Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Περί της παρακμής των Ελλήνων, του ρήτορα και φιλόσοφου Δίων Προυσαέως



Ο χρόνος ήταν είναι και θα είναι πάντα ο μεγάλος κριτής.  Η ανθρώπινη ιστορία κατέγραψε την ακμή και την παρακμή πολλών αυτοκρατοριών, από τις οποίες σήμερα απομένουν μόνο τα ερείπια.

Το ότι στο τόπο αυτό αναπτύχθηκε  στο παρελθόν  ένας ανεπανάληπτος πολιτισμός από τους αρχαίους προγόνους μας, αυτό  δεν σηματοδοτεί κατ’ ανάγκη τις ικανότητες και τις δεξιότητες των «απογόνων», των σημερινών Ελλήνων δηλαδή. 

Η ιστορία είναι μία ζώσα πραγματικότητα και καταγράφει την συνεισφορά  κάθε έθνους στο ανθρώπινο πολιτισμικό γίγνεσθαι, κάθε χρονική στιγμή. Και  ιστορία είναι αμείλικτη με όσους δεν σέβονται τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν τους, προδιαγράφοντας ένα ζοφερό  μέλλον...

Στο απόσπασμα που ακολουθεί παραθέτω την ομιλία του ρήτορα και φιλόσοφου, Δίων  Προυσαέως (*), την οποία εκφώνησε στον λαό της Ρόδου γύρω στο έτος 100 μ.χ ,  που εξηγεί την παρακμή στην οποία είχε ήδη  είχε περιέλθει η Ελλάδα.

«Στο παρελθόν, η κοινότητά μας (οι Έλληνες.) κέρδισε την τεράστια φήμη της με τη συμβολή πάρα πολλών πάρα πολλοί ήταν εκείνοι που συνέβαλαν στη μεγαλοσύνη της Ελλάδας: εσείς οι Ρόδιοι, αλλά και οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι, οι Θηβαίοι, οι Κορίνθιοι για μια περίοδο, οι Αργείοι άλλοτε. αλλά σήμερα, κανένας από αυτούς δεν έχει πλέον οποιοδήποτε κύρος: Οι μεν έχουν εκμηδενιστεί και εξαφανίστηκαν όσο για τους άλλους, έχουν ατιμωθεί με τον τρόπο που ξέρουμε και έχουν απολέσει από κάθε άποψη την αρχαία τους δόξα, πιστεύοντας ηλιθίως πως απολαμβάνουν μια καλή ζωή, ενώ θεωρούν πλεονέκτημα το ότι μπορούν να συμπεριφέρονται άσχημα, χωρίς κανένας να τους εμποδίζει.

Έτσι, δεν μένετε πια παρά μόνο εσείς: είστε οι μόνοι που μπορείτε ακόμα να καταδείξετε πως υπήρξατε όντως κάτι σημαντικό και δεν έχετε ακόμα γίνει άξιοι της πιο απόλυτης περιφρόνησης. επειδή, εάν δεν υπήρχαν ακόμα εκείνοι που συνεχίζουν να τιμούν τη γη τους, όπως κάνετε εσείς,  οι Έλληνες, εδώ και πολύ καιρό, θα είχαν καταντήσει περισσότερο περιφρονητέοι από τους Φρυγίους και τους Θράκες, όπως, όχι άδικα, υποστηρίζουν κάποιοι. Όταν μια μεγάλη και ακμάζουσα οικογένεια έχει εντελώς καταρρεύσει, και της μένει ένας απόγονος, έστω και εάν είναι απολύτως μόνος του, τα πάντα στηρίζονται σε αυτόν. και εάν συμπεριφέρεται άσχημα, αμαυρώνει όλη τη φήμη της οικογένειάς του, ατιμάζει όλους προγόνους του: ιδού, λοιπόν, Ροδίτες, ποια είναι η σημερινή ευθύνη σας απέναντι στον ελληνισμό ...[… ] .


 ...[… ] .Επειδή δεν θα πρέπει να φανταστείτε, Ρόδιοι, ότι καταλαμβάνετε την πρώτη θέση στην Ελλάδα, να θυμάστε πως δεν μπορεί κανείς να υπερέχει παρά μόνο απέναντι σε κάποιους άλλους που εξακολουθούν να παραμένουν ζωντανοί και να ενδιαφέρονται για την τιμή και την υπόληψή τους, όπως ήταν άλλοτε οι Έλληνες. Όμως αυτό που ήταν κάποτε οι πρόγονοί μας χάνεται σιγά σιγά, καθώς έχουν ολοκληρωτικά ξεπέσει, χυδαία και ατιμωτικά. Παρατηρώντας λοιπόν τους σημερινούς ανθρώπους, μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο υπέροχα και λαμπερά ζούσαν εκείνοι στο παρελθόν;

Κανένας, και μόνον οι πέτρες έχουν μείνει για να υπομνήσκουν ακόμα την ευγένεια και τη μεγαλωσύνη της Ελλάδας. Πρόκειται για τα ερείπια των κτιρίων, επειδή εκείνοι που κατοικούν και κυβερνούν ακόμα αυτές τις πόλεις, θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι απόγονοι ούτε καν των Μυσών. Έτσι λοιπόν, οι πόλεις που καταστρέφονται εξ ολοκλήρου έχουν περισσότερες πιθανότητες, για μένα, από εκείνες που έχουν τέτοιους κατοίκους, επειδή η μνήμη τους διαιωνίζεται άθικτη και η φήμη τους δεν υποφέρει τη σύγκριση με τη παρελθούσα λαμπρότητά τους. το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και για τους νεκρούς, είναι προτιμότερο να καταστρέφεται το σώμα τους και κανείς να μη μπορεί να το δει, παρά να παρουσιάζεται σε κατάσταση σήψης». 


Ο ρήτορας-πολιτικός, σοφιστής και φιλόσοφος Δίων, ο επονομαζόμενος Προυσαεύς ή Χρυσόστομος (αρχαιοελληνική προσωνυμία που δήλωνε τον έχοντα "χρυσό στόμα", δηλαδή τον δεινό ρήτορα), έζησε μεταξύ 40-120 μ.Χ. Γεννήθηκε στην Προύσα της Βιθυνίας και καταγόταν από επιφανή οικογένεια, της οποίας τα μέλη είχαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Σπούδασε ρητορική στην πατρίδα του, ενώ περί το 70 μετέβη στη Ρώμη, όπου διδάχτηκε τη φιλοσοφία κοντά στον Στωικό Μουσώνιο Ρούφο.

Γύρω στο 85 εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Δομιτιανό. Υιοθέτησε τότε το Κυνικό πρότυπο του περιπλανώμενου ζητιάνου φιλοσόφου και επισκέφθηκε διάφορες πόλεις και περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις του και δίνοντας λαϊκοφιλοσοφικές διαλέξεις προσπαθώντας να αφυπνίσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Μετά τον θάνατο του Δομιτιανού, το 96, επέστρεψε στη Ρώμη, όπου έχαιρε της εκτίμησης των επόμενων αυτοκρατόρων, του Νέρβα και του Τραϊανού. Μέχρι το τέλος της ζωής του εξακολούθησε να ασχολείται με τα κοινά της ιδιαίτερης πατρίδας του και πιθανώς να πραγματοποιεί φιλοσοφικές περιοδείες.

Οι 80 περίπου σωζόμενοι λόγοι του, μερικοί από τους οποίους αποτελούν λαμπρά δείγματα της τέχνης του λόγου, ασχολούνται με διάφορα θέματα της φιλοσοφίας και της ηθικής, της μυθολογίας και της λογοτεχνίας, της πολιτικής και της καθημερινής ζωής. Όντας εξαιρετικά δείγματα της άνθησης των ελληνικών γραμμάτων κατά την περίοδο της Δεύτερης Σοφιστικής, αποκαλύπτουν τον γόνιμο συνδυασμό των στοιχείων του ρήτορα-πολιτικού, του σοφιστή και του Κυνικού και Στωικού φιλοσόφου που συναποτελούσαν την προσωπικότητα του Δίωνα. 

Μυσταγωγία

Eπιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος