Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Οι απόγονοι της Γαίας, της Έχιδνας, και Θεότητες της Θάλασσας.






Αρχικά θα αναφερθούμε στους απογόνους της Γαίας από την ένωσή της με το τελευταίο της παιδί, τον Πόντο.



Πόντος στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει θάλασσα, υπό την ολοκληρωτική όμως έννοια, δηλαδή την έννοια όλου του υγρού στοιχείου· έτσι, για τους Ωκεανούς υπήρχε άλλη λέξη (Ωκεανός), ενώ μια θάλασσα θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε Τηθύδα (περιλάμβανε τη θάλασσα και τη γη μαζί) ή Θάλαττα (θάλασσα στα νέα Ελληνικά). Υπήρχε, βέβαια, και η λέξη «Πέλαγος», που σήμαινε και σημαίνει ανοιχτή θάλασσα.



Τέλος πάντων, η Γαία γονιμοποίησε με τον Πόντο αρκετά αργότερα απ’ ότι γονιμοποίησε με το πρώτο της παιδί, τον Ουρανό. Καρποί της ένωσης του Πόντου με τη Γαία υπήρξαν η μεγαλοδύναμη Ευρύβια, ο θαυμαστός Θαύμας, η Κητώ (προσωποποίηση των κητών της θάλασσας), ο Νηρέας και ο Φορκέας.



Μερικοί λέγουν ότι ο Φορκέας ήταν παιδί του Ωκεανού και της Τηθύδας. Η Ευρύβια δεν απέκτησε απογόνους, ενώ ο Φορκέας και η Κητώ, που και οι δύο ήταν προσωποποιήσεις καταχθόνιων, υγρών δυνάμεων, ήρθαν σε ερωτική επαφή και γέννησαν τις 3 Γραίες και τις 3 Γοργόνες, που ονομάζονταν, συλλογικά, Φορκίδες. 





Οι 3 Γραίες (Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ) ήσαν οι προσωποποιήσεις των κεραυνών και των νεφών και ονομάζονταν έτσι επειδή γεννήθηκαν ηλικιωμένες, ενώ αργότερα η Δεινώ και η Ενυώ έγιναν συντρόφισσες του Άρη στους Πολέμους. Οι 3 Γοργόνες (Ευρυάλη, Μέδουσα και Σθεινώ), που ήταν και οι τρεις τους τεράστια και απεχθή τέρατα, είχαν την ιδιότητα να μετατρέπουν σε απολίθωμα όποιο θνητό τολμούσε να τις κοιτάξει στα μάτια, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες ότι (Ομήρου Οδύσσεια) ότι τραγουδούσαν τόσο γλυκά, που κάθε θνητός που τις άκουγε τρελαινόταν και ήθελε να πάει μαζί τους· γι’ αυτό το λόγο, οι σύντροφοι του Οδυσσέα τον έδεσαν όταν θα περνούσαν από τα λημέρια τους, για να μην τρελαθεί και να θέλει να τις ακολουθήσει.

Από τις σταγόνες αίματος της οφιοειδούς Μέδουσας (που ονομαζόταν και Γοργώ και ήταν η μόνη θνητή από τις γοργόνες), όταν ο Περσέας έκοψε το κεφάλι της, για να το προσφέρει στη θεά Αθηνά - που ήθελε να την τιμωρήσει για την στάση της κατά των Τιτάνων, βάζοντας το κεφάλι της στο μέσο της ασπίδας της - γεννήθηκε το φτερωτό άλογο, ο Πήγασος, που έφερε τη βροντή και τον κεραυνό του Δία και ο Χρυσάωρ. Ο Πήγασος ήταν το περιώνυμο, φτερωτό και αθάνατο άλογο που, κατά το μύθο, σ’ αυτό επέβαινε ο Βελλερεφόντης και κατατόξευσε τη Χίμαιρα· συνδεόμενος με τον Απόλλωνα και τις Μούσες, υπήρξε σύμβολο ποιητικής έμπνευσης κατά τους Αλεξανδρινούς. 





Ο Χρυσάορας παντρεύτηκε την Ωκεανίδα Καλλιρρόη και μαζί της γέννησε τον Γηρυόνη, ο οποίος ήταν ένας τρικέφαλος γίγαντας, τον οποίο νίκησε ο Ηρακλής, σε ένα από τους άθλους του. Παιδί του Χρυσάορα και της Καλλιρρόης ήταν και η Έχιδνα, το τεράστιο δηλητηριώδες φίδι που ήταν από τη μέση και πάνω μια όμορφη νεαρή γυναίκα, ενώ από τη μέση και κάτω ένα φίδι.



Η Έχιδνα μαζί με τον Τυφώνα, γιο της Γαίας και του Ταρτάρου, γέννησαν πολλά φοβερά και τρομερά τέρατα, τον Κέρβερο, το Λέοντα της Νεμέας, τη Λερναία Ύδρα, τον Όρθρο, τη Σφίγγα, τη Χίμαιρα, πολλά από τα οποία νίκησε ο Ηρακλής. Λεπτομέρειες γι’ αυτά στο επόμενο άρθρο, όπως και για τους απογόνους του Νηρέα. Τέλος, ο Θαύμας, που είχε γυναίκα του μια Ωκεανίδα, την Ηλέκτρα, πατέρας της Ίριδας και των Αρπυιών.



Η πολύχρωμη και φτερωτή Ίρις (προσωποποίηση του ουράνιου τόξου) ήταν ακόλουθος και αγγελιαφόρος των θεών, έχοντας φτερά στους ώμους της και γρήγορα πόδια, και συχνά κατέβαινε από τον ουρανό υπό μορφή βροχής ή χαλαζιού. Οι 3 Άρπυιες (Αελλώ, Κελαινώ ή Θύελλα και η γοργόφτερη Ωκυπέτη), ήταν εξ ίσου γρήγορες με την αδελφή τους, Ίριδα, και παρουσιάζονταν ως δύσμορφα τέρατα, αγγελιαφόροι του θανάτου, αρπακτικές (εξ ου και το όνομά τους) και ταχείες όπως τον άνεμο, που υπηρετούσαν τον Άδη και κατοικούσαν στην άκρη του κόσμου, δυτικά της Ελλάδας και κοντά στον Ωκεανό. Οι Λάμιες και οι Στρίγγλες της νεοελληνικής μυθολογίες, αλλά και οι αρχαιοελληνικές Ερινύες έχουν πολλά κοινά με τις Άρπυιες.

 

Οι απόγονοι της Έχιδνας




Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε ονομαστικά στα παιδιά της Έχιδνας (κόρης της Μέδουσας) και του Τυφώνα (Τυφωέα), τον Κέρβερο, τη Λερναία Ύδρα, το Λιοντάρι της Νεμέας, τον Όρθρο, τη Σφίγγα και τη Χίμαιρα. Μερικοί μάλιστα αναφέρουν ότι παιδί της Έχιδνας ήταν και η τρομερή Σκύλλα, παρόλο που δεν είναι λίγοι που αποδίδουν τη γέννησή της στο Φόρβαντα και την Εκάτη.



Όλα αυτά τα τέρατα, καθώς και άλλα, νεότερα ή παλαιότερα αντικατοπτρίζουν τους πρωτόγονους φόβους του ανθρώπου, τόσο όσον αφορά την επίγεια και υπόγεια ζωή, αλλά και όσον αφορά την υδρόβια ζωή, ακόμη και την αερόβια ζωή·



Ο Κέρβερος, τρομερός τρικέφαλος σκύλος, προστάτευε άγρυπνα τον Άδη, μη αφήνοντας κανένα (εκτός από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, που τον ξεγέλασαν) να εισέλθει άσκοπα στον Κάτω Κόσμο, αλλά και μη επιτρέποντας στις ψυχές να δραπετεύσουν από τον Άδη. Από το σώμα του εκφύονταν φίδια, καθώς και από την ουρά του· στον τελευταίο του άθλο, ο Ηρακλής κατάφερε να τον συλλάβει, οδηγώντας τον από τον Άδη στις Μυκήνες και πάλι πίσω. Άλλος ένας που κατάφερε να τον δαμάσει ήταν ο Ορφέας, που με το παίξιμο της λύρας του μάγεψε το τερατόμορφο σκύλο, καταφέρνοντας να βρει την Ευρυδίκη του. Η λέξη έχει περάσει στα νέα Ελληνικά, με τη σημασία του προστάτη και του φύλακα, ενώ στο χώρο των υπολογιστών αποτελεί πρότυπο ασφάλειας (Kerberos). Μερικοί ανέφεραν 2, 50 ή ακόμη και 100 κεφάλια, και όποιος τον αντίκριζε ένοιωθε φρίκη και φόβο. 





Η αδελφή του, Λερναία Ύδρα, ήταν ένα τεράστιο, υδρόβιο φίδι με εννέα κεφαλές (με δυνατότητα να αποκαθιστά τυχόν κομμένο κεφάλι), από τις οποίες η 5η (μεσαία) ήταν αθάνατη, που κατοικούσε στα βαλτοτόπια και τα έλη της λίμνης Λέρνης, κοντά στο Άργος, και σκότωνε με τη δηλητηριώδη αναπνοή της τα ζώα και τους ανθρώπους και κατάστρεφε τα σπαρτά· σε ένα από τους άθλους του, τη νίκησε ο Ηρακλής με τη βοήθεια του Ιόλαου. Λέγεται ότι η ίδια η θεά Ήρα μεγάλωσε την Λερναία Ύδρα, για να σκοτώσει τον Ηρακλή· γι’ αυτό και όρισε βοηθό της ένα τεράστιο κάβουρα.



Το Λιοντάρι της Νεμέας ήταν άλλο ένα τερατοειδές θηρίο, που είχε εξαιρετικά καταστροφικές επιδόσεις, το οποίο και επίσης δάμασε ο ημίθεος Ηρακλής στον πρώτο του άθλο.



Ο Όρθρος ήταν ένας τερατόμορφος δικέφαλος σκύλος με ουρά φιδιού, που καθήκον είχε να φυλάει τα κόκκινα βόδια του Γηρυόνη σε ένα νησί πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες· και αυτόν τον νίκησε ο Ηρακλής με το ρόπαλό του, όπως και το Γηρυόνη.



Η Σφίγγα, της οποίας η λατρεία στην Ελλάδα προήλθε από την Αίγυπτο, ήταν ένα φτερωτό τέρας, με κεφάλι γυναίκας, γερακιού ή κριού, φτερούγες αετού και σώμα λιονταριού, που κατά το μύθο καθόταν σε ένα βράχο στο βουνό Φίκειο, κοντά στην πόλη των Θηβών, καταβροχθίζοντας τον κάθε περαστικό που δεν μπορούσε να λύσει το αίνιγμα που πάντα προέβαλλε στους περαστικούς, που της το εμπιστεύτηκαν οι Μούσες: «Ποιο ζώο γεννιέται τετράποδο, όταν μεγαλώσει γίνεται δίποδο και όταν γεράσει τρίποδο;»· ο Οιδίποδας το έλυσε και, όπως προφήτευε η προφητεία, έπεσε στους βράχους και κατατσακίστηκε.



Η Χίμαιρα ήταν ένα τρίμορφο τέρας, με κεφάλι λιονταριού, σώμα άγριας κατσίκας, πόδια δράκου και ουρά που κατέληγε σε κεφάλι φιδιού ή δράκοντα, το οποίο είχε φλογισμένη αναπνοή, που έκαιε όποιον και ό,τι βρισκόταν στο δρόμο του, εμφανιζόμενο ξαφνικά από τόπο σε τόπο, συμβολίζοντας, ίσως, την έκρηξη μικρών ηφαιστείων. Τρεφόμενη από τον Αμισώδυρο, ήταν γρηγορότερη και από αστραπή, ενώ από το στόμα και τα ρουθούνια της έβγαιναν φλόγες. Σκοτώθηκε από το Βελλερεφόντη, καθώς αυτός επέβαινε στο φτερωτό Πήγασο. Στην αρχαία Κόρινθο και Σικυώνα η μορφή της Χίμαιρας ήταν αποτυπωμένη στα νομίσματα των πόλεων και στις ασπίδες τους, ενώ ο Όμηρος την έχει περιγράψει με τον παραστατικότερο τρόπο. Στα νέα Ελληνικά, «Χίμαιρα» σημαίνει κάτι το άπιαστο, το απραγματοποίητο. 






Η Σκύλλα, ωραιότατη νεανίδα, μεταμορφώθηκε σε τέρας από την Κίρκη, όταν την ερωτεύτηκε ο Γλαύκος· συχνά παρουσιάζεται ως τέρας με σώμα γυναίκας και ουρά ψαριού, ενώ φαίνεται ότι είχε 12 πόδια και 6 κεφάλια, με τρεις σειρές δοντιών το καθένα. Η Σκύλλα μπήκε σε μια σπηλιά του πορθμού της Μεσσήνης στη Σικελία και, καθισμένη σε ένα βράχο, απέναντι από την επίσης τρομερή Χάρυβδη, έτρωγε δελφίνια, φώκιες και ναυτικούς που περνούσαν από τα λημέρια της. Ο μόνος που κατάφερε να της ξεφύγει ήταν ο Οδυσσέας και οι συντρόφοι του, παρόλο που έφαγε 6 από αυτούς.



Νηρέας, ο γέρος της θάλασσας


Ο Νηρέας, γιος του Πόντου και της Γαίας, ήταν ο πρώτος θαλάσσιος θεός, καθιερωμένος πολύ πριν από τον κατεξοχήν θεό της Θάλασσας, Ποσειδώνα και, όπως και οι περισσότεροι θαλάσσιοι δαίμονες, κατείχε τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται κατά βούληση, ενώ συχνά παρουσιάζεται ως ο καλυμμένος με φύκια γέροντας της θάλασσας. Άλλες φορές απεικονίζεται ως άνδρας με μορφή ψαριού (κάτι σαν αρσενική γοργόνα), άλλοτε όμως από το σώμα του ξεπροβάλλει ένας τράγος ή φίδι. Σε φίδι είχε μεταμορφωθεί όταν πάλευε με τον Ηρακλή, ο ήρωας όμως τον έδεσε, όπως τον είχαν συμβουλέψει οι θεές της Τύχης και έτσι τον ανάγκασε να απαντήσει σε όλες του τις ερωτήσεις. Εδώ να αναφέρουμε ότι πρόκειται για την πρώτη θαλάσσια θεότητα (μαζί με τον Ωκεανό), τουλάχιστον μια γενιά μεγαλύτερος από τον Ποσειδώνα. Στην αστρονομία, Νηρέας είναι ένας από τους δορυφόρους του Ποσειδώνα, καθώς και ο αστεροειδής αρ. 4660.



Ο Νηρέας φημιζόταν επίσης για τις προφητικές του ικανότητες· όταν συνάντησε τον Πάρη, του προφήτεψε την πτώση της Τροίας, ενώ επίσης προείπε το ένδοξο πεπρωμένο του Ηρακλή στους Αργοναύτες, με τη βοήθεια του Γλαύκου, που ερμήνευσε τα λόγια του σ' αυτούς. Καλοσυνάτος και καλοπροαίρετος, ο πρώτος γιος του Πόντου και της Γαίας, ήταν γνωστός για τη δικαιοσύνη, την προθυμία και τη φιλαλήθειά του· πάντα αφανής και σε ταπεινούς ρόλους, δε δίσταζε να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη: ανάθρεψε την Αφροδίτη στην κατοικία του, ενώ ευεργέτησε τον Πηλέα - που του χάρισε το φάρμακο για να νικήσει την πείνα - και, φυσικά, τον ηρωικό ημίθεο Ηρακλή, βγάζοντάς τον από τη δύσκολη θέση, όταν του έδωσε το κύπελλο του Ήλιου για να περάσει μ' αυτόν τον Ωκεανό. Ακόμη, του έδειξε το δρόμο για να φτάσει μέχρι τον κήπο των Εσπερίδων. Ο αγαθοποιός Νηρέας ζευγάρωσε με τη Δωρίδα, κόρη του Ωκεανού και της Τηθύδας (μια από τις 3.000 Ωκεανίδες), και μαζί της απέκτησε 50 κόρες, τις Νηρηίδες (επιποντίδες μύμφαι ή Εραγίδες), πανέμορφες νύμφες της θάλασσας που έμεναν μαζί με τον Νηρέα, που προστάτευαν τα πέλαγα και τους θαλασσινούς και ζούσαν μέσα στις θαλασσοσπηλιές. βοηθώντας τους και λαμβάνοντας διάφορες μορφές. 







Τόσο περήφανες για την ομορφιά του ήταν που, όταν η Κασσιόπη, γυναίκα του Κηφέα, περηφανεύτηκε ότι ήταν πιο όμορφη και απ’ αυτές, αμφισβητώντας το έκπαγλο κάλλος τους, αυτές ζήτησαν από το θεό της θάλασσας, Ποσειδώνα, να τιμωρήσει σκληρά την πόλη του Κηφέα, καταστρέφοντάς την. Εδώ φαίνεται η απλοϊκότητα των αρχαίων Ελλήνων, που απέδιδαν τυχόν φυσικές καταστροφές στους θεούς τους. Όταν απλωνόταν η γαλήνη στη θάλασσα έβγαιναν στις ακτές, ανάλαφρες και αέρινες, στρώνοντας χορό. Ζούσαν στο βυθό της θάλασσας, παρέα με τον πατέρα τους, γεμάτες δροσιά και χάρη, ομορφιά και καλοσύνη· δουλεία τους ήταν να φουρτουνιάζουν και να γαληνεύουν τη θάλασσα, προσφέροντας, ταυτόχρονα, βοήθεια σε κάθε ναυτικό που τη χρειαζόταν. Τους άρεσε να παίζουν καθισμένες πάνω στις αφρισμένες χαίτες των κυμάτων ή πάνω στους βράχους για να στεγνώσουν τα πυκνά, σγουρά, γεμάτα πράσινες ανταύγειες και μήκους μέχρι τα πόδια τους μαλλιά τους.



Περήφανες και χαρούμενες για την αθανασία τους και την ωραιότητά τους, συνόδευαν συχνά τα αμάξια των θαλασσινών θεών. Τα ονόματά των 50 Νηρηίδων ήταν: Αγαύη, Ακταία, Αλία, Αλιμήδη, Αμφιτρίτη, Αυτονόη, Γαλάτεια, Γαλήνη, Γλαυκή, Γλαυκονόμη, Δυναμήνη, Δωρίδα, Δωτώ, Ερατώ, Ευαγόρη, Ευάρνη, Ευδώρη, Ευκράτη, Ευλιμένη, Ευνίκη, Ευπόμπη, Ηιόνη, Θεμιστώ, Θέτις, Θόη, Ιπποθόη, Ιππονόη, Κυματολήγη, Κυμοδόκη, Κυμοθόη, Κυμώ, Λαομέδεια, Λειαγόρη, Λυσιάνασσα, Μελίτη, Μενίππη, Νημερτής, Νησαία, Νησώ, Πανόπη, Παντοπορεία, Πασιθέα, Πολυνόη, Προνόη, Πρωτομέδεια, Πρωτώ, Σαώ, Σπειώ, Φέρουσα και Ψαμάνθη. Στο επόμενο άρθρο θα αναφέρουμε λεπτομέρειες για όσες υπάρχουν.

 

Νηρηίδες, οι όμορφες νύμφες της θάλασσας





Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο μας, οι πεντάμορφες και περήφανες κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδας, οι επονομαζόμενες Νηρηίδες, ήταν 50: Αγαύη, Ακταία, Αλία, Αλιμήδη, Αμφιτρίτη, Αυτονόη, Γαλάτεια, Γαλήνη, Γλαυκή, Γλαυκονόμη, Δυναμήνη, Δωρίς, Δωτώ, Ερατώ, Ευαγόρη, Ευάρνη, Ευδώρη, Ευκράτη, Ευλιμένη, Ευνίκη, Ευπόμπη, Ηιόνη, Θεμιστώ, Θέτις, Θόη, Ιπποθόη, Ιππονόη, Κυματολήγη, Κυμοδόκη, Κυμοθόη, Κυμώ, Λαομέδεια, Λειαγόρη, Λυσιάνασσα, Μελίτη, Μενίππη, Νημερτής, Νησαία, Νησώ, Πανόπη, Παντοπορεία, Πασιθέα, Πολυνόη, Προνόη, Πρωτομέδεια, Πρωτώ, Σαώ, Σπειώ, Φέρουσα και Ψαμάνθη. Στο παρόν άρθρο μας αναφέρουμε λεπτομέρειες για όσες υπάρχουν. Αρχίζουμε με ένα από τους δορυφόρους του πλανήτη Ποσειδώνα, τη Νηρηίδα.



Η Αγαύη ήταν γνωστή για την περηφάνια της, την έξοχη μεγαλοπρέπειά της και τη σεβαστή της λαμπρότητα. Η Ακταία ήταν υπεύθυνη για το διακανονισμό των σχέσεων της θάλασσας με τις ακτές, όπως το λέει και το όνομά της, ενώ - όπως επίσης μαρτυρεί το όνομά της - η Αλία ήταν υπεύθυνη για τα ψάρια της θάλασσας· μαζί με τον Ποσειδώνα γέννησε 6 γιους και μια κόρη, τη Ρόδο, από την οποία πήρε το όνομά του το ομώνυμο νησί. Η Αλιμήδη είχε υπό την κυριότητά της μεγάλο μέρος της θάλασσας, ενώ η Αμφιτρίτη, η ωραιότερη από τις Νηρηίδες, ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα, μαζί με τον οποίο γέννησε το Βενθεσικύμη, το Ρόδη, και τον Τρίτωνα. Για πολύ καιρό απέφευγε το γάμο με τον Ποσειδώνα, γι’ αυτό και κατέφυγε στον Άτλαντα, αλλά ο Ποσειδώνας έστειλε προς αναζήτησή της δελφίνι, που του την έφερε πίσω. Λατρευόταν κυρίως στα νησιά και, θεωρούμενη ως βασίλισσα της θάλασσας, απεικονιζόταν κρατώντας τρίαινα. Στην αστρονομία είναι το όνομα του αστεροειδούς αρ. 29.



Η Γαλάτεια ήταν σύζυγος του Κύκλωπα Πολύφημου, γιου της Γαίας και του Ουρανού, και μητέρα του γενάρχη των Γαλατών, Γάλα ή Γαλάτη. Οφείλει το όνομά της στη γαλακτώδη χροιά του σώματός της ή στους λευκούς σαν γάλα αφρούς της θάλασσας. Κατά το μύθο, μη ανταποκρινόμενη στον έρωτα του Πολύφημου, αγάπησε το βοσκό Άκιο, τον οποίο σκότωσε ο ζηλιάρης Πολύφημος, και αυτή τον μεταμόρφωσε σε βράχο κοντά σε ένα ποταμό, στις όχθες του οποίου διανυχτέρευε η Γαλάτεια· από το μύθο αυτό εμπνεύστηκαν αρχαίοι και νεότεροι καλλιτέχνες, όπως ο Βιργίλιος, ο Θεόκριτος, ο Θερβάντες, ο Μποτιτσιέλλι, Οβίδιος, ο Πουσσέν, ο Ραφαήλ και ο Φιλόστρατος. Γαλάτεια ονομάζεται ένας από τους δορυφόρους του πλανήτη Ποσειδώνα και ο αστεροειδής αρ. 74.



Η Γαλήνη επέφερε νηνεμία στις θάλασσες, ενώ το όνομά της φέρει ο αστεροειδής αρ. 427, ενώ η Γλαυκή ήταν η προσωποποίηση των γλαυκών (λαμπερών γαλάζιων) υδάτων της θάλασσας. Το όνομά της φέρει ο αστεροειδής αρ. 288. Ο Αστεροειδής αρ. 200 φέρει το όνομα της Δυναμήνης. Η Δωρίδα, όπως και η συνονόματη μητέρα της, ήταν υπεύθυνη για το θαλάσσιο ζωικό βασίλειο, ενώ το όνομά της φέρει ο αστεροειδής αρ. 48. Το όνομα της Ερατώς φέρει ο αστεροειδής αρ. 62. Η Ευαγόρη θα πρέπει να είχε πολύ καλή ομιλία, όπως μαρτυρεί και το όνομά της, ενώ η Ευδώρη ήταν γνωστή για τα γενναιόδωρα και πλουσιοπάροχα δώρα της· σ’ αυτήν οφείλει το όνομά του το δημοφιλές πρόγραμμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Eudora, αλλά και ο αστεροειδής αρ. 217.



Η Ευκράτη επέφερε την ηπιότητα στα φουρτουνιασμένα κύματα και το όνομά της φέρει ο αστεροειδής αρ. 247, ενώ η Ευλιμένη καθιστούσε τα λιμάνια καλά για προσάραξη. Η Ευπόμπη βοηθούσε τους κυβερνήτες των πλοίων να κυβερνούν καλά τα καράβια τους, ενώ το όνομα της Ευνίκης φέρει ο αστεροειδής αρ. 185. Η Ηιόνη ήταν υπεύθυνη για τους κόλπους των παραλίων και η Θεμιστώ περιώνυμη για τη συνετή δικαιοσύνη της. Η Θέτιδα, η γνωστότερη, ομορφότερη και εξυπνότερη από τις Νηρηίδες, παντρεύτηκε τον Πηλέα, γιο του Αιακού και της Ενδηίδας, και μετά από εκτεταμένες προσπάθειες να αποφύγει το γάμο - σ’ αυτό τη βοήθησε αρκετά και η ικανότητά της να μεταμορφώνεται - και μαζί του απόκτησε τον περίφημο ήρωα Αχιλλέα. 


Αναδημοσίευση από  : typos.com.cy/

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος