Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Έρως, Αντέρως, και Ιμερος...!!!

 Έρως

O Έρωτας είναι ο θεός της αγάπης. Η προσωπικότητά του, πολυποίκιλη, άλλαξε πολύ από την αρχαϊκή περίοδο ως την αλεξανδρινή και ρωμαϊκή εποχή. Στις πιο παλιές Θεογονίες ο Έρωτας θεωρείται ως ένας θεός που γεννήθηκε την ίδια εποχή με τη Γη βγαίνοντας απευθείας από το αρχικό Χάος. Έτσι στις Θεσπιές λατρευόταν με τη μορφή μιας ακατέργαστης πέτρας. Ή ακόμη ο Έρωτας γεννιέται από το αρχέγονο Αυγό, αυτό το Αυγό που γέννησε η Νύκτα και του οποίου τα δύο μισά χωρισμένα σχηματίζουν τη Γη και το κάλυμμά της, τον Ουρανό.

Ο Έρωτας θα παραμείνει πάντοτε, ακόμη και στην εποχή των «αλεξανδρινών» ωραιοποιήσεων του μύθου του, μία κυρίαρχη δύναμη του Κόσμου. Αυτός διασφαλίζει όχι μόνο τη συνέχεια των ειδών, αλλά και την εσωτερική συνοχή του Κόσμου. Το θέμα αυτό το εκμεταλλεύτηκαν συγγραφείς των Κοσμογονιών, φιλόσοφοι και ποιητές. Αντίθετη με την τάση να θεωρείται ο Έρωτας ως ένας από τους μεγάλους θεούς διατυπώνεται η θεωρία που παρουσιάζεται με τη μορφή ενός μύθου από τον Πλάτωνα στο Συμπόσιο, μύθο που τον βάζει στο στόμα μιας ιέρειας από τη Μαντίνεια, της Διοτίμας, αυτής που μύησε, λένε, τον Σωκράτη. Σύμφωνα με τη Διοτίμα, ο Έρωτας είναι ένας «δαίμονας», μεσολαβητής ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. 

Γεννήθηκε από την ένωση του Πόρου και της Πενίας, μέσα στον κήπο των θεών, έπειτα από ένα μεγάλο δείπνο, στο οποίο είχαν προσκληθεί όλες οι θεότητες. Σ' αυτή του την καταγωγή οφείλει μερικά ιδιάζοντα χαρακτηριστικά: στην αναζήτηση πάντοτε του αντικειμένου του ως Πενία ξέρει πάντοτε να επινοεί έναν τρόπο, για να φτάσει στο σκοπό του ως Πόρος. Χωρίς να είναι όμως καθόλου ένας παντοδύναμος θεός, ο Έρωτας είναι μια δύναμη διαρκώς ανικανοποίητη και ανήσυχη. 

Επινοήθηκαν και άλλοι μύθοι, που του έδιναν διαφορετικές γενεαλογίες· κάποτε τον θέλουν γιο της Ειλείθυιας ή της Ίριδας ή του Ερμή και της χθόνιας Άρτεμης ή, και αυτή είναι η γενικά αποδεκτή παράδοση, του Ηρακλή και της Αφροδίτης. Αλλά και στο σημείο αυτό ακόμη η εκμετάλλευση των μυθογράφων καθόρισε διακρίσεις. Όπως διακρίνουν διάφορες Αφροδίτες, έτσι διακρίνουν και περισσότερους Έρωτες· ένας Έρωτας, λένε, ήταν γιος του Ερμή και της Ουρανίας Αφροδίτης· ένας άλλος Έρωτας, που ονομάστηκε Αντέρως (Αντίθετος Έρως ή Αμοιβαίος), είχε γεννηθεί από τον Άρη και την Αφροδίτη, την κόρη του Δία και της Διώνης· ένα τρίτος Έρωτας ήταν ο γιος του Ερμή και της Άρτεμης, κόρης του Δία και της Περσεφόνης, και αυτός είναι ειδικά ο φτερωτός θεός, ο οικείος των ποιητών και των γλυπτών. 


Ο Κικέρων, που έχει συσσωρεύσει στο τέλος της πραγματείας του Περ τς φύσεως τν θεν (De natura deorum) αυτές τις λεπτές διακρίσεις των μυθογράφων, δεν έχει καμιά δυσκολία να δείξει τον τεχνητό χαρακτήρα όλων αυτών των μύθων που επινοήθηκαν αργότερα, για να λύσουν τις δυσκολίες ή τις αντιφάσεις που περιείχαν οι αρχικές παραδόσεις.


Λίγο λίγο κάτω από την επίδραση των ποιητών ο θεός Έρωτας πήρε την παραδοσιακή του φυσιογνωμία. Τον παρουσιάζουν σαν ένα παιδί συχνά φτερωτό, αλλά και χωρίς φτερά, που του αρέσει να φέρνει την ταραχή στις καρδιές. Ή τις πυρπολεί με το δαυλό του ή τις πληγώνει με τα βέλη του. Οι επεμβάσεις του είναι αναρίθμητες. Επιτίθεται εναντίον του Ηρακλή, του Απόλλωνα, που τον είχε κοροϊδέψει ως τοξότη, εναντίον του ίδιου του Δία, της μητέρας του και φυσικά στους ανθρώπους.

Οι αλεξανδρινοί ποιητές αγαπούν να τον παρουσιάζουν να παίζει με καρύδια (που αντιστοιχούν με τις σημερινές μπίλιες) με τα παιδιά των θεών, ιδίως με τον Γανυμήδη ή με τον αδελφό του Αντέρωτα, και να μαλώνει μαζί τους. Φαντάζονται ακόμη παιδικές σκηνές ανάλογα με το θεϊκό χαρακτήρα του· ο Έρωτας τιμωρημένος, που τον βάζει η μητέρα σου σε τιμωρία, ο Έρωτας πληγωμένος, γιατί μάζεψε τριαντάφυλλα, χωρίς να φυλαχθεί από τα αγκάθια κτλ. 

Οι τοιχογραφίες της Πομπηίας εκλαΐκευσαν αυτόν τον τύπο . Αλλά πάντοτε —και αυτό ακριβώς είναι ένα αγαπημένο θέμα των ποιητών— κάτω από το φαινομενικά αθώο παιδί μαντεύουμε τον ισχυρό θεό, που μπορεί ανάλογα με τη φαντασία του, να προξενήσει φριχτές πληγές. Η μητέρα του ιδίως τον μεταχειρίζεται με κάποιο σεβασμό και πάντοτε τον φοβάται λίγο. 


Ένας από τους διασημότερους μύθους, στους οποίους ο Έρωτας παίζει ένα ρόλο, είναι η μυθιστορηματική περιπέτεια της Ψυχής, που την παραδίνουν ως μύθο· οι αρχές της θεωρίας αυτής πρέπει να αναζητηθούν πιθανότατα στους «Μιλησίους» μύθους . 

Αντέρως


Κατά την Ελληνική Μυθολογία ο Αντέρως, (Αντέρωτας), φέρεται να ήταν αδελφός του Έρωτα, γιος της θεάς Αφροδίτης και του Άρη ως ιδιαίτερη προσωποποίηση της αμοιβαιότητας που εκδηλώνεται στον έρωτα ειδικά μεταξύ ομοφύλων εφήβων. O  Kλαύδιος Αιλιανός στο έργο του"De Natura Animalium" αναφέρει ότι προέκυψε μετά από τον αμοιβαίο έρωτα μεταξύ του θεού Ποσειδώνα και του νεαρού Νηρίτη. Μορφολογικά ο Αντέρως μοιάζει με τον αδερφό του, μόνο που έχει πιο μακρυά μαλλιά και πιο πλούσια φτερά, σαν της πεταλούδας. Σε άλλες περιγραφές αναφέρεται ότι και αυτός, όπως και ο αδερφός του κρατούσε ένα χρυσό ρόπαλο ή βέλη.

Κατ΄ άλλη όμως εκδοχή ο πτερωτός Αντέρως εκπροσωπούσε τον ατυχή έρωτα από την απεικόνισή του με σκουρόχρωμα μαλλιά και με συνεπτυγμένες πτέρυγες σε αντίθεση με τον Έρωτα που φέρονταν ξανθός με ευρείς πτέρυγες έτοιμος να πετάξει. Επίσης στη μυθολογία φέρεται και ως δευτερεύουσα θεότητα τιμωρός της σκληρότητας και της μη ανταπόδοσης ερωτικού καλέσματος καθώς και της έλλειψης πίστης στον έρωτα, αποκαλούμενος εξ αυτού ως "Αντέρως Αλάστωρ" (= Αντέρωτας Αλητήριος ή ολέθριος), που είχε καταστεί περίφημη σχετική αρχαία έκφραση.

Κατ΄ άλλους όμως, όπως υποστηρίζει π.χ. και ο Γκομλέν στον Αντέρωτα οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν ιδιότητες εντελώς αντίθετες μ΄ εκείνες του Έρωτα με τον οποίον ετυμολογικά φέρεται αντίπαλος. Αντιπροσώπευε δηλαδή την απέχθεια, την αποστροφή και την απομάκρυνση που χαρακτηρίζει μεταξύ τους τα διάφορα ζώα. Και επειδή πίστευαν οι αρχαίοι πως τόσο ο Έρως όσο και ο Αντέρως επεξέτειναν την επιρροή τους επί πάντων των όντων πέρα από τα έμψυχα, δηλαδή και στα φυτά, λίμνες, ποταμούς, ως αναγκαία αρμονία και ισορροπία της φύσης ο Αντέρως τελικά ήταν ευεργετική δευτερεύουσα θεότητα που εμπόδιζε τις διάφορες έλξεις στη φύση που θα μπορούσαν να επαναφέρουν το χάος των κατακλυσμών, όπου τα πάντα ήταν συγκεχυμένα.

Παραστάσεις του Αντέρωτα υπάρχουν (διασώθηκαν) πολλές, σε σύμπλεγμα με τον Έρωτα όπως π.χ. σε παλαίστρα της Ίλιδας όπου ο Έρως κρατάει φοίνικα και ο Αντέρως προσπαθεί να του το αποσπάσει, περίπου ίδιο μαρμάρινο ανάγλυφο βρίσκεται στο Μουσείο της Νεάπολης όπου ο Αντέρως παρουσιάζεται με κυρτές πτέρυγες, καθώς και στο Παλάτσο Κολλόνα της Ρώμης, όπου δύο πτερωτοί δαίμονες συναγωνίζονται στο δρόμο σε λαμπαδηφορία. Στο Αμφιαράειο υπήρχε ζεύγος κυπέλλων που το ένα έφερε παράσταση του Αντέρωτα και το άλλο του Έρωτα. Βωμοί του Αντέρωτα υπήρχαν σε πολλά μέρη με κυρίαρχα εκείνα της Ίλιδας και στην Αθήνα που τιμόταν ως Αλάστωρ.


Ο Ίμερος


Ο Ίμερος ήταν η προσωποποίηση της σφοδρής ερωτικής επιθυμίας, του ερωτικού πόθου θα λέγαμε σήμερα. Ο Ησίοδος στη «Θεογονία» του τον μνημονεύει ως αδελφό του Έρωτα και του Αντέρωτα, και γιο της Αφροδίτης και του θεού Άρη. Ο Ίμερος (Πόθος),   ο  και ο Αντέρωτας Έρωτας ήταν οι μόνιμοι φτερωτοί συνοδοί της Αφροδίτης.

Σύμφωνα με τον  Παυσανίας,  στα Μέγαρα υπήρχε μαρμάρινο άγαλμα του Ιμέρου, έργο του γλύπτη Σκόπα, ενώ άλλο άγαλμα του Ιμέρου, έργο του Πραξιτέλη υπήρχε και στις Θεσπιές.  Έχουν διασωθεί ελάχιστες παραστάσεις του παρά μόνο σε πήλινα αγγεία της Αττικής και της Ερέτρειας στα οποία και επιγράφεται και το όνομά του.

Η λέξη ίμερος ετυμολογείται από τις λέξεις “ιέμενος ρει και εφιέμενος” = όταν ρίχνεται ορμητικά και επιθυμεί κάποιος κάτι. Η επιθυμία, ο πόθος· εναργής είναι συνεπώς η έκδηλη, η εκτυφλωτική επιθυμία.

Για τους αρχαίους Έλληνες ο Πόθος δηλώνει την επιθυμία για το πλάσμα που είναι απόν, ενώ ο Ίμερος δηλώνει την επιθυμία για αυτό που είναι παρόν. O Ίμερος είναι ερωτική  επιθυμία, γιατί το πλάσμα που ονειρεύεται ο ερωτευμένος βρίσκεται απέναντι, στο διπλανό γραφείο, στο επάνω διαμέρισμα και μόνο η παρουσία του πυροδοτεί τη λαχτάρα του. 

Ο Ίμερος είναι θεός που έχει πολύ κοντινά χαρακτηριστικά με τον Έρωτα, κατοικεί κοντά στην κορυφή του Ολύμπου μαζί με τις Μούσες και τις Χάριτες.

Σύνθεση

Επεξεργασία, επιμέλεια  αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος