Πέμπτη, 9 Μαΐου 2019

Η Ανάδυση του Αρκαδισμού, μέσα από τα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα.


«Στη βάση της αρχαίας σκέψης βρίσκεται η επιθυμία για την αύξηση της Γονιμότητας. Όλες οι εορταστικές τελετουργίες και η καθημερινή λατρεία είχαν σαν στόχο την ενδυνάμωση του ρεύματος της ζωής. Το χριστιανικό δόγμα, εμπνευσμένο από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, χτύπησε τη ρίζα αυτής της ιδέας συνδέοντας την έννοια της αναπαραγωγής με την αμαρτία. Το ιδανικό της όλο και περισσότερης καρποφορίας, τόσο στη Φύση όσο και στους ανθρώπους, έγινε πόθος για υπέρβαση και η απόλαυση αντικαταστάθηκε από την καταπίεση της κάθε φυσικής επιθυμίας». 


Γύρω στον 5ο αιώνα η Ρώμη καταρρέει, μαζί της κι ο Αρχαίος Κόσμος. Στη θέση της έρχεται ο Χριστιανισμός. Το όραμα της Αρκαδίας συσκοτίζεται από Διάβολους, Δαίμονες, θρησκοληψία και μεταθανάτιες τιμωρίες. Ο έρωτας, μετατρέπεται σε θανάσιμο κρίμα και η απόλαυση σε αφορμή τιμωρίας και βασανισμού.

Αντιδρώντας στη σεξουαλική ελευθερία της «ειδωλολατρικής» ηθικής και επιβάλλοντας την ηθική της Παλαιάς Διαθήκης, η Εκκλησία συμπέρανε, από ένα απόσπασμα του Αγίου Παύλου, ότι κάθε σχέση μεταξύ των φύλων ήταν αμάρτημα. Ο γάμος των κληρικών θεωρήθηκε ότι οδηγούσε πολλές φορές στη μοιχεία ή σε άλλα σκάνδαλα και μείωνε το σεβασμό του λαού προς τον ιερέα.

Οι άγιοι πατέρες θεωρώντας ως όνειδος τους γάμους στον κλήρο απαιτούσαν την αγαμία από τους ιερείς. Μια Ρωμαϊκή Σύνοδος του 386 συμβούλευσε την πλήρη εγκράτεια και μετά ένα έτος ο πάπας Σιρίκιος (384-399) διέταξε την καθαίρεση κάθε ιερέως που θα νυμφεύονταν ή θα συνέχιζε να ζει με τη γυναίκα του. Ο Ιερώνυμος, ο Αμβρόσιος και ο Αυγουστίνος υποστήριξαν αυτό το διάταγμα και λίγες δεκαετίες αργότερα η αγαμία επιβλήθηκε στη Δύση.

Παράλληλα, ο μύθος του προπατορικού αμαρτήματος συνέδεσε την ερωτική πράξη με την απώλεια της πρωταρχικής ευδαιμονίας κι ονομάτισε τη γυναίκα, αίτιο της πνευματικής καταστροφής. Από τον Ιουστινιανό και μετά, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, ο ελεύθερος έρωτας και οι γονιμικές τελετουργίες ποινικοποιήθηκαν. Στον κόσμο της Βίβλου η απουσία αποδεικτικών στοιχείων της παρθενίας επέφερε εξοβελισμό από την κοινωνία και δημόσιο λιθοβολισμό. Στο Βυζάντιο, πάλι, ένα κατ’ εξοχήν βασανιστήριο για τις γυναίκες που ήταν ηθικά μεμπτές ήταν η διαπόμπευση.  Η παράδοση αυτή της γυναίκας στη χλεύη και στις βάναυσες επιθέσεις του όχλου, είχε σαν στόχο τον εκφοβισμό, τον παραδειγματισμό και την εκδικητική εκτόνωση των μαζών.

Όταν η εκκλησία σταθεροποίησε πλέον την εξουσία της και κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η άποψη του καθολικισμού, όπως την εξέφραζαν τα μέλη των μοναχικών ταγμάτων, ο κλήρος και οι καλόγεροι ήταν πως η γυναίκα είναι η πηγή του κακού και όργανο του Σατανά, κατά συνέπεια κατώτερη από τον άνδρα. Αυτό έδινε το δικαίωμα στους άνδρες να μεταχειρίζονται κάθε μορφή βίας για να τις συνετίσουν και να τις υποτάξουν. Στο 13ο αιώνα ο Δομινικανός Νικόλας Μπάϊαρντ έγραφε ότι: «Ο άνδρας οφείλει να δέρνει και να τιμωρεί τη γυναίκα του για να τη συνετίσει, καθώς αυτή είναι περιουσιακό του στοιχείο».

Ο Κανονικός Νόμος ανέφερε ότι: «Είναι σαφές ότι οι γυναίκες πρέπει να υποτάσσονται στους άνδρες και να είναι υπηρέτριες τους». Στο Εθιμικό Δίκαιο της ίδιας εποχής, στο καταστατικό της πόλης Βιλλφράνς στη Γασκωνία αναφέρονταν: «Όλοι οι κάτοικοι της πόλης μας έχουν το δικαίωμα να δέρνουν τις γυναίκες τους αρκεί να μην τις σκοτώνουν από το ξύλο». Στον 14ο αιώνα ο Πριβότος του Παρισιού ακολουθούσε την ίδια ιδεολογική γραμμή όταν έλεγε ότι: «Η γυναίκα οφείλει να μιμείται τη συμπεριφορά του σκύλου, που έχει πάντα την καρδιά και το μάτι στον αφέντη του, κι ακόμα όταν αυτός τον μαστιγώνει και τον πετροβολά, ο σκύλος τον ακολουθεί κουνώντας την ουρά του».

Στους σκοτεινούς εκείνους χρόνους, στα χωριά της Γερμανίας και της Γαλλίας ήταν υποχρεωτικό να υπάρχουν όργανα βασανισμού, ιδιαίτερα το ειδικό σκαμνί στο οποίο έδεναν τις γυναίκες όταν αυθαδίαζαν και τις βούταγαν σε παγωμένα ποτάμια ή νερόλακκους. Διάφορα δικαστικά έγγραφα αποδεικνύουν ότι σε πολλές περιπτώσεις επιβλήθηκαν πρόστιμα σε χωριά που δεν διέθεταν αυτά τα απαραίτητα εργαλεία τιμωρίας των γυναικών. 

Αλλά, εκτός από την πνευματική υποβάθμιση του γυναικείου φύλου και την άρνηση της επίγειας ζωής υπήρξε και κάτι άλλο. Η καταπίεση του έρωτα και η ενοχοποίηση της απόλαυσης συμπαρέσυραν τη διάσταση της τέχνης και της ομορφιάς. Η αρχαία τέχνη θεωρήθηκε υπερβολικά αισθησιακή και αίτιο σαρκικών πειρασμών. Ουσιαστικά, η χριστιανική τέχνη του Μεσαίωνα εκφράζει την εισβολή του χάους στην αρμονία. Αυτό που εκφράζεται είναι η φρίκη του κακού, ο γολγοθάς του πνεύματος, η οδύνη της σταύρωσης, και το βασανιστήριο του θανάτου. Η τέχνη δεν είναι πλέον αναζήτηση των ιδιοτήτων του Θείου μέσα από την ομορφιά.

Δεν είναι η προσπάθεια κατανόησης μιας παγκόσμιας Αρμονίας, σε σχέση με το ιδεώδες της καλοκαγαθίας. Γίνεται έκφραση μιας ιδεοληψίας που θέλει να επιβάλλει τα μηνύματα της μέσα από τον τρόμο, στρέφοντας τον ανθρώπινο νου σε μια διάσταση πέρα από το πραγματικό. Από μέθοδος πνευματικής ανύψωσης, γίνεται προπαγάνδα, που την εκφράζει και την ελέγχει το συγκεκριμένο ιερατείο. Όμως, για να μπορέσει ο άνθρωπος να επικεντρωθεί στην επιβαλλόμενη φρίκη, είναι αναγκαίο κάθε τι άλλο να καταστραφεί. Για να βιώνει μόνιμα φόβο και απελπισία, κάθε άλλο συναίσθημα πρέπει να απομακρυνθεί. Κι αυτό σημαίνει ολοκληρωτική και συνειδητή καταστροφή κάθε έργου τέχνης που μπορεί να υποβάλλει την εξύμνηση της γήινης ζωής και την ομορφιά.

Από ιστορική άποψη, οι ιεράρχες εμπνέονταν στο μένος τους κατά των αγαλμάτων και έργων τέχνης της παλαιάς θρησκείας από την ιδεολογία της εβραϊκής λατρείας που καταδίκαζε τα «είδωλα», τον ανθρωπομορφισμό και την αναπαράσταση μορφών σε άψυχη ύλη. «Επικατάρατος πας άνθρωπος ός ποιήσει γλυπτόν και χωνευτόν, βδέλυγμα Κυρίω έργον χειρών τεχνίτου» γράφει το «Δευτερονόμιο» (ΚΖ΄, 15) κι οι «Αριθμοί», (ΛΓ΄, 52) συμπληρώνουν: «Αφανίστε όλα τα αγάλματα από μέταλλο και λίθο».

Το γεγονός λοιπόν ότι οι ιεραπόστολοι σε όλους τους αιώνες της αποικιοκρατίας καλλιεργούσαν το μίσος αλλά και τον τρόμο για τις αρχαίες θρησκείες και τα σύμβολα τους, δεν είναι τυχαίο. Είναι ο ίδιος ο Ησαΐας (ΛΖ΄, 19) που μιλάει με τη φωνή του Κυρίου:

«Κατακομμάτιασε και λίχνισε τα επιχρυσωμένα και επάργυρα αγάλματα και πέταξε τα σαν κοπριά». Και συμπληρώνει: «Τα αγάλματα να πελεκηθούν όπως τα δέντρα στο δάσος» (ΚΖ΄, 9).

Απ’ την άλλη πλευρά, τα αίτια των βανδαλισμών ενάντια στους καλλιτεχνικούς θησαυρούς και τα μνημεία της αρχαιότητας αποκαλύπτονται από τους συγγραφείς της Αναγέννησης. Ο Bernardo Gamucci στα μέσα του 16ου αιώνα αποδίδει τον αφανισμό των έργων τέχνης στην προσπάθεια της εκκλησίας να προστατεύσει τους προσκυνητές από τα διλήμματα και τη σύγχυση που τους προκαλούσαν.

Παρόμοια, ο Sicco Polenton (1375-1447), υποστηρίζει ότι οι πρώτοι πάπες της Ρώμης κατέστρεψαν όλα τα αρχαία μνημεία για να μη τα θαυμάζουν οι προσκυνητές, αντί να δείχνουν ευλάβεια στους «άγιους τόπους». Αλλά και ο Raphael Volarerranus (1451-1522), έγραφε το 1506 ότι ο Γρηγόριος Α΄ πρόσταξε να πετάξουν στον Τίβερη τα ελληνικά καλλιτεχνήματα για να μη δημιουργούν περισπασμούς στο χριστιανικό πλήρωμα.

Ο Γρηγόριος Α΄, o Μέγας, τον οποίον η ορθόδοξη εκκλησία τιμά με ειδική ακολουθία, στις 12 Μαρτίου. «Του Θεού λειτουργός θαυμασιώτατος, στηρίζων και μεγαλύνων θείοις δόγμασιν την εκκλησίαν».καταφρονούσε, όπως ο ίδιος έλεγε, την κλασσική παιδεία. Πυρπόλησε την Παλατινή βιβλιοθήκη που είχε ιδρυθεί επί Αυγούστου (το 28 π.χ.) και την βιβλιοθήκη του Καπιτωλίου.

Αφάνισε τα καλλιτεχνήματα και τους πίνακες που είχαν μεταφέρει από τις Ελληνικές πόλεις στην Ιταλία οι Ρωμαίοι. Διέταξε το ασβέστωμα όλων των αρχαίων ναών και επέβαλε βαριές ποινές σε γλύπτες, αντιγραφείς αρχαίων κειμένων και ζωγράφους. Δεν έπρεπε κατά τη γνώμη του να υπάρχει κανένα άλλο γραπτό κείμενο εκτός από την Αγία Γραφή, μοναδική πηγή αυθεντικής γνώσης. Σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο αναφέρεται πως για τον ίδιο λόγο έκαψε τα βιβλία πολλών Ελλήνων και Ρωμαίων ιστορικών επειδή δεν ήταν χριστιανοί. Συγχρόνως διέταξε να αποκεφαλίσουν και να ακρωτηριάσουν όλα τα αγάλματα των δαιμόνων στη Ρώμη και να κατεδαφίσουν το Κολοσσαίο.

Στο χρονικό Amalricus Augerius δοξολογούνται οι πάπες Σιλβέστρος Α΄ και Γρηγόριος Α΄ γιατί καταστρέφοντας τα αρχαία έργα τέχνης ξερίζωσαν την ειδωλολατρία και συνέβαλαν στο θρίαμβο του χριστιανισμού. Ακολουθώντας την τακτική του προκάτοχου του,  Γρηγόριος Ζ΄ το 1073 έδωσε εντολή να καούν όλα τα βιβλία των αρχαίων ποιητών που υμνούσαν τον έρωτα, χαρακτηρίζοντας τα αισχρά και ακόλαστα. Κατέληξαν έτσι στην πυρά τα έργα της Σαπφούς, του Δίφιλου, της Ήριννας, του Ανακρέοντος, του Μίμνερμου, του Αλκμάνα, του Απολλόδωρου, του Φιλήμονος, του Μένανδρου και του Άλεξι.

Το 1248 καταρτίζεται ο πίνακας των απαγορευμένων βιβλίων και ανάβουν πυρές σε όλη την Ευρώπη. Καίγονται όχι μόνο τα θεωρούμενα αιρετικά αλλά και τα αρχαία κείμενα και επιστημονικά συγγράμματα. Η λογική αυτή διατηρείται και στους επόμενους αιώνες. Παράδειγμα οι ακρότητες των πουριτανών στην Αγγλία της Ελισάβετ αλλά και οι πυρές του Σαβοναρόλα, τα περίφημα «Brucciamenti» στις πλατείες της Φλωρεντίας το 1497.

Όπως ήταν φυσικό οι Ουμανιστές κατηγόρησαν τους πάπες για την απώλεια αμέτρητων αρχαίων κειμένων και εξέφρασαν τη θλίψη τους για την ανεπανόρθωτη καταστροφή  των αριστουργημάτων του αρχαίου πνεύματος. Ο Πετράρχης χαρακτήρισε την καταστροφή των μη σωζόμενων έργων του Λατίνου ιστορικού Τίτου Λίβυου από τον Γρηγόριο Α΄ σαν αποτέλεσμα ηλιθιότητας και απληστίας.  

Ο Βοκκάκιος θεώρησε σαν μεγάλη συμφορά τον αφανισμό των θησαυρών του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού. Ο Ιταλός ποιητής του ΙΔ΄ αιώνα Zezio degli Uberti θρηνολογεί για τον όλεθρο των καλλιτεχνημάτων από τον Παπισμό στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.-  Ένας Ιταλός Ουμανιστής του ΙΕ΄ αιώνα, ο Censio de Rustici, (1380-1445) καταγγέλλει την ισοπέδωση των αρχιτεκτονικών λειψάνων και τους βανδαλισμούς εναντίον των έργων τέχνης και χαρακτηρίζει ατιμωτική τη συμπεριφορά των παπών που ασκούσαν κοσμική εξουσία και όφειλαν να προστατεύουν πολιτιστικούς θησαυρούς.

Ο Lorenzo Ghiberti (1378-1455) γράφει ότι η παρακμή της τέχνης στη Δύση άρχισε επί Κωνσταντίνου και συνεχίστηκε ως τον 13ο αιώνα και ένας άλλος συγγραφέας, ο Flavio Biondo (1392-1463) παρατηρεί το 1446 ότι οι αιώνες από την επικράτηση του χριστιανισμού ως το Ουμανιστικό κίνημα υπήρξαν περίοδος ζόφου.

Στο έργο του «Διατριβή περί ζωγραφικής» ο μεγάλος ζωγράφος της Αναγέννησης Albert Durer θρηνεί για τον αφανισμό τόσων αρχαίων συγγραμμάτων. Αυτά τα πολύτιμα κείμενα, γράφει, καταστράφηκαν στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες από τους βάρβαρους εχθρούς της τέχνης που έβλεπαν την καλλιτεχνική δημιουργία σαν μαύρη Μαγεία. - Αλλά και ο Ραφαήλ, σε επιστολή του 1518 προς τον πάπα Λέοντα, καταγγέλλει τις χριστιανικές βαρβαρότητες στη Δύση επισημαίνοντας ότι όχι μόνο οι Γότθοι και οι Βάνδαλοι αλλά και οι ίδιοι οι πάπες πρωτοστάτησαν στην καταστροφή και ερήμωση των αρχαίων ναών και αγαλμάτων.

Γιατί συνέβαινε αυτό; - Γιατί έκαιγαν τα βιβλία; Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η συγκεκριμένη πολιτική αυτή δεν στηρίζεται σε μεμονωμένα ή τυχαία περιστατικά μεμονωμένα περιστατικά, αλλά εκφράζει τον ιδιαίτερο τρόπο που ο χριστιανισμός αντιμετώπισε την καλλιτεχνική και πνευματική διάσταση της Αρχαίας Ελλάδας. Η τακτική του χριστιανικού ιερατείου να προτρέπει τους πιστούς να καίνε τα βιβλία της αρχαιότητας θεμελιώνονταν στην προμελετημένη και συστηματική προσπάθεια εξαφάνισης της γνώσης και του πολιτισμού του παρελθόντος. Με αυτή τη λογική κάηκε η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδριας και της Περγάμου. Κάτι παρόμοιο είχε κάνει άλλωστε και ο Απόστολος Παύλος όταν διέταξε να καούν όλα τα αρχαία συγγράματα στην Έφεσσο.

Η ίδια νοοτροπία εξακολούθησε και μετά από την Αναγέννηση. Ο πάπας Σίξτος Ε έδωσε εντολή να εκδιωχθούν όλα τα αγάλματα των ελληνορωμαϊκών θεοτήτων από το Βατικανό. Το 1585, με παπική εντολή πετάγονται έξω από το Καπιτώλιο οχτώ αρχαία αγάλματα σαν ειδωλολατρικά αντικείμενα. Πάνω στους θριαμβικού κίονες του Τραϊανού και του Μ. Αυρηλίου στήνονται τα αγάλματα των Αποστόλων και πάνω στον οβελίσκο του Βατικανού ο σταυρός.
Για τη φιλοσοφία του Αρκαδισμού, σύμφωνα με την οποία η Τέχνη ήταν η αναζήτηση της έκφρασης του θείου στον κόσμο των αισθήσεων, αυτή η νοοτροπία οδήγησε σε μια ανεπανάληπτη καταστροφή. Εκτός όμως από αυτό η εκκλησία ενδυνάμωσε την εξουσία της και μέσα από μια τακτική τρομολαγνίας και επιβαλλόμενης υποταγής. Από τον 5ο έως τον 9ο αιώνα, ολόκληροι λαοί εξοντώθηκαν ή εξαναγκάστηκαν να βαπτιστούν. Η επιστήμη λησμονήθηκε στο χάος του Μεσαίωνα. Οι πόλεις παρήκμασαν και χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κλείνονταν σε μοναστήρια προσπαθώντας  να ξεφύγουν από τον κόσμο, από τη σάρκα και από τον διάβολο. Για περισσότερο από πεντακόσια χρόνια η επίδραση της θρησκείας στην ανατολική αλλά και στη δυτική Ευρώπη ήταν τεράστια.

Τα βασικά θέματα γύρω από τα οποία οι περισσότεροι χριστιανοί κινούντο και έδιναν σημασία στη ζωή τους ήταν η δημιουργία του κόσμου, ο πάσχων Ιησούς, το προπατορικό αμάρτημα και η αθάνατη ψυχή, που είναι προορισμένη να καταδικαστεί στην αιώνια κόλαση ή να κερδίσει την αιώνια μακαριότητα. Από την δική της πλευρά η δογματική εξουσία θεωρούσε απαραίτητο να τονίζει διαρκώς τους κινδύνους της θρησκευτικής παρέκλησης. Την εποχή εκείνη ο Ιησούς δεν ήταν ο γλυκός και αξιαγάπητος Χριστός αλλά ο τρομερός εκδικητής κάθε αμαρτήματος. Οι Μεσαιωνικοί πίνακες παρίσταναν διαρκώς την Έσχατη Κρίση και τα βασανιστήρια των καταδικασμένων.
Η επική αυτή αντίληψη συχνά περιγράφονταν με μεγάλη γλαφυρότητα. Ο μοναχός Τεντάλ, για παράδειγμα, στον 12ο αιώνα, ισχυριζόταν ότι έβλεπε οράματα της κόλασης, τα περιέγραφε μάλιστα με καταπληκτικές λεπτομέρειες:

«Εις το κέντρο της κόλασης ο διάβολος είναι δεμένος επί καιόμενου κιγκλιδώματος με πυρωμένες αλυσίδες. Τα ουρλιάσματα της αγωνίας δεν παύουν ποτέ, τα χέρια του είναι ελεύθερα και αρπάζουν εδώ κι’ εκεί τους καταδικασμένους. Τα δόντια του τους συνθλίβουν, όπως τα σταφύλια, και η φλογισμένη πνοή του τους παρασύρει στο βάθος του πυρακτωμένου λάρυγγα του. Οι μικρότεροι δαίμονες αγκιστρώνουν τα σώματα των καταδικασμένων με σιδερένιες αρπάγες και τα βυθίζουν διαδοχικά στη φωτιά και στο παγωμένο νερό ή τα κρεμούν από τη γλώσσα ή τα σχίζουν ή τα κτυπούν επάνω σε αμόνι, ή τα βράζουν. Στην πυρωμένη θράκα ανακατεύουν και θειάφι έτσι ώστε στα δεινά των καταδικασμένων να προστίθεται και η ανυπόφορη οσμή. Η φωτιά όμως δεν αναδίδει φως και φριχτά σκοτάδια τυλίγουν όλους αυτούς που έχουν καταδικαστεί, στην αιώνια κόλαση..»  
-
Από τα προλεγόμενα γίνεται κατανοητό ότι, ήδη από την αρχή της ίδρυσης της, η επίσημη εκκλησία δεν έδειξε ουσιαστικό ενδιαφέρον για την εξάπλωση των κηρυγμάτων της ανεκτικότητας και της αγάπης του Ιησού αλλά για την εμπέδωση της κοσμικής της δύναμης, χρησιμοποιώντας την καταπίεση και το φόβο  Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα ή Αγία Έδρα είχε μετατραπεί σε κέντρο διαφθοράς, ανηθικότητας και απληστίας. Η παπική εξουσία ήταν αντικείμενο λυσσαλέων αγώνων και οι διάφορες φατρίες μηχανορραφούσαν, δολοφονούσαν η μία τους εκπροσώπους της άλλης και  ασχημονούσαν στους πάπες ακόμα και μετά θάνατον.

Στα 897, στη Ρώμη, ο πάπας Στέφανος ο ΣΤ΄ ξέθαψε το πτώμα του πάπα Φορμόσιου (816-896), το έντυσε με πορφυρά ενδύματα και το έφερε ενώπιον εκκλησιαστικής συνόδου για να δικαστεί για παράβαση των νόμων της εκκλησίας.  Το πτώμα καταδικάστηκε από τους καρδιναλίους, γυμνώθηκε, ακρωτηριάστηκε και ρίχτηκε στον Τίβερη. Λίγους μήνες αργότερα ο Στέφανος καθαιρέθηκε από μια επανάσταση και στραγγαλίστηκε στη φυλακή. Στα επόμενα χρόνια οι μηχανορραφίες για την εκλογή του πάπα, οι δωροδοκίες και οι φόνοι συνεχίστηκαν. Η οικογένεια του Θεοφύλακτου, ενός ανώτερου υπαλλήλου του παπικού ανακτόρου, απέκτησε τον έλεγχο του Βατικανού και για τα επόμενα πενήντα χρόνια διόριζε και καθαιρούσε τους πάπες σύμφωνα με τις επιθυμίες της.

Η εποχή αυτή ονομάζεται από τους ιστορικούς ως περίοδος «πορνοκρατίας», ή «σκοτεινή περίοδος» (Saeculum obscurum) καθώς η πριγκίπισσα Μαροζία (892-937), κόρη του Θεοφύλακτου εξασφάλισε την εκλογή του εραστή της ως πάπα Σέργιου Γ΄ (904-911) ενώ η σύζυγος του Θεοδώρα (870-916) προπαρασκεύασε την εκλογή του Ιωάννη Ι΄ (914-928) που είχε κατηγορηθεί ότι ήταν εραστής της. Η Μαροζία αφού απέκτησε πολλούς εραστές παντρεύτηκε τον Guy of Tuscany (Γκουίντο, δούκα της Τοσκάνης), με τον οποίο συνωμότησε για την καθαίρεση του Ιωάννη. Αφού σκότωσαν τον αδελφό του Πέτρο μπροστά στα μάτια του, έριξαν τον πάπα στη φυλακή όπου και πέθανε μετά από μερικούς μήνες από άγνωστη αιτία. Στα 931, η Μαροζία ανέβασε στην παπική έδρα τον Ιωάννη ΙΑ (931-935), ο οποίος εθεωρείτο νόθος γιος του Σέργιου Γ΄.

Όμως, τον επόμενο χρόνο ένας άλλος γιος της, ο Αλπέριχος, φυλάκισε τον Ιωάννη στον πύργο του Σαντ Άντζελο και κυβέρνησε τη Ρώμη για είκοσι δύο έτη, ως δικτάτορας της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Λίγο πριν πεθάνει παρέδωσε στο γιο του Οκταβιανό την εξουσία και υποχρέωσε κλήρο και λαό να του υποσχεθούν ότι θα τον εξέλεγαν πάπα μετά το θάνατο του Αγαπέτου Β΄. (946-955). Αυτό πράγματι και συνέβη. Έτσι, ο εγγονός της Μαροζία, που μετονομάστηκε σε Ιωάννη ΙΒ,΄ (955–964), έμεινε διάσημος στην ιστορία για τη διαφθορά του και τα όργια του ανακτόρου του Λατερανού.

Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ. Στα 963, ο βασιλιάς Όθων της Γερμανίας, με την υποστήριξη του πέραν των Άλπεων κλήρου, ήλθε στη Ρώμη και εισήγαγε τον Ιωάννη σε δίκη ενώπιον εκκλησιαστικής Συνόδου. Οι καρδινάλιοι κατέθεσαν ότι ο πάπας έπαιρνε φιλοδωρήματα για να χειροτονεί επισκόπους, ότι αναγόρευσε επίσκοπο ένα παιδί δέκα ετών, ότι διέπραξε μοιχεία με την ερωμένη του πατέρα του αλλά και αιμομιξία με τη χήρα του πατέρα του και την ανιψιά της, κι ότι μετέτρεψε τον παπικό οίκο σε οίκο ανοχής.  Ο Ιωάννης δεν αναγνώρισε τη Σύνοδο και αρνήθηκε να απαντήσει στις κατηγορίες. Η Σύνοδος τον καθαίρεσε και εξέλεξε άλλο πάπα με το όνομα Λέων Η΄. (693-695).

Όταν ο βασιλιάς Όθων επέστρεψε στη Γερμανία, ο Ιωάννης συνέλαβε και ακρωτηρίασε τους αρχηγούς του αυτοκρατορικού κόμματος στη Ρώμη και αποκαταστάθηκε στον παπικό θρόνο από μια άλλη Σύνοδο που υποτάχτηκε σε αυτόν. Λίγα χρόνια αργότερα κι αφού μεσολάβησαν κάποια άλλα τραγελαφικά περιστατικά, ο Όθων γύρισε από τη Γερμανία καθαίρεσε τον δήμαρχο της Ρώμης που είχε επαναστατήσει και τον παρέδωσε στον τότε πάπα Ιωάννη ΙΙΙ΄, που του έβγαλε τα μάτια, του έκοψε τη μύτη και τη γλώσσα και τον διαπόμπευσε στους δρόμους της Ρώμης περιφέροντας τον πάνω σε όνο με το πρόσωπο γυρισμένο προς την ουρά του ζώου.

Οι άλλοι εκπρόσωποι της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, που είχαν επαναστατήσει στη βασιλική του εξουσία, αποκεφαλίστηκαν και τα σώματα τους παρέμειναν για καιρό κρεμασμένα στις επάλξεις του Σαντ Άντζελο. Μετά από το θάνατο του πάπα τον οποίο διόρισε ο Όθων οι εξαγορές της παπικής έδρας, οι λαϊκές επαναστάσεις και οι συνομωσίες συνεχίστηκαν.

Παρόμοια περιστατικά συνέβαιναν την ίδια εποχή και στην ανατολική αυτοκρατορία. Ο πατριάρχης Ιωάννης ξεθάφτηκε και τα λείψανα του μεταφέρθηκαν στον Ιππόδρομο σε ημέρα αγώνων. Εκεί, μπροστά στο εξαχρειωμένο από την καταπίεση και την εξαθλίωση πλήθος, αφού αποκάλυψαν και μαστίγωσαν το σκελετό τον έκαψαν. Παρόμοια τύχη είχε και το πτώμα του αυτοκράτορα Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου που ύστερα από τη δολοφονία του στο ναό σύρθηκε το 820 στους δρόμους και ρίχτηκε στον Ιππόδρομο. Οι τέσσερεις γιοι του ευνουχίστηκαν με τέτοιο τρόπο που ο ένας από αυτούς πέθανε κατά τη διάρκεια της εγχείρησης.

Για την κατακερματισμένη Ιταλία ο 9ος και 10ος αιώνας αποτελούν μια περίοδο αλλεπάλληλων αντιπαραθέσεων. Στα εδάφη της συγκρούονται ο Ισλαμισμός με τον Χριστιανισμό και η Ανατολή με τη Δύση για την παγκόσμια κυριαρχία. Την εποχή του Όθωνα, μαζί με την εξουσία του Αυτοκράτορα, η ιταλική αριστοκρατία κατορθώνει και αυτή να «αιχμαλωτίσει» την παπική εξουσία, οδηγώντας την στην παρακμή.

Όμως, όπως απέδειξε η ιστορία, η παποσύνη κατόρθωνε πάντα να επιβιώνει κάτω από μια πιεστική εγκόσμια εξουσία και να βρίσκει μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη, διαμέσου της οποίας πραγμάτωνε τους στόχους της. Οι Νορμανδοί, που εμφανίζονται τον 11ο αιώνα στη Ιταλία, ήταν, όπως και οι Φράγκοι τον 8ο αιώνα, το όπλο της Αγίας Έδρας για να ανακτήσει την εξουσία καταπολεμώντας τόσο τους εξωτερικούς όσο και τους εσωτερικούς εχθρούς.

Το 1231, ο πάπας Γρηγόριος IX ιδρύει την Ιερά Εξέταση. Ήταν ένα εργαλείο για τον έλεγχο των μαζών, ένας βίαιος κατασταλτικός μηχανισμός που με το πρόσχημα της «ορθής πίστης» προκάλεσε δυστυχία και πόνο σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά εκτός από το σωματικό εξαναγκασμό, τα συστηματικά βασανιστήρια και τις εκτελέσεις υπήρχε και ο συνειδητά επιβαλλόμενος τρόμος έτσι ώστε να παραλύσει κάθε λαϊκή αντίσταση. Μεγάλο τρόμο προκαλούσε, για παράδειγμα, το δόγμα, σύμφωνα με το οποίο «πολλοί είναι οι κεκλημένοι ολίγοι δε οι εκλεκτοί» (Ματθαίος ΚΒ, 14).

Οι θεολόγοι πίστευαν ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας θα μετέβαινε στην κόλαση και ερμήνευαν κατά λέξη την διαβεβαίωση αυτή, που αποδίδονταν στο Χριστό: «Όστις πιστεύσει και βαπτισθεί θέλει σωθεί. Όστις απιστήσει θέλει κατακριθεί» (Μάρκος ΙΣΤ΄ 15). Ο άγιος Αυγουστίνος διαβεβαίωνε με λύπη του από αυτό το χωρίο, ότι τα παιδιά που πέθαιναν αβάπτιστα θα μετέβαιναν στην κόλαση.

Η Τετάρτη Σύνοδος του Λατερανού (1215) διεκήρυξε ότι θα σώζονταν μόνο όσοι βρίσκονται στους κόλπους της οικουμενικής εκκλησίας. - Ο Μπέρτολντ της Ρατισβόνης, ένας από τους διασημότερους ιεροκήρυκες του 13ου αιώνα, υποστήριζε ότι «η αναλογία καταδικασμένων προς εκλεκτούς θα ήταν εκατό χιλιάδες προς ένα». Ο άγιος Θωμάς ο Ακουινάτος πίστευε ότι «η χάρις του θεού εκδηλώνεται σε τούτο κυρίως, στο ότι παραχωρεί σε μικρό μόνο αριθμό τη σωτηρία, στην οποία δεν θα φτάσει η μέγιστη πλειοψηφία». Όλοι οι μουσουλμάνοι κι οι ειδωλολάτρες ήταν οπωσδήποτε καταδικασμένοι.

Που βρίσκονταν όμως η κόλαση;  Η επίσημη εκκλησία απέφευγε να δώσει πληροφορίες για την τοποθεσία της. Επέπληττε όμως εκείνους που, όπως ο Ωριγένης, αμφέβαλαν για την ύπαρξη της ή την ύπαρξη πραγματικής φωτιάς. Για ποιο λόγο; Το αναφέρει ο Γουίλιαμ Μπουθ (1829-1912) «Τίποτα άλλο δεν συγκινεί το λαό όσο το τρομερό και το καταπληκτικό. Πρέπει να επισείουμε τις φλόγες της κόλασης γιατί αλλιώς οι άνθρωποι δεν πρόκειται να συγκινηθούν». Συμφωνώντας με αυτή τη λογική ο Θωμάς ο Ακουινάτος υποστήριζε ότι «Η φωτιά που θα βασανίζει τα σώματα των καταδικασμένων, είναι πραγματική» και εντόπιζε την κόλαση στο χαμηλότερο μέρος της Γης.

Πολλοί νόμιζαν ότι τα ηφαίστεια είναι τα στόμια της κόλασης και ότι οι βρυχηθμοί τους ήταν η ασθενής ηχώ από τους αναστεναγμούς των καταδικασμένων. Μάλιστα ο Γρηγόριος ο Μέγας έλεγε ότι ο κρατήρας της Αίτνας διευρύνετε συνεχώς για να περιλάβει τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό ψυχών που προορίζονται για την αιώνια καταδίκη. Η Γη κρατούσε μέσα στα πυρωμένα σπλάχνα της το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπινων όντων που έζησαν στο παρελθόν. Εις την κόλαση αυτή δεν υπήρχε φυσικά ούτε μετάνοια ούτε κανένας τρόπος απαλλαγής. Μια άλλη ερώτηση των πιστών που αναζητούσαν μάταια κάποια ελπίδα ήταν το «πόσο θα διαρκούσε αυτό το μαρτύριο».

Ο Μπέρτολντ τους απαντούσε: «Μετρήστε τους κόκκους της άμμου της θάλασσας ή τις τρίχες, που φύτρωσαν σε όλους τους ανθρώπους και στα ζώα, από την εποχή του Αδάμ. Υπολογίστε ένα έτος μαρτυρίου για κάθε κόκκο ή τρίχα. Το διάστημα αυτό του χρόνου είναι η απαρχή μόνο της αγωνίας του καταδικασμένου».    
Για να ανακαιφαλεώσουμε:

1.    Ο διαχωρισμός του Πνεύματος από την υλική πραγματικότητα και το Σώμα.
2.    Ο πόλεμος ενάντια στον Έρωτα και την ανθρώπινη σεξουαλικότητα.
3.    Η υποβάθμιση του θηλυκού Αρχέτυπου και κατά προέκταση της γυναίκας.
4.    Η καταστροφή της Αρχαιοελληνικής Τέχνης
5.    Η δημιουργία μιας τεχνητής αντίθεσης ανάμεσα σε μονάδα και πολλαπλότητα.
6.    Η ταύτιση της Φύσης με το κακό, και της γονιμότητας με την αμαρτία.
7.    Η εφεύρεση του μηχανισμού της Ενοχής.
8.    Η επιβολή του μεταφυσικού Φόβου στη διανόηση.

Σε αυτό τον κόσμο της πνευματικής ένδειας, του μεταφυσικού τρόμου και της δεισιδαιμονίας, μια σειρά από φωτισμένα πνεύματα προσπαθούσαν να διατηρήσουν ανοιχτή την πόρτα προς κάτι το διαφορετικό. Ο Βουργούνδιος της Πίζας, ο Γουλιέλμο του Μπέρμπεκε και ο Νικόλαος του Ρέτζιο, o Πετράρχης, ο Βοκάκιος και ο Λεόντιο Πιλάτο, ο Χρυσολωράς, ο Αουρίσπα και ο Τραβερσάρι, ο Βιτορίνο ντα Φέλτρε, ο Γκουαρίνο και ο Φίλελφος προσπάθησαν με όλες τους τις δυνάμεις να διευρύνουν τη γνώση της Ελληνικής γλώσσας, και να μεταφράσουν μια ποικιλία από αρχαία κείμενα. 

Η Βενετία ήταν το λιμάνι όπου έφταναν κατά κανόνα οι ταξιδιώτες από την Κωνσταντινούπολη και μαζί τους έφταναν και ανεκτίμητες συλλογές από τα σημαντικότερα χειρόγραφα των κορυφαίων συγγραφέων. Άλλοι πάλι ερευνητές ερευνούσαν τις βιβλιοθήκες των μοναστηριών ενώ ορισμένα ελληνικά έργα, όπως η Αλμαγέστη του Πτολεμαίου καθώς και λίγα έργα του Αριστοτέλη, έφτασαν στη δύση μεταφρασμένα στα αραβικά. Οι επίπονες και χρονοβόρες αυτές προσπάθειες προετοίμασαν το έδαφος για τη μεγαλύτερη επανάσταση του ανθρώπινου πνεύματος που συντάραξε την Ευρώπη του 15ου αιώνα και λίγο έλλειψε να ξαναγεννήσει από τις στάχτες του τον Ελληνικό Πολιτισμό. Την Ιταλική Αναγέννηση.

Εκτός όμως από το ιστορικό κομμάτι της καταστροφής του Αρχαίου Κόσμου, αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η αλλαγή που επέρχεται στην ανθρώπινη συνείδηση, ως αποτέλεσμα της διαφορετικής αυτής κοσμοθέασης. Σήμερα έχουμε πολύ μεγαλύτερη γνώση πάνω στις τεχνικές διαμόρφωσης συνείδησης, καθώς και της πρόκλησης, μέσα από τους μηχανισμούς της προπαγάνδας και της διαφήμησης, μιας επιδιωκώμενης συμπεριφοράς.

- Τι ακριβώς συμβαίνει στο μυαλό των ανθρώπων; - Ποιες είναι οι νοητικές επεξεργασίες και συμπεριφορές που ενθαρύνονται απ’ το καινούργιο ιερατείο; - Ποια είναι τα υποσυνείδητα μυνήματα που επιβάλλονται πέρα από την καταμέτρηση των ιστορικών αφανισμών και την καταγραφή της υποδούλωσης των αυτόχθονων πληθυσμών έχει μεγάλη σημασία η ψυχολογική ανάλυση των μηχανισμών ελέγχου, οι μύθοι και οι τεχνικές που εμφυτεύονται στη συνείδηση.

Αυτή η μεταβολή της πραγματικότητας δεν είναι απλά θεωρητικό σχήμα, αλλά μια καθημερινή εμπειρία που επιβάλλει τιμωρίες και υποβάλλει το φόβο. Ανάμεσα σε γενοκτονίες και διωγμούς, που τόσο εύγλωττα περιγράφει ο Λιβάνιος, οι επικούρειοι αποσύρονται στον κήπο τους. Πρώτα πίσω από τους προστατευτικούς τοίχους του σπιτιού κι ύστερα στην σιωπή ενός νοητικού απομονωτισμού. Παράλληλα, η πρόταση των Στωικών για ενσωμάτωση του κόσμου με τη Φύση, εξορίζεται και η εικόνα της χρυσής εποχής αντικαθίσταται από ένα μεταφυσικό παράδεισο. 
 
Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Σπυρόπουλου Ιωάννη, "Αρκαδικός κύκλος"








Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια 




δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου