Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Πάσχα, Easter, και Θεός Άδωνις..

Στα δύο κείμενα που ακολουθούν γίνεται αναφορά στα λαογραφικά, μυθολογικά και θεολογικά στοιχεία που αφορούν  κυρίως το Χριστιανικό Πάσχα. Στο  δεύτερο  γίνεται εκτενέστερη ανάλυση του θνήσκοντος και αναγεννημένου Θεού των αρχαίων Ελλήνων και όχι μόνο,  Αδώνιδος. Καλή ανάγνωση.
   

 Το παρόν (1) δεν αποτελεί θεολογική ή πίστεως αναφορά, ούτε φυσικά θέλει να «σκανδαλίσει» θρησκευτικά τον αναγνώστη. Αντιθέτως , επιθυμία θα ήταν η δια της πληροφόρησης  ( έστω και σύντομης ) , ενίσχυση της κατάνυξης και του συναισθήματος της ΑΓΑΠΗΣ που διαλαλεί η Λαμπρή ημέρας της Αναστάσεως. 

Είναι μια απλή και σύντομη ιστορικο/λαογραφική προσέγγιση, στα πλαίσια των ημερών και σίγουρα «όχι» πρωτότυπη ή εξαντλητική σ’ επίπεδο στοιχείων, αφού όσα αναφέρει είναι γνωστά και ευκολοπροσβάσιμα σε όποιον θέλει να τα ψάξει.

Ευελπιστεί όμως σε σύνοψη ( εφόσον διαβαστεί ), να δώσει το κίνητρο συζητήσεων γύρω από το γιορτινό τραπέζι της Κυριακής του Πάσχα και κυρίως να «βοηθήσει» τους γονείς ν’ απαντήσουν στις τυχόν απορίες των παιδιών.

Ο όρος Πάσχα που απαντάται στην ελληνική, την λατινική ( pascha ) και στην αραμαϊκή ως pasa, αντιστοιχεί στην εβραϊκή Pesach פֶּסַח
, της οποίας η γενική έννοια είναι “πέρασμα” το δε ρήμα פָּסַח fasach, αναφέρεται για πρώτη φορά στην Τορά της Εξόδου από την Αίγυπτο (Έξοδος 12:23).

Στα εβραϊκά Pesach פֶּסַח ονομάζεται και τα αρνί ή το κατσίκι που οριζόταν ως θυσία του Πάσχα (Korban Pesach) . Φαίνεται όμως ότι η «γιορτή του περάσματος» προϋπήρχε ως έθιμο στην αρχαία Αίγυπτο, όπου στις 21 Μαρτίου, γιόρταζαν την εαρινή ισημερία με τον όρο Pisah δηλ. το πέρασμα του Ήλιου από τον ισημερινό.

Δεν ξέρω αν θα ήταν δόκιμο, να παραλληλίσουμε εδώ και τα αρχαιοελληνικά Ανθεστήρια ως ετήσια γιορτή της αναγέννησης της φύσης και γιορτή των νεκρών προς τιμή του Λιμναίου Διονύσου και του χθόνιου Eρμή, καθώς και της θεάς της Άνοιξης των Βορείων λαών Ēostre ή Ostara ( βλ. Easter ), καθώς και της Ishtar – Αστάρτης – Αφροδίτης, με τις «επιτάφιες» τελετές, στα Ορφικά, στα Ελευσίνεια μυστήρια και στα εξ ανατολών Αδώνεια με τα ελεγειακά θρηνώδη άσματα.


Αρκετοί Πατέρες της εκκλησίας, όπως ο Τερτυλλιανός , ο Ιππόλυτος , ο Ειρηναίος, πίστευαν ότι το Πάσχα προέρχεται από το απαρέμφατο της ελληνικής «Πάσχειν», που όμως όσο δελεαστικό και ομόηχο κι’ αν είναι, δεν ισχύει. Ο Ωριγένης και άλλοι Αλεξανδρινοί το ερμήνευαν ως “πέρασμα” , εννοώντας και αναφερόμενοι στο «πέρασμα» των Ισραηλιτών από την Ερυθρά Θάλασσα, δηλ. από τη δουλεία της Αιγύπτου στη Γη της Επαγγελίας και συμβολικά για τους πρώτους Χριστιανούς, το «πέρασμα» από την αμαρτία στην ελευθερία της σωτηρίας , μέσα από τον καθαρμό του βαπτίσματος .

Μια άλλη ομάδα συγγραφέων όπως ο Προκόπιος της Γάζας , ο Θεοδώρητος Κύρου , ο Απολλινάριος της Λαοδικείας πίστευαν ότι Pesach פֶּסַח σημαίνει « πέρασε από πάνω ” , εννοώντας τον Εξολοθρευτή Άγγελο , ο οποίος πέρασε πάνω από τα τέκνα των Ισραηλιτών, δεν τα πείραξε, αλλά εξολόθρευσε όλα τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων , ενώ στο χριστιανισμό εννοεί το πέρασμα του Χριστού από το θάνατο και τελικά την υπέρβαση και Ανάστασή Του.

Το εβραϊκό Πάσχα ( πέρασμα ) ως γιορτή , φυσικά σχετίζεται με την ανάμνηση της εξόδου από την Αίγυπτο , αλλά φέρει και στοιχεία εορτασμού της ανοίξεως, μιάς και μεταξύ των «θυσιών» στο ναό, πέραν του αρνιού, υπήρχε και μια αναίμακτη θυσία /προσφορά καρπών της πρώτης σοδειάς, όπως συναντάμε και σε άλλους λαούς και στην αρχαία Ελλάδα ( αιματηρές και αναίμακτες θυσίες, αρτοφαγία, οινοποσία, σιτοφαγία κ.λ.π ) .

Τα άγια πάθη του Χριστού που οδήγησαν στην Λαμπρή Ανάστασή του και στο παγκόσμιο διαχρονικό μήνυμα της Αγάπης, συνέβησαν στην Ιερουσαλήμ μεσούντος του εορτασμού του εβραϊκού Pesach פֶּסַח , γι’ αυτό όλη η Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών συνώνυμα ονομάζεται και Πάσχα, είτε με την ημερολογιακή εορταστική της κυριολεξία , είτε με την πνευματική της μετάβασης ( περάσματος ) από το θάνατο και την αμαρτία στην αιώνια Ζωή και Αγάπη.

Οι πρώτοι εξ εβραίων και λοιποί Χριστιανοί , γιόρταζαν το Πάσχα σε κοινή ημερομηνία με τους μη χριστιανούς εβραίους, αν και με διαφορετική πίστη, νοηματοδότηση και συμβολισμό. Όμως μετά την Α’ Οικουμενική σύνοδο, το 325 μ.Χ στη Νίκαια της Βηθυνίας, ορίστηκε όπως το Χριστιανικό Πάσχα εορτάζεται μετά το εβραϊκό και συγκεκριμένα να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την Πανσέληνο, που θα γίνει κατά την ημέρα της εαρινής ισημερίας ή μετά από αυτήν. Αν η πανσέληνος γίνει Κυριακή τότε το Πάσχα θα εορτάζεται την επομένη Κυριακή. Έτσι, ο ορισμός της ημερομηνίας του Χριστιανικού Πάσχα , ως κινητής σεληνοκεντρικής εορτής και η διαφορά ( συνήθως ) εβδομάδας του Ορθόδοξου με το Καθολικό, μας ακολουθεί μέχρι σήμερα, λόγω και της αλλαγής του Ιουλιανού ημερολογίου σε Γρηγοριανό , όμως η ανάλυση αυτή και ο ημερολογιακός υπολογισμός παρέλκει του παρόντος.


Ένα άλλο θέμα είναι, γιατί ενώ πολλοί λαοί χρησιμοποιούν τον όρο Πάσχα, Pasqua, пасхальный κ.λ.π κάποιοι άλλοι λένε Easter ή Ostern;

Και εδώ υποκρύπτεται η λατρεία της θεότητας της άνοιξης και της αναγέννησης, του εξ ανατολών ( east ) ερχομού του Εως/Ηώς/φωτός και της Αυγής.

Στους αγγλοσαξωνικούς και γερμανικούς λαούς Ēostre ή Ostara ονομαζόταν η θεότητα της Άνοιξης ( στα σύγχρονα αγγλικά Easter και στα γερμανικά Ostern , μεταφράζεται ως Πάσχα ). Το όνομα της θεότητας αυτής, μοιάζει με το Ishtar και Αστάρτη. Αν και αμφισβητείται από τους μελετητές η γνησιότητά της, μια αναφορά στη λατινική γλώσσα , στο Κεφ. 15 , στο έργο De temporum ratione, του 8ου αιων. του Βέδες/Bēda Venerābilis ( άγγλου μοναχού στη μονή αγ. Πέτρου στο Monkwearmouth της περιοχής του Sunderland ) , λέει :

« Eostur-monath, qui nunc Paschalis mensis interpretatur, quondam a Dea illorum quæ Eostre vocabatur, et cui in illo festa celebrabant nomen habuit: a cujus nomine nunc Paschale tempus cognominant, consueto antiquæ observationis vocabulo gaudia novæ solemnitatis vocantes» δηλ. σε ελεύθερη μετάφραση: «Ο μήνας Eostur έχει ένα όνομα το οποίο μεταφράζεται τώρα ως “πασχαλινός μήνας», και ο οποίος πήρε κάποτε το όνομά του από μια θεά που ονομάζεται Ēostre, προς τιμήν της οποίας γιορτές γιορτάζονταν κατά το μήνα αυτό. Τώρα που η πασχαλινή περίοδος ορίζεται με το όνομά της, σας καλώ τις χαρές της νέας ιεροτελεστίας να τις τιμάται διατηρώντας το παλαιό όνομα ( εννοεί του μήνα ).

Επομένως στην περίοδο που οι βόρειοι λαοί τελούσαν και λάτρευαν τη θεότητα της άνοιξης / αναγέννησης/ Αυγής, Ēostre ή Ostara , μετά τον εκχριστιανισμό τους και τη σύμφωνη γνώμη της εκκλησίας , το Πάσχα, τους επετράπη να συνεχίσουν να το ονομάζουν στη γλώσσα τους : αγγλικά Easter και στα γερμανικά Ostern σε ανάμνηση του ονόματος της Ēostre/ Ostara.

Περαιτέρω: Σύμφωνα με την Ορφική θεογονία, αρχικά στο Σύμπαν υπήρχε η συνεχής ροή του Χρόνου από την οποία προήλθαν οι δύο Κοσμογονικές Ουσίες: Ύδωρ και Γη, Αιθήρ και Χάος, ως διάμεσο του Φάνη Έρωτα δημιουργήθηκε το Ορφικό Ωόν (αυγό /αβγό ) , από όπου προήλθε το σύμπαν.


Ο συμβολισμός και η σχέση της αναγέννησης με το Ωόν (αυγό /αβγό ) είναι πανάρχαια, σε όλους τους λαούς και χάνεται στα βάθη του χρόνου. Ο αρχαίος άνθρωπος είχε προφανώς εντυπωσιαστεί από το γεγονός πως μέσα από ένα κελυφώδες φαινομενικά ανενεργό και ακίνητο δημιούργημα ενός στρουθίου ( πτηνού ), δηλ. το αυγό, μετά από λίγο καιρό ξεπεταγόταν ζωή ( νεοσσός ). Ευνόητο είναι ότι τα αυγά συμβόλιζαν και συμβολίζουν την αναγέννηση, τη νέα ζωή και ελπίδα , η δε επιχρωμάτωσή τους ( βάψιμο ), ομοίως είχε να κάνει με τα ζωηρά χρώματα της αναγεννημένης φύσης και των λουλουδιών της. Ειδικά στο βάψιμο των κόκκινων αυγών, η παράδοση θέλει να βάφονται στο χρώμα αυτό για το αίμα του βασανισμού και της Σταυρώσεως του Χριστού. Η Ουκρανική περίτεχνη διακόσμηση των αυγών του Πάσχα ονόματι pysanky, ανάγεται σε εποχές πριν τον εκχριστιανισμό των Σλάβων.

Για τον λαγό ως Πασχαλιάτικο σύμβολο ( κυρίως πιά στους Δυτικούς ) με τ’ όνομα Easter Bunny , Easter Rabbit , Easter Hare , εν συντομία λέμε ότι και αυτός σχετίζεται συμβολικά με την προχριστιανική εποχή και την φυσική του δυνατότητα ν’ αναπαράγεται σωρηδόν, άρα να γεννά ζωή. Στην αρχαιότητα ο λαγός ήταν ακόλουθος της Αφροδίτης, όπως και της Ēostre ή Ostara, όπως αναφέρει ο Charles J. Billson.


Επομένως αυγά και λαγοί ήταν και είναι σύμβολα γονιμότητας / αναγέννησης.

Ο αμνός, το αρνάκι ( αρνίον ως υποκοριστικό του αρήν, αρνός ) που «σουβλίζεται ή ψήνεται » ειδικά το Πάσχα, αφενός συμβολίζει το “αρνίον το εσφαγμένον”, ή τον “αμνόν του Θεού”, αφετέρου ομοίως έχει βαθύτατες θυσιαστικές ρίζες, τόσο στην εβραϊκή παράδοση και θρησκεία, όσο και στις αρχαίες.

Αστρολογικά / ζωδιακά το Πάσχα συμπίπτει με τον μήνα του Κριού ( αρσενικού αμνού ) μιάς και ο ήλιος διέρχεται το ζώδιο από τις 21 Μαρτίου ως τις 20 Απριλίου, περίπου, δηλ. στην περίοδο που πραγματοποιείται η εαρινή ισημερία. Επομένως την εποχή του Κριού, οι αρχαίοι λαοί θυσίαζαν εξευμενιστικά αμνούς/αρνία, συνήθεια που έστω και εάν αγνοούμε την καταγωγή της συνεχίζομαι ακόμα .

Παρότι σήμερα λέμε «σούβλα» από το λατινικό subula ( ως εργαλείο βασανισμού), εν τούτοις η αρχαιοελληνική λέξη είναι Οβελός στον οποίο σύμφωνα με τον Όμηρο οι πολεμιστές πέρναγαν τα κρέατα για να τα ψήσουν ( οι μικρές σούβλες, λεγόντουσαν υποκοριστικά οβελίσκοι/ σουβλάκια ) . Οτιδήποτε ψήνεται σε οβελό, λέγεται σύμφωνα με τους λογίους μας , οβελίας.

Κουλουράκια Πασχαλιάτικα εμείς σήμερα, κόλλυρα, κολλίκια , κολλύρα (ή κόλλιξ) έλεγαν οι αρχαίοι το στρογγυλό ψωμί και υποκοριστικά κολλύριον, που σήμαινε αφενός το στρογγυλό ψωμί ή το ζυμάρι σε σχήμα καρβελιού , αφετέρου τον σβώλο της ζύμης, ή εν γένει το σβώλο που είχε το μέγεθος σημερινού κουλουριού.

Το Τσουρέκι, ή çörek στα τούρκικα , شوريك
στ’ Αραβικά , panarët στ’ Αλβανικά ( προφανώς από εδώ και το επώνυμο Παναρίτης ) choreg / չորեկ στ’ Αρμένικα, çörək στ’ Αζέρικα , Vánočka στα Τσέχικα, Vianočka στα Σλοβάκικα, козунак στα βουλγάρικα , aŭ kozonac στα Ρουμάνικα κ.λ.π , ομοίως σημαίνει το στρογγυλό, στριφτό ψωμί το πλασμένο σε σχήμα μεγάλου σβώλου και γενικά τα στρογγυλά στριφτά αντικείμενα. Το τσουρέκι , εκτός από Κόλλυρα, θα μπορούσε να προσομοιάζει με τα αρχαίο γλυκό ψωμί Στρεπτίκιο που γινόταν με γάλα, λάδι ή βούτυρο και μέλι.


Ο μύθος του θνήσκοντος και αναγεννημένου Θεού Αδώνιδος   (2)


Από τις τρεις βασικές μυθολογικές-γενεαλογικές αποτυπώσεις του θεού Αδώνιδος θα προτιμήσουμε να περιγράψουμε αυτήν που διασώζεται στις περίφημες μεταμορφώσεις του Οβιδίου  και  τον συνδέει με την παράδοση της Κύπρου, εκεί που, όπως γνωρίζουμε, η λατρεία της θεάς Αφροδίτης και του Αδώνιδος γνώρισε τεράστια διάδοση.

Οταν η Μύρρα, κόρη του Βασιλέα της Πάφου Κινύρα και της  Κεχρηίδας, έφθασε σε ηλικία γάμου, ο πατέρας της την ρώτησε ποιον θα ήθελε να παντρευτεί και αυτή απάντησε, με  έναν «όμοιο» με εσένα. Ο άνομος έρωτας της κόρης για το πατέρα ήταν τόσο δυσβάσταχτος, που η Μύρρα θέλησε να βάλει τέρμα στην ζωή της. Ομως την σταμάτησε τελευταία στιγμή η παραμάνα της η Ιππολύτη, η οποία της υποσχέθηκε με όρκους ότι, αν δεν προχωρούσε στην πράξη της, θα την βοηθούσε σε ότι και να τις ζητούσε.

Οταν η Κεχρηίδα έλειπε στην εορτή των θεσμοφορίων, η Ιππολύτη, μέθυσε τον Κινύρα με διονυσιακό οίνο και η Μύρρα κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να συνευρεθεί με τον πατέρα της για δώδεκα ημέρες και νύχτες. Οταν ο Κινύρας συνήλθε από την μέθη θέλησε να δει το πρόσωπο της ερωμένης του και όταν αντιλήφθηκε την πλεκτάνη άρπαξε το ξίφος του να την σκοτώσει. Η Μύρρα ξέφυγε από το μένος του πατέρα της και περιπλανήθηκε για εννέα κύκλους της Σελήνης κυοφορώντας τον καρπό της ερωτικής μίξης μαζί του.

Στο τέλος του ένατου κύκλου  η Μύρρα απέτεινε ικετευτικό λόγο προς του θεούς λέγοντας: «είναι δίκαιη, δεν το αρνούμαι, η τιμωρία μου, μα σας ζητώ, για να μη  μιαίνω μήτε τους ζωντανούς- αν επιζήσω- μήτε τους νεκρούς – αν θα πεθάνω -  και από τα δύο βασίλεια να με αποπέμψετε, μεταμορφώστε με έτσι που και ζωή και θάνατο μαζί να μου αρνηθείτε (Οβιδίος,2002).
Τότε το σώμα της Μύρρας άρχισε  να μεταμορφώνεται σε δέντρο. Τα πόδια της έγιναν ρίζες, το σώμα της κορμός δέντρου, και τα ικετευτικά απλωμένα στον ουρανό χέρια της, κλαδιά. Μόλις ολοκληρώθηκε η μεταμόρφωση ο φλοιός του δέντρου αποσχίστηκε και εγγενήθη ο πανέμορφος μύρινος Αδωνης!


 Η ανατροφή του Αδωνη

Αμέσως μόλις γεννήθηκε ο Αδωνης τον παρέλαβαν οι νύμφες να τον πρωταναθρέψουν μυστικά εντός ενός ιερού σπηλαίου. Μόλις έφεραν εις πέρας το έργο τους, η Θεά Αφροδίτη πήρε τον Αδωνη από τις νύμφες και τον παρέδωσε στην Περσεφόνη για να ολοκληρώσει την μυστηριακή του ανατροφή, αφού τον τοποθέτησε  κρυφά σε μία λάρνακα (ξύλινη κιβωτός από κυπαρισσόδεντρο, Liddell-Scott,2006). Οσο όμως ο νέος πλησίαζε προς την ενηλικίωση του και το φυσικό κάλλος του γίνονταν ανυπέρβλητο, η Αφροδίτη μαγεύτηκε από την ομορφιά του, ενώ και ο Αδωνης ερωτεύτηκε σφόδρα την πολύμνητη θεά.

Η Περσεφόνη, συνεπαρμένη από την ωραιότητα του Αδώνιδος αρνήθηκε να τον δώσει πίσω και τότε οι θεές αποτάθηκαν στον Κρονίδη Δία να δώσει την λύση. Ο Δίας αποφάσισε, το ένα τρίτο του έτους να παραμένει ο νέος με την Περσεφόνη στον Αδη και το υπόλοιπο διάστημα να επανέρχεται και να ζει με την Αφροδίτη. Το τρίτο του χρόνου θα το αφιέρωνε όπου εκείνος επιθυμούσε.

Ο Αδωνης επέλεξε το δικό του χρόνο να τον αφιερώσει στην αγαπημένη του θεά Αφροδίτη, για να χαίρονται περισσότερο χρόνο του ετήσιου κύκλου τον θείο έρωτά τους. Και σε αυτήν την αφήγηση,  διαφαίνεται ο μυστηριακός ορίζοντας του μύθου, αφού η απόφαση του Διός είναι όμοια με αυτήν που έδωσε στην θεότητα της Ελευσίνος Περσεφόνη, όταν ο Αδης θέλησε να την κρατήσει κοντά του.

Η Αφροδίτη, ενόσω γεύονταν  τον ερωτά της, συμβούλεψε τον Αδωνη, που αρέσκονταν στο κυνήγι, να προσέχει και να μην είναι παράτολμος. Εκείνος δεν την άκουσε, έτσι κάποια στιγμή ο θεός Αρης του έστειλε έναν αγριόχοιρο που του κατάφερε ένα θανατερό πλήγμα στην ηβική του χώρα. Η θεά άκουσε τον γοερό βόγγο του αγαπημένου της και έπεσε επάνω του θρηνώντας για τον χαμό του. Αμέσως μετά παραίνεσε τους ανθρώπους να καθιερώσουν  εορτή προς τιμήν του εραστή της, εις αιώνια ανάμνηση του δικού της θρήνου για τον όμορφο θεό, και καθώς περιέρραινε το σώμα του με νέκταρ, από τον ουρανό κατήλθε λευκό σύννεφο και ο Άδωνης αναλήφθηκε με αυτό στα ουράνια δώματα των αθανάτων.


 Μια γνώριμη εορτή!

Η εορτή που εγκαθιδρύθηκε ονομάστηκε Αδώνεια ή αλλιώς Κήποι Αδώνιδος Τα Αδώνεια  ήταν μία επιτάφια  ιδιωτική-οικιακή εορτή που τελούνταν κάθε χρόνο σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις προς τιμήν του Αδωνη και της Αφροδίτης. Η διάρκεια της εορτής ήταν συνήθως διήμερη, αλλά σε  κάποιες πόλεις μπορούσε να διαρκέσει ακόμη και για μία εβδομάδα (Βρεττός, 2002). Τα τελετουργικά αυτά λάμβαναν χώρα κυρίως κατά την εποχή της ανοίξεως  και όπως ο μεγάλος Ελληνας λαογράφος Ν. Πολίτης επισημαίνει, αυτά «ετελούντο δ’ εν Αθήναις και εν άλλαις πόλεσι της Ελλάδος περί τα τέλη Μαρτίου».

Πολλοί μελετητές ισχυρίζονται ότι η λατρεία αυτή εισήχθη στον ελλαδικό χώρο από την πόλη Βύβλο της Συρίας τον 5ο π.κ.ε αιώνα, που βεβαίως την εποχή εκείνη  κατοικούνταν και από ελληνικό πληθυσμό. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν σημαντικές αναφορές ότι η λατρεία του θεού  ήταν αναπτυγμένη ήδη από το 600 π.κ.ε. στον θρησκευτικό κύκλο των γυναικών που πλαισίωναν την Σαπφώ στην Λέσβο (Burkert, 1993).

Η τελετή χωριζόταν σε δύο κύρια μέρη. Η πρώτη μέρα ήταν πένθιμη και  ονομάζονταν «αφανισμός». Στο κομμάτι αυτό οι γυναίκες ακολουθούσαν όλα τα καθιερωμένα τελετουργικά της κηδεύσεως του Αδωνη που ονομάζονταν και ως «πρόθεσις» του νεκρού. Κατά την ταφική διαδικασία της προθέσεως, οι μαυροφορεμένες  γυναίκες τοποθετούσαν σε νεκρική κλίνη ένα ξύλινο ομοίωμα (ξόανο) του Αδώνιδος και επιτελούσαν, σαν να είχαν ένα νεκρό σώμα,  τα ταφικά τελετουργικά.

Επλεναν με νερό το  ξόανο,  μύρωναν το σώμα του Θεού, το έντυναν με το χαρακτηριστικό ύφασμα των νεκρών, το σάβανο και νεκροστόλιζαν με αρωματικά άνθη και κλαδιά αειθαλών δέντρων την κλίνη του. Ο ποιητής Θεόκριτος, που έζησε 3ο αιώνα π.κ.ε. και ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής,  περιγράφει με εξαίσιο τρόπο  στο 15ο ειδύλλιό του με τίτλο Συρακουσίαι ή Αδωνιασταί την ατμόσφαιρα της εορτής:

«Εχουν στρώσει αργυρή κλίνη νεκρική για τον όμορφο Θεό. Δίπλα της, βρίσκονται καρποί που δίνουν τα κλαδιά των ιερών δένδρων, και άνθη φυλαγμένα σε πήλινα δοχεία, οι περιώνυμοι κήποι του Αδωνη. Ο πολυέραστος  Αδωνης, αυτός που αγαπούν και στον Αχέροντα ακόμη! Δέσποινα Αφροδίτη, εσύ είσαι που κρατείς στα χέρια τώρα  το ρόδινο σώμα του Αδωνη».

Σημαντικό μέρος στην τελετή  διαδραμάτιζαν οι λεγόμενοι «Κήποι Αδώνιδος». Οι γυναίκες εννέα ημέρες πριν την εορτή, τοποθετούσαν μέσα σε αγγεία πήλινα σπόρους από φυτά που αναπτύσσονται γρήγορα, συνήθως σίτο, μαρούλι, μάραθο ή και διάφορα άνθη. Τοποθετούσαν τα αγγεία αυτά στις στέγες των σπιτιών ή όπου αλλού αυτά θα δέχονταν την θερμότητα των ηλιακών ακτινών ώστε να μεγαλώσουν γρήγορα. Τα φυτά αυτά συμβόλιζαν την νεότητα και το σφρίγος του νεανία θεού, ενώ αναβλασταίνουν γρήγορα και μαραίνονται απότομα, όπως απότομα και πρόωρα αφανίστηκε και ο Αδωνης.


Θρήνος, επιτάφιος και ανάσταση

Κατόπιν ακολουθούσε  ο θρήνος του νεκρού Αδώνιδος. Ο θρήνος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των ελληνικών ταφικών τελετουργιών. Εχουμε την τύχη να διασώζεται αυτούσιος  ένας  τελετουργικός  θρήνος του Αδώνιδος  από τον Βίωνα τον Σμυρναίο που έζησε τον 2ο αιώνα π.κ.ε. Το έργο του «Επιτάφιος Αδώνιδος» αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ποιητικά κείμενα της Ελληνιστικής περιόδου που περιγράφει με αριστουργηματικό λογοτεχνικό τρόπο τον θρήνο της Θέας Αφροδίτης για τον Αδωνη.

Τον Αδωνη θρηνολογώ, τον όμορφο που εχάθη, «πάει, χάθηκεν ο Άδωνης» οι Έρωτες θρηνούνε. Στα πορφυρά σου Κύπριδα να μην ξαναπλαγιάσεις,
βάλε τα μαύρα σου, καλή, και να στηθοκοπιέσαι, σύρε φωνή, ο Αδωνης χάθηκεν, ο καλός σου. Τον Άδωνη θρηνολογώ και οι Ερωτες θρηνούνε..

Επειτα ακολουθούσε η λεγόμενη «Εκθεσις» του ομοιώματος του θνήσκοντος Θεού, δηλαδή η περιφορά, η μετάβαση της ταφικής λάρνακας  από τον οίκο προς τον χώρο ταφής του. Στην πομπή προπορεύονταν οι άντρες και ακολουθούσαν οι γυναίκες, οι αναμμένοι πυρσοί και τα κεριά προσέδιδαν σε αυτήν την επιβλητική πομπή μια ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα. Οι πένθιμοι  ύμνοι  συνεχίζονταν κατά την διαδρομή με την συνοδεία αυλού που παρήγαγε έναν θρηνητικό ήχο και ονομάζονταν γίγγρα. Οταν έφταναν στον υποτιθέμενο χώρο ταφής, έθαβαν το ομοίωμα και  ακολουθούσαν οι καθιερωμένες ταφικές χοές, καθώς και ο τελετουργικός κυκλικός χορός των γυναικών γύρω από τον τάφο.

Η επόμενη ημέρα των Αδωνίων ήταν χαρμοσύνη και ενθουσιαστική και ονομάζονταν  «Εύρεσις». Εκεί εόρταζαν την ανάσταση, την αναγέννηση του Αδώνιδος με χορούς και γέλια, και συνέτρωγαν με πλούσια γεύματα που προέρχονταν από τις καθιερωμένες θυσίες.


 Τα «Πάσχα» των προχριστιανικών παραδόσεων

Οι πολυθεϊστικές θρησκείες  πολλών παραδοσιακών πολιτισμών εμπεριέχουν το αρχέτυπο του θνήσκοντος και αναγεννώμενου θεού. Στην Αίγυπτο ο Οσιρις, στους Βαβυλωνίους ο Ταμμούζ, στην Φρυγία ο Αττης κ.α. Οι μονοθεϊστικές θρησκείες και ειδικότερα ο χριστιανισμός, στις περιοχές που επιβλήθηκε και υπήρχε ήδη ένα τέτοιο αρχέτυπο, περιέβαλε τον δικό της θεό με τις ίδιες σχεδόν θεολογικές και τελετουργικές πρακτικές, γιατί αντιλήφθηκε με το πέρασμα των χρόνων ότι με αυτόν τον τρόπο θα ήταν πιο ευχερή η επικράτησή του.
Κατά την διάρκεια της Ανοιξης και πιο συγκεκριμένα της εαρινής ισημερίας (21 Μαρτίου), όπου και τελούνταν αυτές οι εορτές, ο ήλιος ανέρχεται σταδιακά από το νότιο ημισφαίριο της γης που κυριαρχεί το ψύχος και το σκοτάδι, κατάσταση παρόμοια με το σκότος του Άδη και μετέρχεται προς την επικράτηση του φωτός και της θερμότητος. Η αναγέννηση της φύσεως σηματοδοτεί και την αντίστοιχη αναγέννηση της ανθρώπινης πνευματικότητας (Αρβανάτικης, 2009).

Πιο συγκεκριμένα, στην Ελληνική θρησκευτική παράδοση, ο Αδωνης συμβολίζει την ίδια την ανθρώπινη ψυχή που πεθαίνει και αναγεννιέται συνεχώς, οι συνεχόμενες όμως επαναγεννήσεις του θα εξελίξουν την ψυχή, προσδίδοντάς της το απαραίτητο ψυχικό κάλλος. Τότε θα νομιμοποιείται να ανέλθει στα ανώτερα θεϊκά πεδία. Η ανυπέρβλητη φυσική ωραιότητα του Αδώνιδος αντανακλά σε εξωτερική μορφή το αντίστοιχο εσωτερικό ψυχικό του κάλλος. Αυτό το εσωτερικό κάλλος της ανθρώπινης ψυχής ήταν και το ζητούμενο από τους μετέχοντες της ελληνικής θρησκευτικής παραδόσεως.


(2) Αναδημοσίευση από εδώ  (επιλογές)


«Ὦ γλυκύ μου ἔαρ». Η «άνοιξη» της καρδιάς , και του πνεύματος.





Μεγάλη Εβδομάδα. Διάλεξα από τους ύμνους της να σταθώ σ’ εκείνον που βρίσκεται ανάμεσα στα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής: « γλυκύ μου αρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πο δυ σου το κάλλος;»

Διατηρώ τη στίξη του πολυτονικού, παραμένοντας έτσι πιστός στην αισθητική του πρωτοτύπου κειμένου. Ως προς τη μετάφρασή του, υιοθετώντας την αισθητική του Βάρναλη από τη “Μάνα του Χριστού”, θα μπορούσαμε να πούμε: «Άνοιξή μου γλυκιά, γλυκό μου παιδί, πού χάθηκε η ομορφιά σου;»

Διάλεξα αυτόν τον ύμνο γιατί θέλω να σταθώ στη λέξη «αρ», δηλαδή στην «άνοιξη». Καθώς η φράση « γλυκύ μου αρ» πολλές απομονώνεται και καθώς η γιορτή τού Πάσχα είναι ταυτισμένη με την εποχή της άνοιξης, συχνά το άκουσμα της λέξης μεταφέρει το νου σε αυτήν τη σημασία. Για να θυμηθούμε ξανά το Βάρναλη από το ίδιο ποίημα: «Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι / ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες… Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου / Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις».

Ωστόσο, η «Άνοιξη» αυτή δεν έχει τη σημασία της εποχής. Για να αρχίσουμε να προσεγγίζουμε το διαφορετικό νόημά της, μπορούμε να φέρουμε στο νου τη φράση «η καρδιά μου ανοίγει όταν σε βλέπω». Η έκφραση «άνοιξή μου γλυκιά» είναι πιο κοντά σε αυτήν τη σημασία. Άνοιξη μου γλυκιά, δηλαδή άνοιξη της καρδιάς μου. Η καρδιά μας ανοίγει, γινόμαστε άνοιξη, καθώς βλέπουμε εκείνον που είναι άνοιξη της καρδιάς και γίνεται ο δρόμος της δικής μας καρδιακής άνοιξης και «διά - άνοιξης». Η «άνοιξη» της καρδιάς είναι η «διάνοιξη» του πνεύματος. Το έχουμε ξαναγράψει και επανερχόμαστε σε αυτό. 

Έναντι των ποικίλων παρερμηνειών του πνεύματος, ο Martin Heidegger διέκρινε το πνεύμα από την κενή οξυδέρκεια και το ανεύθυνο παιχνίδι της εξυπνάδας και το όρισε ως διάνοιξη (Erschlossenheit): πνεύμα είναι η διάνοιξη του ανθρώπου από τη μερικότητα του θελήματός του προς την κατεύθυνση της συλλογικής αρμονίας.

Τη διάνοιξη αυτή, και επομένως την άνοιξη, βλέπουμε στο πρόσωπο του Χριστού όταν λέει: ««Πάτερ μου, ει δυνατόν εστί, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως εγώ θέλω αλλ’ ως συ» (Ματθ. 22). Με αυτόν τον τρόπο είναι η Άνοιξη και η Ομορφιά ή το Κάλλος. Το «συ» στην παραπάνω φράση δε σηματοδοτεί απλώς ένα άλλο «εγώ», αλλά τη διαλεκτική υπέρβαση του «εγώ» και της μερικότητας του θελήματος.


Το ζήτημα του θελήματος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτελεί βασικό ζήτημα μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων και μεγάλων φιλοσοφικών έργων τόσο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, όσο και της νεώτερης. Με τις εργασίες τους, Arthur SchopenhauerDie Welt als Wille und Vorstellung») και ο Friedrich NietzscheDer Wille zur Macht») καθιστούν δικαίως το ζήτημα του θελήματος («Wille») κεντρικό ζήτημα της φιλοσοφικής ανάλυσης. Σκέψεις και συναισθήματα κρατούν το θέλημα του κάθε άνθρωπου εγκλωβισμένο και αιχμάλωτο μέσα στη μερικότητα, η οποία όσο υπάρχει, είναι καταδικασμένη πάντοτε να πληγώνεται και να πληγώνει.  

Η μερικότητα αυτή του θελήματος είναι ικανή να οδηγήσει ακόμη και μία ολόκληρη κοινωνία στη χρεωκοπία και την αποσύνθεση, καθώς οι επιδιώξεις των μελών της θα υπονομεύουν το συλλογικό συμφέρον. Αυτή άλλωστε είναι και η αγωνία που ζει στις ημέρες μας η ελληνική κοινωνία. Το θέλημα των μελών της, τόσο των πολιτικά και οικονομικά ισχυρών, όσο και των πολιτικά και οικονομικά αδύναμων, εγκλωβισμένο μέσα στη μερικότητα, υπονομεύει το συλλογικό της συμφέροντος. Όσο το θέλημα θα παραμένει εγκλωβισμένο και αιχμάλωτο μέσα στο πάθος της μερικότητας, κοινωνία και πρόσωπα θα είναι καταδικασμένα στην αγωνία. 

Με αφορμή τη Μεγάλη Εβδομάδα, βρισκόμαστε ενώπιον των συμβόλων και του νοήματος μιας διάνοιξης αυτής της μερικότητας και μιας άνοιξης της καρδιάς μας. Μιας άνοιξης που μπορεί να πάψει να είναι μια συνεχής χαμένη άνοιξη του ιστορικού μας παρόντος.

Στρατής Ψάλτου

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Τι είναι το συλλογικό ασυνείδητο;





Ο Jung ορίζει το Συλλογικό ασυνείδητο ως εξής : «Η περιοχή της ψυχής που είναι άπειρα αρχαιότερη από την προσωπική ζωή του ατόμου». «Φαίνεται …ότι περιέχει ορισμένα σχέδια, τα «αρχέτυπα», που είναι κοινά για όλη την ανθρωπότητα». (Carl Jung, Η ολοκλήρωση της προσωπικότητας)

Πρόκειται λοιπόν για μία ψυχική περιοχή της ασυνείδητης πλευράς μας που είναι κοινή σε  όλους τους ανθρώπους και  περιέχει μνήμες αρχαίων εμπειριών του ανθρώπινου είδους, οι οποίες συχνά αναδύονται στα όνειρα ή φανερώνονται μέσω συμβόλων ή μέσω των μύθων των διαφόρων εθνών.

«Το  Συλλογικό ασυνείδητο είναι σαν μια βάση δεδομένων που χρειάστηκε αιώνες για να συγκροτηθεί, αλλά συνοδεύει πλέον κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Εκεί έχουν αποκρυσταλλωθεί πρότυπα ψυχονοητικής συμπεριφοράς και βρίσκονται τα θεμέλια   πολλών εκδηλώσεων του ανθρώπου, όπως οι μύθοι, οι αριθμοί, οι συμβολισμοί, οι αρχές της τέχνης και της επιστήμης.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ




 -Είναι πανάρχαιο.

«Τούτη η ιλιγγιωδώς πανάρχαιη ψυχή αποτελεί το θεμέλιο του πνεύματός μας» (Carl Jung, Ο άνθρωπος και τα σύμβολά του).Το Συλλογικό ασυνείδητο περιλαμβάνει την πνευματική κληρονομιά της εξέλιξης της ανθρωπότητας η οποία γεννιέται μέσα στο κάθε άτομο. Η μυθολογία ως μία δεξαμενή βαθιών, κρυμμένων και θαυμαστών αληθειών,  βασίζει, κατά τον Jung,  τις ιστορίες της στ’ αρχέτυπα.

-Προσπαθεί να αποκαταστήσει την ψυχική ισορροπία :

Το Συλλογικό ασυνείδητο προσπαθεί  με τις αποκαλύψεις του να αποκαταστήσει την υγεία στην ανθρώπινη ψυχή. Αυτές κατά κάποιο τρόπο  μας γλιτώνουν από την ψυχική αδράνεια και μας δείχνουν ότι υπάρχει κάτι μέσα μας, ασυμβίβαστο, μη αφομοιωμένο και συγκρουόμενο. Το συνειδητό και το ασυνείδητο συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο το άτομο, σέβονται το ένα την ύπαρξη του άλλου και εναρμονίζονται. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται και εξελίσσεται μόνο όταν το συνειδητό και το ασυνείδητο μάθουν να συνυπάρχουν αρμονικά και να συμπληρώνει το ένα το άλλο.

-Τα περιεχόμενά του είναι τα αρχέτυπα :

Τα συμβολικά περιεχόμενα του Συλλογικού ασυνειδήτου ονομάζονται αρχέτυπα. Το Συλλογικό ασυνείδητο περιέχει τις συλλογικές πεποιθήσεις, τους μύθους, τα παγκόσμια ασυνείδητα στοιχεία κοινά στο ανθρώπινο είδος και κατάλοιπα του ζωώδους παρελθόντος μας. Επίσης τα ένστικτα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση βρίσκονται και αυτά εκεί..

Τα «αρχέτυπα», οι παγκόσμιες δηλαδή νοητικές «προδιαθέσεις» ή σχήματα, δεν προέρχονται από την ατομική και προσωπική εμπειρία του καθενός μας στην καθημερινή ζωή. Όπως και οι μορφές του Πλάτωνα (είδη), τα αρχέτυπα δεν έχουν την προέλευση τους στον κόσμο των αισθήσεων, αλλά υπάρχουν από μόνα τους μέσα στην ίδια τη φύση. Ο Jung πίστευε πως τ’ αρχέτυπα αναδύονται αυθόρμητα στο νου, ειδικά σε καταστάσεις κρίσεων. Μια κρίση ανοίγει την πύλη προς το Συλλογικό ασυνείδητο και επιτρέπει σε ένα αρχέτυπο να αποκαλύψει μια βαθιά αλήθεια κρυμμένη από τη συνείδηση.



Τι είναι τα αρχέτυπα;

Ο όρος αρχέτυπο σημαίνει αρχικός τύπος, ό,τι δηλαδή θα χρησιμεύσει ως υπόδειγμα, πρότυπο, μοντέλο.Τα αρχέτυπα είναι αρχέγονες εικόνες του συλλογικού. «Μας καθοδηγούν σε ορισμένες βασικές συμπεριφορές όντας αντιπρόσωποι, ως προς τα πιο χαρακτηριστικά τους στοιχεία, εικόνων, ιδεών, εμπειριών και συναισθημάτων. Στα αρχέτυπα μελετητές διαφόρων σχολών βρίσκουν τα θεμέλια πολλών εκδηλώσεων του ανθρώπου, όπως των μύθων, της λογοτεχνίας, της τέχνης, των συμβολισμών και όλων των βασικών συλλήψεων της επιστήμης». (www.tovima.gr)

«Η ύπαρξη των αρχετύπων έχει γίνει ήδη δεκτή, άμεσα ή έμμεσα, σε πολλές επιστήμες: στην Εθνολογία ως συλλογικές αναπαραστάσεις, στη Βιολογία ως πρότυπα συμπεριφοράς και μορφογενετικά πρότυπα, στην Ιστορία ως μοντέλα επανάληψης των βασικών γεγονότων, στη Συγκριτική Μυθολογία και Εθιμογραφία ως θέματα με παρόμοια χαρακτηριστικά, στην Κυβερνητική ως κατασκευή βασικών δυναμικών σχημάτων για την εξομοίωση διαδικασιών». (www.tovima.gr)

Για τον Jung τα αρχέτυπα είναι ανεξάρτητες οντότητες, που δομούν το συλλογικό ασυνείδητο. Αυτές οι οντότητες είναι άφθαρτες στην ουσία τους και «συνιστούν τον ακλόνητο άξονα γύρω από τον οποίο η ανθρώπινη ψυχή περιστρέφεται πραγματοποιώντας τις αναρίθμητες παραλλαγές της». (www.tovima.gr)
Τα αρχέτυπα  προϋπάρχουν και ενυπάρχουν μέσα στην ψυχή, είτε συλλογική είτε ατομική. Το αρχέτυπο μπορεί να εκδηλωθεί όχι μόνο σε στατική μορφή σαν εικόνα, αλλά και με μία δυναμική διαδικασία για να διαφοροποιήσει κάποια λειτουργία της συνείδησης. Στην πραγματικότητα όλες οι τυπικές ανθρώπινες εκδηλώσεις της ζωής, βιοψυχολογικές ή πνευματικές στηρίζονται σε μία αρχετυπική βάση.

Τα συναντάμε μέσα  σε σύμβολα, μέσα σε συμβολικές εικόνες που βλέπουμε στα όνειρα, μέσα σε φαντασιώσεις και οράματα αλλά και μέσα σε συμπτώματα-συμπλέγματα. Τα συναντάμε επίσης στην αρχαία μυθολογία, στις λαϊκές παραδόσεις και στα τελετουργικά των πρωτόγονων λαών.


«Για τον Jung λοιπόν τα αρχέτυπα αντιπροσωπεύουν ένα αχανές απόθεμα προγονικής γνώσης για τις βαθιές σχέσεις μεταξύ θεού, ανθρώπου και σύμπαντος. Τα αρχέτυπα ήταν πάντα και είναι ζωντανές ψυχικές δυνάμεις που απαιτούν να εκληφθούν σοβαρά, διότι από πάντα ήταν φορείς προστασίας και σωτηρίας και η παράβασή τους έχει σαν συνέπεια τους «κινδύνους της ψυχής». (www.tovima.gr




Η πορεία των αρχετύπων στην ιστορία της σκέψης

Την έννοια του αρχετύπου εισήγαγε τόσο ο Ηράκλειτος, που αντιμετώπιζε την ψυχή ως την αρχετυπική πρώτη αρχή, όσο και ο Πυθαγόρας, που θεωρούσε τον αριθμό αρχετυπικό στοιχείο του κόσμου. Η έννοια αυτή δομήθηκε από τον Πλάτωνα στη θεωρία των μορφών, όπου υποστηρίζει ότι η ουσία ενός πράγματος ή μιας έννοιας είναι η υποκείμενη μορφή ή ιδέα του και ότι αληθινή γνώση αποκτάται όταν η ψυχή φτάσει στην ανάμνηση των αρχέτυπων ιδεών.
Ο όρος αρχέτυπο συναντάται στα Ερμητικά κείμενα, στον Φίλωνα, στον Ειρηναίο, στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη και στον Αυγουστίνο.

Συγκεκριμένα, στο Corpus Hermeticum ο Θεός ονομάζεται «το αρχέτυπον φως», ενώ υπάρχει και η έκφραση «είδες εν τω νω το αρχέτυπον είδος». Στον Φίλωνα τον συναντάμε σε σχέση με την εικόνα του Θεού, που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, και σε εκφράσεις όπως «αρχέτυπος σφραγίς» και «αρχέτυπον παράδειγμα».

Ο Ειρηναίος λέει: «Ο δημιουργός του Κόσμου δεν έπλασε αυτά τα πράγματα κατευθείαν από τον εαυτό του, αλλά τα αντέγραψε από αρχέτυπα έξω από τον εαυτό του». Στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη υπάρχουν εκφράσεις όπως «άυλα αρχέτυπα» και «αρχέτυπος λίθος».

Ο Πλωτίνος αναφέρει την έκφραση «πολύ αρχετυπώτερον και αληθέστερον», ενώ ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς λέει: «αρχέτυπον της αληθείας».

Τέλος, ο Αυγουστίνος λέει τα εξής: «Οι πρωταρχικές ιδέες είναι καθορισμένες μορφές, σταθερές και αμετάβλητες αιτίες πραγμάτων, καθαυτές άμορφες, αιώνιες και ομοιότροπες, οι οποίες εμπεριέχονται στη θεία κατανόηση. Μολονότι οι ίδιες δεν χάνονται, όλα όσα μπορούν να δημιουργηθούν και να χαθούν διαμορφώνονται σύμφωνα με το πρότυπό τους. Η ψυχή δεν μπορεί να τις διακρίνει, εκτός και αν είναι η ορθολογική ψυχή».


Από καθαρά φιλοσοφική άποψη, το αρχέτυπο μπορεί να θεωρηθεί πλατωνικό είδος ή αριστοτελική κατηγορία εμπειριών, ενώ από επιστημονική άποψη εμπειρική περιγραφή ενός γεγονότος, το οποίο χαρακτηρίζει τις δομικές μορφές που βρίσκονται στη βάση του συνειδητού, όπως ακριβώς το κρυσταλλικό πλέγμα βρίσκεται στη βάση της διαδικασίας κρυστάλλωσης.

 Στο ενδιαφέρον της σύγχρονης εποχής τα αρχέτυπα τα έφερε ο Jung, με τη θεωρία των αρχετύπων που διατύπωσε, και στο επιστημονικό ενδιαφέρον ήρθαν με την υπόθεση των αρχετύπων των Jung – Pauli, την οποία συνέχισε κυρίως η Von Franz.

Αναδημοσίευση από εδώ


Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Πνεύμα και ύλη, Μυστική δοξασία


Όταν η Μία Πραγματικότητα αφυπνίζεται και εμφανίζεται ως Εκδηλωμένο Σύμπαν, τότε παίρνει δύο όψεις, γίνεται Πνεύμα και Ύλη. Η Δυαδικότητα είναι η πρώτη όψη της Μίας Αιτίας όταν αφυπνίζεται από το Απόλυτο. Εμφανίζεται ως Πνεύμα και Ύλη, τα οποία δεν είναι καταστάσεις διαφορετικές αλλά οι δύο όψεις της Μίας Μοναδικότητας. 
.
Το Πνεύμα εκπροσωπεί τη Συνειδητότητα και η Ύλη είναι η ουσία που δίνει το κάλυμμα ή το σώμα στη συνειδητότητα ή συνείδηση. Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ το ένα δίχως το άλλο, δηλαδή το πνεύμα δίχως την ύλη. Οτιδήποτε υπάρχει μέσα στο σύμπαν είναι πνεύμα + ύλη ή συνειδητότητα καλυμμένη από ένα σώμα. 
 .
Η συνειδητότητα δεν μπορεί να υπάρξει δίχως το όχημα της ύλης, επειδή η συνειδητότητα για να έχει αντίληψη πρέπει κάπου να εστιάζεται. Ενώ η ύλη δίχως τη συνειδητότητα ή το πνεύμα θα παρέμενε άδεια αφαίρεση, δίχως τη δυνατότητα απόκτησης χαρακτηριστικών, εμπειρίας και εξέλιξης. Η ενότητα της ζωής θεμελιώνεται στη ζεύξη πνεύματος και ύλης ή συνειδητότητας και σώματος και αν ποτέ αυτά τα δύο χώριζαν, τότε ο Κόσμος θα μεταβαλλόταν σε χάος.
 .
«Στο Πνεύμα αποδίδεται κάθε εκδήλωση της συνείδησης, ανακλαστικής ή  άμεσης, και της ασυνείδητης σκοπιμότητας….» Μ.Δ. Ι 328
 .
Στη διάρκεια των Πραλαγικών περιόδων (περίοδοι της Μεγάλης Σιωπής ή Θείας Νύχτας), η Κοσμική Σκέψη-Ιδέα δεν υπάρχει, επειδή δεν υπάρχει κανείς να την αντιληφθεί. Για να υπάρξει εκδήλωση συνείδησης, ημι-συνείδησης ή  «ασυνείδητης σκοπιμότητας» - έτσι ονομάζεται ο νόμος ή η συνείδηση βάσει του οποίου κατευθύνεται μια ομάδα ασυνείδητης ή ημι-συνείδητης ζωής – είναι απαραίτητος ένας υλικός φορέας. «… μόνο μέσω κάποιας μοριακής συγκέντρωσης ή συγκρότησης το Πνεύμα ξεχύνεται σε ένα ρεύμα ατομικής ή υπο- συνείδητης υποκειμενικότητας». Μ.Δ. Ι 329
 .
Η Ύλη είναι ο προμηθευτής των σωμάτων και στις επτά διαφοροποιήσεις της. Όταν πρόκειται για καταστάσεις δυνατής αντίληψης, τότε λέγεται ύλη. Όταν πρόκειται για καταστάσεις αφηρημένης αντίληψης, τότε λέγεται ουσία. Η Κοσμική Ουσία ή Ύλη ή Πρακρίτι (σανσκριτικά) προμηθεύει τα σώματα στη Συνείδηση και βρίσκεται μέσα σε όλα τα αντικειμενικά πεδία της Φύσης.


Η Συνείδηση ή το Πνεύμα που είναι δύναμη και αντίληψη και θέληση και επιλογή, δίνει την καθοδηγητική διάνοια και ευφυϊα στη Μονάδα. Πνεύμα και Ύλη είναι η νομοτελειακή αντίθεση, η οποία εγγράφεται αντανακλώμενη πάνω σε όλες τις διαστάσεις του Σύμπαντος. Αντίθεση ή πολικότητα είναι η πρώτη έκφραση που παίρνει η Ζωή για να εκδηλωθεί και βάσει αυτού του νόμου εμφανίζονται και οι μεγαλύτερες αλλά και οι μικρότερες αντιθέσεις στο εκδηλωμένο σύμπαν. Βάσει του Νόμου της Πολικότητας τα σύμπαντα εμφανίζονται και εξαφανίζονται, το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι, το κρύο στη ζέστη, το καλό στο κακό, η ζωή στο θάνατο, η εγρήγορση στον ύπνο, κλπ.
 .
Η Ύλη είναι συμπυκνωμένο πνεύμα, ενώ το Πνεύμα είναι αραιή και λεπτότατη ύλη. Το Πνεύμα σε όποιο ένδυμα και αν τυλιχτεί, διατηρεί τις ιδιότητές του. Η Ύλη υποκείμενη σε μια επταπλή διαφοροποίηση, προσφέρει διαφορετικά ενδύματα-καλύμματα στο Πνεύμα-Συνειδητότητα, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στο πνευματικό τρίμμα για διαφορετικές εμπειρίες εξαιτίας της διαφορετικής του μέθεξης με την ύλη.
 .
Όταν ο Κόσμος βρίσκεται σε Πραλάγια (διάλυση και ύπνο) τότε το διάστημα  πληρούται από την Κοσμική Ουσία που λέγεται Μουλαπρακρίτι και σημαίνει τη ρίζα της ύλης. Μέσα στο Μουλαπρακρίτι συνυπάρχει η Συνειδητότητα-Πνεύμα και η Ουσία-Ύλη, αλλά και τα δύο είναι αδρανή.
 .
Οι ρόλοι τους επανεμφανίζονται σε κάθε μανβανταρική αφύπνιση όπου οι δύο δυνάμεις εμφανίζονται ως χωριστές αλλά αυτό δεν είναι η πραγματικότητα. Το Πνεύμα και η Ύλη είναι οι δύο όψεις της Μίας Πραγματικότητας, το ένα δεν μπορεί να υπάρχει δίχως το άλλο και το ένα δεν είναι κατώτερο ή ανώτερο του άλλου. 


Οι διαφοροποιημένες τους όψεις ξεγελούν την ανθρώπινη αντίληψη, όταν  δηλαδή υπερτερεί η ύλη του πνεύματος ή όταν κυριαρχεί το πνεύμα της ύλης. Όμως οι διαφοροποιήσεις, που είναι το παιχνίδισμα των αντανακλάσεων της Θείας Σκέψης, είναι αυτές που παρέχουν τις επιδιωκόμενες εμπειρίες στις  μονάδες που σε κάθε μανβανταρική εκδήλωση ταξιδεύουν μέσα στο
εκδηλωμένο σύμπαν για να γνωρίσουν εκ του πλησίον αυτές ακριβώς τις
διαφοροποιήσεις, να αντιληφθούν τη ματαιότητά τους και έτσι να
εκτιμήσουν τη Μία Πραγματικότητα.

Επιλογές από  εδώ

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία


Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Η μυητική ατραπός του Ηρακλή (Η μαθητεία του Ηρακλή)





Ο Ηρακλής στάθηκε μπροστά στο Δάσκαλο.  Καταλάβαινε αόριστα ότι έμπαινε σε κρίση που θα προκαλούσε αλλαγή  στην ομιλία,τη στάση και, το σχέδιο. 


Ο δάσκαλος τον κοίταζε, τον συμπαθούσε. “Το όνομά σου;” τον ρώτησε και περίμενε την απάντηση.


“Ηρακλής”, ήλθε η απάντηση. “Μου είπαν ότι σημαίνει το κλέος της Ήρας, η ακτινοβολία και η λάμψη της ψυχής. 


Τι είναι ψυχή, Δάσκαλε; Πες μου την αλήθεια.”


“Την δική σου την ψυχή θα την ανακαλύψεις κάνοντας το καθήκον σου και θα βρεις και θα ανακαλύψεις την φύση της, που είναι και δική σου.¨Ποιοι είναι οι γονείς σου; Πες μου, υιέ μου.”


“Ο Πατέρας μου είναι Θείος. Δεν τον γνωρίζω, αλλά μέσα μου γνωρίζω ότι είμαι υιός Του. Η μητέρα μου είναι γήινη. Τη γνωρίζω καλά και με έκανε αυτό που βλέπετε. Επίσης, Δάσκαλε της ζωής μου, είμαι δίδυμος. Υπάρχει και άλλος σαν εμένα. Τον γνωρίζω καλά, αν και δεν τον γνωρίζω.Ο ένας είναι γήινος, από πηλό, ο άλλος είναι υιός του Θεού.”


“Πώς εκπαιδεύτηκες, Ηρακλή, παιδί μου; Τι μπορείς να κάνεις και τι διδάχθηκες;”


“Σε κάθε επίτευγμα είμαι ειδικός. Διδάχθηκα καλά, μορφώθηκα καλά,καθοδηγήθηκα καλά και έμαθα καλά. 


Γνωρίζω όλα τα βιβλία, καθώς και όλες τις τέχνες και τις επιστήμες. Οι άθλοι του ανοικτού πεδίου μου είναι γνωστοί, εκτός απο τη γνώση εκείνων που έχουν τα μέσα να ταξιδεύουν και να γνωρίζουν τους ανθρώπους. Γνωρίζω τον εαυτό μου σαν άνθρωπο που: σκέπτεται, νιώθει και ζει.”


“Ένα πράγμα, Δάσκαλε, πρέπει να σου πω και αυτό για να μην σ’ εξαπατήσω.

Δεν είναι πολύς καιρός που σκότωσα όλους εκείνους που με δίδαξαν στο παρελθόν. Σκότωσα τους δασκάλους μου στην προσπάθεια για αναζήτηση της ελευθερίας είμαι πια ελεύθερος. Ζητώ να γνωρίσω τον εαυτό μου μέσα στον εαυτό μου και δια του εαυτού μου.”


“Υιέ μου, αυτό ήταν πράξη σοφίας και μπορείς πια να στέκεις ελεύθερος. Προχώρησε τώρα στο έργο και να θυμάσαι κάνοντας το έργο σου, ότι στην τελευταία στροφή του τροχού θα έλθει το μυστήριο του θανάτου.

Μην το ξεχνάς. Ποια είναι η ηλικία σου, παιδί μου;”

 “Είχαν περάσει δεκαοχτώ καλοκαίρια όταν σκότωσα το λιοντάρι και από τότε φορώ το δέρμα του. Στα είκοσι ένα συνάντησα τη γυναίκα μου.  Σήμερα στέκω μπροστά σου τριπλά ελεύθερος, ελεύθερος απo:  τους γήινους δασκάλους μου, τον φόβο του φόβου και κάθε επιθυμία, πραγματικά.”


“Μην καυχιέσαι, παιδί μου, αλλά δείξε μου την φύση αυτής της ελευθερίας που νιώθεις. 


Πάλι στον Λέοντα, θα συναντήσεις το λιοντάρι. Τι θα κάνεις; 


Πάλι στους Διδύμους, θα συναντήσεις στην ατραπό τους δασκάλους που σκότωσες. Τους άφησες πραγματικά πίσω; Τι θα κάνεις; 


Πάλι στο Σκορπιό θα παλέψεις με την επιθυμία. Θα μείνεις ελεύθερος ή θ’ αντιμετωπίσεις το Φίδι με τα τεχνάσματά του και θα σε τραβήξει κάτω στη γη;

Τι θα κάνεις; 


Ετοιμάσου ν’ αποδείξεις τα λόγια σου και την ελευθερία. 


Μην κομπάζεις, παιδί μου, αλλά απόδειξέ μου την ελευθερία σου και τη βαθιά σου επιθυμία να υπηρετείς.”


Ο Δάσκαλος έμεινε σιωπηλός και ο Ηρακλής αποσύρθηκε και αντιμετώπισε την πρώτη μεγάλη Πύλη. 


Έπειτα ο μεγάλος Προεστός που καθόταν στην Αίθουσα Συμβουλίου του Κυρίου, μίλησε στο Δάσκαλο και του πρότεινε να καλέσει τους Θεούς για μάρτυρες στη προσπάθεια και στο ξεκίνημα του νέου μαθητή στο Δρόμο. 


Ο Δάσκαλος τους κάλεσε. Οι Θεοί απάντησαν. Ήλθαν και έδωσαν στον Ηρακλή τα δώρα τους και πολλά λόγια σοφών συμβουλών, επειδή γνώριζαν τα καθήκοντα και τους κινδύνουςτου Δρόμου.



Η Αθηνά του έδωσε ένα χιτώνα που η ίδια είχε υφάνει, ένα χιτώνα που του ταίριαζε, σπάνιας ομορφιάς και λεπτότητας. Τον φόρεσε με θρίαμβο και υπερηφάνεια, χαρούμενος για τα νιάτα του. 


Έπρεπε να δείξει ποιος είναι.


Ο Ήφαιστος σφυρηλάτησε ένα χρυσό θώρακα για τον Ηρακλή, για να προφυλάσσει την καρδιά του, την πηγή της  ζωής και δύναμης.

Ζώστηκε το χρυσό αυτό δώρο που τον προστάτευε και έτσι ο νέος μαθητής ένιωσε ασφαλής.Έπρεπε και πάλι ν’ αποδείξει τη δύναμή του.


Ήρθε και ο Ποσειδώνας με ένα ζευγάρι άλογα και τα έδωσε με χαλινάρια στον Ηρακλή.Ήρθαν κατευθείαν από τον τόπο των υδάτων και είχαν σπάνια ομορφιά και αναμφισβήτητη δύναμη. Και ο Ηρακλής ευχαριστήθηκε, γιατί έπρεπε ξανά ν’ αποδείξει τη δύναμή του καβαλικεύοντας τα ζεμένα άλογα.


Με όμορφα λόγια και λαμπρή ευφυΐα ήρθε ο Ερμής, φέρνοντας ένα σπαθί με σπάνια σκαλίσματα, που το είχε σε ασημένιο θηκάρι για τον Ηρακλή.

Το έδεσε στη μέση του Ηρακλή, ζητώντας του να το διατηρεί κοφτερό και λαμπρό. “Πρέπει να χωρίζει και να κόβει”, είπε ο Ερμής “και πρέπει να κινείται με ακρίβεια και την απαιτούμενη επιδεξιότητα”. 


Και ο Ηρακλής τον ευχαρίστησε με λόγια χαράς. 


Έπρεπε ν’ αποδείξει την αξιοσύνη του για την οποία καυχιόταν.

Με τον ήχο σαλπίγγων και ορμητικά ποδοκροτήματα άστραψε το άρμα του Θεού Ηλίου. Ο Απόλλων έφτασε και με το Φως και τη χάρη του επευφήμησε τον Ηρακλή, δίνοντάς του ένα τόξο, ένα φωτεινό τόξο. 


Μέσα από εννέα ορθάνοιχτες Πύλες πρέπει να περάσει ο μαθητής πριν αποκτήσει αρκετή επιδεξιότητα για να τεντώσει το τόξο. 


Τόσο χρόνο χρειάζεται για ν’ αποδειχθεί Τοξότης. 


Και όμως όταν του δόθηκε το δώρο, ο Ηρακλής το πήρε με πίστη για την δύναμή του, μια δύναμη που μέχρι τώρα ήταν αναπόδεικτη. Και έτσι στάθηκε αρματωμένος. 


Οι Θεοί στάθηκαν γύρω στο Δάσκαλό του και παρατηρούσαν τα καμώματά του και τη χαρά του. Έπαιζε μπροστά στους Θεούς και έκανε επίδειξη της ανδρείας του, καυχώμενος για τη δύναμή του. 



Ξαφνικά σταμάτησε και σκέφθηκε βαθιά επί πολύ χρόνο.Έπειτα έδωσε τα άλογα σ’ ένα φίλο να τα κρατά, το σπαθί σ’ έναν άλλο και το τόξο σ’ έναν τρίτο.

Και τρέχοντας, εξαφανίσθηκε στο γειτονικό δάσος.


Οι Θεοί περίμεναν την επιστροφή του με απορία και αμηχανία για την παράξενη συμπεριφορά του. Γύρισε από το δάσος, κρατώντας ψηλά ένα ξύλινο ρόπαλο κομμένο από ένα ρωμαλέο νέο δένδρο.


“Αυτό είναι δικό μου”, φώναξε, “Κανείς δεν μου το έδωσε. Αυτό μπορώ να το χρησιμοποιήσω με δύναμη. Θεοί, παρακολουθείτε και συμπαρασταθείτε στα μεγάλα έργα μου”. Και τότε και μόνο τότε ο Δάσκαλος είπε: 


“Προχώρησε στους άθλους”...!