Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Περί της παρακμής των Ελλήνων, του ρήτορα και φιλόσοφου Δίων Προυσαέως



Ο χρόνος ήταν είναι και θα είναι πάντα ο μεγάλος κριτής.  Η ανθρώπινη ιστορία κατέγραψε την ακμή και την παρακμή πολλών αυτοκρατοριών, από τις οποίες σήμερα απομένουν μόνο τα ερείπια.

Το ότι στο τόπο αυτό αναπτύχθηκε  στο παρελθόν  ένας ανεπανάληπτος πολιτισμός από τους αρχαίους προγόνους μας, αυτό  δεν σηματοδοτεί κατ’ ανάγκη τις ικανότητες και τις δεξιότητες των «απογόνων», των σημερινών Ελλήνων δηλαδή. 

Η ιστορία είναι μία ζώσα πραγματικότητα και καταγράφει την συνεισφορά  κάθε έθνους στο ανθρώπινο πολιτισμικό γίγνεσθαι, κάθε χρονική στιγμή. Και  ιστορία είναι αμείλικτη με όσους δεν σέβονται τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν τους, προδιαγράφοντας ένα ζοφερό  μέλλον...

Στο απόσπασμα που ακολουθεί παραθέτω την ομιλία του ρήτορα και φιλόσοφου, Δίων  Προυσαέως (*), την οποία εκφώνησε στον λαό της Ρόδου γύρω στο έτος 100 μ.χ ,  που εξηγεί την παρακμή στην οποία είχε ήδη  είχε περιέλθει η Ελλάδα.

«Στο παρελθόν, η κοινότητά μας (οι Έλληνες.) κέρδισε την τεράστια φήμη της με τη συμβολή πάρα πολλών πάρα πολλοί ήταν εκείνοι που συνέβαλαν στη μεγαλοσύνη της Ελλάδας: εσείς οι Ρόδιοι, αλλά και οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι, οι Θηβαίοι, οι Κορίνθιοι για μια περίοδο, οι Αργείοι άλλοτε. αλλά σήμερα, κανένας από αυτούς δεν έχει πλέον οποιοδήποτε κύρος: Οι μεν έχουν εκμηδενιστεί και εξαφανίστηκαν όσο για τους άλλους, έχουν ατιμωθεί με τον τρόπο που ξέρουμε και έχουν απολέσει από κάθε άποψη την αρχαία τους δόξα, πιστεύοντας ηλιθίως πως απολαμβάνουν μια καλή ζωή, ενώ θεωρούν πλεονέκτημα το ότι μπορούν να συμπεριφέρονται άσχημα, χωρίς κανένας να τους εμποδίζει.

Έτσι, δεν μένετε πια παρά μόνο εσείς: είστε οι μόνοι που μπορείτε ακόμα να καταδείξετε πως υπήρξατε όντως κάτι σημαντικό και δεν έχετε ακόμα γίνει άξιοι της πιο απόλυτης περιφρόνησης. επειδή, εάν δεν υπήρχαν ακόμα εκείνοι που συνεχίζουν να τιμούν τη γη τους, όπως κάνετε εσείς,  οι Έλληνες, εδώ και πολύ καιρό, θα είχαν καταντήσει περισσότερο περιφρονητέοι από τους Φρυγίους και τους Θράκες, όπως, όχι άδικα, υποστηρίζουν κάποιοι. Όταν μια μεγάλη και ακμάζουσα οικογένεια έχει εντελώς καταρρεύσει, και της μένει ένας απόγονος, έστω και εάν είναι απολύτως μόνος του, τα πάντα στηρίζονται σε αυτόν. και εάν συμπεριφέρεται άσχημα, αμαυρώνει όλη τη φήμη της οικογένειάς του, ατιμάζει όλους προγόνους του: ιδού, λοιπόν, Ροδίτες, ποια είναι η σημερινή ευθύνη σας απέναντι στον ελληνισμό ...[… ] .


 ...[… ] .Επειδή δεν θα πρέπει να φανταστείτε, Ρόδιοι, ότι καταλαμβάνετε την πρώτη θέση στην Ελλάδα, να θυμάστε πως δεν μπορεί κανείς να υπερέχει παρά μόνο απέναντι σε κάποιους άλλους που εξακολουθούν να παραμένουν ζωντανοί και να ενδιαφέρονται για την τιμή και την υπόληψή τους, όπως ήταν άλλοτε οι Έλληνες. Όμως αυτό που ήταν κάποτε οι πρόγονοί μας χάνεται σιγά σιγά, καθώς έχουν ολοκληρωτικά ξεπέσει, χυδαία και ατιμωτικά. Παρατηρώντας λοιπόν τους σημερινούς ανθρώπους, μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο υπέροχα και λαμπερά ζούσαν εκείνοι στο παρελθόν;

Κανένας, και μόνον οι πέτρες έχουν μείνει για να υπομνήσκουν ακόμα την ευγένεια και τη μεγαλωσύνη της Ελλάδας. Πρόκειται για τα ερείπια των κτιρίων, επειδή εκείνοι που κατοικούν και κυβερνούν ακόμα αυτές τις πόλεις, θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι απόγονοι ούτε καν των Μυσών. Έτσι λοιπόν, οι πόλεις που καταστρέφονται εξ ολοκλήρου έχουν περισσότερες πιθανότητες, για μένα, από εκείνες που έχουν τέτοιους κατοίκους, επειδή η μνήμη τους διαιωνίζεται άθικτη και η φήμη τους δεν υποφέρει τη σύγκριση με τη παρελθούσα λαμπρότητά τους. το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και για τους νεκρούς, είναι προτιμότερο να καταστρέφεται το σώμα τους και κανείς να μη μπορεί να το δει, παρά να παρουσιάζεται σε κατάσταση σήψης». 


Ο ρήτορας-πολιτικός, σοφιστής και φιλόσοφος Δίων, ο επονομαζόμενος Προυσαεύς ή Χρυσόστομος (αρχαιοελληνική προσωνυμία που δήλωνε τον έχοντα "χρυσό στόμα", δηλαδή τον δεινό ρήτορα), έζησε μεταξύ 40-120 μ.Χ. Γεννήθηκε στην Προύσα της Βιθυνίας και καταγόταν από επιφανή οικογένεια, της οποίας τα μέλη είχαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Σπούδασε ρητορική στην πατρίδα του, ενώ περί το 70 μετέβη στη Ρώμη, όπου διδάχτηκε τη φιλοσοφία κοντά στον Στωικό Μουσώνιο Ρούφο.

Γύρω στο 85 εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Δομιτιανό. Υιοθέτησε τότε το Κυνικό πρότυπο του περιπλανώμενου ζητιάνου φιλοσόφου και επισκέφθηκε διάφορες πόλεις και περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις του και δίνοντας λαϊκοφιλοσοφικές διαλέξεις προσπαθώντας να αφυπνίσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Μετά τον θάνατο του Δομιτιανού, το 96, επέστρεψε στη Ρώμη, όπου έχαιρε της εκτίμησης των επόμενων αυτοκρατόρων, του Νέρβα και του Τραϊανού. Μέχρι το τέλος της ζωής του εξακολούθησε να ασχολείται με τα κοινά της ιδιαίτερης πατρίδας του και πιθανώς να πραγματοποιεί φιλοσοφικές περιοδείες.

Οι 80 περίπου σωζόμενοι λόγοι του, μερικοί από τους οποίους αποτελούν λαμπρά δείγματα της τέχνης του λόγου, ασχολούνται με διάφορα θέματα της φιλοσοφίας και της ηθικής, της μυθολογίας και της λογοτεχνίας, της πολιτικής και της καθημερινής ζωής. Όντας εξαιρετικά δείγματα της άνθησης των ελληνικών γραμμάτων κατά την περίοδο της Δεύτερης Σοφιστικής, αποκαλύπτουν τον γόνιμο συνδυασμό των στοιχείων του ρήτορα-πολιτικού, του σοφιστή και του Κυνικού και Στωικού φιλοσόφου που συναποτελούσαν την προσωπικότητα του Δίωνα. 

Μυσταγωγία

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Ένα μεγάλο βήμα για την ανθρώπινη αυτοσυνειδησία, με οδηγό τα αετώματα των πρώτων Παρθενώνων



Σε κάθε επίσκεψή μου στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, βλέπω ότι οι ακροατές μου, πέρα από τον θαυμασμό τους για την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική και ιστορική αξία των εκθεμάτων, πάντοτε ενδιαφέρονται να κατανοήσουν πως μεταφράζονται όλα αυτά σε όρους ανθρώπινης σκέψης και αυτοσυνειδησίας.

Ας κάνουμε λοιπόν μαζί μια απόπειρα να παρακολουθήσουμε την αγωνιώδη προσπάθεια των αρχαίων Ελλήνων να κατανοήσουν την φύση τους και να ερμηνεύσουν και διαχειριστούν το σύμπαν μέσα στο οποίο ζούσαν. Η περίοδος στην οποία θα αναφερθούμε δεν ήταν παραπάνω από ογδόντα χρόνια, αλλά στην διάρκειά της οι αλλαγές που έγιναν στην ανθρώπινη σκέψη ήταν κοσμογονικές. 

Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά ακολουθεί ο χρυσός αιώνας. Οδηγοί μας σε αυτή την πορεία θα είναι τα γλυπτά της Ακρόπολης και ειδικότερα τα αετώματα των δύο παλαιότερων ναών, του Εκατόμπεδου και του Προπαρθενώνα, που έχουμε πια την ευτυχία να τα βλέπουμε εκτεθειμένα στο νέο Μουσείο της Ακροπόλεως.

 

Στέκομαι μπροστά στο αέτωμα του Εκατόμπεδου. Στο κεντρικό του σημείο παρουσιάζει δύο λιοντάρια που έχουν καταβάλει ένα ταύρο και ετοιμάζονται να τον κατασπαράξουν. Σκηνή βιαιότητας. Πως εξηγείται αυτό; Εμείς πάντα πιστεύαμε ότι ο αρχαίος Έλληνας ανέβαινε στον Βράχο για να διαχειριστεί το κτήνος που έχει μέσα του και να ανακαλύψει τον θεό. Εδώ αντιθέτως βλέπουμε να θριαμβεύει ο νόμος της ζούγκλας. Γιατί συμβαίνει αυτό;



Συμβαίνει διότι βρισκόμαστε σε μια αρκετά πρώιμη εποχή, όπου οι άνθρωποι ήταν ακόμα επιρρεπείς στο ένστικτο. Κάποιος που θέλει να μιλήσει στους ανθρώπους και να τους πει ότι αν πορεύονται με μόνο οδηγό το ένστικτό τους, μπορεί μεν πρόσκαιρα να νοιώσουν έντονες απολαύσεις, αλλά μακροπρόθεσμα αυτό μπορεί να αποβεί επικίνδυνο, πρέπει να βρει τον κατάλληλο τρόπο να το κάνει. Πώς θα δείξει αυτόν τον κίνδυνο; Πώς θα δείξει απεικονιστικά τις προτροπές “μην κάνεις αυτό διότι θα είναι πολύ οδυνηρή η εμπειρία σου, μη δοκιμάσεις εκείνο διότι δεν μπορέσεις ποτέ να ξαναβρείς τον εαυτό σου, μην πάρεις αυτόν τον δρόμο διότι είναι πολύ επικίνδυνο το ταξίδι”; 

Ο τρόπος θα πρέπει να είναι τόσο γλαφυρός και τόσο ξεκάθαρος ώστε να περνάει εύκολα το μήνυμα: “αν υποκύψεις στον νόμο της ζούγκλας και στο κτήνος που έχεις μέσα σου, οι συνέπειες θα είναι ανεξέλεγκτες και βίαιες”. Με άλλα λόγια, δείχνω την κτηνώδη πλευρά της φύσης και της ζούγκλας, αλλά με διάθεση αποτρεπτική, δηλαδή το κάνω για να δώσω στον άλλο να καταλάβει πόσο επικίνδυνο είναι αυτό και πόσο δύσκολα θα μπορέσει να το διαχειριστεί.
 

Αφού συνέλθω κάπως από το σοκ που μου προκάλεσε το κεντρικό και έντονο στοιχείο του αετώματος, η ματιά μου αρχίζει να διακρίνει ότι στα αριστερά εμφανίζεται ο Ηρακλής να παλεύει με τον θαλάσσιο Τρίτωνα, και στα δεξιά ένας τρισώματος δαίμονας. Αρχίζω σιγά-σιγά να βλέπω ότι μέσα στην επικράτεια του νόμου της ζούγκλας, όπου τα λιοντάρια κατασπαράζουν τον ταύρο, όπου δηλαδή ο πιο δυνατός κατασπαράζει τον πιο αδύνατο, αρχίζει δειλά-δειλά από τις άκρες να διακρίνεται η προσπάθεια του ανθρώπου να τιθασεύσει αυτές τις κτηνώδεις ανεξέλεγκτες δυνάμεις. Και να! Ο Ηρακλής τελικά καταφέρνει να βάλει κάτω τον Τρίτωνα (ο Τρίτων συμβολίζει το τέρας, άρα την Γη). 

Από την άλλη πλευρά έχω ένα τρισώματο δαίμονα που στο ένα χέρι κρατά ένα λουλούδι, στο άλλο ένα κανάτι και στο τρίτο ένα κεραυνό – τις φυσικές δυνάμεις δηλαδή. Καταλαβαίνω ότι εδώ απεικονίζεται η προσπάθεια του ανθρώπου να μπορέσει να κατανοήσει την ίδια του την φύση. Έτσι φτάνω ένα σκαλί πιο πάνω από αυτό που ήμουν πριν.

 

Πού, λοιπόν, στρέφεται ο άνθρωπος για να καταλάβει τον εαυτό του και τον κόσμο; Βλέπει και παρατηρεί τι γίνεται γύρω του. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά από τις άλλες θρησκείες. Και είναι μία πολύ σημαντική διαφορά. Σε όλες τις άλλες θρησκείες του κόσμου η αντίληψη και η συνείδηση που έχει ο άνθρωπος για τον κόσμο προέρχεται εξ αποκαλύψεως, δηλαδή από ένα θρησκειολογικό πλαίσιο που του αποκαλύφθηκε. 

Π.χ. ένας προφήτης είδε κάποιο όραμα κλπ. Και αυτό το παραλαμβάνουν οι κοινωνίες και το κωδικοποιούν σε θρησκεία. Η Ελληνική θρησκεία δεν προέκυψε έτσι. Γι’ αυτό έχουμε και την εμφάνιση της φιλοσοφίας. Αυτό δηλαδή που έκαναν οι Έλληνες είναι το εξής απλό πράγμα: Στράφηκαν προς την φύση τους και προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις μη λαμβάνοντας υπ’ όψη μία προϋπάρχουσα αποκαλυπτική αλήθεια, αλλά προσπαθώντας να την συγκροτήσουν.



Κι έτσι άρχισαν να παρατηρούν. Ένας έλεγε: γενεσιουργός δύναμη του σύμπαντος και του ανθρώπου είναι το νερό. Άλλος απαντούσε: όχι το νερό, αλλά ο αέρας. Όχι ο αέρας, αλλά η φωτιά ισχυριζόταν ένας τρίτος. Όχι, είναι και τα τέσσερα μαζί, λέει άλλος, και υπάρχουν στιγμές που τα τέσσερα ενώνονται ή που τα τέσσερα χωρίζονται. Πριν φθάσουμε στους κλασικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αριστοτέλη κλπ, οι οποίοι στράφηκαν στον άνθρωπο και στα παιχνίδια του μυαλού, είχαμε τους φυσικούς φιλοσόφους, τον Θαλή τον Μιλήσιο, τον Αναξίμανδρο, τον Αναξιμένη και άλλους, που πίστευαν ότι οι απαντήσεις βρίσκονται στην φύση. 

Και φθάνουμε στον Ηράκλειτο που μας λέει ότι όλα εναλλάσσονται, και στον Εμπεδοκλή που μας λέει ότι τελικά ότι ο κόσμος, δηλαδή οι άνθρωποι και η φύση είναι όλοι φτιαγμένοι από τέσσερα στοιχεία: τον αέρα, την γη, το νερό και την φωτιά, και αυτά τα στοιχεία δεν χάνονται ποτέ. Ό,τι δηλαδή μας λέει η σημερινή Χημεία. Διότι όλο το σύμπαν αποτελείται από στοιχεία που έλκονται και απωθούνται ταυτόχρονα. Έλκονται ψάχνοντας να βρουν το ταίρι τους (“φιλότητα” το λέει αυτό ο Εμπεδοκλής) και απωθούνται προσπαθώντας να αποκολληθούν (“νείκος“). Αυτές είναι οι δυνάμεις που καθορίζουν το σύμπαν.


Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από όλα αυτά είναι ότι οι άνθρωποι τον ΣΤ’ αιώνα, προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις. Σε ένα Χριστιανικό ναό τα θεία πρόσωπα σου επιβάλλουν ή υποβάλλουν ένα τρόπο συμπεριφοράς. Αντιθέτως, εδώ βλέπουμε την προσπάθεια του ανθρώπου να μπορέσει να αποκωδικοποιήσει μόνος του τα μυστικά που τον περιβάλλουν. Τι θέλει άραγε να μας πει αυτός ο τρισώματος δαίμονας που βλέπουμε στο αέτωμα του Εκατόμπεδου και που κρατάει τον κεραυνό που είναι η φωτιά, ένα αγγείο που είναι το νερό, και ένα λουλούδι που είναι το χώμα;  

Θέλει να μας ότι όντως ζούμε μέσα σε ένα ανεξέλεγκτο κόσμο ζούγκλας, όπου γίνονται κάθε είδους βιαιότητες, αλλά ο άνθρωπος, σαν τον Ηρακλή και τον τρισώματο δαίμονα, προσπαθεί αυτόν τον ανεξέλεγκτο κόσμο να τον τιθασεύσει. Και τα καταφέρνει. Και αυτός ο κόσμος τελικά, αν τον μελετήσω και τον κατανοήσω, έχει μέσα του και ανθρώπινα στοιχεία. Είναι περίπλοκος, αλλά εγώ, μελετώντας τον, μπορώ να τον κατανοήσω και να τον δομήσω.


Σε όλα τα έργα της εποχής εκείνης βλέπουμε λιοντάρια, βλέπουμε τέρατα. Το τέρας συμβολίζει το ένστικτο του ανθρώπου, το οποίο απεικονίζεται ως κακό, απλώς και μόνον διότι δεν το ελέγχουμε. Και δεν το ελέγχουμε διότι δεν είναι ορατό. Γι’ αυτό τα τέρατα απεικονίζονται ως πλάσματα που δεν υπάρχουν στην φύση. Άρα όπου βλέπουμε όλους αυτούς τους δαίμονες, είτε τους ζωγραφίζει ο Ιερώνυμος Μπος στα νεότερα χρόνια, ή τους κατασκευάζει ο αρχαίος γλύπτης του Εκατόμπεδου, η σημασία είναι πάντα η ίδια: Ότι υπάρχουν πράγματα που είναι αόρατα, αλλά δυνατά, έντονα κι επικίνδυνα, που μπορεί να με παρασύρουν επειδή δεν τα βλέπω για να τα ελέγξω, και όλα αυτά θα πρέπει με κάποιο τρόπο να τα διαχειριστώ.  

Ο βασικότερος στόχος της ζωής του ανθρώπου είναι κυρίως αυτός: Να μπορέσει να διαχειριστεί αυτόν τον σκοτεινό κόσμο. Και σιγά-σιγά, όσο περνάει ο χρόνος, η αίσθηση που έχουμε βλέποντας τα έργα της αρχαϊκής περιόδου, είναι ότι βαθμιαία υποχωρούν τα ζώα, τα κτήνη και τα ανεξέλεγκτα στοιχεία, και φθάνουμε στην λατρεία του Ανθρώπου.
 

Ο Εκατόμπεδος καταστράφηκε κάποια στιγμή και οι επόμενοι τύραννοι αποφάσισαν να χτίσουν ένα νέο ναό. Ο πρώτος ναός ήταν Πεισιστράτειος, ο δεύτερος προ-Κλεισθένειος και ο τρίτος Περίκλειος. Δεν σημαίνουν τίποτε αυτά, αλλά μας βοηθούν λίγο να τοποθετήσουμε χρονικά τα γεγονότα.

Προχωρώ, και στέκομαι μπροστά στο αέτωμα του δεύτερου ναού (όσο έχει σωθεί). Συνειδητοποιώ αμέσως ότι ανάμεσα στον πρώτο ναό (τον Εκατόμπεδο, του 570) και στον δεύτερο ναό (τον Προπαρθενώνα, του 490) υπάρχει μεγάλη διαφορά. Η διαφορά έγκειται στο ότι τα τέρατα έχουν πια χαθεί. Τι συνέβη;
 

Συνέβη ότι οι άνθρωποι άρχισαν να ελέγχουν την κατάσταση σε κάποιο βαθμό. Κι εδώ έχουμε πάλη, πόλεμο και βία. Αλλά δεν έχουμε ζωικά στοιχεία, δεν έχουμε κτηνώδη στοιχεία. Εδώ παλεύουν οι θεοί με τους τιτάνες και τους γίγαντες. Δηλαδή, κάποιες θεότητες που στόχευαν στο χάος ήρθαν σε σύγκρουση με τους ολύμπιους θεούς που επιδίωκαν να οργανώσουν με τάξη το σύμπαν.  

Το σύμπαν ήταν χαώδες και ανεξέλεγκτο, γεμάτο φόβους. Αυτούς τους φόβους η νηφαλιότητα των ολυμπίων θεών προσπάθησε να τους βάλει σε μια τάξη. Και γι’ αυτό οι ολύμπιοι θεοί (εν προκειμένω η Αθηνά) έρχονται να πολεμήσουν τους τιτάνες και τους γίγαντες. Η Αθηνά φέρει ένα πλεκτό με φίδια και έχει κρεμασμένο στο στήθος της το γοργόνειο.
 


Για να καταλάβουμε την απεικόνιση, ας δούμε στα γρήγορα τον σχετικό μύθο, ο οποίος έχει τεράστια σημασία για την κατανόηση της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας. Λέει λοιπόν ο μύθος ότι η θεά Αθηνά μαζί με τον Περσέα σκότωσαν την Μέδουσα. Τι έγινε όμως η Μέδουσα; Εξαφανίστηκε; Όχι, η Αθηνά την εγκολπώθηκε. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όταν σκοτώσεις κάτι που ούτως ή άλλως υπάρχει μέσα σου, δεν μπορείς να το εξαφανίσεις, μπορείς απλά να το εγκολπωθείς και να βρίσκεσαι σε μία διαρκή εγρήγορση για την διαχείρισή του. Τον φόβο μου δεν τον εξαφανίζω. 
 
Τον διαχειρίζομαι. Βρίσκω μηχανισμούς και τρόπους να τον διαχειρίζομαι. Η απεικόνιση της Αθηνάς μας λέει ότι σκοτώνοντας την Μέδουσα δεν σκότωσε και το ένστικτο, αλλά το κουβαλάει μέσα της. Και επειδή το κουβαλάει μέσα της, μπορεί και το διαχειρίζεται. Γι’ αυτό στο αέτωμα η Αθηνά φοράει ένα πλεκτό φτιαγμένο με φίδια, τα οποία αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις του ενστίκτου, της φύσης και της γης. Για τον ίδιο λόγο φοράει το γοργόνειο, για να μας πει ότι το εγκολπώθηκε. Αυτό, στην δική μας Χριστιανική κουλτούρα είναι εντελώς διαφορετικό. 


Ο δικός μας Θεός αντιπαρατίθεται στο κακό και το ακυρώνει. Οι αρχαίοι δεν πίστευαν ότι μπορούν να ακυρώσουν το κακό, αλλά να το τιθασεύσουν, να το εγκολπωθούν και να το διαχειριστούν. Σαν να ήξεραν πολύ βαθειά μέσα τους ότι οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις, τα ένστικτα και οι φόβοι δεν μπορούν ποτέ να εξαφανιστούν εντελώς.  

Για παράδειγμα, ο Απόλλων πήγε στους Δελφούς να σκοτώσει τον Πύθωνα. Αυτό απεικονίζεται στο αέτωμα του ναού των Δελφών. Τι συμβολίζει αυτό; Συμβολίζει την επικράτηση του ανθρώπου πάνω στο κτήνος, την επικράτηση του πνεύματος πάνω στην ύλη. Αλλά από τότε που τον σκότωσε, ονομάσθηκε Πύθιος Απόλλων. Τον φόνο που έκανε τον φέρει στο όνομά του.
 


Έτσι λοιπόν, στο αέτωμα του δεύτερου ναού έχουμε την μάχη ανάμεσα στου Θεούς και τους Γίγαντες. Δηλαδή, άλλη μια μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Μόνο που εδώ, το καλό και το κακό έχουν την ίδια όψη. Ανθρώπινη. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι πίσω στο 570 π.Χ. οι άνθρωποι είχαν κατορθώσει να διαχειριστούν ένα θέμα, λέγοντας: Εδώ ο άνθρωπος, εκεί το κτήνος. Και περνούν τα χρόνια και διαπιστώνουν ότι αυτός ο διαχωρισμός δεν ήταν και τόσο ασφαλής, διότι είδαν ότι και μέσα στον άνθρωπο υπάρχει το κτήνος, και ότι ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν πολλά κτήνη. 

Και ότι το κτήνος δεν είναι κάτι που φαίνεται πάντοτε εξωτερικά, αλλά μπορεί να βρίσκεται πίσω από την πολύ όμορφη όψη ενός ανθρώπου. Άρα περνάμε από ένα επίπεδο ορατής διαφοροποίησης μεταξύ ανθρώπου και κτήνους, σε ένα επίπεδο μη ορατής διαφοροποίησης, που έχει και αυτό την ανάγκη της διαχείρισής του.


Φαίνεται λοιπόν πια καθαρά η πορεία: Το 570 π.Χ. ο άνθρωπος θεωρεί ότι κατέκτησε το νόημα. Πιστεύει ότι ξέρει πλέον ποιοι είναι οι άνθρωποι και ποια τα ζώα, και όταν φτιάχνει το αέτωμα του Εκατόμπεδου, χρησιμοποιεί αυτές τις απεικονίσεις. Με την πάροδο των ετών όμως διαπιστώνει ότι το ζώο τελικά υπάρχει μέσα του και πρέπει να βρει τρόπο να το τιθασεύσει και να το διαχειριστεί, και το αέτωμα του Προπαρθενώνα το 490 π.Χ. αντανακλά αυτήν του την νέα ανησυχία.

Σύνδεσμος στην πηγή

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Το Κλήμα του Παυσανία





Ένα ζωντανό φυσικό μνημείο, μήκους 100 μέτρων και ηλικίας περίπου 3.000 ετών, βλασταίνει ακόμη και είναι η απόδειξη της ξακουστής ελληνικής  οινοπαραγωγής και αμπελοκαλλιέργειας που πηγάζει από την αρχαιότητα.

Το “Κλήμα του Παυσανία” βρίσκεται στον οικισμό Σελλά Παγκρατίου (56 χλμ.της οδού Τριπόλεως-Καλαβρύτων, στα σύνορα των νομών Αρκαδίας-Αχαΐας.
Το “Κλήμα” βοτανικά ανήκει στο είδος Vitis Vinifera Siluestris, άγρια άμπελος, από το οποίο εξελίχθηκε το υποείδος Vitis Vinifera Sativa, από το οποίο και προέρχονται οι σημερινές καλλιεργούμενες ποικιλίες αμπέλου.


O φημισμένος περιηγητής Παυσανίας, την άνοιξη του 172 μ.Χ επισκέφθηκε τη συγκεκριμένη περιοχή για να διαπιστώσει εάν ήταν πραγματικότητα η φήμη που είχε ακούσει ότι οι πέστροφες στον ποταμό Αροάνειο κελαηδούσαν  όπως το πουλί τσίχλα.



Ο Παυσανίας στο βιβλίο του “Αρκαδικά” αναφέρει ότι ευρισκόμενος κοντά στο συγκεκριμένο ποτάμι μέχρι τη δύση του ηλίου, είδε μεν τις πέστροφες αλλά δεν τις άκουσε να μιλάνε.

Τελικά, αυτό που πιθανότατα συνέβει είναι ότι κάποιος καλοφαγάς, ενθουσιασμένος με τις πέστροφες, είπε στον Παυσανία ότι κελαηδούν από νοστιμιά!

Σύμφωνα με την παράδοση, ευρισκόμενος λοιπόν για τον παραπάνω λόγο κοντά στο σημείο που είναι σήμερα το Κλήμα, φαίνεται ότι αναζήτησε τον ίσκιο του και οι κάτοικοι του χωριού, τον φιλοξένησαν παρατίθοντας του γεύμα με πέστροφες  και προσφέροντας του νερό από την παρακείμενη πηγή.
 
Το μέγεθος και η βλάστηση του Κλήματος του έκανε εντύπωση και συνέστησε στους κατοίκους να το προσέχουν και να το περιποιούνται. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κορμός του ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος αλλά στη διάρκεια της κατοχής οι Γερμανοί κατακτητές, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, έκοψαν ένα μεγάλο κομμάτι του κορμού του.



Έπειτα από ενέργειες του Συλλόγου Παγκρατιωτών Καλαβρυτινών, ο “Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος”, που ασχολείται με τη συντήρησή του, το Κλήμα του Παυσανία ανακηρύχθηκε Διατηρητέο Μνημείο της Φύσεως.
 
Μύθοι συνδέουν το “Κλήμα του Παυσανία” με άθλο του Ηρακλή, ο οποίος κυνηγούσε τη χρυσόκερο κερυνίτιδα έλαφο και έφτασε μέχρι το Κλήμα στο οποίο μπερδεύτηκαν τα μακριά μαλλιά της ελάφου και τη συνέλαβε και από εκεί προέκυψε και το όνομα της θέσης «Κυνηγάρι».


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος




Ιστορίες και Ονομασίες Νησιών στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία





Τα Ελληνικά νησιά είναι ποτισμένα από τις διηγήσεις για τους έρωτες και τις περιπέτειες ανθρώπων και θεών, τους μύθους και τις ιστορίες ηρώων και γιγάντων. Έξι από αυτές, τις πιο ενδιαφέρουσες και λιγότερο διαδεδομένες, νησιώτικες ιστορίες μυθολογίας συγκεντρώσαμε, για να έχετε κάτι να διηγείστε καθ’ οδόν για το νησί.

Στη Δήλο γεννήθηκαν ο Απόλλωνας και η Άρτεμις, στην Κρήτη ο Μινώταυρος κατασπάραζε κάθε χρόνο μερικούς Αθηναίους για κολατσιό....


Στη Νίσυρο: Τις μέρες εκείνες που στο Αιγαίο μαίνεται ο πόλεμος μεταξύ των Γιγάντων, γιων της Ρέας, και των δώδεκα θεών του Ολύμπου, ο Ποσειδώνας καταδιώκει έναν από τους Γίγαντες, τον Πολυβώτη, σε στεριές και θάλασσες. Μην μπορώντας να τον πιάσει, κι έχοντας φτάσει πια στην Κω, κόβει με την τρίαινα ένα κομμάτι του νησιού και το ρίχνει κατά πάνω του. Ο Πολυβώτης θάφτηκε ζωντανός από κάτω, με το στόμα του να ανοίγει στη θέση που βρίσκεται σήμερα το ηφαίστειο και τους βρυχηθμούς του να προκαλούν τακτικές δονήσεις στο μικρό κομμάτι γης που αργότερα ονομάστηκε Νίσυρος. Ένας ακόμα από τους Γίγαντες συνδέθηκε αργότερα με τους σεισμούς, και θάφτηκε κι εκείνος κάτω από ένα νησί, την Σικελία, από τον Δία. Το όνομά του ήταν Εγκέλαδος.


Στη Νάξο: Κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, η πανέμορφη Αριάδνη ερωτεύτηκε τον Θησέα, που είχε έρθει στην Κρήτη για να σκοτώσει τον Μινώταυρο, βάζοντας τέλος στο αιματηρό χρέος των Αθηναίων να στέλνουν κάθε χρόνο δέκα νέους θυσία στο τερατάκι του βασιλιά πατέρα της. Η Αριάδνη του έδωσε τον μίτο, τον οποίο της είχε χαρίσει ο ίδιος ο Ήφαιστος, και ο γενναίος Αθηναίος κατάφερε να βρει τον δρόμο του βγαίνοντας από τον λαβύρινθο. Για να της ανταποδώσει την χάρη, ο Θησέας υποσχέθηκε να την παντρευτεί, και την πήρε μαζί του φεύγοντας από την Κρήτη. 

Όταν, όμως, το πλοίο έφτασε στη Νάξο, ο γιος του Αιγέα, που δεν ήταν στην πραγματικότητα ερωτευμένος μαζί της, την εγκατέλειψε καθώς εκείνη κοιμόταν σε μια παραλία, και άνοιξε πανιά για την Αθήνα. Εκεί την βρήκε ο Διόνυσος, ο οποίος την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Την πήγε στη Λήμνο, την παντρεύτηκε και ζήτησε από τον Δία να την κάνει αθάνατη και αγέραστη για χάρη του, όπως και έγινε. Παιδιά του Διονύσου και της Αριάδνης είναι ο Οινοπίων, ο Στάφυλος, ο Θόας, ο Πεπάρεθος και ο Ευρυμέδων.


Στην Χίο: Ο γιος του Διονύσου και της Αριάδνης, Οινοπίων, ήταν ο πρώτος βασιλιάς του νησιού. Η όμορφη κόρη του, Μερόπη, υπήρξε ο πρώτος έρωτας του γίγαντα Ωρίωνα, γιου του Ποσειδώνα, τον οποίο ο Οινοπίων φιλοξενούσε στο παλάτι του. Όταν, κατά μία εκδοχή, ο Ωρίωνας βίασε την Μερόπη ή κατά μία άλλη απλώς την ερωτεύτηκε και θέλησε να την πάρει μακριά από τον πατέρα της, ο Οινοπίων τύφλωσε τον γίγαντα, δίνοντάς του να πιεί ένα ποτό, και τον πέταξε στη θάλασσα. Ο Ωρίωνας, που είχε από τον πατέρα του το χάρισμα να περπατά επάνω στο νερό, έφτασε περπατώντας στη Λήμνο, όπου ζήτησε βοήθεια από τον Ήφαιστο. Εκείνος με την σειρά του τον έστειλε στον Απόλλωνα, ο οποίος του ξανάδωσε την όρασή του. 

Ο Ωρίωνας επέστρεψε στη Χίο για να εκδικηθεί τον Οινοπίωνα, αλλά ο βασιλιάς κρύφτηκε σε μια σπηλιά, και ο γίγαντας, μην μπορώντας να τον βρει, εγκαταστάθηκε για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Δήλο, όπου κυνηγούσε παρέα με την Άρτεμις. Πέθανε από δάγκωμα σκορπιού, τον οποίο έστειλε, σύμφωνα με τον Όμηρο, η θεά να τον δαγκώσει τυφλωμένη από την ζήλια της, όταν ο Ωρίωνας ερωτεύτηκε την Ηώ. Οι δύο εχθροί, Ωρίωνας και Σκορπιός, έγιναν αστερισμοί που κυνηγιούνται μέχρι σήμερα στο ουράνιο στερέωμα –εξ ου και όταν ο ένας ανατέλλει, ο άλλος δύει.


Στη Ρόδο: Κόρη της Θάλασσας και αδελφή των Τελχινών, η Αλία ήταν μία νύμφη την οποία είχε ερωτευτεί ο Ποσειδώνας. Μαζί της απέκτησε έξι γιους και μία κόρη, τη Ρόδο. Οι γιοι του Ποσειδώνα και της Αλίας δεν έδωσαν καταφύγιο στην Αφροδίτη, η οποία ταξίδευε στις θάλασσες από τα Κύθηρα προς την Κύπρο, και η θεά προσβεβλημένη τιμώρησε τους νεαρούς με την κατάρα της παραφροσύνης. Επάνω στην τρέλα τους, εκείνοι βίασαν τη μητέρα τους, η οποία ντροπιασμένη αυτοκτόνησε πέφτοντας στην θάλασσα. Ο Ποσειδώνας τιμώρησε τους γιους του φυλακίζοντάς τους στις θαλάσσιες σπηλιές κάτω από το νησί, τις οποίες στοίχειωσαν ως δαίμονες. Το νησί αργότερα ονομάστηκε Ρόδος, από το όνομα της αδελφής τους.


Στην Αίγινα: Γιος του Δία και της νύμφης Αίγινας, ο Αιακός ήταν ο πρώτος βασιλιάς του νησιού και, σύμφωνα με τον Πλίνιο, εκείνος που ανακάλυψε το ασήμι και έκοψε το πρώτο νόμισμα. Ο Αιακός απέκτησε τρεις γιούς από δύο διαφορετικές γυναίκες: τον Πηλέα, τον Τελαμώνα και τον Φώκο. Επειδή αυτός ο τελευταίος ήταν καλύτερος από τον Τελαμώνα σε όλα τα αθλήματα, όταν ο Τελαμώνας τον σκότωσε κατά λάθος ενώ εξασκούνταν στην δισκοβολία, οι κάτοικοι της Αίγινας πίστεψαν ότι το έκανε από φθόνο. Ο πατέρας του, που τον αγαπούσε πάρα πολύ, εξόρισε και τους δύο γιους του από την Αίγινα για να κατευνάσει τους δύσπιστους πολίτες της. 

Έτσι ο Πηλέας κατέφυγε στη Φθία όπου παντρεύτηκε την Θέτιδα με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Αχιλλέα, ενώ ο Τελαμώνας πήγε στη Σαλαμίνα, όπου έγινε βασιλιάς και πατέρας του Αίαντα –τα δύο εγγόνια του Αιακού θα συναντηθούν πολλά χρόνια αργότερα, στον Τρωικό Πόλεμο. Καθώς έβαλε τη δικαιοσύνη πάνω από τους συγγενικούς δεσμούς, ο Αιακός θεωρήθηκε ο πιο ευσεβής και δίκαιος άνθρωπος στον κόσμο και για αυτό τον λόγο έγινε μετά τον θάνατό του κριτής στον Κάτω Κόσμο και κάτοχος των κλειδιών του Άδη.


Στη Σάμο: Γιος του Ωκεανού και της Τέθυδας, ή κατά μία διαφορετική εκδοχή του Απόλλωνα και της Νύμφης Ωκυρρόης, ο Ίμβρασος ήταν ποτάμιος θεός (*) στην όχθη του οποίου γεννήθηκε η Ήρα. Ονομαζόταν και Παρθένιος, λόγω της μαγικής του ιδιότητας να… ξανακάνει την θεά παρθένα κάθε φορά που εκείνη λουζόταν εκεί. Η κόρη του, η Νύμφη Ωκυρρόη, προσπάθησε να ξεφύγει από την… ερωτική πολιορκία του Απόλλωνα φεύγοντας από το νησί με μια βάρκα με κουπιά. Ο θεός του φωτός, όμως, μεταμόρφωσε την βάρκα σε βράχο επάνω στον οποίο συνευρέθηκε με τη νύμφη.

(*) Συνηθισμένα πρόσωπα στην Ελληνική μυθολογία, οι ποτάμιοι θεοί ήταν ποταμοί οι οποίοι μπορούσαν να πάρουν τη μορφή ανθρώπων ή άλλων πλασμάτων –σε μία από τις μεταμορφώσεις του, για παράδειγμα, ο Αχελώος είχε σώμα ανθρώπου και κεφάλι βοδιού, από τη γενειάδα του οποίου έτρεχαν νερά. Ο Ίμβρασος σήμερα είναι χείμαρρος της Σάμου.

Σύνδεσμος στην πηγή


Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Ο ψαράς και η χαμένη ευκαιρία




Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία  για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι΄αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.



Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο. Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.

Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι  πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.



Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει : ¨Ποιός ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία…” Και αμέσως διορθώνει : “Στη δική μου παραλία.

“Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες….” 
 



Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στην ακροθαλασσιά, και ξαναμπαίνει με τα δίχτυα στο νερό. Είναι θεοσκότεινα…΄Ισως γι΄αυτό, όπως βγαίνει πάλι από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακκούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.



Ο ψαράς σκέφτεται:”Δεν είμαι στα καλά μου”. Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες.



Ο ψαράς ξανασκέφτεται “μα ποιός είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό…” Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει στη θάλασσα.


Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ! Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό. Ακούει ξανά το πλουπ!


 


Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ -πλουπ! Ύστερα προσπαθεί να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ – πλαφ!….

Διασκεδάζει…ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει…πότε με δύο, πότε με μία, και με κλειστά μάτια τώρα, και με τρεις μαζί…και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.



Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος.

Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα.

Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι εχει ήδη βγει ο ήλιος.

Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.



Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του, και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά και αντιλαμβάνεται ότι είναι από μέταλλο. 



Αρχίζει τότε να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο και με το πουκάμισό του, και συνειδητοποιεί πως η πέτρα είναι από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει, όμως, μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα. Και σκέφτεται: “Τι χαζός που ήμουνα!



Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό…Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί…να λυπάται για τις χαμένες πέτρες…Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχυσμένος άνθρωπος…είναι τρελλός, είναι ηλίθιος…



Μετά σκέφτεται…Αν έμπαινε στη θάλασσα, αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει…Κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται….

Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.

 

Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα…συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.



Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει έναν θησαυρό, κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος.

Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμα στα χέρια του....!


Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ Ο Δρόμος των Δακρύων Φύλλα Πορείας ΙΙΙ