Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα διαμέσου των Αιώνων



Από πού προέρχεται η λέξη κάλαντα


Ο όρος «Κάλαντα» προέρχεται από τη λατινική λέξη Calendae (Καλένδες) που σημαίνει πρωτομηνιά στο Ρωμαϊκό ημερολόγιο.


Το έθιμο των Καλάντων όμως αντλεί τις ρίζες του πολύ πιο βαθιά στο παρελθόν, και πιο συγκεκριμένα στα βάθη της  Ελληνικής Αρχαιότητας, όταν οι παιδικές φωνές αντηχούσαν στις γειτονιές των αστικών κέντρων αλλά και στην ύπαιθρο, όταν υμνούσαν τον «Αγερμό» την «Ειρεσιώνη», τα «Κορωνίσματα» και τα «Χελιδονίσματα»


Τα Κάλαντα στην Αρχαία Ελλάδα 


Την εποχή του Ομήρου στη Σάμο, ή και αργότερα στην Αθήνα, κατά τις ετήσιες «Νουμηνίες», (δηλαδή το νέο μήνα –μια έννοια ευρύτερη που αναφερόταν στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής) τα παιδιά επισκέπτονταν ένα-ένα τα σπίτια της γειτονιάς τους κρατώντας στο χέρι ένα κλαδί ελιάς που ήταν διακοσμημένο με μαλλί από μικρά προβατάκια (δηλαδή «έριο» στα αρχαία ελληνικά και γι’ αυτό οι γιορτές ονομάζονταν «Ειρεσιώνη»), και άλλα γούρικα αντικείμενα όπως βάζα με μέλι, λάδι ή κρασί. Εκεί τραγουδούσαν ευχές για την καλή σοδειά και καλωσορίσματα για τα χελιδόνια («Χελιδονίσματα») χαιρετίζοντας έτσι την άνοιξη που πλησίαζε. Διαβαίνοντας το κατώφλι του νοικοκύρη έψαλλαν ευχές για πλούτη και ειρήνη. 

Με λίγα λόγια, γιόρταζαν με το δικό τους τρόπο την «καρδιά» του χειμώνα που σιγά-σιγά θα έδινε τη θέση του στην άνοιξη. 


Μια χαρακτηριστική μελωδία για τις «Νουμηνίες» από την Αρχαία Ελλάδα :
 «Δώμα προσετραπόμεσθ’  ανδρός μέγα δυναμένοιο, ος μέγα δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί, αυταί ανακλίνεσθε θύραι. Πλούτος γαρ έσεισι
πολλός, συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’  αγαθή. Όσα δ’  άγγεα, μεστά μεν είη, κυρβαίη δ’  αιεί κατά καρδόπου έρπει μάζα,
του παιδός δε γυνή καταδιφράδα βήσεται ύμμιν, ημίονοι δ’  άξουσι κραταίποδες ες τόδε δώμα, αυτή δ’  ιστόν υφαίνει επ’  ηλέκτρου βεβαυία
Νευμαί τοι νεύμαι ενιαύσιος ώστε χελιδών Εστηκ’  εν πορφύροις
».


Δηλαδή: « Σ΄ αυτό το σπίτι πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη ας ανοιχτούν οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα να μπει άφθονη η χαρά κι η ποθητή ειρήνη
για να γεμίσουν τα σταμνιά, κι οι χωματένιες κύρβεις και να φουσκώσει η σκάφη του ζυμάρι κριθαρένιο. Και η γυναίκα του υγιού με σύνεση μεγάλη ας έρθει μεσ’  στο σπίτι αυτό με δυνατά μουλάρια για να υφάνει το πανί σ’ αντί κεχριμπαρένιο και γύρω να φτεροκοπούν χρονιάρικα χελιδόνια και ερυθρόχρωμα πουλιά αντάμα να πετούνε
».


Μόλις τελείωναν, τότε ο νοικοκύρης άνοιγε το δωμάτιο με τις ετήσιες σοδειές και πρόσφερε στα παιδιά ό,τι καλύτερο είχε. Μα αν τολμούσε να αργήσει έστω και λίγο, τότε τα παιδιά συνέχιζαν ψέλνοντας: 


«Ει μεν τι δώσεις ει δε μη, ουχ εστήξομεν  ου γαρ συνοικήσοντες ενθάδ’ ήλθομεν».


Δηλαδή: «Είτε μας δώσεις κάτι, είτε όχι, εμείς δεν θα καθίσουμε διότι δεν ήλθαμε να συγκατοικήσουμε εδώ».


Τα Κάλαντα στις αρχές του Χριστιανισμού


Με την επικράτηση του Χριστιανισμού τα Κάλαντα της αρχαίας Ελλάδας ξεχάστηκαν, εξ’ αιτίας της γενικότερης τάσης για αφανισμό και απαγόρευση κάθε είδους ειδωλολατρικού στοιχείου από την καθημερινότητα.   


Κατά τη διάρκεια μάλιστα της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύτηκε κάθε μορφής τραγούδι ή άλλος κοσμικός ύμνος, και όταν ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερωτήθηκε τι επιτρέπεται να τραγουδά ο κόσμος, εκείνος απάντησε: «Τους ψαλμούς του Δαβίδ»! 


Ίσως γι’ αυτό να γράφτηκε και ο παρακάτω ύμνος, ο οποίος αναφερόταν στον Άγιο Βασίλη, έναν από τους τρεις μεγάλους δασκάλους της Χριστιανοσύνης, που αρνιόταν να τραγουδήσει ύμνους κοσμικούς: 


- Βασίλη πόθεν έρχεσαι, Βασίλη που πηγαίνεις;
- Απ, την Καισαρεία έρχομαι στο σπίτι μου πηγαίνω.
- Βασίλη για τραγούδησε, Βασίλη πες τραγούδια.
- Εμένα οι γονείδες μου τραγούδια δε μου μάθαν,
μονέ με στέλναν στο σχολειό να μάθω γραμματάκια...


Τα Κάλαντα στα νεότερα χρόνια 


Οι αιώνες, οι χιλιετηρίδες πέρασαν και τα Κάλαντα της αρχαιότητας καταπολεμήθηκαν. Παρ’  όλα αυτά σήμερα, τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, τα τραγούδια αυτά έχουν νικήσει το χρόνο και τραγουδιούνται με την ίδια σπουδαιότητα και χαρμόσυνη διάθεση όπως τότε, αλλά με διαφορετική μορφή και για διαφορετικούς λόγους.  Αντίθετα μάλιστα, ενσωματώθηκαν στη χριστιανική παράδοση και συνεχίζουν να μοιράζουν ευχές για καλή χρονιά και πλούσιες σοδειές.



Επάνω ακριβώς στο ίδιο μοτίβο των αρχαίων ύμνων που αναφέραμε διαμορφώθηκαν τα πρώτα Κάλαντα του σύγχρονου χριστιανικού Ελληνισμού.


Κάλαντα για το Σπιτικό και για όλη την Οικογένεια


«Χριστούγεννα πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου για βγείτε δείτε μάθετε όπου ο Χριστός γεννάται γεννάται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα
το μέλι τρώνε οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες....» 


Για το νοικοκύρη του σπιτιού τραγουδάνε τα παρακάτω:


«Αφέντη όταν γεννήθηκες, σε θρέφανε λιοντάρια κι εβγήκες ο ξεδιαλεχτός μέσα στα παλικάρια. Άλλοι κουρσεύουν με σπαθιά κι άλλοι με δοξάρια,
Και συ, τι θάμα είν’ αυτό! κουρσεύεις με το μάτι. Και του ματιού σου η σαϊτιά πύργους ξεθεμελιώνει, Πύργους και πετροπήγαδα κι αυλές μαρμαρωμένες»

Για την κυρά του σπιτιού τραγουδάνε τα παρακάτω:

«Πολλά είπαμε αφέντη μου, τώρα να πούμε της κυράς σου. Κυρά μ’  όταν θα στολιστείς στην εκκλησιά να πάγεις βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι και του κοράκου το φτερό βάζεις καμαροφρύδι»


Για την κόρη που ήταν για παντρειά τραγουδάνε τα παρακάτω: 


«Σε τούτο σπίτι που ‘ρθαμε με μάρμαρο στρωμένο εδώ ‘χουν κόρη παντρειά κόρη για αρραβώνα την τάζουν για το Βασιλιά, την τάζουν για το Ρήγα
Δεν θέλω γιο του βασιλιά δεν θέλω γιο του Ρήγα μόν’ θέλω τ’ αρχοντόπουλο που περπατά καβάλα...»


Όλα όμως τα τραγούδια έχουν το ίδιο εξής τέλος: 


«Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε μόνε σας αγαπήσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε. Δώστε μας και τον κόκορα δώστε μας και την κότα
Δώστε μας και πεντ’ έξι αυγά να πάμε σ’ άλλη πόρτα».


Τα Κάλαντα του Τριέσπερου τέλος , έρχονται ευθέως από τους Αρχαίους Χρόνους , και ακόμα τραγουδιούνται στην Κύπρο σε ορισμένα ορεινά χωριά.


Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας  Ηλιου τη θεία γέννηση να πω στ' 'αρχοντικό σας.  Απόλλων΄ άρχοντα θεέ, έλα ξανά κοντά μας  συ φωτοδότη Βασιλιά, φώτισε την καρδιά μας. Λιώσε τα χιόνια στα βουνά ζεστανε τα πλατάνια  φέρε μας γέλια και χαρά, ειρήνη και ζωντάνια.  Στο σπίτι αυτό που μπήκαμε οι εστίες να μη σβήσουν  κι όλοι οι νοικοκυραίοι του χίλια χρόνια να ζήσουν.

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Ο μύθος και η ιστορία του Αι Βασίλη




Την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. πεθαίνει στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, σε ηλικία μόλις 49 χρόνων, ο Μέγας Βασίλειος. Οι σύγχρονοί του, ενώ ζούσε ακόμη, τον ονόμασαν «Μέγα», τόσο για την πίστη, τη σοφία και τη σωφροσύνη του, όσο και για τη φιλανθρωπία και τη γενναιοδωρία του.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Μητροπολίτης Καισάρειας, εκτός από τη δριμεία μάχη του εναντίον του αρειανισμού με λόγους και συγγράμματα, μερίμνησε να χτιστούν παντού νοσοκομεία, φτωχοκομεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία και φρόντιζε πάντα όσους είχαν την ανάγκη του. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια, μα πέθανε πάμφτωχος, έχοντας σπαταλήσει όλη την περιουσία του για τη φροντίδα του ποιμνίου του. Η εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο και Μέγα και καθιέρωσε τη γιορτή του την ημέρα του θανάτου του, την 1η Ιανουαρίου και μαζί τη δημιουργία του θρύλου του Αϊ Βασίλη των Ελλήνων.

Ο ΑΙ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ
 Ο χριστουγεννιάτικος Αϊ-Βασίλης αποτελεί σήμερα μια διεθνή λαογραφική μορφή, η οποία διανέμει δώρα σε παιδιά και ενηλίκους, που υπήρξαν «καλοί» κατά τη διάρκεια του έτους. Είναι κυρίαρχο πρόσωπο του εορτασμού των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. 

Η γνωστή μορφή με την κόκκινη στολή, τη λευκή γενειάδα, πάντα χαμογελαστός, με το σάκο του γεμάτο δώρα, πάνω σε έλκηθρο που το σέρνουν ζωηρά ελάφια ή τάρανδοι αποτελεί σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα τον πλέον αγαπημένο ήρωα των παιδιών τις ημέρες των εορτών, ακόμη και σε χώρες μη χριστιανικές. Ξεκινά κάθε χρόνο από κάποια άγνωστη χώρα του Βορρά για να χαρίσει δώρα και χαρά σ’ όλα τα παιδιά της γης.

Είναι ακριβώς ο ίδιος ο «Father Christmas», ο Πατέρας Χριστούγεννα των Άγγλων, ο «Περ Νοέλ» των Γάλλων, ο «Σίντερ-Κλάας» των Ολλανδών, ο «Βάιναχτσμαν» των Γερμανών, ο «Λαμ-Κουνγκ-Κουνγκ» (= ο Καλός γερο-πατέρας) των Κινέζων, ο «Χοτέισο» των Ιαπώνων. 

Η παράδοση αυτή έχει τις ρίζες της στη γιορτή του Χειμερινού Ηλιοστάσιου, που γιόρταζαν, από την προϊστορική ακόμη εποχή, όλοι σχεδόν οι λαοί της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης. Τη μέρα εκείνη οι άρχοντες κάθε τόπου συνήθιζαν να γιορτάζουν μαζί με τους υπηκόους τους στους δρόμους, προσφέροντας δώρα στα μικρά παιδιά, φυτεύοντας και στολίζοντας αειθαλή δένδρα και φτιάχνοντας στεφάνια από τα κλωνάρια τους, σύμβολο αιώνιας ζωής..

Οι αρχαίοι Ρωμαίοι στις 25 Δεκεμβρίου γιόρταζαν τα Μπρουμάλια (η λέξη υποδηλώνει τη μικρότερη ημέρα του χρόνου, dies brevissima > brevma > bruma). Σε αυτά τιμούσαν την «ημέρα της γεννήσεως του αήττητου Ήλιου» (dies natalis invicti Solis), αφού ο Ήλιος από τις ημέρες εκείνες έπαυε να χαμηλώνει την τροχιά του και άρχιζε να επανέρχεται ψηλά στον ουρανό θριαμβευτής, για να ξαναφέρει τη ζέστη και τη ζωή στην παγωμένη φύση. Κάποιους αιώνες αργότερα (επισήμως από τον 6ο μ.Χ. αι.) ο χριστιανισμός υιοθέτησε την ημερομηνία αλλάζοντας το τιμώμενο πρόσωπο στον «Ήλιο της Δικαιοσύνης», κατά το τροπάριο των Χριστουγέννων, τον Ιησού Χριστό.

Στις παραδόσεις όλων των λαών της Ευρώπης υπάρχει παντού κάποιο μυθικό πρόσωπο -νεράιδα, ξωτικό ή θεός- που κάποια συγκεκριμένη μέρα του χρόνου και για κάποιο συγκεκριμένο λόγο μοιράζει δώρα στα μικρά παιδιά. Τέτοιος είναι ο καλοκάγαθος γίγαντας Γκαργκάν στην παράδοση των Κελτών, που κουβαλούσε πάντα ένα τεράστιο καλάθι γεμάτο δώρα, η Λα Μπεφάνα στην Ιταλία, που μοίραζε δώρα στα παιδιά και αποκάλυπτε στις νέες και στους νέους μυστικά σχετικά με το μελλοντικό τους γάμο, σαν τιμωρία που αμέλησε να ακολουθήσει τους τρεις μάγους κατά την επίσκεψή τους στο νεογέννητο Χριστό, αλλά και η γριά Μπαμπούσκα στη ρωσική παράδοση, που καταδικάστηκε να τριγυρνάει την ημέρα των Θεοφανίων και να μοιράζει δώρα στα παιδιά, επειδή έδωσε λάθος κατευθύνσεις για το δρόμο προς τη Βηθλεέμ. 

 
Στην ευρωπαϊκή δύση το πρόσωπο του φορέα δώρων έχει ταυτιστεί με την ιστορία του Αγίου Νικολάου, αρχιεπίσκοπου Μύρων, που φημιζόταν για τη γενναιοδωρία του. Τα δικά του έργα ενέπνευσαν μετά το Μεσαίωνα τη δημιουργία της μυθικής μορφής του Sinterklaas, που τιμάται στην Ολλανδία, στο Βέλγιο και στη Γερμανία. Το 12ο αιώνα Γαλλίδες καλόγριες μοίραζαν δώρα στη μνήμη του Αγίου Νικολάου, την ημέρα της επετείου του θανάτου του (6 Δεκεμβρίου). Αυτή θεωρείται η απαρχή του εθίμου στη δυτική κουλτούρα. Την ίδια εποχή γίνεται ο συγκερασμός του Αγίου με τη πληθωρική σκανδιναβική θεότητα Οντίν, που διέθετε πλούσια γενειάδα και πετούσε καβάλα σε οκτάποδο άλογο.

Το όνομα Santa Claus είναι μία παράφραση του ολλανδικού ονόματος Sinterklaas, που μετέφεραν και εδραίωσαν στο Νέο Κόσμο, στο Νέο Άμστερνταμ (σήμερα Νέα Υόρκη) οι Ολλανδοί μετανάστες. Το Δεκέμβριο του 1773 και ξανά το 1774, εφημερίδα της Νέας Υόρκης αναφέρει ότι ομάδες ολλανδικών οικογενειών συγκεντρώθηκαν για να τιμήσουν την επέτειο του θανάτου του Αγίου Νικολάου. Το 1804 ο John Pintard, μέλος της New York Historical Society, στην ετήσια συγκέντρωση του συλλόγου, μοίρασε ξυλογραφίες με τη μορφή του Αγίου Νικολάου. Το φόντο της εικόνας περιλάμβανε οικείες εικόνες του αγίου και κάλτσες γεμάτες παιχνίδια και φρούτα, κρεμασμένες πάνω από ένα τζάκι. Το 1809 ο Washington Irving βοήθησε να ανεβεί η δημοτικότητα του Sinterklaas, όταν στο βιβλίο του The History of New York ανέφερε τον Άγιο Νικόλαο σαν προστάτη άγιο της Νέας Υόρκης. 
Το 1822 ο Αμερικανός συγγραφέας Κλέμεντ Μουρ έγραψε το ποίημα «The Night Before Christmas» για τις τρεις κόρες του. Εκεί υπάρχει η πρώτη περιγραφή του Santa Claus και της δράσης του στη σημερινή παγκόσμια εκδοχή. Το ποίημα αυτό δημοσιεύθηκε την 23η Δεκεμβρίου 1823 στην εφημερίδα «Sentinel».

Η ιστορία αυτή εικονογραφήθηκε από τον πατέρα του χιουμοριστικού αμερικανικού σχεδίου Τόμας Νάστ, γερμανικής καταγωγής, που δανείστηκε για τη δημιουργία του στοιχεία από την γερμανική λαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων, αλλά και την παραδομένη μορφή του πλανόδιου γερμανού εμπόρου. Σύμφωνα με μία άποψη ο Άγιος Βασίλης γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφυλίου, όταν ο Νάστ εργαζόταν στο Harpers Weekly, στο μεγαλύτερο περιοδικό της εποχής και του είχε ανατεθεί να απεικονίζει με αλληγορικές εικόνες τα δρώμενα του πολέμου. Μία από αυτές ήταν «Ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο», όπου παρουσιάζεται για πρώτη φορά ο Άγιος με τα χαρακτηριστικά ενός ευτραφούς άνδρα, ολοστρόγγυλου και ροδαλού, καλυμμένου από άστρα, ο οποίος μοίραζε δώρα σε ένα στρατόπεδο των Βορείων.

Βασισμένος στην επιτυχία που γνώρισε το έργο του το 1862, ο Νάστ συνέχισε να παράγει σχέδια του Άγιου Βασίλη κάθε Χριστούγεννα κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου. Και η σύλληψή του έγινε αποδεκτή, διότι έδωσε στην παραδοσιακή ασκητική, αυστηρή και αποστεωμένη εικόνα του Father Christmas, του Pelze-Nicol και του Pere Noel, μια άλλη διάσταση που αντικατόπτριζε την αφθονία και την ευμάρεια.

Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Αϊ-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώσει δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ «Μια επίσκεψη του Αγίου Νικόλα», όπου δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι.

Ο ΑΙ-ΒΑΣΙΛΗΣ & Η COCA-COLA


Μέχρι τη δεκαετία του 1930 η στολή του Αϊ-Βασίλη είχε τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Το 1931 ο αμερικανός σχεδιαστής Χέιντον Σάντμπλομ, για τις ανάγκες ενός διαφημιστικού της Coca-Cola, έβαψε τη στολή του αγίου με το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα του αναψυκτικού. Για να μη την ξεβάψει από τότε ποτέ!

Ο ΑΙ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ


Στην Ελλάδα και στην ορθόδοξη παράδοση το καλό πνεύμα της Πρωτοχρονιάς ταυτίστηκε εύκολα με το Μέγα Βασίλειο, το μεγάλο ιεράρχη, επίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, κορυφαίου θεολόγου του 4ου αιώνα και ενός από τους Τρεις Ιεράρχες, προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας.

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ένας βαθιά μορφωμένος και εξαιρετικά δραστήριος άνθρωπος. Γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου και από παιδί ακόμα έτυχε βαθιάς, χριστιανικής μόρφωσης. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Καισάρεια, στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα στην περίφημη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με στενή και ειλικρινή φιλία με το Γρηγόριο, που αργότερα έγινε επίσκοπος στη Ναζιανζό.

Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία, γεωμετρία, ιατρική, φιλολογία και φυσική στην Αθήνα και περιόδευσε στην Αίγυπτο, στη Μεσοποταμία, στην Παλαιστίνη και στην Κοίλη Συρία, για να γνωρίσει από κοντά τους ασκητές και να σπουδάσει το μοναχισμό, που τον γοήτευε πάντα. Με συντροφιά το φίλο του Γρηγόριο Ναζιανζηνό, συνέταξαν ένα απάνθισμα από τα έργα του Ωριγένη, τη «Φιλοκαλία», και τους μοναχικούς κανόνες που αποτελούν τη βάση του ορθόδοξου μοναχισμού.

Οι ανάγκες της Εκκλησίας, που χειμαζόταν την εποχή εκείνη από την αίρεση του αρειανισμού και η απαίτηση του λαού του τον έκαναν να διακόψει το μοναχικό βίο και να χειροτονηθεί πρεσβύτερος στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Το 370 διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο το μητροπολίτη Καισάρειας Ευσέβιο. Χαρακτηριστικό ήταν το θάρρος και η τόλμη του απέναντι στον αρειανό αυτοκράτορα Ουάλη, που θέλησε να τον απειλήσει.

Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων της εκκλησίας και στη φροντίδα του ποιμνίου του. Οι βαριές όμως εκκλησιαστικές και κοινωνικές φροντίδες αποδείχθηκαν αβάστακτες για τον ασκητικό και ασθενικό ιεράρχη.

Ο Μέγας Βασίλειος πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379 σε ηλικία μόλις 49 χρόνων και πάμφτωχος. Άφησε όμως πίσω του ένα πλούσιο έργο. Εκτός από τα αμέτρητα συγγράμματά του και τη μάχη του εναντίον του αρειανισμού, έγινε γνωστός κυρίως για τη φιλανθρωπία του. Μερίμνησε να χτιστούν νοσοκομεία, φτωχοκομεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία και φρόντιζε πάντα όσους είχαν την ανάγκη του.

Ο Αϊ Βασίλης των Ελλήνων απέχει πολύ από το χοντρούλη και εύθυμο Santa Claus της Βόρειας Ευρώπης. Η παράδοση και οι γραπτές μαρτυρίες τον παρουσιάζουν αδύνατο, μελαχρινό, με μαύρα γένια και γελαστό πάντα. Σύμφωνα με την παράδοση αμέσως μετά τα Χριστούγεννα ξεκινούσε πεζός μ’ ένα ραβδί στο χέρι, απ’ όπου με θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες -σύμβολα δώρων- και περνούσε από διάφορους τόπους. Δεν έφερνε στους ανθρώπους δώρα. Τα δώρα του ήταν περισσότερο συμβολικά: η ιερατική ευλογία του και η καλή τύχη. 


Από τον Μέγα Βασίλειο ξεκίνησε και η παράδοση της βασιλόπιτας της Πρωτοχρονιάς. Όπως η παράδοση, αναφέρει, την εποχή που ο Μέγας Βασίλειος ήταν Επίσκοπος στην Καισάρεια, ο Έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε στην πόλη για να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι, τρομαγμένοι, ζήτησαν τη βοήθεια του ποιμενάρχη τους. Αυτός τους συμβούλεψε να φέρουν ό,τι πιο πολύτιμο έχουν και, αφού μάζεψαν πολλά δώρα, κοσμήματα και χρυσά νομίσματα, βγήκαν μαζί με το Δεσπότη τους να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο.

Η εμφάνιση και η πειθώ του Μεγάλου Βασιλείου καταπράυνε τον Έπαρχο, ο οποίος τελικά δε θέλησε να πάρει τα δώρα. Όταν όμως προσπάθησαν να μοιράσουν πίσω στους πιστούς τα δώρα που ο καθένας είχε φέρει, ο χωρισμός αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολος, καθώς πολλοί είχαν προσφέρει όμοια κοσμήματα και όμοια νομίσματα. Τότε ο Μέγας Βασίλειος διέταξε τους πιστούς να φτιάξουν το απόγευμα του Σαββάτου πίτες και να βάλουν μέσα σε κάθε μία από ένα αντικείμενο. Την επομένη τους τις μοίρασε και, σαν από θαύμα, κάθε ένας βρήκε μέσα στην πίτα αυτό που είχε προσφέρει.

Στα ελληνικά δεδομένα η μετατροπή της μορφής του Αγίου Βασιλείου στον βορειοευρωπαίο και βορειοαμερικανό Santa Claus φαίνεται πως πέρασε στην ελληνική κοινωνία, στην αστική κυρίως τάξη, στη δεκαετία 1950-1960 από τους «συγγενείς» μετανάστες, που με τις ευχητήριες κάρτες τους εισήγαγαν και στην Ελλάδα τη νέα μορφή του Αϊ-Βασίλη.

Είτε σαν μεσαιωνικός πεζοπόρος, είτε σαν εύθυμος Santa Claus, ο Άγιος Βασίλειος, ο πρωτοχρονιάτικος δικός μας Αϊ-Βασίλης, έμεινε στην αντίληψη του λαού μας σαν ένας ανθρώπινος άγιος, που ζει και περπατά ανάμεσα μας. Ένας καλοδεχούμενος επισκέπτης, που κάθε πρώτη του χρόνου ξεκινά από την Καισάρεια της Καππαδοκίας και ταξιδεύει στον κόσμο, χαρίζοντας την ευχή του και καλή τύχη.



Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Λόγος του Τρισμέγιστου Ερμή για την αναγέννηση του ανθρώπου (παλιγγενεσία)



ΕΡΜΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΙΓ΄
Λόγος απόκρυφος στο όρος [1] για την παλιγγενεσία και την επαγγελία [2] της σιωπής.


         
         Στα Γενικά σου, πατέρα, μίλησες αινιγματικά και όχι ολοκάθαρα, πραγματευόμενος   τη φύση του θεού. Δε μου αποκάλυψες τίποτα, με τον ισχυρισμό ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί πριν από την παλιγγενεσία. Όταν όμως σε ικέτεψα -τότε που κατέβηκες από το όρος-  και μετά από τη συζήτησή μας, ενώ σε ρώτησα για να μάθω το δόγμα για την παλιγγενεσία –είναι το μόνο σημείο της διδασκαλίας σου που αγνοώ-, μου είπες ότι θα μου το μεταδώσεις, όταν θα μπορέσω να αποξενωθώ από τον κόσμο. Είμαι έτοιμος, λοιπόν, αφού οχύρωσα το φρόνημά εντός μου απέναντι στην απάτη του κόσμου. Εσύ συμπλήρωσε τα κενά της γνώσης μου με όσα είπες ότι θα μου μεταδώσεις σχετικά με τον τρόπο της παλιγγενεσίας, εκθέτοντας το θέμα με τη φωνή σου ή με τρόπο απόκρυφο. [3] Αγνοώ, Τρισμέγιστε, από τι είδους μήτρα [4] γεννήθηκε ο Άνθρωπος και από ποια σπορά».
.
  «Παιδί μου, (μήτρα) είναι η νοερή Σοφία μέσα στη Σιγή [5] και σπορά το αληθινό Αγαθό».
 .
«Και ποιος είναι ο σπορέας, πατέρα; Γιατί αγνοώ το ζήτημα στο σύνολό του». 
..
«(Σπορέας) είναι το Θέλημα του θεού, παιδί μου».
 .
«Τι είδους είναι αυτός που γεννιέται, πατέρα; Γιατί δεν μπορεί να έχει καμιά συμμετοχή στην εντός μου ουσία».
 .
«Αυτός που γεννιέται θα είναι διαφορετικός, παιδί του θεού, θεός, το παν μέσα στα πάντα, αποτελούμενος απ’ όλες τις Δυνάμεις». [6]
 .
«Αίνιγμα μου λες, πατέρα, και δε μιλάς όπως πατέρας στο γιο του». [7]
.
«Αυτό το είδος (γνώσης) δε διδάσκεται, παιδί μου, αλλά όταν το θελήσει, από τον ίδιο το θεό δίνεται η ανάμνηση».
 .
«Πατέρα, μου λες πράγματα αδύνατα και βεβιασμένα. Γι’ αυτό και απέναντι σ’ αυτά θέλω να δώσω μια ορθή απάντηση: “Γεννήθηκα παιδί ξένο προς το γένος του πατέρα μου”. [8] Μην είσαι εχθρικός με μένα, πατέρα. Είμαι γνήσιος γιος σου. Όρισέ μου με σαφήνεια τον τρόπο της παλιγγενεσίας». .
.
«Τι να πω παιδί μου; Δεν έχω τι άλλο να πω, εκτός από αυτό: βλέποντας εντός μου ένα όραμα άυλο, γεννημένο από το έλεος του θεού, βγήκα από τον εαυτό μου και εισήλθα σε αθάνατο σώμα και δεν είμαι τώρα αυτός που ήμουν πριν, αλλά γεννήθηκα μέσα στο Νου. Η πραγματικότητα αυτή δεν διδάσκεται, ούτε μπορεί να ιδωθεί από αυτό το υλικό στοιχείο, με το οποίο βλέπει κανείς. Γι’ αυτό και έχω εγκαταλείψει αυτή την πρώτη μορφή μου, την σύνθετη. Δεν έχω πια χρώμα, ούτε αφή και μέγεθος, όλα αυτά μου είναι ξένα. Τώρα, παιδί μου, με βλέπεις με τα μάτια σου, δεν κατανοείς όμως αυτό που είμαι, βλέποντάς με με τη σωματική σου όραση. Δεν μπορώ να ιδωθώ από αυτά τα μάτια τώρα, παιδί μου».
 .
«Πατέρα, με έσεισες μέσα μου και μ’ έριξες σε μεγάλο πάθος και οίστρο του νου. Γιατί τώρα δεν βλέπω τον εαυτό μου».
 .
«Μακάρι, παιδί  μου, κι εσύ να έβγαινες από τον εαυτό σου χωρίς να κοιμάσαι, όπως συμβαίνει στον ύπνο σ’ αυτούς που ονειρεύονται».

 .
 .
 «Πες μου κι αυτό. Ποιος είναι ο γενεσιουργός της παλιγγενεσίας;».
.
 «Ο γιος του θεού, ένας Άνθρωπος, με του θεού το θέλημα».
 .
 «Από δω και πέρα, πατέρα, με οδηγείς σε αποσβόλωση. Έχω χάσει τα μέχρι τώρα λογικά μου –γιατί, πατέρα, βλέπω το παράστημά σου να είναι το ίδιο, μαζί με τα χαρακτηριστικά σου».  [9]
 .
«Και σ’ αυτό πλανιέσαι. Γιατί η θνητή μορφή αλλάζει καθημερινά, αφού με το χρόνο είτε αυξάνει, είτε μειώνεται, σαν ψεύδος».
 .
«Τι είναι, λοιπόν, αληθινό, Τρισμέγιστε;».
 .
«Αυτό που δεν είναι θολό, παιδί μου, που δεν έχει όρια, χρώμα, σχήμα, το αναλλοίωτο, το γυμνό, το λαμπερό, που γίνεται καταληπτό από τον εαυτό του, το αναλλοίωτο αγαθό, το ασώματο».
 ..
«Στ’ αλήθεια έχω τρελαθεί, πατέρα. Γιατί ενώ νόμιζα ότι με είχες κάνει σοφό, οι αντιληπτικές ικανότητες της νόησής μου έχουν φράξει».
 .
 «Έτσι είναι, παιδί μου. Αυτό που ανεβαίνει ψηλά, όπως η φωτιά, και αυτό που βυθίζεται προς τα κάτω, όπως η γη, αυτό που είναι υγρό, όπως το νερό, κι αυτό που πνέει σ’ όλο το σύμπαν, [10] όπως ο αέρας, συλλαμβάνεται με τις αισθήσεις. Ό,τι όμως είναι ξέχωρο απ’ αυτές πώς να το κατανοήσεις με τις αισθήσεις σου, δηλαδή ό,τι δεν είναι σκληρό, δεν είναι υγρό, δεν σφίγγεται, δεν διολισθαίνει, αυτό που νοείται μόνο από τη δύναμη και την ενέργειά του και απαιτεί κάποιον που να μπορεί να κατανοήσει την εν θεώ γέννηση;».
 .
«Είμαι, λοιπόν, ανίκανος, πατέρα;».
 .
«Παιδί μου, μακάρι αυτό να μην συμβεί. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου και θα έρθει. Θέλησέ του και γίνεται. Κατάργησε τις αισθήσεις του σώματος και θα συμβεί η γέννηση της θεότητας. [11] Καθάρισε τον εαυτό σου από τις παράλογες τιμωρίες της ύλης». [12]
 .
«Δηλαδή, πατέρα, έχω τιμωρούς μέσα μου;».
 .
«Όχι λίγους, παιδί μου, αλλά και φοβερούς και πολλούς».
 .
«Το αγνοώ, πατέρα».
 .
«Μία τιμωρία, [13] παιδί μου, είναι η άγνοια, δεύτερη η λύπη, τρίτη η ασωτία, τέταρτη η επιθυμία, πέμπτη η αδικία, έκτη η πλεονεξία, έβδομη η απάτη, όγδοη ο φθόνος, ένατη ο δόλος, δέκατη η οργή, ενδέκατη η προπέτεια, δωδέκατη η κακία. Είναι δώδεκα αυτές στον αριθμό. Κάτω απ’ αυτές, παιδί μου, κι άλλες, ακόμη περισσότερες, αναγκάζουν των εσωτερικό άνθρωπο [14] να υποφέρει με τις αισθήσεις του, εξαιτίας του δεσμωτηρίου του σώματος. Αυτές απομακρύνονται, όχι αθρόα, [15] από τον άνθρωπο που τον ελέησε ο θεός και σ’ αυτό συνίσταται ο τρόπος και ο λόγος της παλιγγενεσίας.
 .
Στο εξής σίγησε, παιδί μου, και σιώπα ευλαβικά. Μ’ αυτό τον τρόπο ο θεός δε θα παύσει το έλεός του για μας. [16] Χαίρε, λοιπόν, παιδί μου. Γιατί οι δυνάμεις του θεού σε καθαρίζουν πέρα ως πέρα, για τη συνάρθρωση του Λόγου. [17] Μας ήρθε του θεού η γνώση. Με τον ερχομό της, παιδί μου, έδιωξε την άγνοια. Γνώση χαράς ήρθε μέσα μας. Με τον ερχομό της, παιδί μου, η λύπη φεύγει και πάει σε όσους έχουν χώρο γι’ αυτήν.
 .
Η δύναμη που καλώ μετά τη χαρά είναι η εγκράτεια. Γλυκύτατη δύναμη! Ας την υποδεχθούμε, παιδί μου, με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Πώς αποδιώχνει με την εμφάνισή της την ασωτία! Τέταρτη καλώ τώρα την καρτερία, τη δύναμη που στέκει ενάντια στην επιθυμία. Το σκαλί αυτό, παιδί μου, είναι η βάση της δικαιοσύνης. Δες πώς έδιωξε την αδικία χωρίς δίκη. Γίναμε δίκαιοι, παιδί μου, τώρα που απουσιάζει η αδικία. Έκτη δύναμη καλώ τη γενναιοδωρία που στέκει ενάντια στην πλεονεξία. Τώρα που έφυγε η πλεονεξία καλώ ακόμη την αλήθεια. Φεύγει η απάτη, έρχεται η αλήθεια. Δες, παιδί μου, πώς ολοκληρώνεται το αγαθό με τον ερχομό της αλήθειας. [18] Γιατί ο φθόνος απομακρύνθηκε από μας. Μαζί με την αλήθεια έπεται και το αγαθό με τη συνοδεία της ζωής και του φωτός. Τώρα πια δεν έρχεται εναντίον μας καμιά τιμωρία του σκότους: όλες τους νικημένες πέταξαν μακριά με θόρυβο.
 .
Έμαθες, παιδί μου, τον τρόπο της παλιγγενεσίας. Όταν έρχεται η δεκάδα, παιδί μου, συμβαίνει γέννηση νοερή, και διώχνει τη δωδεκάδα. [19] Θεωθήκαμε με τη γέννηση. Όποιος λοιπόν έτυχε την κατά θεό γέννηση, με το έλεός του, έχοντας εγκαταλείψει τη σωματική αίσθηση, κατανοεί ότι ο εαυτός του συνίσταται απ’ αυτές τις δυνάμεις και ευφραίνεται».
 .
 .
 «Ακλόνητος έγινα χάρη στο θεό, πατέρα. [20] Βλέπω όχι με την όραση των οφθαλμών, αλλά με τη νοητική ενέργεια των Δυνάμεων. Είμαι στον ουρανό, στη γη, στο νερό, τον αέρα. Είμαι ανάμεσα στα ζώα, στα φυτά, μέσα στην κοιλιά μου, μπροστά από την κοιλιά μου, πέρα από την κοιλιά μου, παντού. Αλλά πες μου κι αυτό, πώς οι τιμωρίες του σκότους, δώδεκα στον αριθμό, απωθούνται από δέκα δυνάμεις. Με ποιο τρόπο, Τρισμέγιστε;».
 .
«Αυτό το σκήνωμα, [21] παιδί μου, από το οποίο εξήλθαμε, δημιουργήθηκε από το ζωδιακό κύκλο. Αυτός έχει συντεθεί από δώδεκα στον αριθμό όντα, μία φύση, που <γεννά> κάθε είδους μορφές για να πλανέψει τον άνθρωπο. Ανάμεσα στις τιμωρίες, παιδί μου, υπάρχουν ζεύγη που είναι ενωμένα στη δράση τους: είναι αχώριστη <η πλεονεξία από την αδικία και> η προπέτεια από την οργή. Συνεπώς είναι αδύνατο να τις ξεχωρίσεις. Είναι επόμενο, λοιπόν, και σύμφωνο με τον ορθό λόγο ότι απομακρύνονται διωγμένες από τις δέκα δυνάμεις, τουτέστιν από τη Δεκάδα. Γιατί η Δεκάδα, παιδί μου, είναι ψυχογόνος [22]. Ζωή και Φως είναι ενωμένα, απ’ αυτά γεννιέται η Μονάδα, ο αριθμός του Πνεύματος. [23] Η Μονάδα, λοιπόν, εύλογα περιέχει τη Δεκάδα και η Δεκάδα τη Μονάδα».
 .
«Πατέρα, βλέπω το Παν και τον εαυτό μου μέσα στο Νου».
 .
«Αυτή είναι η παλιγγενεσία, παιδί μου, το να μην εμφανίζεσαι πια με το τρισδιάστατο σώμα σου... χάρη στο λόγο αυτό για την παλιγγενεσία, τον οποίο δεν εξέθεσα έγγραφα, [24] για να μην διαλαλήσουμε το Παν στους πολλούς, αλλά σε όσους ο ίδιος ο Θεός θέλει».
.
 «Πες μου, πατέρα, αυτό το (νέο) σώμα που δημιουργήθηκε από τις Δυνάμεις, θα διαλυθεί κάποτε;».
 .
«Μίλα σωστά και μη λες πράγματα αδύνατα! Θα αμαρτήσεις και ο οφθαλμός του νου σου θα σβήσει. Το αισθητό σώμα της φύσης πολύ απέχει από την πραγματική γέννηση. Το πρώτο είναι διαλυτό, ενώ η δεύτερη αδιάλυτη, το ένα είναι θνητό, η άλλη αθάνατη. Δεν καταλαβαίνεις ότι είσαι από τη φύση σου θεός και παιδί του Ενός, όπως κι εγώ;».
. .
«Πατέρα, θα ήθελα να μάθω την ευλογία με τη μορφή ύμνου, που είπες ότι θα ακούσω από τις Δυνάμεις, όταν θα είμαι στην Ογδοάδα, όπως προείπε για την Ογδοάδα ο Ποιμάνδρης».
 .
«Παιδί μου, καλώς σπεύδεις να διαλύσεις το σκήνωμά σου: είσαι πια καθαρμένος. Ο Ποιμάνδρης, ο Νους της αυθεντίας, [25] δε μου δίδαξε κάτι περισσότερο από όσα έχουν γραφεί, [26] γνωρίζοντας ότι θα μπορέσω να τα κατανοήσω όλα από μόνος μου και να ακούσω όσα επιθυμώ, να δω τα πάντα, και μου ανέθεσε να κάνω το καλό. Γι’ αυτό και σε κάθε περίπτωση άδουν οι Δυνάμεις που βρίσκονται μέσα μου».
 .
«Θέλω, πατέρα, να ακούσω και επιθυμώ αυτά να τα κατανοήσω».
 .
«Ησύχασε, παιδί μου, και άκου τώρα την αρμόζουσα ευλογία, τον ύμνο της παλιγγενεσίας, τον οποίο δε θα είχα αποφασίσει να αποκαλύψω έτσι εύκολα στο τέλος του όλου λόγου μου, αν δεν ήταν για σένα. Λοιπόν, αυτός ο ύμνος δε διδάσκεται, αλλά κρύβεται στη σιωπή. Έτσι, λοιπόν, παιδί μου, στάσου σε υπαίθριο χώρο, κοιτάζοντας προς το νότιο άνεμο, κατά το ηλιοβασίλεμα, και προσκύνα. Το ίδιο να κάνεις κι όταν ο ήλιος ανατέλλει, γυρνώντας προς τον ανατολικό άνεμο. [27] Ησύχασε, παιδί μου».
 .
ΥΜΝΩΔΙΑ ΚΡΥΦΗ-ΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ  [28]

.
 «Όλα τα πλάσματα του κόσμου ας υποδεχτούν το άκουσμα του ύμνου. Άνοιξε γη· ας ανοίξουν για χάρη μου όλα της βροχής τα κλείστρα· δέντρα μη σείεστε. Πρόκειται να ψάλω τον κύριο της κτίσης, το Παν και το Εν. Ανοίξτε ουρανοί, άνεμοι σταθείτε. Αθάνατε κύκλε του Θεού, δέξου τα λόγια μου. Γιατί πρόκειται να υμνήσω τον κτίστη των πάντων, αυτόν που στερέωσε τη γη και κρέμασε τον ουρανό, αυτόν που γλυκό νερό από τον ωκεανό ρύθμισε να υπάρχει στην κατοικημένη και την ακατοίκητη γη για τη διατροφή και τη δημιουργία όλων των ανθρώπων, αυτόν που ρύθμισε να φανερωθεί η φωτιά για κάθε χρήση των θεών και των ανθρώπων. Όλοι μαζί ας τον εγκωμιάσουμε, αυτόν που υψώνεται πάνω από όλους τους ουρανούς, τον κτίστη όλης της φύσης. Αυτός είναι ο οφθαλμός του νου [29] κι αυτός ας δεχτεί το εγκώμιο των δυνάμεών μου.
 .
 Δυνάμεις που εντός μου είστε, υμνείτε το Εν και το Παν. Όλες οι δυνάμεις που είστε μέσα μου ψάλτε σύμφωνα με το θέλημά μου. Άγια Γνώση, από σε φωτισμένος και χάρη σε σένα υμνώ το νοητό φως και χαίρομαι με του νου τη χαρά. [30] Όλες οι δυνάμεις υμνείτε μαζί μου. Κι εσύ, εγκράτεια, ψάλλε για χάρη μου. Δικαιοσύνη μου, μέσα από μένα ψάλλε το δίκαιο. Αλήθεια, ψάλλε την αλήθεια, Αγαθό, ψάλλε το αγαθό. Ζωή και Φως, από σας ξεκινά και σε σας καταλήγει το εγκώμιο. Σ’ ευχαριστώ, Πατέρα, ενέργεια των δυνάμεων. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, δύναμη των ενεργειών μου. Ο Λόγος σου μέσα από μένα υμνεί εσένα. Μέσα από μένα δέξου πίσω το Παν με το μέσο του Λόγου, σαν θυσία με λόγια.
.
Αυτά βοούν οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα μου. Υμνούν το Παν, τελούν το θέλημά Σου. Η βουλή σου από σένα εξέρχεται και επιστρέφει σε σένα, το Παν. Δέξου απ’ όλα τα όντα θυσία με λόγια. Το Παν που εντός μας είσαι, Ζωή σώζε, Φως φώτιζε, Πνεύμα, Θεέ. Τον Λόγο σου τον ποιμαίνει ο Νους,  [31] πνευματοφόρε, δημιουργέ. 
 .
Συ είσαι ο Θεός. Ο άνθρωπός σου αυτά βοά μέσα από τη φωτιά, τον αέρα, τη γη, τα νερά, το πνεύμα, τα κτίσματά σου. Από σένα βρήκα την ευλογία του Αιώνα [32] και αυτό που ζητώ, την ανάπαυση στη βούλησή σου. Με το θέλημά σου εννόησα το εγκώμιο αυτό να εκφωνείται».
 .
 .
 «Πατέρα, τούτον τον ύμνο τον εναπέθεσα και στον κόσμο μου».
 .
«Στο νοητό κόσμο» να λες, παιδί μου».
 .
«Στο νοητό, πατέρα. Έχω δύναμη. Από τον ύμνο και το εγκώμιό σου φωτίστηκε ο νους μου. Πλέον θέλω κι εγώ να αναπέμψω απ’ τη δική μου καρδιά εγκώμιο στο θεό». [33]
 .
«Όχι με άσκοπο τρόπο, παιδί μου».
 .
«Όσα βλέπω στο νου μου, πατέρα, λέω. Σε σένα, γενάρχη της γενεσιουργίας, [34] εγώ ο Τατ, θεέ, αναπέμπω θυσία με λόγια. Εσύ θεέ, Πατέρα, Κύριε, Νου δέξου τις θυσίες με λόγια που θέλεις από μένα. Γιατί με τη δική σου βούληση τελούνται τα πάντα». [35]
 .
«Εσύ, παιδί μου, ανάπεμψε θυσία αποδεκτή στον Πατέρα των πάντων, αλλά πρόσθεσε, παιδί μου, τη φράση «δια του Λόγου».
 .
«Σ’ ευχαριστώ, πατέρα, για τις συμβουλές που μου έδωσες στην προσευχή μου».
 .
«Χαίρομαι, παιδί μου, που καρποφόρησες από την αλήθεια αγαθά, αθάνατα γεννήματα. Τώρα που έμαθες αυτά από μένα, υποσχέσου να σιωπήσεις γι’ αυτή την πνευματική τελειότητα, να μην αποκαλύψεις σε κανέναν, παιδί μου, τη διδασκαλία της παλιγγενεσίας, για να μην θεωρηθούμε ότι την καταλαλούμε. Δώσαμε επαρκή φροντίδα ο καθένας μας, εγώ μιλώντας κι εσύ ακούοντας. Νοερά γνώρισες τον εαυτό σου και τον Πατέρα μας».  

.


[1] Για τη συμβολική διάσταση του όρους στην αποκάλυψη σοφίας πβ. λ.χ. την επί του όρους ομιλία του Ιησού Χριστού. Πβ. επίσης άλλες ανατολικές παραδόσεις για τους σοφούς που αναχωρούν στο βουνό ή στους πρόποδές του και λαμβάνουν αποκαλύψεις: βλ. λ.χ. Δίων Χρυσ. 36.39, Πορφύριος, Περί του των Νυμφών άντρου 5 (για το Ζωροάστρη), Ελλ. Μαγ. Παπ. 12.92 κ.εξ., Κλήμης, Στρωμ. 5.12.78 (για το Μωυσή) κ.α. Ο Ψελλός (Cat. Man. Alchim. Gr. 4., σελ. 167) υποστηρίζει ότι τη συμβολική ερμηνεία της αναβάσεως σε ένα ιερό όρος την δανείστηκε από τους Χαλδαίους, εννοώντας ίσως τους Χαλδαϊκούς χρησμούς. Ο Φίλων στην ερμηνεία του για το βιβλίο της Εξόδου (2.46) συνδέει την άνοδο του Μωυσή στο Σινά με ένα είδος δεύτερης και θεϊκής γεννήσεως.
[2] Η λέξη επαγγελία μπορεί να σημαίνει είτε την εντολή (για σιωπή που δίνει ο Ερμής στον Τατ), είτε την υπόσχεση (για σιωπή που δίνει ο Τατ στον Ερμή). Η δεύτερη σημασία φαίνεται ίσως πιθανότερη με βάση τη φράση της παραγρ. 22, σιγν πγγειλαι.  
[3] Δεν είναι σαφές τι ακριβώς εκπροσωπεί στο πρωτότυπο η αντίθεση κ φωνς … κρυβήν. Ίσως να υπονοείται η αντίθεση μεταξύ μιας προφορικής και μιας γραπτής αποκάλυψης (πιθανώς με κάποια επιστολή από το δάσκαλο προς το μαθητή, θέμα σύνηθες στην απόκρυφη γραμματεία). Ίσως με τον όρο κρυβήν να υπονοείται κάποιο μυστικιστικό όραμα που θα προκαλέσει ο μυητής στον μυούμενο, όπως στη λεγόμενη Μιθραϊκή λειτουργία. Εναλλακτικά μπορεί να υπόκειται η αντίθεση μεταξύ ενός δημόσιου μαθήματος ενώπιον πολλών μαθητών και μιας ιδιωτικής αποκάλυψης μόνο στον Τατ.
[4] Πβ. Ελλ. Μαγ. Πάπ. 4.517-518, 645-648. Η γνώση της πραγματικής του προέλευσης είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την εξέλιξη του πνευματικού ανθρώπου. Πβ. Ειρηναίος 1.14.4, όπου η μητέρα των Αρχόντων που περιστοιχίζουν τον Δημιουργό αγνοεί την καταγωγή της. Αντίθετα η γνώση της αληθινής καταγωγής επιτρέπει στην ψυχή να παρακάμψει την αντίσταση των Αρχόντων κατά την άνοδό της (1.20.1).
[5] Η έννοια της Σιγής πρέπει εδώ να προέρχεται από τον Γνωστικισμό. Πβ. Κλήμης, Εκ των Θεοδ. 29-30 (από τη βαλεντινιανή σχολή των Γνωστικών), Ειρηναίος 1.1.1-2, 5.1-3, Ιππόλ., Κατά π. αιρ. 6.29.3-4 (η Σιγή ως σύζυγος του Πατέρα).
[6] Υποστάσεις του Θεού και ειδικά του Λόγου (13.8), όπως στο 1.26. Πβ. Ιππόλ., Κατά π. αιρ. 5.8.18, περ δ τς νδου ατο, τουτστι τς ναγεννσεως͵ να γνηται πνευματικς͵ ο σαρκικς…
[7] Είναι χαρακτηριστική η εμφάνιση σε όλο το χωρίο της αρχαίας ιερατικής αντίληψης μιας κληρονομικής κάστας: ο γιος μόνο μπορεί να διαδεχτεί τον πατέρα και να μεταλάβει απ’ αυτόν τις μυστικές αλήθειες.
[8] Εδώ φαίνεται να έχουμε αναμνήσεις από φράσεις που χρησιμοποιεί η ψυχή σε διάφορες διηγήσεις, για να εξασφαλίσει την είσοδό της στο θεϊκό κόσμο. Πβ. λ.χ. από τα ορφικά ελάσματα τις φράσεις ατρ μο γένος οράνιον, ο γονεν πέχονται, κα γρ γν μν γένος λβιον εχομαι εμεν (32a, b IV, c Kern). Επίσης Ειρηναίος 1.21.5 (για τους Μαρκωσιανούς), Ελλ. Μαγ. Πάπ. 5.574-575 κ.α.
[9] Τα λόγια του Τατ αντιστοιχούν όχι σε όσα προηγήθηκαν αμέσως πριν, αλλά στην παράγραφο 3, όπου ο Ερμής περιγράφει την καινούργια του κατάσταση: δεν είναι πια ο ίδιος κι όμως δε φαίνεται διαφορετικός. Η αταξία στο λόγο του Τατ πρέπει να είναι συνέπεια της απώλειας της λογικής του, πολειφθες φρενν.
[10] Η ακριβής έννοια της λέξης σύμπνοος για τον αέρα είναι δύσκολο να κατανοηθεί εδώ. Θα μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να σχετίζεται με τη στωική ιδέα της ενότητας του σύμπαντος, στο οποίο όλα τα όντα αναπνέουν μαζί και μια συμπάθεια διαπερνά τα πάντα (Χρύσιππος, SVF 2, σελ. 264, 7-8 Arnim): φύσει διοικεσθαι τόνδε τν κόσμον, σύμπνουν κα συμπαθ ατν ατ ντα. Η λέξη σύμπνοια καλύπτει την ίδια έννοια στο Χρύσιππο (SVF 2, σελ. 172, 17-19): τα πάντα αποτελούν μια ενότητα, από την οποία προκύπτει η σύμπνοια και η συντονία που συνδέει τα ουράνια με τα γήινα. Ο ερμητικός συγγραφέας θα μπορούσε να είχε δανειστεί τη λέξη, για να παραπέμψει σε μια παρόμοια σύλληψη: ο αέρας είναι σύμπνοος με την έννοια ότι ενώνει τα πάντα, μέσω της ίδιας ανάσας που διαπερνά τα πάντα.
[11] Για το θέμα της κατάργησης των αισθήσεων ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την έκσταση πβ. CH 1.1, 10.5.
[12] Γι’ αυτές τις προσωποποιημένες τιμωρίες πβ. Ελλ. Μαγ. Πάπ. 7.303. Πρόκειται ουσιαστικά για τα ίδια τα ελαττώματά μας. 
[13] Ακολουθεί ένας κατάλογος δώδεκα τιμωριών-παθών σε αντιστοιχία προς τα 12 ζώδια του ζωδιακού κύκλου (βλ. παρακ. στην παραγρ. 12, κ το ζοφόρου κύκλου), ενώ σε άλλα χωρία αναφέρονται 7 σε αντιστοιχία με με τους 7 πλανήτες (CH 1.23, 1.25, 6.1, 6.3, 9.3). Πβ. Ζώσιμος σελ. 244.21 Berthelot. Δεν υπάρχει αντιστοιχία, τουλάχιστον άμεση, μεταξύ των τιμωριών, των ζωδίων και των μελών του ανθρώπινου σώματος όπως αλλού: δεν υπάρχει λ.χ. μια τιμωρία-πάθος της κεφαλής, της καρδιάς κ.ο.κ. Ο παρών κατάλογος υπονοεί, πάντως, ότι η ψυχή κατεβαίνοντας από τον ουρανό προς τη γη διασχίζει τα δώδεκα σημεία του ζωδιακού, καθένα από τα οποία της δίνει και ένα πάθος.
[14] Ο όρος ένδιάθετος είναι στωικός. Βλ. λ.χ. SVF 2, 43, 13 / 74, 6. Πβ. τον όρο  σω νθρωπος από την παύλεια θεολογία (Ρωμ. 7.22-23, 2 Κορ. 4.16, Εφεσ. 3.16). Πβ. Φίλων, Περ το τ χερον κ.τ.λ. 23.
[15] Δεν απομακρύνονται αθρόα, αλλά διαδοχικά, καθώς απομακρύνονται μια-μια από την αντίστοιχη Δύναμη (παράγρ. 8-9). Πβ. CH 1.25, 4.8.
[16] Σ’ αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να υποθέσουμε μερικές στιγμές τελετουργικής σιωπής, στη διάρκεια της οποίας ολοκληρώνεται η πρξις. Αυτό φαίνεται να το επιβεβαιώνει το χαρε που ακολουθεί: πβ. Firm. Maternus, De err. 19, χαρε νύμφε, χαρε νέον φς, φράση που πρέπει να απευθύνεται προς έναν μύστη μετά τη μύησή του στο βαθμό νύμφος των μιθραϊκών μυστηρίων. Πβ. το ορφικό απόσπασμα 32 f Kern, χαρε παθών.
[17] Πβ. απόστολος Παύλος, Γαλ. 4.19, τεκνία μου, ος πάλιν δίνω μέχρις ο μορφωθ Χριστς ν μν, Εφ. 4.12, ες οκοδομν το σώματος το Χριστο. Πρόκειται για την οικοδόμηση του καινού ανθρώπου, που είναι ο θεϊκός Λόγος μέσα μας.
[18] Ο κατάλογος των Δυνάμεων αποτελεί ουσιαστικά μια επτάδα. Οι υπόλοιπες τρεις Δυνάμεις (Αγαθό, Ζωή και Φως) προστίθενται, για να συμπληρωθεί μια Δεκάδα, αριθμός ιερός και τέλειος. Μ’ αυτό τον τρόπο ο συντάκτης του λόγου διαφοροποιείται από την κοινότερη παράδοση των επτά κακιών (επτά πλανήτες) που αποδιώχνονται από επτά θεϊκές Δυνάμεις. Στον Ειρηναίο 1.17.1 και τον Ιππόλυτο, Κατά π. αιρ. 6.54, η Δεκάδα των δέκα Δυνάμεων συμβολίζεται από τους επτά ουρανούς, τον όγδοο κύκλο που περιβάλλει τον κόσμο, συν τους κύκλους του ήλιου και της σελήνης. Αποτελεί εικόνα της αόρατης δεκάδας που δημιούργησαν ο Λόγος και η Ζωή και αντιτίθεται στη Δωδεκάδα (12 ζώδια), εικόνα της αόρατης Δωδεκάδας που δημιούργησαν ο Άνθρωπος και η Εκκλησία. Ανάλογες θεωρητικές κατασκευές στον Ειρηναίο 1.16.1 και Ιππόλ., ό.π. 6.53.2-3.
[19] Το ρήμα συνετέθη ανακαλεί την εικόνα της συναρθρώσεως του Λόγου παραπάνω. Η νοερή γέννηση που είναι αποτέλεσμα της έλευσης της Δεκάδας, ένα νέο εδος (μορφή), πασν δυνάμεων συνεστός (βλ. και την επόμενη σημ.), αποδιώχνει το πρτον σύνθετον εδος (βλ. παραπ. παράγρ. 3), παράγωγο της Δωδεκάδας. Για το θεώθημεν πβ. CH 1.26, 4.7, 10.6, ερμητικά αποσπάσματα Στοβαίου XXIV 4, Ελλ. Μαγ. Πάπ. 3.600.
[20] κλινής. Ο όρος υπονοεί ταυτόχρονα τη σταθερότητα, την ηρεμία, την ανάπαυση (νάπαυσις, δρυσις, στάσις). Πρόκειται για μυστικιστικό όρο που χαρακτηρίζει τον τέλειο, αναγεννημένο άνθρωπο. Πβ. Φίλων, Περί γιγάντων 54, (για το Μωυσή), οτως κα Μωυσς ξω τς παρεμβολς κα το σωματικο παντς στρατοπδου πξας τν αυτο σκηνν͵ τουτστι τν γνμην δρυσμενος κλιν͵ προσκυνεν τν θεν ρχεται κα ες τν γνφον͵ τν ειδ χρον͵ εσελθν ατο καταμνει τελομενος τς ερωττας τελετς. γνεται δ ο μνον μστης͵ λλ κα εροφντης ργων κα διδσκαλος θεων͵ τος τα κεκαθαρμνοις φηγσεται. Επίσης ό.π. 49, στάσις τε καὶ ἠρεμία ἀκλινὴς ἡ παρὰ τὸν ἀκλινῶς ἑστῶτα ἀεὶ θεόν. Ο Πλωτίνος κάνει λόγο για τον ακλινή νου 2.9.2.3, …ἕνα νοῦν τὸν αὐτὸν ὡσαύτως ἔχοντα͵ ἀκλινῆ πανταχῇ͵ μιμούμενον τὸν πατέρα…
[21] Για την αντίθεση ανάμεσα στο σκήνωμα (σκηνή) του υλικού σώματος και την οκοδομήν του θεϊκού σώματος πβ. 2 Κορ. 5.1-4. Για το σκνος πβ. Ελλ. Μαγ. Πάπ. 4.448. Πβ. το χαρακτηρισμό κσκηνοι για τις ψυχές που ελευθερώθηκαν από το σώμα του στο Σέξτο Εμπειρικό 9.573. Το κείμενο της παραγράφου 12 φαίνεται κάπως διαταραγμένο. Το βασικό του νοήμα είναι το εξής: το υλικό σώμα, φτιαγμένο από τα 12 σημεία του ζωδιακού, αντικαθίσταται από τον πνευματικό σώμα, φτιαγμένο από τις δέκα Δυνάμεις και ταυτισμένο με το Πνεύμα και το Εν. Από τα 12 σημεία του ζωδιακού τα τέσσερα μπορούν να θεωρηθούν ότι συνδέονται ανά δύο στενά και να σχηματίσουν δύο ζεύγη, στα οποία αν προστεθούν τα 8 μονά  σημεία που απομένουν το άθροισμα προκύπτει 10. Με όμοιο τρόπο μπορούν να υπολογιστούν και τα 12 αντίστοιχα πάθη: η οργή και η προπέτεια συνδέονται στενά, με αποτέλεσμα η ίδια δύναμη-αρετή να μπορεί διώξει και τις δύο. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για ένα ακόμη ζεύγος παθών που όμως πέφτει στο κενό του κειμένου: θα μπορούσαν να είναι η πλεονεξία και η αδικία, όπως προτείνεται στο συμπλήρωμα στο αρχαίο κείμενο. Έτσι οι 10 δυνάμεις μπορούν να αποδιώξουν 12 πάθη. Για το νέο σώμα πβ. Ελλ. Μαγ. Πάπ. 4.495, σῶμα τέλειον ἐμοῦ τοῦ δεῖνα τῆς δεῖνα͵ διαπεπλασμένον ὑπὸ βραχίονος ἐντίμου καὶ δεξιᾶς χειρὸς ἀφθάρτου ἐν ἀφωτίστῳ καὶ διαυγεῖ κόσμῳ͵ ἔν τε ἀψύχῳ καὶ ἐψυχωμένῳ…
[22] Ο αριθμός που γεννά την ψυχή είναι συνήθως το 6 και ο Ιωάννης ο Λυδός (Περί μηνών 2.11) τον αποκαλεί ψυχογονικό. Στο υπόμνημά του στον πλατωνικό Τίμαιο (1.316 Diehl) ο Πρόκλος αναφέρει ότι η Δεκάδα φωτίζει με νου την ψυχή, επειδή είναι ο νους των όλων.
[23] Συνεπώς ισχύει η εξίσωση 10 Δυνάμεις = Δεκάδα =Εν =Πνεύμα = Ζωή και Φως. Τέτοιες ισοδυναμίες ήταν ιδιαίτερα αγαπητές στους Γνωστικούς. Το σύμβολο του Αιώνος (= Άνθρωπος) είναι το γράμμα Ι, σύμβολο και του 1 και του 10. Πβ. Μονόιμος στον Ιππόλυτο, Κατά π. αιρ. 8.12-14, Ειρηναίος 1.3.2. Ο Τατ γίνεται ο Αιώνας, πβ. CH 11.20, Ελλ. Μαγ. Πάπ. 4.520, 594.
[24] Πβ. CH 12.8, όπου εκφράζεται το παράπονο ότι ο Αγαθός Δαίμων δεν κατέγραψε τους αφορισμούς του. Για το πεμνηματισάμην πβ. τον όρο πόμνημα στο CH 16.1.
[25] Ο Ποιμάνδρης είναι ο Θεός-Νους, ερμηνευτής της ύψιστης θεότητας (αυθεντία –πβ. CH 1.2, 30), ισοδύναμος με τον ακτινοβόλο θεό του τελευταίου οράματος του μύστη στον Ελλ. Μαγ. Πάπ. 4.693 κ.εξ., καὶ ὄψῃ κατερχομένας ἀστραπὰς καὶ φῶτα μαρμαίροντα καὶ σειομένην τὴν γῆν καὶ κατερχόμενον θεὸν ὑπερμεγέθη (πβ. CH 1.1)͵ φωτινν χοντα τν ψιν. Η Ογδοάδα είναι το παντοδύναμο όνομα του Θεού, το οποίο εμφανίζεται στη μαγική επωδή του Ελλ. Μαγ. Παπ. 13.743, 753, του οποίου ο τίτλος «Μονάς ή το 8ο βιβλίο του Μωυσή» μας θυμίζει τον τίτλο του 4ου ερμητικού λόγου «Κρατήρας ή Μονάς».
[26] Εννοεί προφανώς τον 1ο ερμητικό λόγο (Ποιμάνδρης).
[27] Ανάλογες τελετουργικές οδηγίες απαντούν στους μαγικούς παπύρους. Πβ. επίσης Ασκληπιός 41. Ο άνεμος χρησιμοποιείται για τα 4 σημεία του ορίζοντα και στα αστρολογικά κείμενα. Βλ. λ.χ. στο Catalogus codicum astrologorum Graecorum VIII 3, σελ. 112.22.
[28] Οι άλλοι τρεις ιεροί «λόγοι» είναι πιθανότατα τα CH 1.31-32, Ασκληπιός 41 και το CH 7. Πβ. Ελλ. Μαγ. Πάπ. 13.343, Μοϋσέως ερά βίβλος πόκρυφος κ.τ.λ. Πιθανότατα ο χαρακτηρισμός οφείλεται σε κάποιον συντάκτη και εισήχθη στο κείμενο την εποχή της δημιουργίας του ερμητικού corpus.
[29] Η φράση αυτή υποδεικνύει ότι σ’ αυτή την πραγματεία τουλάχιστον ο Θεός-Δημιουργός, ο βιβλικός Δημιουργός, δεν είναι κατώτερος ούτε αντιτίθεται στο θεό της γνώσης, αλλά ταυτίζεται μαζί του. Είναι ο ίδιος θεός που κατοικεί στον αναγεννημένο άνθρωπο και, έχοντας γίνει το πνευματικό του μάτι, του επιτρέπει να θεάται την ανώτερη πραγματικότητα.
[30] Οι λέξεις νοητόν και νοῦς αποκτούν εδώ μια μυστικιστική χροιά και πλησιάζουν την έννοια του πνευματικού. Πβ. στο τέλος της παραγράφου 19, την αναφορά σε έναν Θεό-Πνεύμα. Οι τρεις χαρακτηρισμοί, Νους, Λόγος, Πνεύμα καλύπτουν την ίδια πραγματικότητα, το θεό που φωτίζει με τη γνώση και κατοικεί στην ψυχή, έχοντας οικοδομήσει μέσα της τον καινό άνθρωπο.
[31] Υπαινιγμός στο όνομα του Ποιμάνδρη.
[32] Ο Αιών μπορεί να νοηθεί εδώ και χρονικά (αιωνιότητα), αλλά και χωρικά (θεϊκός κόσμος), όπως συμβαίνει συχνά στους Γνωστικούς.
[33] Η φώτιση του Τατ, αν και ξεκίνησε ήδη από την αρχή της παλιγγενεσίας του, ολοκληρώθηκε μόνο με τον ύμνο του Ερμή. Έτσι είναι πλέον ικανός να ψάλει κι αυτός με τη σειρά του.
[34] Η γενεσιουργία (δημιουργία) εδώ είναι η αναγέννηση, η παλιγγενεσία, η οποία για το συγγραφέα είναι η μόνη αληθινή γένεσις. Για την έκφραση πβ. Ιάμβλιχος, Περί μυστ. 1.11, τὴν γενεσιουργίαν τοῦ κόσμου (η παραγωγική δύναμη όλης της πλάσης κατά την άνοιξη).
[35] Εναλλακτικά με το πάντα  μπορούμε να εννοήσουμε ειδικά τη διαδικασία της αναγέννησης, η οποία ολοκληρώνεται με τη χάρη του Νου. Με ο ρήμα τελεῖται μπορεί επιπλέον να έχουμε και υπαινιγμό στην τελετή που δίνει τον αναγεννημένο, τέλειον άνθρωπο.