Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Συνέσιος της Κυρήνης, ο Έλληνας - Χριστιανός

“Το βύθισμα εντός του «αιωνίου» είναι το τέλος της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το τέλος της θρησκείας είναι το βύθισμα εντός των μυστηρίων”.
Πλούταρχος


Ο Συνέσιος, υπήρξε νεοπλατωνικός Φιλόσοφος, συγγραφέας, αλλά και επίσκοπος Πτολεμαΐδας. Γεννήθηκε το 370 μ.Χ. στην Πεντάπολη της Κυρηναϊκής. Ήταν γόνος "Εθνικής" οικογένειας αναγόμενος από το γένος των Ηρακλειδών. Αφού έλαβε βασική μόρφωση μετέβη με τον αδελφό του, Ευοπτίο, στην Αλεξάνδρεια όπου μαθήτευσε στην νεοπλατωνική φιλόσοφο Υπατία, την οποία σε όλο τον βίο του τιμούσε.

Τον 4ο αι. ο Χριστιανισμός κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος απέναντι στην «παλαιά θρησκεία». Η νέα θρησκεία έχει σταδιακά ενσωματώσει τον πολιτισμό και τα ιδανικά του ρωμαϊκού κόσμου και έχει ήδη βρει έναν τρόπο συνύπαρξης με τον προϋπάρχοντα πολιτισμό. Στην σχολή της Αλεξάνδρειας στα τέλη του 4ου αι. εκπροσωπείται από τον Θέωνα και την κόρη του Υπατία. Παρά τον βίαιο θάνατο της Υπατίας και τις συχνές συγκρούσεις μεταξύ ειδωλολατρών και χριστιανών, η στάση της σχολής απέναντι στο χριστιανισμό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εχθρική και ανάμεσα στους μαθητές της Υπατίας συνυπάρχουν και διαλέγονται χριστιανοί και ειδωλολάτρες.

Μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα ανατρέφεται και μορφώνεται ο Συνέσιος και ενώ άλλοι στρέφονται στη θεουργία, ο ίδιος εκχωρεί στον χριστιανισμό τον ρόλο της σωτηρίας που οι ύστεροι νεοπλατωνικοί εκχώρησαν στη θεουργία. Ο Συνέσιος  σε μία τέτοια μεταβατική  και συγκεχυμένη περίοδο, μάλλον προσπάθησε να συνενώσει τη νεοπλατωνική φιλοσοφία με τη χριστιανική διδασκαλία επικεντρώνοντας τη σκέψη του περισσότερο στα κοινά και λιγότερο στις διαφορές.

Το  399 εστάλη αρχηγός πρεσβείας της Πενταπόλεως στην Κων/πολη ώστε να πείσει τον αυτοκράτορα Αρκάδιο να μειώσει τους φόρους και να του προσφέρει χρυσό στεφάνι. Μετά από ένα έτος αναμονής κατάφερε να δει τον αυτοκράτορα όπου του εκφώνησε τον «περί βασιλείαν λόγον» όπου συνιστούσε σε αυτόν να είναι κοινός, αγαθός, εραστής της φιλοσοφίας και της αληθινής παιδείας. Το 402 μ.χ γύρισε στην πατρίδα του.

Μετά από λίγο καιρό επισκέφθηκε την Αθήνα όπου απογοητεύθηκε διότι δεν εύρε «ουδέν σεμνόν αλλά ή τα κλεινά των χωρίων ονόματα» και αντί σοφών «μελιττουργούς, περιφερόμενους με τα εξ Υμηττού σταμνία» (επιστ. 135).
Επανήλθε στην Αλεξάνδρεια όπου νυμφεύθηκε το 403 μ.χ μια Χριστιανή, αποκτώντας τρία τέκνα τα οποία αργότερα έχασε.

Το 404 μ.Χ. αποσύρθηκε σην Κυρηναϊκή με την γυναίκα του όπου ζούσε ήρεμα σε αγρόκτημα ασχολούμενος με την φιλοσοφία την ποίηση και την ρητορική όπως και με την κηπουρική, το κυνήγι τα όπλα και τα άλογα. Στενοχωριόταν όμως διότι δεν εύρισκε ανθρώπους να ενδιαφέρονται για ψηλότερα ζητήματα «της ηχούς μη αντιφθεγομένης ημίν» (επιστ. 100). Εκεί συνέγραψε διάφορα συγγράμματα ορισμένα από τα οποία σώθηκαν.

Λόγω του ήθους και της μόρφωσής του αλλά και της ευγενικής του καταγωγής, όταν το 409 μ.χ, πέθανε ο επίσκοπος Πτολεμαΐδας ο λαός τον ήθελε ως διάδοχο του. Ο Συνέσιος μάταια διαμαρτύρονταν ότι ήταν ανάξιος λόγω των προσόντων που απαιτούνταν.

Διεμήνυσε μάλιστα εις τον Θεόφιλο ότι επ’ ουδέν λόγο ήταν διατεθειμένος να αφήσει την σύζυγό που ο Θεός, ο νόμος και το ιερό χέρι του Θεόφιλου του έδωσαν ώστε να αποδεχθεί Χριστιανικά δόγματα που αντίκειται εις τα φιλοσοφικά του περί προϋπάρξεως ψυχών, αιωνιότητας κόσμου και μη ανάστασης σαρκός διότι θεωρούσε δύσκολα, αν όχι αδύνατον, «τα δ’ επιστήμης εις απόδειξιν ελθόντα δόγματα σαλευθήναι». Ναι μεν αναγνώριζε ότι η πλήρη αλήθεια θα ήταν δυνατό να βλάψει τα πλήθη όπως το απόλυτο φως τυφλώνει τον ασθενή οφθαλμό και γι'αυτό θα σέβονταν τις πεποιθήσεις των πολλών «τα μεν οίκι φιλοσόφων, τα δ΄ έξω φιλομύθων» αλλά δεν θα δίδασκε θεωρίες στασιάζοντας την γλώσσα του έναντι στην γνώση του. Τα λόγια που είπε έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον...

«Η φιλοσοφική νοημοσύνη, ενώ κοιτάει προς την αλήθεια, παραδέχεται την ανάγκη να ψεύδεται. Το φως έχει να κάνει με την αλήθεια, αλλά το μάτι έχει περιορισμένη όραση και δεν μπορεί να κοιτάξει κατευθείαν στο φως χωρίς να τραυματισθεί. Καθώς το μισόφωτο είναι πιο υποφερτό για το μάτι, έτσι πιστεύω, είναι και το ( ωφέλιμο ) ψέμα για τους απλούς ανθρώπους.
Η αλήθεια βλάπτει εκείνους που δεν μπορούν να κοιτάξουν προς την πραγματικότητα. Εάν οι κανονισμοί της ιεροσύνης μου επιτρέπουν να διατηρήσω μία τέτοια θέση, τότε δέχομαι την χειροτόνηση, εφόσον μπορώ να κρατώ την φιλοσοφία μου ως ιδιωτική υπόθεση στο σπίτι μου και να κηρύττω παραμύθια όταν βρίσκομαι έξω».

Παρ’ ταύτα ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας Θεόφιλος, προς τον οποίο ο Συνέσιος διεμήνυσε τις παραπάνω επιφυλάξεις του, ακούγοντας τις παρακλήσεις του λαού καθώς «προς την άλλην του ανδρός καλοκαγαθίαν και του καθαρού του βίου» χειροτόνησε επίσκοπο Πτολεμαΐδας και μητροπολίτη Πενταπόλεως το 410 μ.Χ., αν και  αμφισβητείται εάν ήταν βαπτισμένος Χριστιανός! 

Η διδασκαλία περί των θείων υποστάσεων είναι ασαφής στο Συνέσιο. Επιχειρεί να μιλήσει για τον Θεό στηριζόμενος στην ελληνική φιλοσοφία και χρησιμοποιώντας την τρέχουσα φιλοσοφική γλώσσα και ορολογία. Τα σχήματα και τα φιλοσοφικά αποφθέγματα του είναι τις περισσότερες φορές δάνεια από την φιλοσοφική παράδοση, που παραμένει ζωντανή μέσα στο όχημα του νεοπλατωνισμού. Ο Συνέσιος μας δίνει τη σχέση της ύψιστης θεότητας με την τριάδα, η μονάδα διαχέεται και σχηματίζει ενότητες, τριάδες και απλότητες. Όλα αυτά προέρχονται από την αρχική τριάδα και επιστρέφουν σ’ αυτήν.Ο Συνέσιος ταυτίζει την νεοπλατωνική τριάδα...με την χριστιανική τριάδα.

«Υμνώ σε, μονάς, υμνώ σε, τριάς: μονάς ει τριάς ών, τριάς ει μονάς ών. νοερά δε τομά ασχιστον έτι τό μερισθέν έχει».

O Συνέσιος  επηρεασμένος  εμφανώς από τον Πλάτωνα, πως ότι το ιδανικό ζητούμενο είναι να βρίσκεται η εξουσία στα χέρια ενός προσώπου που ταυτόχρονα όμως είναι βασιλεύς και φιλόσοφος. Ο βασιλιάς αντλεί την εξουσία του από τον ίδιο τον Θεό, ενεργεί κατά μίμηση Εκείνου και μεριμνά για τους υπηκόους του. Με τον τρόπο αυτό η εξουσία του «μεταφέρει» τη θεία πρόνοια στα γήινα πράγματα λειτουργώντας ως κατάβαση. 

Παράλληλα η φιλοσοφία συντελεί ώστε ο άνθρωπος να προσεγγίσει το θείον, λειτουργεί δηλαδή ως ανάβαση στη θεωρία. Κατά συνέπεια οι δύο αυτές εξουσίες λειτουργούν συμπληρωματικά. Από τη μια δηλαδή η προνοιακή παρέμβαση του θείου και από την άλλη η οντολογική ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής να επιστρέψει στο αρχικό της βασίλειο συναντιούνται.

Σε μια ιδανική πολιτεία στο πρόσωπο του βασιλέα φιλόσοφου θα ολοκληρωνόταν αυτή η ένωση, τώρα όμως που αυτό δεν φαίνεται εφικτό έρχεται το αξίωμα του επισκόπου να επιτελέσει αυτό το καθήκον, να ενώσει τις δύο φαινομενικά διακριτές εξουσίες. Ο επίσκοπος για τον Συνέσιο συνενώνει στο αξίωμά του την κατάβαση του Θεού και την ανάβαση του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτό ο φιλόσοφος-βασιλέας του Πλάτωνα γίνεται φιλόσοφος-επίσκοπος. 

Ο Συνέσιος αντιμετωπίζει τον εαυτό του όχι μόνο ως πνευματικό αλλά και ως κοσμικό ηγέτη, έτσι ερμηνεύεται η φράση του «Οτε φιλοσοφίαν πολίτευτος προελόμενος, καί τς φιλανθρωποτάτης θρησκείας ναγούσης ες θος φιλόκοινον πήκουσά τε καλούμενος φ’ μν»..


Μοναχοί και φιλόσοφοι έχουν κατά τον  Συνέσιο τον ίδιο στόχο, την προσέγγιση της αλήθειας, διαφοροποιούνται όμως ως προς τον τρόπο ή τη μέθοδο που χρησιμοποιούν. Ο Συνέσιος δεν στρέφεται εδώ εναντίον του μοναχισμού, αλλά εναντίον όλων εκείνων που θεωρούν ότι μόνον οι ίδιοι κατέχουν την αλήθεια και επαίρονται για τις γνώσεις τους .

Ο  Συνέσιος ως γνήσιος μαθητής της Υπατίας χρησιμοποιεί ένα γεωμετρικό σχήμα για να απεικονίσει τον κόσμο. Σφαιρικός, όπως και στον Πλάτωνα, ακέραιος και πλήρης ο κόσμος ορίζεται από ένα κέντρο από το οποίο πηγάζουν τα πάντα και στο οποίο επιστρέφουν τα πάντα. Στο κέντρο το Έν, το Θείον, ακίνητο και αμετάβλητο αποτελεί την αρχή και την πηγή όλων «περούσιος τέ παγά στέφεται κάλλεϊ παίδων πό κέντρου τέ θορόντων, περί κέντρου τέ υέντων» .

Ο κόσμος στο έργο του Συνέσιου διέπεται από μία αυστηρή ιεραρχία. Στο κατώτατο επίπεδο, στο τελευταίο στάδιο της δημιουργίας, βρίσκεται η ύλη, η γήινη πραγματικότητα, η οποία σε αντίθεση με τα ανώτερα όντα χαρακτηρίζεται από περιπλοκότητα.

Ο κόσμος στα έργα του Συνέσιου αποτελείται από επιμέρους τμήματα που συνδεόμενα μεταξύ τους και αλληλοεξαρτώμενα, συνιστούν μία ενότητα. «Σοφό» αποκαλεί ο Συνέσιος αυτόν που κατανοεί τη σχέση που διέπει αυτά τα επιμέρους τμήματα και διασαφηνίζει το είδος αυτής της σχέσης παραλληλίζοντάς την με τη συγγένεια των μερών του ανθρώπινου σώματος. Στην Επιστολή 105 απορρίπτει την άποψη που θέλει τον κόσμο και τα μέρη του να καταστρέφονται κάποια στιγμή. Υιοθετεί δηλαδή μια αρνητική θέση δηλώντας έμμεσα ότι θεωρεί τον κόσμο αιώνιο. Δεν δηλώνει όμως απερίφραστα την πίστη του σε έναν αιώνιο αδημιούργητο κόσμο και δεν μπορούμε με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι δέχεται την αϊδιότητα του κόσμου .

Αν λάβουμε όμως υπόψη μας ότι όλα αυτά διαμηνύονται στον Θεόφιλο και ότι αμέσως μετά ο Συνέσιος γράφει ότι, όταν γίνει επίσκοπος, δεν θα διδάσκει με βάση τις φιλοσοφικές του απόψεις οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι πεποιθήσεις του μάλλον αποτελούν ένα είδος προσπάθειας να συνδέσει το χριστιανικό δόγμα περί δημιουργού Θεού με την κλασική επιστημολογία και τις φιλοσοφικές καταβολές της σκέψης του.

Η ύλη στα έργα του Συνέσιου παρουσιάζεται ως δέσμευση, ως βάρος, ως οδύνη, ως κάτι που εμποδίζει ή δυσχεραίνει την προσέγγιση του θείου, γι’ αυτό ικετεύει τον Θεό να δείξει έλεος για την ψυχή που είναι δεμένη σε μέλη θνητά και υπόκειται, λόγω της σύναψής της στο θνητό ανθρώπινο σώμα, στους νόμους της ύλης. Για τον ίδιο λόγο μακαρίζει εκείνον που κατόρθωσε να «αποφύγει τους ψυχοφθόρους βρυχηθμούς της ύλης». Η ύλη με μέσα δόλια και με τεχνάσματα καθιστά τον άνθρωπο δούλο της και έτσι ενώ εκείνος κατέρχεται στην γη για να υπηρετήσει τον Θεό μετατρέπεται σε υπηρέτη της ύλης. Διάκειται εχθρικά προς την ψυχή και εξαπατά τον άνθρωπο, όπως η Πανδώρα τον Επιμηθέα..

Η ύψιστη όλων αρχή για τον Συνέσιο είναι ο Θεός. Ο Θεός είναι η πρώτη προερχόμενη από τον εαυτό της αρχή, ο αγέννητος και αΐδιος πατέρας, ο κυβερνήτης και ο προστάτης των πάντων, είναι η πρώτη μονάδα, η μονάδα των μονάδων, η αρχή των αρχών, η ρίζα των ριζών, η πηγή των πηγών και το σπέρμα των πάντων. Αυτή η αρχή, υπεράνω όλων, βρίσκεται «πέκεινα θεν καί πέκεινα νόων». Αυτό το Έν παρουσιάζεται «ήρεμο και ακίνητο» στα υψηλά του ουρανού, όπου εν ηρεμία και ακινησία «θαάσσει».

Το θείον μένει ακίνητο στην ηρεμία και την ενότητα του εαυτού. Αυτή η ενότητα και η ακινησία παραμένει πάντα αναλλοίωτη και ακόμη και μετά την γέννηση του Υιού ο Θεός μένει ένας, απλός, ενωμένος, αμέριστος και άτμητος. Εκχέεται ως ρίζα και δημιουργεί τις ρίζες των φυτών αλλά είναι και ο ίδιος ρίζα, γεννά και  παραμένει ενωμένος και αναλλοίωτος, ένας, αμερής και απαθής. 

Κατά τον Φ. Βαφείδη είναι εδώ εμφανές ένα είδος πανθεϊσμού, δυναμικού όμως και όχι ουσιώδους, δηλ. εκχέεται το θείον παντού και βρίσκεται παντού αλλά όχι κατ’ ουσίαν, δεν είναι η ουσία που απορρέει στον κόσμο αλλά οι δυνάμεις του
Ο υπερβατικός Θεός περιβάλλεται από σιγή και είναι ασύλληπτος από την ανθρώπινη διάνοια, έτσι τον αποκαλεί άγνωστο και άρρητο πατέρα και στο Περί Βασιλείας διευκρινίζει ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε στο Θεό ιδιότητες, χαρακτηρισμούς και ονόματα: 

«Οδέν οδαμ πω πέφηνεν νομα τς οσίας πτόμενον το θεο, λλ’ τευκτοντες ατο τς μφάσεως νθρωποι, διά τν π’ ατο ψαύειν θέλουσιν ατο. κν πατέρα, κν ποιητήν, κν τιον επς, κν ρχήν, κν ατιον, τατα πάντα σχέσεις εσίν ατο πρός τά παρ’ ατο».

Ο Χριστός στους ύμνους του Συνέσιου είναι ο Υιός του Θεού που γεννήθηκε επέκεινα του χρόνου. Παράλληλα είναι ο κτίστης, ο κυρίαρχος των πάντων και ο σωτήρας των ανθρώπων. Εμφανίζεται να επιτελεί κοσμολογική λειτουργία και να κυβερνά τον κόσμο ως νους του Πατρός, ως «μεσσοπαγής νος». Είναι η σοφία του πατρικού νοός, είναι η λάμψη του κάλλους, είναι το κρυφό σπέρμα του Πατρός που επιφορτίζεται από τον Πατέρα να δώσει στα σώματα μορφές Είναι η ρίζα που προήλθε από την πρώτη ρίζα (τον Πατέρα) για να γίνει στη συνέχεια η ρίζα των πάντων. Εμφανής παρουσιάζεται εδώ η επίδραση των χαλδαϊκών λογίων σύμφωνα με τα οποία τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Πατέρα και στην συνέχεια παραδόθηκαν στο νου Αξιοσημείωτο είναι ότι παραλείπεται η σταύρωση.

Ο Συνέσιος φαίνεται να αντιμετωπίζει την ενσάρκωση με τρόπο μάλλον νεοπλατωνικό. Ο Χριστός προσλαμβάνει το ανθρώπινο σώμα όπως η νεοπλατωνική ψυχή, η οποία ως μέρος της κοσμικής ψυχής, συνάπτεται στο σώμα. Με αυτόν τον τρόπο κατέρχεται στη γη και στη συνέχεια κατεβαίνει στον Άδη, για να αναληφθεί τελικά εν δόξη, αλλά πουθενά δεν τον βρίσκουμε να ζει και να δρα στη γη και κυρίως πουθενά δεν γίνεται αναφορά στο Πάθος και στην σταύρωση.

Μελέτησε την Βίβλο, αλλά ελάχιστα είναι, σε σχέση με το πλήθος των αποσπασμάτων των κλασικών συγγραφέων,  τα χωρία της Αγίας Γραφής που παραθέτει στα έργα του. Αν και έζησε σε μία ταραγμένη θεολογικά εποχή δεν υπάρχουν ενδείξεις που να πιστοποιούν την ανάμειξή του στις έντονες δογματικές διαμάχες, στις έριδες και στις θεολογικές ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα. Έμεινε ως το τέλος πιστός στην φιλοσοφία, την οποία πάντοτε αντιμετώπισε ως τον δρόμο που  οδηγεί στο Θεό. 

Είτε τον αντιμετωπίσουμε ως έναν ειδωλολάτρη που σταδιακά προσέγγισε τον χριστιανισμό είτε ως έναν άνθρωπο που ενώ ανατράφηκε χριστιανικά αργότερα στράφηκε στην φιλοσοφία, αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι στα έργα του πάντοτε εμφανής παραμένει η νεοπλατωνική ορολογία και τα νεοπλατωνικά σχήματα μέσω των οποίων επιχείρησε να εκφράσει τις χριστιανικές αλήθειες. 

Φιλόσοφος πάνω από όλα αλλά και επίσκοπος, εν τέλει φιλόσοφος-επίσκοπος, λάτρης της κλασικής αρχαιότητας αλλά και χριστιανός, τίποτε δεν τον χαρακτηρίζει καλύτερα, από τον τίτλο που του αποδίδει ο C. Lacombrade Έλληνας-Χριστιανός.


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία