Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Οι Υάδες



Στην Ελληνική Μυθολογία οι Υάδες, λέξη που σημαίνει «οι της βροχής», ήταν αδελφές Νύμφες, που έφερναν τη βροχή (από το αρχαίο ρήμα υώ = βρέχω).Οι Υάδες ήταν θυγατέρες του Άτλαντα και της Πλειόνης  {κατά το «Fabulae» του Υγίνου  ή της Αίθρας {κατά το «Ημερολόγιο» του Οβιδίου και το «Περί Αστρονομίας» του Υγίνου , ενώ ο Υγίνος στο «Περί Αστρονομίας» {Poeticon Astronomicon} δίνει και την πιθανότητα να ήταν κόρες του Ύαντα και της Βοιωτίας. Επίσης  αναφέρονται σαν κόρες του Άτλαντα και της Ύας,
θυγατέρας του Ωκεανού.   Στην επικρατέστερη εκδοχή πάντως, ο Ύας ήταν αδελφός τους.

Μετά το θάνατο του, μάλιστα, σε κυνηγετικό δυστύχημα (από ένα λιοντάρι κατά μία εκδοχή), οι Υάδες άρχισαν να κλαίνε από τη λύπη τους ασταμάτητα (μια μυθολογική αιτιολόγηση για το «κλάμα» της βροχής). 

Τότε οι θεοί τις λυπήθηκαν και ο Ζευς, για τη μεγάλη τους αδελφική αγάπη, τις καταστέρωσε και τις τοποθέτησε στην κεφαλή του Ταύρου, κοντά στις αδελφές τους Πλειάδες. Οι Υάδες μαζί με τις 7 Πλειάδες αποτελούν τις 14 Ατλαντίδες, αλλιώς γνωστές ως Δωδωνίδες, καθώς ήταν Νύμφες της Δωδώνης στις οποίες δόθηκε ο θεός Διόνυσος, σαν βρέφος, για να τον μεγαλώσουν, με εντολή του Δία.Οι τροφοί του Διονύσου έφτασαν σε βαθιά γηρατειά, αλλά τους έδωσε ξανά τη νιότη η Μήδεια.


Και πάλι, γι' αυτήν την εκδοχή, έγιναν αστέρια από το Δία, σε ανταμοιβή για την ανατροφή του Διονύσου.Αναφέρεται ακόμη, αλλού, ότι απέκτησαν αυτήν την τιμή επειδή έφεραν το Διόνυσο στη Θήβα και τον παρέδωσαν στην Ινώ, φοβούμενες την Ήρα. Οι Υάδες συγχέονται κάποτε με τις Νυσιάδες, Νύμφες που ήταν οι τροφοί του θεού Διονύσου, σε κάποιες παραδόσεις.

Αναφέρονται διάφορα ως προς τον αριθμό και τα ονόματά τους:
κάποιοι θεωρούν ότι είναι πέντε: Αρσινόη, Αμβροσία, Βρομία, Κισηΐς και Κορωνίς· άλλοι έξι: Κισηΐς, Νύσα, Ερατώ, Ερίφεια, Βρομία και Πολύυμνος ή Πολυϋμνώ, ενώ άλλοι αναφέρουν στη θέση κάποιας από τις έξι Υάδες τη Φαιώ·
κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν πάλι ότι ήταν επτά: Αμβροσία, Ευδώρα, Φησύλα, Κορωνίς, Πολυξώ, Διώνη και Θυένη· άλλοι λέγουν ότι ήταν πέντε: Πυθώ, Συνεχώ, Βακχώ, Καρδία και Νυσηΐςκαι τέλος άλλοι αναφέρουν μόνον την Αμβροσία, τη Διώνη, την Αισύλη και την Πολυξώ

Όσες και να ήταν έμεναν στη νήσο Νάξο, απ’ όπου τις έδιωξε ο Λυκούργος, καθώς πολεμούσε το Διόνυσο, και κατέφυγαν στη Θέτιδα, όπως και ο Διόνυσος.

Μετά τις μυθολογικές αναφορές ας τις εξετάσουμε και αστρονομικά:
Οι Υάδες είναι αραιό σμήνος αστέρων, ευρισκόμενο σε απόσταση 10 μοιρών περίπου, νοτιοανατολικά των Πλειάδων. 


Αποτελεί ένα από τα ωραιότερα κοσμήματα του έναστρου ουρανού, ορατό με γυμνό οφθαλμό, ωραιότερο δε, με κιάλια ή μικρό τηλεσκόπιο, το οποίο έχει ευρύ οπτικό πεδίο.  Και πραγματικά, η εμφάνιση του σμήνους αυτού πριν την αυγή (στην εώα επιτολή τους) προμήνυε κάθε χρόνο το τέλος του ξηρού καλοκαιριού και τις πρώτες βροχές, για τις μεσογειακές χώρες.

 Από φωτογραφικές παρατηρήσεις είναι πλέον γνωστόν ότι το σμήνος των Υάδων αποτελείται από 100 περίπου αστέρες, οι οποίοι έχουν ίδια κίνηση.
Σε αυτούς δεν συμπεριλαμβάνεται ο Λαμπαδίας (Αλντεμπαράν) ο οποίος έχει διαφορετική κίνηση και βρίσκεται σε απόσταση από τη Γη 45 ετών φωτός, ενώ οι Υάδες βρίσκονται σε απόσταση 115 ετών φωτός, περίπου. 

Για το λόγο αυτό, η απόσταση των Υάδων ήταν ένας πολύ σημαντικός αριθμός για τους ερευνητές αστρονόμους, αφού ξεκινώντας από αυτήν την απόσταση μπορούσαν να προσδιορίσουν τη γενικότερη κλίμακα αποστάσεων στο Γαλαξία, και από εκεί σε ολόκληρο το Σύμπαν. Τελικώς, ο αστρομετρικός δορυφόρος HIPPARCOS  επιβεβαίωσε την παραπάνω τιμή.Πιθανότατα σχηματίσθηκαν από το ίδιο μοριακό νέφος με το σμήνος Φάτνη.

Είναι ευδιάκριτες λόγω του σχήματός τους, γιατί, μαζί με το Λαμπαδία σχηματίζουν το λατινικό γράμμα V, το οποίο θυμίζει κεφάλι Ταύρου. «Υάδες ται μεν ρ’ επί παντί μετώπω Ταύρου βεβλέαται». 

Στα Αρχαία κείμενα οι Υάδες αναφέρονται, όπως προείπα,  σαν βροχερά άστρα, τα οποία δημιουργούν θύελλες, υγρασία και «υετόν», γιατί η θέση τους σε σχέση με τον Ήλιο επιδρούσε στον καιρό.  


Έτσι στα Fasti ο Οβίδιος αναφέρει: «Hyades Graiis ab imbre vocat», δηλαδή «Οι Υάδες υπό των Ελλήνων από τις βροχές ονομάστηκαν» και στην «Αινειάδα» ο Βιργίλιος «pluviasque Hyadas», «και τις βροχερές Υάδες». 

Ο Πλίνιος γράφει ότι «οι Υάδες είναι δεινός και οχληρός αστήρ, προξενών θυέλλας και καταιγίδας, αι οποίαι επιφέρουν βλάβας, τόσον επί της ξηράς, όσον και επί της θαλάσσης». 

O John Minsheu στο λήμμα «Hyades» παραπέμπει τον αναγνώστη στη λέξη «Raine», όπου αναφέρει: «Hyades, υάδες, dictae stellae quaedam in cornibus Tauri; quae ortu occasuq, sus pluvias largosque imbres concitant» δηλαδή: 
«Υάδες, λεγόμενοι μερικοί αστέρες εις τα κέρατα του Ταύρου, οι οποίοι κατά την εώαν επιτολήν (ανατολή) και την εσπερίαν δύσιν προκαλούν ασθενείς ή ραγδαίας βροχάς». 

Η περίοδος της ανατολής και της δύσεώς τους, είναι στα τέλη Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου. Ο Οβίδιος καλεί το σμήνος και «Sidus Hyantis» δηλαδή «Άστρο του Ύαντος». 

Οι Ρωμαίοι αγρότες ονόμαζαν τις Υάδες «Suculae», δηλαδή «Μικρούς χοίρους», από τη λέξη «Sus» ή από το Ομηρικό «Συς». Ο Πλίνιος αποδίδει την ονομασία αυτή στο γεγονός ότι οι συνεχείς βροχές, κατά την περίοδο που έδυαν οι Υάδες, καθιστούσαν τους δρόμους τόσο λασπώδεις, ώστε να νομίζει κανείς ότι άρεσε στους αστέρες αυτούς, ο βούρκος, όπως στους χοίρους. 

Οι Άραβες τις ονόμαζαν «Al Mijdah», δηλαδή «Τριγωνικό κοχλιάριο» και «Al Kilas», «Μικρές καμήλες», για να τις διακρίνουν από τον «Aldebaran - Λαμπαδία», που ήταν η «Μεγάλη Καμήλα». 


Σ’ένα μύθο τους αναφέρεται ότι οι Μικρές Καμήλες (Υάδες) οδηγούνταν από τον «Aldebaran», σαν ένδειξη πλούτου, όταν αυτός ερωτοτροπούσε με τις «Al Thurayya» τις Πλειάδες, οι οποίες τον είχαν απορρίψει γιατί ήταν φτωχός.
Άλλος Άραβας, όμως, μετάτρεψε τη λέξη σε «Al Kallas» υποδεικνύοντας το βροχερό των Υάδων.

Στην Κίνα από το 1100 π.Χ. ήταν γνωστές με το όνομα «Yu Shi» δηλαδή «Στρατηγός ή Κυβερνήτης της βροχής».

Σε όλα τ' αρχαία Ελληνικά κείμενα, επίσης, αναφέρονται οι Υάδες.
Ας τα γνωρίσουμε:

«Κοντά στα πόδια του Ηνίοχου τα κέρατα του σουφρωμένου Ταύρου ν' αναζητήσετε. Έχει σημάδια ευκολογνώριστα. Διακρίνεται θαυμάσια η κεφαλή του, που δεν μπορούμε καλύτερα να περιγράψουμε παρά μονάχα με τ’άστρα που στρεφόμενα παρουσιάζουν το σχήμα του και ονόματα έχουν γνωστά. Και δεν υπάρχει κανείς που να μην έχει ακούσει για τις Υάδες που βρίσκονται στο μέτωπο του Ταύρου. Ένα μονάχα αστέρι κάνει την άκρη του αριστερού κεράτου γειτονική με το δεξί πόδι του Ταύρου. Αυτά τα δύο σημάδια προχωρούν μαζί. Αλλά ο Ταύρος όντας πιο κάτω από τον Ηνίοχο δύει πάντα πριν από αυτόν αν και σύγχρονα μ’εκείνον ανατέλλει». (Άρατος ο Σολεύς).

«Οι Νύμφες που μοιάζουν με τις Χάριτες. Η Φαισύλη, η Κορωνίς και η Κλέεια με το όμορφο στεφάνι, η τρυφερή Γαιώ και η Ευδώρη με διαφανές πέπλο, τις οποίες ονομάζουν Υάδες, εμφανίζονται στους ανθρώπους στη Γη». (Ησίοδος). 


Στους «Καταστερισμούς του Ερατοσθένους του Κυρηναίου» αναφέρεται: 

«Ο Ταύρος, λέγεται ότι, τοποθετήθηκε μεταξύ των άστρων, διότι μετέφερε την Ευρώπη από τη Φοινίκη στην Κρήτη μέσω του Πελάγους, όπως αναφέρει ο Ευριπίδης στο «Φρίξο». Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος θεωρείται ένας από τους επιφανέστερους αστερισμούς που τιμήθηκε από το Δία.

Άλλοι λένε ότι ο βους είναι απομίμηση της Ιούς, χάριν δε αυτής ο Ζευς τίμησε το άστρο. Το μέτωπο και το πρόσωπο του Ταύρου περιέχουν τους αστέρες που ονομάζονται Υάδες. Προς το μέρος δε της ράχης υπάρχει η Πλειάς, η οποία έχει 7 αστέρες και γι’αυτό ονομάζεται και επτάστερος. Δεν βλέπουμε όμως παρά μόνο τους 6. Ο έβδομος είναι πολύ αμυδρός. Έχει δε ο Ταύρος 7 αστέρες στο μπροστινό μέρος σαν να έρπει έχοντας αντίθετα προς τον εαυτό του την κεφαλή.

Σε κάθε δε κέρατο και στη βάση του έχει από έναν αστέρα, από τους οποίους λαμπρότερος είναι αυτός του αριστερού. Σε καθέναν από τους οφθαλμούς έχει από έναν αστέρα. Στη μύτη έχει έναν. Σε κάθε ώμο έχει από έναν. Αυτοί λέγονται Υάδες. Στο αριστερό γόνατο μπροστά έναν. Στις οπλές από έναν. Στο δεξιό γόνατο έναν. Στον τράχηλο δύο. Στη ράχη τρεις, τον τελευταίο λαμπρό. Κάτω από την κοιλιά έναν. Στο στήθος έναν λαμπρό. Σύνολο 18».

Η πιο αρχαία μυθολογική παράδοση, όμως, βρίσκεται στον ΄Ομηρο (Ιλιάδος Ζ, 130 – 140). 


Κατ’αυτόν οι Υάδες παριστάνουν στον Ουρανό τις Δωδωνίδες νύμφες, στις οποίες ο Ζευς, όπως προανέφερα,  εμπιστεύθηκε την ανατροφή του Βάκχου. Όταν ο Λυκούργος, γιος του Δρύαντος και βασιλιάς των Ηδωνών, λαού, που κατοικούσε στις όχθες του ποταμού Στρυμόνα, τις καταδίωξε από το ιερό Νυσήιο βουνό και τις έριξε στη θάλασσα μαζί με το Βάκχο, ο οποίος από το φόβο του κρύφτηκε στην αγκαλιά της Θέτιδας, εκείνες για να σωθούν ανυψώθηκαν από το Δία στον Ουρανό, σαν Υάδες.
 
«Ουδέ γαρ ουδέ Δρύαντος υιός, κρατερός Λυκούργος, δην ην, ος ρα θεοίσιν επουρανίοισιν έριζεν ος ποτε μαινομένοιο Διωνύσοιο τιθήνας σεύε κατ’ηγάθεον Νυσήϊον. Αι δε άμα πάσαι θύσθλα χαμαί κατέχευαν, υπ’ανδροφόνοιο Λυκούργου θεινόνεναι βουπλήγι. Διώνυσος δε φοβηθείς δύσεσθ’αλός κατά κύμα, Θέτις δ’υπεδέξατο κόλπω δειδιότα, …» 

Επιλογές από εδώ