Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Νιφάδες και άνθρωποι





«Φρόντισε η ζωή σου να είναι σαν νιφάδα χιονιού. Να αφήσεις δηλαδή σημάδι και όχι λεκέ»




Καμία νιφάδα χιονιού δεν μοιάζει με μια άλλη. Από τη στιγμή που θα γεννηθούν ψηλά στην ατμόσφαιρα οι νιφάδες του χιονιού «ταξιδεύουν» μία ως δύο ώρες ώσπου να φθάσουν στο έδαφος. Σε αυτό το διάστημα δεν αναπτύσσονται με μια απλή συμπύκνωση, όπως οι απλοί κρύσταλλοι, αλλά συγκρούονται μεταξύ τους μέσα στα σταγονίδια των νεφών παίρνοντας το «αφράτο» σχήμα που βλέπουμε να έχουν κάτω στη Γη. Αν και αυτό ήταν θεωρητικά γνωστό, κανείς δεν είχε υποπτευθεί πόσα διαφορετικά σχήματα θα μπορούσαν να πάρουν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας.

Η ποικιλία  των σχημάτων τους, είναι πραγματικά απίστευτη, και το πιο σημαντικό είναι ότι έχουν σχήματα τα οποία ούτε καν θα τολμούσε να φανταστεί κάποιος . Όπως δεν υπάρχουν δυο νιφάδες χιονιού ίδιες, δεν υπάρχουν δυο άνθρωποι ίδιοι, δυο πέτρες ίδιες κ.λπ.. Κάθε τι στο Σύμπαν έχει την ατομικότητά του. Οι  νιφάδες καθώς πέφτουν μεγαλώνουν, γερνούν, και καθώς γερνούν γίνονται πιο σύνθετες και πιο ιδιαίτερες, και καθεμία τους είναι πολύ διαφορετική από την άλλη. 

Δεν υπάρχουν δύο ακριβώς ίδιες νιφάδες ούτε έχουν ποτέ υπάρξει στα δισεκατομμύρια χρόνων ζωής τής Γής. Κάθε νιφάδα περνάει τη δική της οδύσσεια ανάλογα με τις θερμοκρασίες και την υγρασία, που συναντάει στη διαδρομή της προς τη Γη, όπως την παίρνει ο αέρας, η οποία είναι διαφορετική απ΄ όλων των υπολοίπων και από αυτήν εξαρτάται το σχήμα της. 
Η μελέτη των ατόμων τής ύλης συμβάδιζε στη σκέψη τού Δημόκριτου με τη μελέτη τής ανθρώπινης ατομικότητας, τής υποκειμενικής συμπεριφοράς και τής προσωπικής συνείδησης. Κεντρικός άξονάς της η έλλογη ελευθερία τού ατόμου μέσω τής εναρμόνισής του με τους νόμους τού Σύμπαντος...












Η ζωή μιας νιφάδας χιονιού ξεκινάει από τούς υδρατμούς. Η εξάτμιση των ωκεανών, των λιμνών, των ποταμών, η διαπνοή των φυτών, ακόμα και η ανάσα μας κάθε φορά που εκπνέουμε, δημιουργούν υδρατμούς στον αέρα.  Το χειμώνα, τα σύννεφα -συμπυκνώσεις σταγονιδίων νερού, που αιωρούνται- αρχίζουν και παγώνουν σταδιακά από τους -10 βαθμούς περίπου. Δεν παγώνουν όλα τα σταγονίδια ταυτόχρονα. Αν ένα συγκεκριμένο σταγονίδιο παγώσει, γίνεται ένα μικρό σωματίδιο πάγου,  που περιβάλλεται από τα υπόλοιπα υγρά σταγονίδια τού νερού στο σύννεφο. Ο πάγος μεγαλώνει, καθώς οι υδρατμοί συμπυκνώνονται στην επιφάνειά του. Η διαδικασία αυτή σχηματίζει τις νιφάδες τού χιονιού.

Η πιο βασική μορφή των νιφάδων είναι το εξαγωνικό πρίσμα. Τα μόρια τού νερού στους κρυστάλλους τού πάγου σχηματίζουν εξαγωνικό πλέγμα Η εξαγωνική συμμετρία των κρυστάλλων χιονιού προέρχεται από την αντίστοιχη συμμετρία τού κρυσταλλικού πλέγματος τού πάγου. Τα σχέδιά τους εξαρτώνται από τη θερμοκρασία και την υγρασία, που συναντούν οι νιφάδες στην ατομική πορεία τής καθεμίας τους προς τη Γη.

Όπως οι νυφάδες του χιονιού, έτσι και κάθε ένας από εμάς είναι διαφορετικός. Όλοι όμως κάνουμε το  ίδιο ταξίδι. Γευόμαστε τους γλυκούς καρπούς των Λωτοφάγων, ξεχνιόμαστε από το τραγούδι των Σειρήνων, συντριβόμαστε ανάμεσα στην Σκύλλα και στην Χάρυβδη, λαχταρώντας πάντα την επιστροφή στην Ουράνια Πατρίδα και στην Πηνελόπη-ψυχή μας. Η Οδύσσεια είναι το τραγούδι της νοσταλγίας μας. Το άλγος του Νόστου, η λαχτάρα και ο πόνος μας για τον γυρισμό στην Πηγή μας.

Ο Οδυσσέας είναι ο άνθρωπος, που όλα τα γνώρισε και όλα τα δοκίμασε. Η επιστροφή στην Ιθάκη ήταν αξεδιάλυτα δεμένη με την ανάγκη να μείνει άνθρωπος. Και για να μείνει άνθρωπος, έπρεπε να ξεφύγει από όλα τα φίλτρα της Κίρκης, τα καλέσματα δηλαδή προς το ζώο, που κάθε φορά πηδούσαν μπροστά του με αλλαγμένη όψη.

Το βαθύτερο νόημα του νόστου δεν βρίσκεται στο ότι ο ήρωας ποθεί να βρει την Ιθάκη, αλλά στο ότι λαχταρά να μη χάσει τον εαυτό του. Η έυρεση της  Ιθάκης, σημαίνει ότι έμεινε ως το τέλος άνθρωπος. Τίποτ' άλλο δεν είχε,  και ούτε χρειαζόταν να κάνει. Γι' αυτό και η εκδοχή, ότι άφησε πάλι βαρυεστημένος το νησί και ξαναρίχθηκε στις θάλασσες, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχει κλασσική προέλευση. (Για τον αποσυμβολισμό κλίκ εδώ).

Σύνθεση διαφόρων κειμένων

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Η εκεχειρία του 1914








Παραμονή Χριστουγέννων του 1914, σταμάτησε ο πόλεμος για μία νύχτα κατά τον Α παγκόσμιο πόλεμο, στα χαρακώματα της Βελγικής πόλης Ιπρ...

Την παραμονή των Χριστουγέννων, άνδρες του Βρετανικού στρατού άκουσαν τους αντίπαλους Γερμανούς στρατιώτες να τραγουδούν τα κάλαντα,  και είδαν φανάρια και μικρά έλατα στα  αντίπαλα χαρακώματα. 

Λίγες ώρες πριν τα Χριστούγεννα, περιγράφει ο τελευταίος εν ζωή στρατιώτης, ο Σκωτσέζος Αλφρεντ Άντερσον (απεβίωσε το 2005 σε ηλικία 109 ετών), μερικοί Γερμανοί στρατιώτες σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλή ιδέα να στολίσουν τη δική τους πλευρά των χαρακωμάτων. Έβαλαν μικρά κεράκια πάνω στα δέντρα και άρχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα. Απέναντι, κάποιοι Βρετανοί, άρχισαν και αυτοί να τραγουδούν στη δική τους γλώσσα.



Όλα αυτά συνέβαιναν ενώ η κάθε πλευρά ήταν κρυμμένη. Ο φόβος ότι αν κάποιος έκανε το πρώτο βήμα και άφηνε τη θέση του, θα είχε κάνει και το μοιραίο λάθος, παρέλυε τις αισθήσεις. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη κι ύστερα από λίγη ώρα άρχισαν και οι ανταλλαγές ευχών και δώρων ανάμεσα στους στρατιώτες, που σύντομα συναντήθηκαν στη νεκρή ζώνη. Ουίσκι, τσιγάρα και σοκολάτες άλλαζαν χέρια. «Αγκάλιαζα ανθρώπους που πριν από λίγη ώρα προσπαθούσα να σκοτώσω» είχε πει ένας Άγγλος στρατιώτης μιλώντας χρόνια αργότερα στο BBC.

Η ομίχλη είχε σχεδόν διαλυθεί, όταν άκουσα μια φωνή να λέει ότι Βρετανοί και Γερμανοί είχαν βγει από τα χαρακώματα και αντάλλασσαν δώρα. Σύντομα εμφανίστηκε ένας Σκωτσέζος στρατιώτης κρατώντας μια μπάλα ποδοσφαίρου αλλά έμοιαζε τελείως παράταιρη με το σκηνικό της μάχης. Μέσα σε λίγα λεπτά ο αγώνας είχε αρχίσει. Το να παίζεις πάνω στον πάγο δεν ήταν καθόλου εύκολο, παρόλα αυτά προσπαθήσαμε να μείνουμε πιστοί στους κανονισμούς» αναφέρει η μαρτυρία ενός Βέλγου.

Το ματς, και δη χωρίς διαιτητή, διήρκησε μία ώρα και οι Γερμανοί τελικά κίνησαν 3-2. Μάλιστα η αναμέτρηση έληξε άδοξα όταν η (αυτοσχέδια, από άχυρο και δεμένη με σύρμα!) μπάλα διαλύθηκε, χτυπώντας σε ένα συρματόπλεγμα. Το ίδιο πρόχειρα ήταν και τα γκολπόστ για τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ξύλα, χλαίνες και κράνη.



Αργότερα, η κίνηση αυτή, ονομάστηκε Χριστουγεννιάτικη εκεχειρία του 1914 καὶ ήταν ένα απὸ τὰ τελευταία παραδείγματα της πολεμικής ιπποσύνης καὶ επικράτησης της ανθρωπιάς έναντι της φρίκης του πολέμου...



Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Η έννοια του αρχετύπου, και παγκόσμια αρχέτυπα


Ο όρος αρχέτυπο σημαίνει αρχικός τύπος, ό,τι δηλαδή θα χρησιμεύσει ως υπόδειγμα, πρότυπο, μοντέλο. Τα αρχέτυπα μας καθοδηγούν σε ορισμένες βασικές συμπεριφορές όντας αντιπρόσωποι, ως προς τα πιο χαρακτηριστικά τους στοιχεία, εικόνων, ιδεών, εμπειριών και συναισθημάτων. Στα αρχέτυπα μελετητές διαφόρων σχολών βρίσκουν τα θεμέλια πολλών εκδηλώσεων του ανθρώπου, όπως των μύθων, της λογοτεχνίας, της τέχνης, των συμβολισμών και όλων των βασικών συλλήψεων της επιστήμης.

Η ύπαρξη των αρχετύπων έχει γίνει ήδη δεκτή, άμεσα ή έμμεσα, σε πολλές επιστήμες: στην Εθνολογία ως συλλογικές αναπαραστάσεις, στη Βιολογία ως πρότυπα συμπεριφοράς και μορφογενετικά πρότυπα, στην Ιστορία ως μοντέλα επανάληψης των βασικών γεγονότων, στη Συγκριτική Μυθολογία και Εθιμογραφία ως θέματα με παρόμοια χαρακτηριστικά, στην Κυβερνητική ως κατασκευή βασικών δυναμικών σχημάτων για την εξομοίωση διαδικασιών. Πίσω από όλα αυτά κρύβεται η παρουσία της έννοιας του αρχετύπου, το οποίο είναι κάτι πολύ σύνθετο.

Είναι κάτι που βιώνεται με τις εικόνες, τις ιδέες, τις εμπειρίες, με αρχετυπική δομή και παραγωγό τον μη συνειδητό νου. Αλλά η βασική και γενική δομή των περιεχομένων μέσα μας αρχετύπων είναι παγκόσμια και προϋπάρχει. Η προϋπάρχουσα δομή είναι αδύνατο να παρασταθεί και λειτουργεί ως ρυθμιστής εκείνου του υλικού που αναπαρίσταται. Ετσι, το αρχέτυπο ως εμπειρικό φαινόμενο καθορίζεται από το πού, το πότε και προσωπικές συνθήκες αλλά είναι, από την άλλη πλευρά, ιδεατό γενικό δομικό σχέδιο, ανεξάρτητο από συνθήκες, αποτελώντας ουσιαστικό συστατικό της ψυχής, του πνεύματος και του νου.

Η δυσκολία, που προκαλεί παρανοήσεις, έγκειται στο ότι τα αρχέτυπα είναι, κατά κάποιο τρόπο, πραγματικά. Δηλαδή είναι δυνατόν να αναγνωριστούν εμπειρικά ορισμένες καταστάσεις, με την αιτία τους να περιγράφεται ως αρχέτυπο. Κάτι τέτοιο το ξέρουμε στη Φυσική για καταστάσεις με αιτία τους, υποτίθεται, το άτομο, που όμως γι' αυτές είναι απλώς ένα πρότυπο ή όπως τα Μαθηματικά έχουν ως βάση τον αριθμό αλλά δεν είναι κάποιο δεικνυόμενο ον.
Κανένας δεν είδε ποτέ ένα αρχέτυπο, ούτε ένα άτομο, ούτε έναν αριθμό. Αλλά είναι γνωστό ότι όλα αυτά λειτουργούν, με τον τρόπο του το καθένα: το ένα παράγει την πρώτη ύλη όλης της δημιουργικότητας, το άλλο την ύλη και εκρήξεις, το τρίτο τα Μαθηματικά. 

Οταν λοιπόν λέμε άτομο ή αριθμός, στην ουσία εννοούμε ένα πρότυπο, μια ιδέα, μια εικόνα, μια σύλληψη, μια έννοια και όχι κάποιο υλικοφυσικό αντικείμενο. Ομοια, όταν λέμε αρχέτυπο εννοούμε την ιδέα, την εικόνα που αντιστοιχεί σε αυτό και ποτέ το πράγμα καθαυτό, που σε όλες τις περιπτώσεις είναι κάποιο υπερβατικό μυστήριο. Ποτέ ένας φυσικός ή μαθηματικός δε θα πίστευε ότι έχει χτυπήσει τον στόχο του, με το πρότυπο του ατόμου ή την έννοια του αριθμού, αντίστοιχα, γιατί ξέρει πολύ καλά ότι χειρίζεται ένα δυναμικό σχήμα ή μοντέλο που απλώς φανερώνει γεγονότα.

Πρέπει να κάνουμε όμως διάκριση μεταξύ του αρχέτυπου καθαυτού, δηλαδή του μη αντιληπτού, που είναι δυνητικά παρόν σε κάθε δομή, και του εκδηλωμένου αρχετύπου, που γίνεται αντιληπτό και εισέρχεται στο πεδίο της συνείδησης. Το εκδηλωμένο αρχέτυπο εμφανίζεται ως αρχετυπική εικόνα, που η μορφή της μπορεί να αλλάζει και να προσαρμόζεται στο περιβάλλον ως αρχετυπικός τρόπος δράσης, ως αρχετυπική διαδικασία, ως αρχετυπική στάση, ως αρχετυπική ιδέα, ως αρχετυπική εμπειρία. Ολα αυτά, αν ενεργοποιηθούν υπό ορισμένες συνθήκες, αναδύονται από τη μη συνειδητή ως τώρα κατάστασή τους και γίνονται κατά κάποιο τρόπο ορατά. Ετσι, το αρχέτυπο μπορεί να εκδηλωθεί όχι μόνο σε στατική μορφή, αλλά και με μια δυναμική διαδικασία και στην πραγματικότητα όλες οι τυπικές ανθρώπινες εκδηλώσεις της ζωής, βιολογικές, ψυχικές, πνευματικές, στηρίζονται σε μια αρχετυπική βάση.

Στις μυθολογίες όλων των πολιτισμών καθώς και στα όνειρα και στα λογοτεχνικά δημιουργήματα παρουσιάζονται αυτές οι αρχέγονες εικόνες ή αρχέτυπα, που δεν ανήκουν στο ατομικό πνεύμα ή στο πνεύμα του συγκεκριμένου πολιτισμού αλλά στο αχανές ασύνειδο πνεύμα, που αποτελεί το υπόστρωμα όλων των επιμέρους ατομικών πνευμάτων. Ο Jung λέει ότι το αρχετυπικό περιεχόμενο εκφράζει ένα σχήμα λόγου (μια ταύτιση του ήλιου με τον βασιλιά ή του παιδιού με τον Θεό) και αποτελεί μέρος ενός μύθου. Οι μύθοι έχουν έναν ασύνειδο νοηματικό πυρήνα, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ανακληθεί στο συνειδητό αλλά ως ένα βαθμό μπορεί να προσεγγισθεί με περιγραφικά μέσα.

Ο Jung είπε ότι υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός των αρχετύπων. Αυτά συχνά συνδέονται με τα Κύρια αρχέτυπα και μερικές φόρες μπορεί να αντιπροσωπεύουν πτυχές τους. Μπορούν επίσης να υπερκαλύπτονται και πολλά μπορούν να εμφανιστούν στο ίδιο πρόσωπο. Για παράδειγμα:

    Αρχέτυπα Οικογένεια


        Ο πατέρας: ισχυρός, έλεγχος
        Η μητέρα: διατροφή, φροντίδα
        Το παιδί: γέννηση, αρχή, σωτηρία


    Αρχέτυπα ιστορία
        Ο ήρωας: σωτήρας, πρωταθλητής
        Η κόρη: καθαρότητα, επιθυμία
        Ο σοφός γέρος: γνώση, καθοδήγηση
        Ο μάγος: μυστηριώδης, ισχυρό
        Η μητέρα γη: φύση
        Η μάγισσα: κίνδυνος
        Ο απατεώνας: εξαπάτηση


    Αρχέτυπα των ζώων
        Ο πιστός σκύλος: τυφλή πίστη
        Η ανθεκτικό άλογο: πείσμα
        Η γάτα: εγωισμός


Παγκόσμια αρχέτυπα
ΗΛΙΟΣ
ΦΕΓΓΑΡΙ
ΜΗΤΕΡΑ
ΠΑΙΔΙ
ΦΩΤΙΑ
ΔΕΝΤΡΟ
ΘΑΝΑΤΟΣ/ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΞΙΦΟΣ
ΣΚΥΛΟΣ
ΔΡΑΚΟΣ

Την έννοια του αρχετύπου εισήγαγε τόσο ο Ηράκλειτος, που αντιμετώπιζε την ψυχή ως την αρχετυπική πρώτη αρχή, όσο και ο Πυθαγόρας, που θεωρούσε τον αριθμό αρχετυπικό στοιχείο του κόσμου. Η έννοια αυτή δομήθηκε από τον Πλάτωνα στη θεωρία των μορφών, όπου υποστηρίζει ότι η ουσία ενός πράγματος ή μιας έννοιας είναι η υποκείμενη μορφή ή ιδέα του και ότι αληθινή γνώση αποκτάται όταν η ψυχή φτάσει στην ανάμνηση των αρχέτυπων ιδεών.

Ο όρος αρχέτυπο συναντάται στα Ερμητικά κείμενα, στον Φίλωνα, στον Ειρηναίο, στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη και στον Αυγουστίνο. Συγκεκριμένα, στο Corpus Hermeticum ο Θεός ονομάζεται «το αρχέτυπον φως», ενώ υπάρχει και η έκφραση «είδες εν τω νω το αρχέτυπον είδος». Στον Φίλωνα τον συναντάμε σε σχέση με την εικόνα του Θεού, που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, και σε εκφράσεις όπως «αρχέτυπος σφραγίς» και «αρχέτυπον παράδειγμα».

Ο Ειρηναίος λέει: «Ο δημιουργός του Κόσμου δεν έπλασε αυτά τα πράγματα κατευθείαν από τον εαυτό του, αλλά τα αντέγραψε από αρχέτυπα έξω από τον εαυτό του». Στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη υπάρχουν εκφράσεις όπως «άυλα αρχέτυπα» και «αρχέτυπος λίθος». Ο Πλωτίνος αναφέρει την έκφραση «πολύ αρχετυπώτερον και αληθέστερον», ενώ ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς λέει: «αρχέτυπον της αληθείας». 

Τέλος, ο Αυγουστίνος λέει τα εξής: «Οι πρωταρχικές ιδέες είναι καθορισμένες μορφές, σταθερές και αμετάβλητες αιτίες πραγμάτων, καθαυτές άμορφες, αιώνιες και ομοιότροπες, οι οποίες εμπεριέχονται στη θεία κατανόηση. Μολονότι οι ίδιες δεν χάνονται, όλα όσα μπορούν να δημιουργηθούν και να χαθούν διαμορφώνονται σύμφωνα με το πρότυπό τους. Η ψυχή δεν μπορεί να τις διακρίνει, εκτός και αν είναι η ορθολογική ψυχή».

Από καθαρά φιλοσοφική άποψη, το αρχέτυπο μπορεί να θεωρηθεί πλατωνικό είδος ή αριστοτελική κατηγορία εμπειριών, ενώ από επιστημονική άποψη εμπειρική περιγραφή ενός γεγονότος, το οποίο χαρακτηρίζει τις δομικές μορφές που βρίσκονται στη βάση του συνειδητού, όπως ακριβώς το κρυσταλλικό πλέγμα βρίσκεται στη βάση της διαδικασίας κρυστάλλωσης.

Στο ενδιαφέρον της σύγχρονης εποχής τα αρχέτυπα τα έφερε ο Jung, με τη θεωρία των αρχετύπων που διατύπωσε, και στο επιστημονικό ενδιαφέρον ήρθαν με την υπόθεση των αρχετύπων των Jung - Pauli, την οποία συνέχισε κυρίως η Von Franz. Ο Jung απλώς εφάρμοσε μια έτοιμη άποψη στα σύγχρονα προβλήματα, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή εξέλιξης, και είναι φανερό πως όλοι οι ασχολούμενοι με το θέμα των θεμελίων και της φιλοσοφίας των επιστημών δεν θα έπρεπε να την αγνοούν. Το γιατί συμβαίνει αυτό ή γιατί δεν αντιλαμβάνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο το συγκεκριμένο αρχέτυπο το εξηγεί ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης:

«Μπορεί όμως να πει κανείς πως η σφραγίδα δεν είναι η ίδια και πλήρης σε όλες τις αποτυπώσεις της. Βέβαια δεν είναι η αιτία η ίδια η σφραγίδα, γιατί συμμετέχει ολοκληρωτικά και παρόμοια σε κάθε περίπτωση, αλλά οι διαφορές των συμμετεχόντων που κάνουν τις αποτυπώσεις διαφορετικές, αν και το αρχέτυπο είναι ένα, πλήρες και το ίδιο σε κάθε περίπτωση».

Σύνθεση. Kύρια πηγή : Ο βυθισμένος κόσμος των αρχετύπων. Η πορεία τωναρχετύπων στην ιστορία της σκέψης

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στα βάθη των αιώνων

«Το άστρο της αληθινής αγάπης του κόσμου, δεν αποτελεί το έπαθλο κάποιας ανθρώπινης αλαζονικής κατάκτησης, ούτε απόδειξη οποιασδήποτε μεταφυσικής πίστης. Το μαγικό του φως αποκαλύπτεται, έτσι αυθόρμητα, μόνο σε εκείνους που έταξαν σκοπό της ζωής τους, να το λευτερώσουν από τη σκλαβιά της φυλακής της ανθρώπινης ύπαρξής τους. Το μαγικό αστέρι των Χριστουγέννων είναι πάντα εκεί και μας περιμένει μόνο αν το ψάχνουμε ζητώντας, αλλά και δίνοντας, αγάπη ειρήνη και δικαιοσύνη. Αν το αναζητήσουμε θα μας περιμένει εκεί κάθε παραμονή Χριστουγέννων».
Από το βιβλίο των Στράτου Θεοδοσίου και Μάνου Δανέζη, «Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ», Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2000



Τα Χριστούγεννα δεν είναι αυτά που ξέρετε. Τρεις αιώνες μετά τη γέννηση του Χριστού ορίσθηκαν χρονολογικά ο ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η γέννηση του Χριστού. Οι ιστορικές πηγές υποδεικνύουν ότι ο εορτασμός των Χριστουγέννων άρχισε να τηρείται στη Ρώμη γύρω στο 335 μ.Χ., αν και κάποιοι ερευνητές, βασιζόμενοι σε αρχαίους ύμνους με χριστουγεννιάτικη θεματολογία, θεωρούν ότι τα πρώτα βήματα που οδήγησαν στον εορτασμό αυτό έγιναν μέσα στον 3ο αιώνα. Η παράδοση θεωρεί ότι η αρχαιότερη ομιλία για τη γιορτή των Χριστουγέννων εκφωνήθηκε από τον Μέγα Βασίλειο στην Καππαδοκία το έτος 376 μ.Χ.  Ποιοι είναι λοιπόν οι Μύθοι των Χριστουγέννων;

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΤΕΛΕΤΩΝ

Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι γιορτές και οι τελετές των προηγούμενων θρησκειών όχι μόνο δεν σταμάτησαν αλλά σε μερικές περιπτώσεις ενισχύθηκαν. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, συνηθισμένοι και εθισμένοι στο διονυσιακό πνεύμα, ανέμεναν τις χρονικές περιόδους αυτών των εορτών για να τις τιμήσουν δεόντως. Μια από τις πλέον σημαντικές γιορτές ήταν η ρωμαϊκή γιορτή των Καλενδών, που ξεκινούσε στις 25 Δεκεμβρίου και κρατούσε έως στις 7 Ιανουαρίου. Στο διάστημα αυτό, λαός και εξουσία τελούσαν ένα ατέλειωτο ξεφάντωμα που περιελάμβανε κρασοκατανύξεις, φαγοπότια, πανηγύρια, θεατρικές παραστάσεις και κάθε είδους δημόσια θεάματα. Οι πολίτες συνήθιζαν να στολίζουν σπίτια και καταστήματα, να παίζουν τυχερά παιχνίδια, να μεταμφιέζονται, να τραγουδούν και να χορεύουν. 

Ο χριστιανισμός,  προσπάθησε πολύ να δώσει ένα τέλος στις κρατούντες παγανιστικές γιορτές. Κλήθηκε με τον τρόπο του να συμβάλει ως αναμορφωτικός και ενοποιητικός παράγοντας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, προσπαθώντας να ακυρώσει το περιεχόμενο των ειδωλολατρικών εθίμων που ήταν δημοφιλή τότε, μετατρέποντας το περιεχόμενό τους σε χριστιανικό. Δεν ήταν όμως εύκολο να ξεριζώσει και να βάλει φραγμό σε συνήθειες αιώνων. Μία από τις πρώτες ενέργειες του χριστιανικού κράτους ήταν να απαγορεύσει τις διονυσιακές γιορτές του Δωδεκαήμερου των Καλενδών. Το να καταργήσει όλες τις προϋπάρχουσες γιορτές με κύρια και προεξέχοντα αυτή της περιόδου των Καλενδών σήμαινε βαθιά ρήξη με το κατεστημένο και ιδιαίτερα με το λαό. 

Έτσι ξεκίνησε μια σειρά από διαφωτιστικές, προπαγανδιστικές έως και καταδικαστικές ενέργειες που θα έφερναν σχετικά αποτελέσματα. Οι τότε ρήτορες της εκκλησίας χαρακτήριζαν τις γιορτές «έργα του διαβόλου» και των «κακοποιών πνευμάτων». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος τις  κατακεραύνωνε και  προέτρεπε τους χριστιανούς να απέχουν από αυτές. «Τίποτε δεν είναι εχθρικότερο προς το πνεύμα του χριστιανισμού, όσο τα συμβαίνοντα κατά τις νύχτες εκείνες», διακήρυττε. Η «Εν Τρούλλω» ή «Πενθέκτη» Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, καταδικάζει τον εορτασμό των Καλενδών, των Βρουμαλίων, των Ανθεστηρίων, καθώς και τις Διονυσιακές Πομπές και τις μεταμφιέσεις.  Ο χριστιανισμός στάθηκε αμείλικτος απέναντι  στις γιορτές των Καλενδών, όπως επίσης  και  σε κάθε υπόλειμμα διονυσιακής τελετής. Ο λαός όμως επέμενε, έστω και κάπως περιορισμένα, να γιορτάζει, μη λογαριάζοντας τις συνέπειες και καταδίκες.

Έτσι η εορτή της γέννησης του Χρίστου στήθηκε στην περίοδο της γιορτής των Καλενδών για να περιορίσει την αρχή της οργιαστικής περιόδου και να βάλει φραγμό στις ειδωλολατρικές συνήθειες. Όσο όμως η βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν στην ακμή της, οι παλιές συνήθειες συνέχιζαν να τηρούνται, μάλιστα τις μέρες των  Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, με τον πιο έντονο τρόπο. Ο κόσμος έξαλλος ξεχύνονταν στις πλατείες και στους δρόμους τραγουδώντας και χορεύοντας, αδιαφορώντας για τις προτροπές της εκκλησίας. Όταν άρχισε να ξεπέφτει η Βυζαντινή αυτοκρατορία, τότε μόνο άρχισαν να  εκφυλίζονται και οι ειδωλολατρικές αυτές γιορτές…



HAPPY BIRTHDAY JESUS!

Η γέννηση του Ιησού τοποθετείται γύρω στο 7 ή 6 π.Χ. ή μεταξύ του 4 ως 1 π.Χ. Αυτό συμβαίνει καθώς το σημερινό ημερολόγιο, στηρίζεται βασικά στους υπολογισμούς του μοναχού και αστρονόμου Διονυσίου του Μικρού, που κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. καθόρισε με τα τότε υπάρχοντα δεδομένα, το έτος 754 από κτίσεως Ρώμης ως το χρόνο της γέννησης του Ιησού, αντί του έτους 747 όπως θα έπρεπε με τα σημερινά δεδομένα. Αυτό σημαίνει πως, αν σήμερα ήταν δυνατό να γίνει επανακαθορισμός του παγκόσμιου ημερολογίου, η αρχή του χριστιανικού ημερολογίου θα βρισκόταν επτά περίπου χρόνια νωρίτερα. Τη στιγμή αυτή, συμβαίνει το παράδοξο να θεωρούμε ότι εξαιτίας των λανθασμένων υπολογισμών, η γέννηση του Ιησού να τοποθετείται σε χρόνια προ Χριστού. Η ακριβής χρονολόγηση της ζωής του Ιησού είναι αδύνατη, αφού οι υπάρχουσες μαρτυρίες που προέρχονται από την Καινή Διαθήκηχαρακτηρίζονται από χρονολογική ασάφεια και επίσης το αφετηριακό 1 μ.Χ. δεν εναρμονίζεται επακριβώς με τα γενικότερα ιστορικά δεδομένα των χρόνων εκείνων. Για την ακριβή ημερομηνία γενέσεως του Ιησού δεν γίνεται καμιά αναφορά στην Καινή Διαθήκη, αλλά και κανείς από τους Αποστόλους δεν μιλά για την 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα γενεθλίων.

Για κάποιους ερευνητές, τις πρώτες αναφορές περί εορτασμού της γέννησης του Ιησού –αρχικά στις 6 Ιανουαρίου– τις συναντάμε στα κείμενα του Πάπα Τελεσφόρου 125-136 μ.Χ., στοιχεία που από άλλους δεν θεωρούνται αυθεντικά, αλλά παρεμβολές που έγιναν σε μετέπειτα χρόνο.  Σύμφωνα με τα γραφόμενα στην Καινή Διαθήκη, τόσο ο Χριστός όσο και οι μαθητές του δεν γιόρταζαν γενέθλια. Ο ίδιος ζήτησε από τους μαθητές του να γιορτάζουν την ανάμνηση του θανάτου του. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι υπήρχε  κάπου  συγκεκριμένη εντολή ή απαγόρευση του εορτασμού των γενεθλίων, οι Ιουδαίοι της συγκεκριμένης περιόδου απέρριπταν αυτόν τον εορτασμό, θεωρώντας τον παγανιστική συνήθεια. Παρόμοια στάση ακολούθησαν και οι Χριστιανοί στους δύο πρώτους αιώνες της χριστιανικής εκκλησίας Όσο κι αν προκαλεί έκπληξη σήμερα, τα Χριστούγεννα δεν γιορτάζονταν στην πρώτη Εκκλησία.

Ο Ωριγένης θεωρεί ότι στην Βίβλο μόνο εκείνοι που δεν αναγεννήθηκαν (που δεν έγιναν Χριστιανοί) τηρούν τέτοιους εορτασμούς. Ο Άγιος Ειρηναίος και ο Τερτυλλιανός επίσης, δεν εμφανίζουν τη Γιορτή της Γέννησης στους καταλόγους τους με τους χριστιανικούς εορτασμούς. Γεγονός είναι πως δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός. Από υπολογισμούς θεωρείται ως πιθανή χρονική περίοδος μεταξύ του 6 – 2 π.X. Η ημερομηνία της 25ης Δεκεμβρίου ως ημέρα γέννησης του Χριστού, αναφέρεται για πρώτη φορά από τον επίσκοπο Ρώμης, Ιππόλυτο, το έτος 235 μ.Χ. και μόλις το 336 μ.Χ. εμφανίζονται για πρώτη φορά στο Ρωμαϊκό ημερολόγιο. Η επιλογή της 25ης Δεκεμβρίου έγινε από τον Πάπα Ιούλιο τον Α, τον 4ο μ.Χ. αιώνα μετά από έρευνα που έγινε στα αρχεία της Ρώμης για την χρονιά της επί αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου απογραφής, και κατόπιν υπολογισμών βάση των Ευαγγελίων, επειδή η συγκεκριμένη ημερομηνία συνέπιπτε με τα ειδωλολατρικά τελετουργικά για το Χειμερινό Ηλιοστάσιο ή την Επιστροφή του Ήλιου. Επίσης, στα αρχεία της Εκκλησίας της Ρώμης φέρεται να υπήρχε έγγραφο του Ιωσήπου που έδειχνε ότι ο Ιησούς γεννήθηκε την 9η του μήνα Σαπέτ, που αντιστοιχεί στην 25η Δεκεμβρίου. Το ευαγγελικό στοιχείο που λήφθηκε υπόψη είναι η φράση από το κατ’ Ιωάννη κεφ. γ’ εδαφ. 30: «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ ελατούσθαι».

25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ: Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΚΑΤΑΝΙΚΗΤΟΥ ΘΕΟΥ ΉΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΙΘΡΑ!

Στη Ρώμη το καλαντάρι των Φιλοκαλίων (354 μ.Χ.) περιλαμβάνει στην ημερομηνία της 25ης Δεκεμβρίου, απέναντι από την παγανιστική «Natalis invicti», δηλαδή «γέννηση του ακατανίκητου (ήλιου)», την φράση «VIII kaalitan nattis Christus in Bethleem Iudea». Τον καιρό του Αγίου Αυγουστίνου η ημερομηνία της Γιορτής της Γέννησης είχε καθοριστεί, πάντως ο Αυγουστίνος την παραλείπει από τον κατάλογό του με τις σημαντικές χριστιανικές επετείους. Θεωρείται ότι θεμελιώδη σχέση με την επικράτηση αυτής της ημερομηνίας δεν είχε το χειρόγραφο του Ιωσήπου, αλλά  η ανταγωνίστρια του Χριστιανισμού λατρεία του Ήλιου με  τη γιορτή του «Dies Natalis Solis Invicti», όπως ήταν ο πλήρης τίτλος της (ημέρα γέννησης του ακατανίκητου Ήλιου). 

Στον καθορισμό της 25ης Δεκεμβρίου ως ημερομηνίας εορτασμού συντέλεσαν προφανώς η μεγάλη εθνική εορτή του «ακατανίκητου» θεού Ήλιου και ο εορτασμός των γενεθλίων του Μίθρα, που ήταν διαδεδομένη σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο εορτασμός αυτής της ημέρας ως ημέρας γέννησης του Χριστού επηρεάστηκε από τις παγανιστικές γιορτές που τηρούνταν εκείνον τον καιρό, όπως τα Σατουρνάλια και τα Μπρουμάλια, που τηρούνταν τις τελευταίες μέρες του Δεκεμβρίου σε ανάμνηση της χρυσής εποχής ελευθερίας και ισότητας, και προς τιμήν του ήλιου, ο οποίος κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ξαναγεννιέται και αρχίζει τη νικηφόρα πορεία του. Αυτό το φυσικό φαινόμενο θεωρούνταν κατάλληλο σύμβολο της εμφάνισης του Ήλιου της Δικαιοσύνης, που διέλυε τη μακρά νύχτα της αμαρτίας και των σφαλμάτων. Για τον ίδιο λόγο το θερινό ηλιοστάσιο (24 Ιουνίου) επιλέχθηκε αργότερα για τη γιορτή του Ιωάννη του Βαπτιστή, ως της καταλληλότερης υπενθύμισης την δικής του χαμηλής αυτο-εκτίμησης ότι θα έπρεπε να μειώνεται, ενώ ο Χριστός θα έπρεπε να αυξάνεται. Έκτοτε ο Χριστός όφειλε να είναι ο Ήλιος, ο δίδων το φως εις τον κόσμο.

Στις προθέσεις του Πάπα Ιουλίου Α΄ ήταν να αντικατασταθεί ο ειδωλολατρικός εορτασμός από το Χριστιανικό. Πριν εορταζόταν στις 6 Ιανουαρίου μαζί με τον εορτασμό των Θεοφανίων. Μετέπειτα το έθιμο μεταφέρθηκε στην Ανατολή, πιθανότατα  από τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό το 378-381 περίπου μ.Χ. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος (345-407 μ.Χ.) σε ομιλία του για τη γέννηση του Χριστού, αναφέρει ότι είχε αρχίσει στην Αντιόχεια να γιορτάζονται τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου. Το σίγουρο είναι ότι την εποχή του Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα, ο εορτασμός των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου είχε εξαπλωθεί σχεδόν σε όλη την Ανατολή. Το 529 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απαγόρευσε την εργασία και τα δημόσια έργα κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και ανακήρυξε δημόσια αργία. Ως το 1100, καθώς είχε επεκταθεί η δράση των χριστιανών ιεραποστολών στις παγανιστικές ευρωπαϊκές φυλές, σχεδόν όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί γιόρταζαν τα Χριστούγεννα. 

Εντούτοις, αργότερα, εξαιτίας της μεταρρύθμισης, απαγορεύτηκε ή περιορίστηκε κατά περιόδους η τήρησή του εορτασμού τους σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική, καθώς θεωρούνταν ότι περιλάμβανε σε μεγάλο βαθμό ειδωλολατρικά στοιχεία.

Για την προέλευση του πληθυντικού (Χριστούγεννα) υποστηρίζονται δύο απόψεις. Η μία που τα συνδέει με μια αρχαία συνήθεια που είχε εφαρμοστεί από τον 5ο, περίπου, π.Χ. αιώνα στην ιουδαϊκή εορτή των Πουρείμ («Γι’ αυτό, ονόμασαν τις ημέρες αυτές Πουρείμ, από το όνομα Πουρ», Εσθ. 9:26). Κατά τη δεύτερη άποψη ο πληθυντικός προέρχεται κατ’ αντιστοιχία προς την ονομασία των αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών εορτών, όπως τα Μπρουμάλια και τα Σατουρνάλια. Το 1752, αφαιρέθηκαν 11 ημέρες από το έτος, όταν έγινε η αλλαγή από το Ιουλιανό στο Γρηγοριανό ημερολόγιο. Κατά συνέπεια, η ημερομηνία της 25ης Δεκεμβρίου μετακινήθηκε κατά 11 ημέρες. Κάποια τμήματα της Χριστιανικής εκκλησίας, οι λεγόμενοι παλαιοημερολογίτες, γιορτάζουν ακόμα και σήμερα τα Χριστούγεννα στις 7 Ιανουαρίου (25 Δεκεμβρίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο). Πολλά θεολογικά επιχειρήματα προβλήθηκαν υποστηρίζοντας ή αντικρούοντας την ημερομηνία αυτή. Η 25η Δεκεμβρίου είχε ως αποτέλεσμα να θεσπίσει και την ανταλλαγή δώρων κατά τα Χριστούγεννα, συνήθεια που ήρθε από τις Ρωμαϊκές Καλένδες, εξ’ ου  και η ονομασία «Κάλαντα». 

 Στις σκανδιναβικές χώρες στο τέλος του έτους προστέθηκε και μία άλλη γιορτή, του Αγίου Νικολάου-Σάντα Κλάους, που είναι ο άγιος των παιδιών και γιορτάζεται μεν την 6η Δεκεμβρίου, πλην είναι ο άγιος που πολιτογραφήθηκε ως ο άγιος των χριστουγεννιάτικων δώρων.

Το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου δένδρου έχει τις ρίζες του στην αρχαία Αίγυπτο. ο Άγιος Βονιφάτιος, θέλοντας να αντικαταστήσει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρυ, εντάσσει για πρώτη φορά το χριστουγεννιάτικο δέντρο στους ναούς του χριστιανικού κόσμου στη Γερμανία του 8ο αιώνα. Έως και τον 16ο αιώνα το δένδρο απαντάται μόνο στους ναούς, ενώ αργότερα μπαίνει και στολίζεται στα σπίτια των χριστιανών. Τα αναμμένα κεράκια στο δέντρο του σπιτιού του, λέγεται πως πρώτος τοποθέτησε ο Μαρτίνος Λούθηρος πολύ αργότερα. Στην Αγγλία, το φωτισμένο με κεράκια δέντρο, ήρθε επί βασίλισσας Βικτορίας. Ο πρίγκιπας Αλβέρτος υπήρξε ο πρώτος που οργάνωσε ένα φωτισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο για την βασιλική οικογένεια και το προσωπικό των ανακτόρων του Μπάκιγχαμ. Το 1833 το χριστουγεννιάτικο δέντρο φτάνει και στην Ελλάδα. Το πρώτο δέντρο φώτισε τα ανάκτορα του Όθωνα στο Ναύπλιο. Η εμπορική εκμετάλλευση των Χριστουγέννων σε πολλές χώρες πήρε γιγαντιαίες διαστάσεις. Ο καρδινάλιος Σπέλμαν είπε κάποτε: «Το κουδούνισμα των μηχανικών ταμείων σκεπάζει το μήνυμα της ειρήνης και της καλής θέλησης».


 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ-ΉΛΙΟΥ

Αυτή αναφέρεται στο Θεό Ήλιο, που ξεκινά περίπου το 10.000 χρόνια  π. Χ. Η ιστορία βρίθει από μνημεία και γραφές που απεικονίζουν το σεβασμό και την λατρεία του Ήλιου. Και είναι εύκολο να καταλάβει ο οποιοσδήποτε το γιατί. Κάθε πρωί ο ήλιος ανατέλλει φέρνοντας φως, ζεστασιά και ασφάλεια γλιτώνοντας τον άνθρωπο από το κρύο και τυφλό επικίνδυνο σκοτάδι της νύχτας. Οι πολιτισμοί κατάλαβαν ότι χωρίς αυτόν, τα σπαρτά δεν θα μεγάλωναν και δεν θα υπήρχε ζωή στον πλανήτη.  Η πραγματικότητα αυτή έκανε τον ήλιο το πιο λατρευτό αντικείμενο μέσα στο χρόνο. Επίσης, οι αρχαίοι πολιτισμοί  γνώριζαν πολλά και για τα άστρα. 

Η τροχιά των άστρων, τους επέτρεπε να αναγνωρίζουν και να προβλέπουν γεγονότα που συνέβαιναν σε μακριές χρονικές περιόδους, όπως οι πανσέληνοι και οι εκλείψεις. Κατέγραψαν τις αστρικές ομάδες,  αυτό που σήμερα ξέρουμε ως αστερισμούς. Ο σταυρός του ζωδιακού κύκλου, μια από τις παλαιότερες θεμελιώδεις στην ανθρώπινη ιστορία γνώσεις, απεικονίζει τον ήλιο καθώς περνάει από τους 12 αστερισμούς κατά τη διάρκεια του έτους. Επίσης απεικονίζει τους 12 μήνες του χρόνου, τις 4 εποχές, τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες. Ο όρος «ζωδιακός» σχετίζεται με τον ανθρωπομορφισμό των αστερισμών ή την προσωποποίηση με φιγούρες ή ζώα. Με άλλα λόγια οι πρώιμοι πολιτισμοί δεν παρακολουθούσαν απλά τον ήλιο και τα αστέρια, τους προσωποποίησαν με περίτεχνους μύθους για τις κινήσεις και τις σχέσεις τους. Ο ήλιος, με τις ζωογόνες και σωτήριες ιδιότητές του, προσωποποιήθηκε σαν εκπρόσωπος του αόρατου δημιουργού ή Θεού. Ο ήλιος του Θεού. Το φως του κόσμου. Ο σωτήρας του ανθρώπινου γένους.

Επίσης, οι 12 αστερισμοί αντιπροσώπευαν τα σημεία της διαδρομής του ήλιου, του Θεού. Και τους δόθηκαν ονόματα, που συνήθως απεικόνιζαν στοιχεία της Φύσης που συνέβαιναν την συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Όπως για παράδειγμα, ο Υδροχόος, ο νεροκουβαλητής, που φέρνει τις ανοιξιάτικες βροχές.  Ο Αιγυπτιακός θεός Ώρος, «Ήλιος» λατρευότανε από το 3000 π. χ.  Ήταν ο ήλιος με ανθρώπινη μορφή και η ζωή του σε μια σειρά αλληγορικών μύθων που περιλαμβάνουν την κίνηση του ήλιου στον ουρανό. Από τα αρχαία Αιγυπτιακά ιερογλυφικά γνωρίζουμε αρκετά για τον ηλιακό αυτόν μεσσία. Για παράδειγμα, ο Ώρος που σημαίνει ήλιος ή φως, είχε έναν εχθρό που ονομαζόταν Σετ. Και ο Σετ ήταν η προσωποποίηση του σκοταδιού ή της νύχτας. Και μιλώντας μεταφορικά, κάθε πρωί ο Ώρος κέρδιζε την μάχη ενάντια στον «Σετ», ενώ το απόγευμα ο «Σετ» νικούσε τον Ώρος και τον έστελνε στον κάτω κόσμο. Έχει σημασία να ξέρουμε ότι η πάλη του σκότους εναντίον του φωτός, του καλού εναντίον του κακού, είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους μυθολογικούς δυϊσμούς που υπήρξαν ποτέ και εκδηλώνεται μέχρι σήμερα σε πολλά επίπεδα.

Η μυθική ιστορία του Ώρος περιγράφεται ως εξής: Ο Ώρος γεννήθηκε 25 Δεκέμβρη, από την παρθένο Ίσιδα. Η γέννηση του συνοδεύτηκε από την εμφάνιση ενός άστρου στην ανατολή το οποίο ακολούθησαν τρεις μάγοι για να τον βρουν και να φέρουν δώρα στον νεογέννητο σωτήρα. Στην ηλικία των 12 χρόνων ήταν παιδί-δάσκαλος. Όταν έγινε 30 βαπτίστηκε από κάποιον γνωστό σαν Άναπ και έτσι άρχισε η βασιλεία του. Ο Ώρος είχε 12 μαθητές που ταξίδευαν μαζί του, έκανε θαύματα θεραπεύοντας τους αρρώστους και περπατούσε στο νερό. Ο Ώρος προσφωνούνταν με πολλά ονόματα, όπως «αλήθεια» ή «φως», «ο γιος του θεού», «καλός ποιμένας», «αμνός του θεού» και πολλά άλλα. Αφού προδόθηκε από τον «Τύφων», ο Ώρος σταυρώθηκε, θάφτηκε για 3 μέρες και αναστήθηκε.

«ΗΛΙΑΚΟΙ ΜΕΣΣΙΕΣ»: ΈΝΑ ΜΟΤΙΒΟ ΠΟΥ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ

Αυτά τα χαρακτηριστικά του  Ώρος, ανεξάρτητα αν είναι πρωτότυπα ή όχι, φαίνεται ότι διαπότισαν πολλούς πολιτισμούς. Έτσι για πολλούς ακόμα άλλους θεούς, βρέθηκε ότι υπήρχε η ίδια γενική μυθολογική δομή. Ο «Άττις» στη Φρυγία, γεννήθηκε από την παρθένα «Νάνα» στις 25 Δεκέμβρη. Σταυρώθηκε, Θάφτηκε σε τάφο και μετά από 3 μέρες αναστήθηκε. Ο Κρίσνα στην Ινδία, γεννήθηκε από την παρθένα «Ντεβάκι» με ένα άστρο στην ανατολή να σηματοδοτεί τον ερχομό του, έκανε θαύματα με τους μαθητές του και μετά τον θάνατό του αναστήθηκε. Ο Διόνυσος στην Ελλάδα, γεννήθηκε από την παρθένα Σέμελη στις 25 Δεκέμβρη, ήταν δάσκαλος που ταξίδευε κάνοντας θαύματα, όπως το να μετατρέπει το νερό σε κρασί, προσφωνούνταν σαν «βασιλεύς των βασιλέων, «σωτήρ» και «θείο βρέφος», «το άλφα και το ωμέγα» και πολλά άλλα, μετά το θάνατό του αναστήθηκε. Ο Μίθρα στην Περσία, γεννήθηκε από παρθένο στις 25 Δεκέμβρη. Είχε 12 μαθητές και έκανε θαύματα. Μετά τον θάνατό του θάφτηκε για 3 μέρες και μετά αναστήθηκε. Ονομαζόταν επίσης «η αλήθεια», «το φως» και πολλά άλλα. Ενδιαφέρον έχει το ότι η ιερή μέρα του Μίθρα ήταν η Κυριακή.

Είναι γεγονός ότι, υπάρχουν πολυάριθμοι σωτήρες σε διαφορετικές περιόδους σε όλο τον κόσμο που έχουν τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά. Το ερώτημα παραμένει: γιατί αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα; Γιατί η γέννηση από παρθένο στις 25 Δεκεμβρίου; Γιατί ο θάνατος για 3 μέρες και η αναπόφευκτη ανάσταση; Γιατί 12 μαθητές ή οπαδοί; Για να το ανακαλύψουμε, ας εξετάσουμε τον πιο πρόσφατο από τους ηλιακούς μεσσίες.

Ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου από την παρθένο Μαρία στη Βηθλεέμ. Η γέννησή του αναγγέλθηκε από ένα άστρο στην ανατολή, το οποίο ακολούθησαν 3 μάγοι για να φέρουν δώρα στον νεογέννητο σωτήρα. Ήταν ήδη δάσκαλος στην ηλικία των 12 και στα 30 βαπτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Και ξεκίνησε να κηρύττει. Ο Ιησούς είχε 12 μαθητές με τους οποίους ταξίδευε κι έκανε θαύματα, όπως να θεραπεύει τους αρρώστους, περπάτησε στο νερό, ανάστησε νεκρούς, ήταν γνωστός σαν «βασιλεύς των βασιλέων» και «υιός του θεού», «το φως του κόσμου», «Α και Ω», «ο αμνός του θεού» και πολλά άλλα. Αφού προδόθηκε από τον μαθητή του Ιούδα για 30 αργύρια σταυρώθηκε, ενταφιάστηκε και μετά από 3 μέρες αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς.

Κατ’ αρχήν, η γενέθλια ακολουθία είναι τελείως αστρολογική. Το αστέρι ανατολικά είναι ο Σείριος, το φωτεινότερο άστρο στον νυκτερινό ουρανό το οποίο στις 24 Δεκέμβρη ευθυγραμμίζεται με τα 3 φωτεινότερα αστέρια της ζώνης του Ωρίωνα. Αυτά τα 3 αστέρια εξακολουθούν να ονομάζονται και σήμερα όπως και στην αρχαιότητα.  Οι 3 μάγοι και το φωτεινό άστρο Σείριος δείχνουν την ανατολή της 25ης Δεκέμβρη. Γι αυτό οι 3 μάγοι ακολουθούν το αστέρι στα ανατολικά, με σκοπό να εντοπίσουν την ανατολή, την γέννηση του ήλιου. Η παρθένος Μαρία είναι ο αστερισμός της παρθένου, γνωστός σαν «Virgo», η παρθένος. «Virgo» στα λατινικά σημαίνει παρθένος. Το αρχαίο σύμβολο της παρθένου είναι ένα παραλλαγμένο «Μ». Γι αυτό η Μαρία όπως και οι υπόλοιπες παρθένες μητέρες, όπως η μητέρα του «Άδωνη» «Μύρρα», ή η μητέρα του Βούδα «Μάγια», αρχίζουν από «M». Η παρθένος αναφερόταν συχνά ως ο «οίκος του άρτου» και απεικονίζονταν σαν μια παρθένα που κρατούσε ένα δεμάτι σιτάρι. Ο οίκος του άρτου και το σύμβολό του το σιτάρι, συμβολίζουν τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, τους μήνες του θερισμού.  Βηθλεέμ επίσης κυριολεκτικά σημαίνει «οίκος του άρτου»,  γι’ αυτό η Βηθλεέμ παραπέμπει στον αστερισμό της Παρθένου –ένα σημείο στον Ουρανό, όχι στη Γη.


25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΉΛΙΟΥ

Υπάρχει και ένα άλλο ενδιαφέρον φαινόμενο που λαμβάνει χώρα γύρω στις 25 Δεκέμβρη, το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Από το Θερινό στο χειμερινό Ηλιοστάσιο, οι μέρες μικραίνουν και γίνονται πιο κρύες και από την πλευρά του βόρειου ημισφαιρίου ο ήλιος φαίνεται να κινείται νότια και να γίνεται μικρότερος και αδύναμος. Οι μέρες μικραίνουν και το τέλος της σοδειάς έρχεται, όσο πλησιάζουμε, το χειμερινό Ηλιοστάσιο συμβολίζοντας τον θάνατο για τους αρχαίους. Ήταν ο θάνατος του ήλιου. Και μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου ο θάνατος του ήλιου είναι πλήρως ορατός. Ο ήλιος που ταξίδευε νότια για 6 μήνες φτάνει στο χαμηλότερο σημείο του στον ουρανό. Εδώ συμβαίνει κάτι παράξενο, ο ήλιος σταματάει να κινείται νότια, έτσι φαίνεται για τρεις μέρες και σε αυτή την τριήμερη παύση, ο ήλιος βρίσκεται πλησιέστερα στον σταυρό του νότου, στον αστερισμό «crux». 

Και μετά από αυτό το χρονικό διάστημα, στις 25 Δεκεμβρίου, ο ήλιος κινείται μία μοίρα, αυτή την φορά βόρεια, προμηνύοντας μεγαλύτερες μέρες, ζεστασιά και ζωντάνια. Και γι αυτό ειπώθηκε : Ο ήλιος πέθανε στον σταυρό, ήταν νεκρός για 3 μέρες για να αναστηθεί ξανά. Αυτός είναι ο λόγος που ο Ιησούς και οι υπόλοιποι θεοί-ήλιοι έχουν κοινό σημείο την σταύρωση, το θάνατο για 3 μέρες και την πεποίθηση της ανάστασης. Είναι η μεταβατική περίοδος του ήλιου πριν αλλάξει την κατεύθυνσή του πίσω προς το βόρειο ημισφαίριο, φέρνοντας την άνοιξη άρα και την σωτηρία. Ωστόσο, δεν γιόρταζαν την ανάσταση μέχρι την Εαρινή ισημερία ή αλλιώς Πάσχα. Αυτό γίνεται επειδή κατά την διάρκεια της εαρινής ισημερίας ο ήλιος επίσημα υπερνικά το «κακό σκοτάδι» καθώς η μέρα γίνεται μεγαλύτερη σε διάρκεια από την νύχτα και οι αναζωογονητικές συνθήκες της άνοιξης εμφανίζονται.

Τέλος, ο πιο προφανής αστρολογικός συμβολισμός γύρω από τον Ιησού αφορά τους 12 μαθητές του. Είναι οι 12 αστερισμοί του ζωδιακού κύκλου στους οποίους ο Ιησούς, ως ήλιος, ταξιδεύει μαζί τους. Για την ακρίβεια ο αριθμός 12 ξεχειλίζει στη Βίβλο. Τα βιβλικά κείμενα έχουν περισσότερη σχέση με την αστρολογία από οτιδήποτε άλλο. Γυρνώντας πίσω στον σταυρό του ζωδιακού κύκλου, η απεικόνιση της ζωής του ήλιου δεν είναι απλά μια καλλιτεχνική έκφραση ή εργαλείο παρακολούθησης της κίνησής του ήλιου, είναι επίσης ένα πολυχρησιμοποιημένο παγανιστικό θρησκευτικό σύμβολο. Ο σταυρός δεν είναι αποκλειστικά χριστιανικό σύμβολο, είναι η παγανιστική προσαρμογή του ζωδιακού σταυρού. Γι αυτό ο Ιησούς στη πρώιμη θρησκευτική τέχνη απεικονίζεται με το κεφάλι του στον σταυρό. Γιατί ο Ιησούς είναι ο ήλιος. Ο υιός του Θεού, το φως του κόσμου, ο ανατέλλων σωτήρας που θα έλθει ξανά όπως κάνει κάθε πρωί με την δόξα του θεού που πολεμά ενάντια στα έργα του σκότους, καθώς γεννιέται ξανά κάθε πρωί και φαίνεται καθώς έρχεται μέσα από τα σύννεφα, ψηλά στο στερέωμα με το στέμμα του από αγκάθια ή ηλιαχτίδες…

'Άρθρο του Μπάμπη Ιμβρίδη, στο zenithmag.wordpress.com


Όσον αφορά τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς, ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του Γιώργου Τσαγκρίνου, από το περιοδικό «Ιχώρ (2003 )»ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΩΝ, ΜΙΑ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ».

Η αρχιχρονιά, ή Πρωτοχρονιά, όπως έχουμε περισσότερο συνηθίσει να την λέμε, είναι μια από τις πιό αγαπημένες γιορτές των Ελλήνων, αλλά και ολόκληρης σχεδόν της ανθρωπότητας. Έχει καθιερωθεί στους περισσότερους λαούς του κόσμου να γιορτάζουν σαν πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου και είναι γεγονός πλέον η ύπαρξη δορυφορικών εκπομπών από όλες τις χώρες προς όλες τις χώρες της γης, για μια όσο το δυνατόν πιο «συντονισμένη» αλλαγή του χρόνου, παρ' όλη τη διαφορά της ώρας.

Από την Αυστραλία και την Ιαπωνία μέχρι τη Βρετανία και την
Ισλανδία, έως τις χώρες της Μεσογείου, οι άνθρωποι γιορτάζουν με
χαρά και πανηγυρισμούς την Πρωτοχρονιά, ίσως γιατί κάθε νέος χρόνος φέρνει μαζί του την ελπίδα για καλύτερες μέρες.

Η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε σαν ημέρα της πρώτης του χρόνου από τους Ρωμαίους το 153 π.Χ. Στο Βυζάντιο η 1η Ιανουαρίου υιοθετήθηκε και καθιερώθηκε σαν ημέρα πρωτοχρονιάς το 1000 μ.Χ. 
Πριν από το 153 π.Χ., σαν πρώτη του έτους ημέρα, εορταζόταν η 1η Μαρτίου, ενώ σε άλλες περιοχές του τότε γνωστού κόσμου η πρώτη ή η ενδέκατη Σεπτεμβρίου, αλλά και η πρώτη νουμηνία (αρχή της νέας Σελήνης) μετά το θερινό ηλιοστάσιο (21η Ιουνίου), όπως συνέβαινε στο αττικό σεληνιακό ημερολόγιο ή η πρώτη νουμηνία μετά την φθινοπωρινή ισημερία, όπως ίσχυε στο μακεδονικό ημερολόγιο. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα κάτι που συνήθως διαφεύγει της προσοχής μας. Εάν η πρώτη Μαρτίου εκληφθεί σαν η πρώτη ημέρα του χρόνου, τότε δικαιολογείται και μιας άλλη μορφής αρίθμηση των μηνών του έτους, σύμφωνα με την οποία ο Σεπτέμβριος, ο Οκτώβριος, ο
Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος είναι ανιστοίχως ο έβδομος (επτά-
Σεπτέμβριος), ο όγδοος (οκτώ-Οκτώβριος) ο ένατος (εννέα-Νοέμβριος] και ο δέκατος (δέκα-Δεκέμβριος) μήνας του χρόνου.

Ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος είναι ο 11ος και 12ος μήνας αντιστοίχως του έτους σε αυτήν την περίπτωση. Κατανοούμε ότι μέσα από μια εσωτερική μυστική παράδοση όπου ο Μάρτιος είναι ο μήνας της εαρινής ισημερίας, όπου έχουμε ίση ημέρα – ίση νύκτα, ίσο φως – ίσο σκοτάδι και αρχίζει κατόπιν μια σταδιακή αύξηση του φωτός εις βάρος του σκότους μυημένοι των ιερατείων «περνούν» το συμβολισμό της σύλληψης του εμβρύου του θεού του φωτός ή σε άλλο κωδικοποιημένο συμβολισμό την ανάσταση το Θεού.

Γι' αυτό άλλωστε στην πρώτη περίπτωση από, την 25η Μαρτίου (περίοδος εαρινής ισημερίας) έως την 25η Δεκεμβρίου, ημέρα γέννησης του Χριστού, παρέρχεται χρόνος εννέα μηνών ακριβώς. Το σημαντικότερο, που πρέπει όμως να προσέξουμε εδώ, είναι η καλά κρυμμένη και κωδικοποιημένη σημασία των ημερομηνιών που λαμβάνονται σαν Πρωτοχρονιές. Ενώ λογικά η μετά την γέννηση του Χριστού χρονολόγηση θα έπρεπε να ξεκινά από την 25η Δεκεμβρίου που είναι το σημείο αντιστροφής της χρονολόγησης, όλως περιέργως, ξεκινά μια εβδομάδα αργότερα, την πρώτη Ιανουαρίου, που είναι η πρώτη ενός μηνός, αφιερωμένου στον αγαπημένο Θεό των Ρωμαίων Ιανό, το θεό των θεών, όπως τον αποκαλούσαν. Ο χριστιανικός κόσμος θεωρεί σαν πρώτη ημέρα του χρόνου την πρώτη Ιανουαρίου επειδή αυτή ήταν όπως λέγεται η
ημέρα της περιτομής του Ιησού. 

Ο Γ.Ζ. Κωσταντινίδης γράφει στο λεξικά του της Αγίας Γραφής: «Παρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας η περιτομή του Ιησού Χριστού εορτάζεται μετά οκτώ ημέρας από τα Χριστούγεννα, ήτοι την 1ην Ιανουαρίου». Στο Λουκά διαβάζουμε
επίσης: «Όταν συμπληρώθηκαν οκτώ μέρες, έκαναν στο παιδί περιτομήκαι του έδωσαν το όνομα Ιησούς». Γνωστά σε κάποιους από μας ίσως είναι και κάποια θρακομακεδονικά κάλαντα που ξεκινούν ως εξής: «Πρωτοχρονιά του χρόνου αρχή η του Χριστού περιτομή και η μνήμη του Αγίου του Μεγάλου Βασιλείου».
Προκύπτει όμως αμέσως ένα μεγάλο ερώτημα: Αφού η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε σαν Πρωτοχρονιά το 153 π.Χ., πώς είναι δυνατόν να συνέπεσε με τόση ακρίβεια ώστε 153 χρόνια αργότερα ο Χριστός να γεννιέται την 25η Δεκεμβρίου (ημέρα γέννησης και του Μίθρα), ώστε να μεσολαβούν ακριβώς 8 ημέρες μέχρι την περιτομή του, την 1η Ιανουαρίου; Μια θεία χριστιανοκεντρική διαδικασία ελάμβανε υπόψη της ένα παγανιστικό ημερολόγιο, τους Εβραίους, οι οποίοι ακολουθούσαν άλλη ημερολογιακή διαδικασία;


Και κάτι ακόμη: Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι η αρχή της ισχύουσας
χρονολόγησης, αλλά και η Πρωτοχρονιά μεχρι τις μέρες μας έχει
καθιερωθεί εξαιτίας της εβραϊκής περιτομής του Χριστού και όχι
εξαιτίας της γέννησής του; Αλλά και στην Πάτμο, ένα από τα σημαντικά κέντρα του χριστιανισμού, γιατί εορτάζεται η Πρωτοχρονιά το Σεπτέμβριο και αποκαλείται Πρωτοσεπτεμβρία;

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος