διατύπωση, αλλά συνιστά μάλλον ένα είδος μυθοπλαστικού συμπλέγματος που διατηρεί την συνοχή του κυρίως στο ασυνείδητο".

              Για παράδειγμα στο στοιχειώδες μυθοπλαστικό  στοιχείο που ο Bynum (daemon woods) αποκαλεί σχήμα "Δύο-Δέντρα" οι έννοιες του χωρισμού, της ανιδιοτέλειας και του απρόβλεπτου κινδύνου συγκεντρώνονται γύρω από ένα δέντρο (το πράσινο) και οι ιδέες της ενοποίησης, της ανταπόδοσης και της αμοιβαιότητας συσσωρεύονται γύρω από το άλλο (το ξερό δέντρο, το πελεκημένο ξύλο) (Ong, 1982, p. 30).

              Έχει σημασία να σημειώσουμε την παρατήρηση του Bynum, δηλαδή την εμφάνιση μυθοπλαστικών συμπλεγμάτων στην προφορική αφήγηση που υπονοούν έννοιες με υποσεινήδητη πηγή. Μπορούμε να δούμε την σχέση που έχουν οι έννοιες των λογότυπων με τα αρχέτυπα που πηγάζουν στο υποσυνείδητο.

              Τα σύμβολα αποτελούν το μέσο της επικοινωνίας και όχι το περιεχόμενο (την κεντρική ιδέα) που αντιπροσωπεύουν.

              Το τι ακριβώς είναι ένας προφορικός λογότυπος (formula) και πως λειτουργεί εξαρτάται από την παράδοση στην οποία χρησιμοποιείται. Παρόλα αυτά υπάρχουν πολλές φορές κοινές έννοιες μεταξύ των παραδόσεων με αποτέλεσμα ένας λογότυπος να έχει ισχύ σε παραπάνω από μια παραδόσεις (Ong, 1982, p. 31).

 
              "Οι τυποποιημένοι λογότυποι ομαδοποιούνταν γύρω από τυποποιημένα θέματα, όπως η συνέλευση, η συγκέντρωση του στρατού, η μονομαχία, η λεηλασία των ηττημένων, η ασπίδα του ήρωα κ.ο.κ. Ένα ρεπερτόριο παρόμοιων θεμάτων βρίσκουμε στην προφορική αφήγηση και τα άλλα προφορικά είδη σε όλο τον κόσμο (Ong, 1982, p. 27)."

              Ο Havelock (Havelock, 1982) γράφει πως οι έλληνες της ομηρικής εποχής έδιναν αξία τα στερεότυπα επειδή τόσο οι ποιητές όσο και όλος ο προφορικός νοητικός κόσμος ή ο κόσμος της σκέψης στηριζόταν πάνω στην λογοτυπική συγκρότηση της σκέψης. Σε έναν προφορικό πολιτισμό μόλις αποκτηθεί μια γνώση πρέπει να επαναλαμβάνεται συνεχώς για να μην χαθεί.

              Tα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ομηρικής ποίησης οφείλονται στην οικονομία που επιβάλει ο προφορικός τρόπος σύνθεσης. Παραδείγματος χάρη τα επίθετα που χρησιμοποιούνται για το κρασί διαφέρουν όλα μετρικά μεταξύ τους και η χρήση ενός επιθέτου δεν καθορίζεται τόσο από το ακριβές του νόημα αλλά περισσότερο από τις μετρικές ανάγκες του αποσπάσματος στο οποίο εμφανίζεται. Οι μετρικές ανάγκες καθορίζουν την επιλογή των λέξεων από κάθε ποιητή που συνθέτει έμμετρα (Ong, 1982, p. 24).
             
              Η Ιλιάδα δομείται από την λογοτυπική τάση να επαναλαμβάνονται στο τέλος ενός επεισοδίου στοιχεία από την αρχή του. "Το έπος είναι φτιαγμένο σαν ένα κινέζικο παζλ, κουτιά μέσα σε κουτιά (Ong, 1982, p. 33)."

              "Η γλώσσα που από χρόνια διαμορφώθηκε από τους επικούς ποιητές με τη χρήση παλιών καθιερωμένων εκφράσεων, τις οποίες διατηρούσαν και/ή επεξεργάζονταν ξανά, κυρίως για μετρικούς λόγους. Η γλώσσα τους δεν είναι ελληνικά που άνθρωποι είχαν ποτέ μιλήσει στην καθημερινή τους ζωή, αλλά τα ελληνικά που είχαν ειδικά διαμορφωθεί από την χρήση των ραψωδών και που για γενιές τα μάθαιναν ο ένας από τον άλλο". Παρόμοια γλώσσα συναντάμε και σήμερα στα αγγλικά που χρησιμοποιούνται στα παραμύθια (Ong, 1982, p. 27).

              Ο Lévi-Strauss περιγράφει την μυθική σκέψη σαν μια μορφή εννοιολογικής σκέψης (conceptual thinking). Γράφει πως στους μύθους χρησιμοποιούνται φορείς παραπλήσιοι με το πρόβλημα που περιγράφεται. Σαν παράδειγμα αναφέρει την χρησιμοποίηση ενός δυαδικού φορέα (ένα επίπεδο ψάρι που φαίνεται μόνο από την πλάγια του όψη) για την περιγραφή ενός δυαδικού προβλήματος (η περιοδικότητα των ανέμων) (Levi-Strauss, 1995).



Μύθος και μνήμη

              Ο Robert Wood πίστευε πως ο Όμηρος ήταν αναλφάβητος και ότι η δύναμη της μνήμης του του επέτρεπε να παράγει την ποίηση του. Υποστήριζε πως η μνήμη παίζει ένα τελείως διαφορετικό ρόλο σε έναν προφορικό απ' ότι σε έναν εγγράμματο πολιτισμό.

              Η μνήμη στους πρωταρχικά προφορικούς πολιτισμούς λειτουργεί κάνοντας σκέψεις που απομνημονεύονται. Οι σκέψεις αυτές στηρίζονται πάνω σε μνημοτεχνικά πρότυπα, διαμορφωμένα για εύχερη προφορική επανάληψη. Επιπλέον γεννιούνται σε έντονα ρυθμικά και ισορροπημένα πρότυπα, εκτυλίσσονται με επαναλήψεις ή αντιθέσεις, με παρηχήσεις και με συνηχήσεις, με κατηγορηματικές και άλλες λογοτυπικές εκφράσεις, με καθορισμένη θεματική διάταξη (πχ το συμβούλιο, το γεύμα, η μονομαχία, ο "βοηθός" του ήρωα κ.οκ). 

Η διατήρηση και η ανάπτυξη μιας σκέψης αναπτύσσεται ακόμα με παροιμίες διατυπωμένες με τρόπο ώστε να ανακαλούνται έυκολα από την μνήμη. Η στηριγμένη στην προφορικότητα παρατεταμένη σκέψη ακόμα και όταν δεν παίρνει την μορφή στίχου πρέπει να είναι εντόνως ρυθμική καθώς ο ρυθμός βοηθά την ανάκληση ακόμη και για λόγους που σχετίζονται με την φυσιολογία (υπάρχει στεν΄σχέση μεταξύ των ρυθμικών προφορικών προτύπων με την αναπνευστική λειτουργία, τις χειρονομίες και τη διμερή συμμετρία του ανθρωπίνου σώμματος). Οι ρυθμικές εκφράσεις αυτού του είδους αποτελούν την ουσία της ίδιας της σκέψης καθώς η σκέψη συγκροτείται από αυτές. Ο ίδιος ο νόμος στους πρωταρχικά προφορικούς πολιτισμούς εμπεριέχεται σε λογοτυπικές ρήσεις, παροιμίες που δεν είναι απλώς νομολογικές διακοσμήσεις αλλά από μόνες τους συνιστούν τον νόμο (Ong, 1982, p. 45).

              Σε έναν προφορικός πολιτισμό η εμπειρία διανοητικοποιείται μνημοτεχνικά. Βέβαια κάθε έκφραση και σκέψη είναι σε κάποιο βαθμό λογότυπος υπό την έννοια ότι κάθε λέξη και κάθε ιδέα που αποδίδεται με λέξεις είναι ένα είδος φόρμουλας, ένας παγιωμένος τρόπος επεξεργασίας των δεδομένων της εμπειρίας (Ong, 1982, p. 46).


Η ψυχολογική σημασία του μύθου

              Μέσα από τους μύθους και τα παραμύθια (wonder tale) που υποτίθεται περιγράφουν τις ζωές μυθικών ηρώων, τις δυνάμεις των θεοτήτων της φύσης, των πνευμάτων των νεκρών και των τοτεμικών προγόνων ενός πολιτισμού δίνεται συμβολική έκφραση σε υποσυνείδητες επιθυμίες, φόβους και εντάσεις που υπόκεινται στα συνειδητά μοτίβα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η μυθολογία με άλλα λόγια είναι ψυχολογία παρερμηνευμένη σαν βιογραφία, ιστορία και κοσμολογία (Campbell, 1993, p. 256).

              Ο Róheim γράφει πως "σε κάθε πρωτόγονη φυλή (ουσιαστικά κάθε πρωταρχικά προφορικός πολιτισμός) βρίσκουμε τον μάγο-γιατρό (σαμάνο) στο επίκεντρο της κοινωνίας και είναι εύκολο να αποδείξουμε πως αυτός ο μάγος-γιατρός είναι ή νευρωτικός ή ψυχωτικός ή τουλάχιστον η τέχνη του είναι βασισμένη στους μηχανισμούς μιας νεύρωσης ή μιας ψύχωσης. Οι ανθρώπινες ομάδες δραστηριοποιούνται βάσει των συλλογικών ιδανικών τους τα οποία είναι πάντα βασισμένα στην βρεφική κατάσταση. Η βρεφική κατάσταση τροποποιείται ή αντιστρέφεται μέσω της διαδικασίας της ωρίμανσης και πάλι τροποποιείται από τις αναγκαίες προσαρμογές στην πραγματικότητα. Παρόλα αυτά η βρεφική κατάσταση υπάρχει και τροφοδοτεί τους αόρατους "λιμπιντικούς" δεσμούς που χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν ανθρώπινες ομάδες. Ο σαμάνος πολεμάει τους "δαίμονες" έτσι ώστε τα υπόλοιπα μέλη να μπορούν να κυνηγούν και γενικότερα να πολεμούν την πραγματικότητα (Campbell, 1993)."

              Ο Campbell (Campbell, 1993) γράφει πως ο ρόλος του μάγου-γιατρού είναι να κάνει ορατά και δημόσια τα συστήματα συμβολικής φαντασίας που είναι παρόντα στον ψυχισμό κάθε ενήλικα στην πρωτόγονη κοινότητα.

              Οι ψυχολογικοί κίνδυνοι τους οποίους οι πρόγονοι μας αντιμετώπιζαν μέσα από τα σύμβολα και τις πνευματικές ασκήσεις της μυθολογίας και της θρησκευτικής τους παράδοσης στις σύγχρονες κοινωνίες οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να τους αντιμετωπίζουν μόνοι ή με όχι πολύ αποτελεσματική καθοδήγηση. Ο Campbell θεωρεί πως αυτό είναι ένα σημαντικό ψυχολογικό πρόβλημα μιας κοινωνίας στην οποία "όλοι οι θεοί και οι δαίμονες έχουν εξαφανισθεί μέσα από την εκλογίκευση (Campbell, 1993, p. 104)."

              Όταν η ποιητική του μύθου ερμηνεύεται σαν βιογραφία, ιστορία ή επιστήμη, χάνεται τελείως η αξία της και οι ζωντανές εικόνες του μύθου καταντούν απόμακρα γεγονότα μιας ξεχασμένης εποχής. "Όταν ένας πολιτισμός ερμηνεύει την μυθολογία του με αυτόν τον τρόπο, χάνεται η ζωή από μέσα της, οι ναοί καταντούν μουσεία και η σύνδεση μεταξύ των δύο προοπτικών εξαλείφεται (Campbell, 1993, p. 249)."


 Μύθος και όνειρα

O Josheph Campbell λέει χαρακτηριστικά πως «το όνειρο είναι ο προσωποποιημένος μύθος και ο μύθος είναι το απροσοποποιημένο όνειρο».
              Σύμφωνα με την δημοσιευμένη ψυχαναλυτική βιβλιογραφία οι ονειρικές πηγές και τα σύμβολα μπορούν να αναλυθούν μαζί με την αφανή τους σημασία για το ασυνείδητο και την λειτουργία τους για τον ψυχισμό του ατόμου. Η υπόθεση ότι οι διδάσκαλοι του παρελθόντος τα ενέταξαν συνειδητά σαν μεταφορές παραμένει αδιάφορη.  Η σιωπηλή παραδοχή που επικρατεί είναι ότι οι μεγάλοι δάσκαλοι (με εξαίρεση συγκεκριμένους Έλληνες και Ρωμαίους) ήταν νευρωτικά άτομα που παρερμήνευαν τις αναιτιολόγητες φαντασιώσεις τους σαν μεγάλες ανακαλύψεις. Στο ίδιο πνεύμα οι ανακαλύψεις της ψυχανάλυσης θεωρούνται από πολλούς μη ειδήμονες παράγωγα του "πονηρού μυαλού" του Segmund Freud (Campbell, 1993, p. 178).

              Ο συμβολισμός της μυθολογίας έχει μια ιδιαίτερη ψυχολογική σπουδαιότητα. Συγκεκριμένα από το έργο των ψυχαναλυτών προκύπτει είτε οι μύθοι έχουν ονειρική φύση είτε ότι τα όνειρα είναι συμπτωματικά της δυναμικής που εμφανίζεται στον ψυχισμό του ατόμου. Ο Sigmund Freud, ο Carl G. Jung, ο Wilhelm Stekel, ο Otto Rank, ο Karl Abraham, ο Géza Róheim και πολύ άλλοι έχουν αναπτύξει μια ευρέως καταγεγραμμένη μοντέρνα παράδοση ονειρικής και μυθικής ερμηνείας. Παρότι οι παραπάνω επιστήμονες διαφέρουν σε σημεία μεταξύ τους, όλοι συγκλίνουν σε μια μεγάλη ενιαία κίνηση με ένα μεγάλο σώμα κοινών αρχών.  "Με την ανακάλυψη ότι τα μοτίβα και η λογική των μύθων και των παραμυθιών αντιστοιχούν σε αυτά των ονείρων το χαμένο κύρος των χιμαιρών του αρχαίου ανθρώπου επέστρεψε δραματικά στο προσκήνιο της μοντέρνας συνείδησης (Campbell, 1993, p. 255)."

              Οι μύθοι δεν είναι ακριβώς συγκρίσιμοι με τα όνειρα. Οι μορφές τους προέρχονται από τις ίδιες πηγές με τα όνειρα, το υποσυνείδητο, και η γραμματική τους είναι κοινή όμως ο μύθος δεν είναι το αυθόρμητο προϊόν του ύπνου. Τα μοτίβα των μύθων είναι συνειδητά ελεγχόμενα και η λειτουργία τους είναι να προσφέρουν μια ισχυρή συμβολική γλώσσα για την μετάδοση και την επικοινωνία της παραδοσιακής σοφίας (Campbell, 1993). 


 Συναισθηματική ανάπτυξη μέσα από τον μύθο

Ο Campbell (Campbell, 1993, p. 173) αναφέρει κατά τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης ενός βρέφους μπορούν να παρατηρηθούν συμπτώματα μιας αναδυόμενης μυθολογίας, μιας κατάστασης πέρα από την επιρροή του χρόνου. Τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται σαν αντιδράσεις και αυθόρμητες άμυνες ενάντια στις φαντασιώσεις καταστροφής του σώματος που προκύπτουν στο παιδί όταν στερείται την μητέρα του. Το βρέφος αντιδρά με κρίσεις θυμού που ακολουθούνται από την φαντασίωση της διαμέλισις του σώματος της μητέρας. Σαν επακόλουθο αυτών των ορμών ακολουθούν φόβοι αντίποινας και η φαντασίωση ότι θα αφαιρεθεί το εσωτερικό του σώματος του.
.
Οι παιδικές φαντασιώσεις που τρέφουμε στο υποσυνείδητο  συναντώνται συνεχώς στον μύθο, το παραμύθι και στα διδάγματα της εκκλησίας σαν σύμβολα άθραυστης ύπαρξης. Το γεγονός αυτό βοηθά το μυαλό να νιώθει οικίες τις εικόνες και να ξαναθυμάται κάτι που του είναι γνωστό. Τα σύμβολα αυτά όμως μπορεί να παίξουν παρεμποδιστικό ρόλο στην ψυχολογική ανάπτυξη του ατόμου. Τα συναισθήματα που αναδύονται αναπαύονται πάνω στα σύμβολα και αντιδρούν σθεναρά σε κάθε προσπάθεια να τα ξεπεράσουν.  Το άτομο απελευθερώνεται όταν τα υπερβεί ολοκληρωτικά (Campbell, 1993).

Επιμέλεια, προσαρμογή, εικονογράφηση  κειμένου  από τον γράφοντα.