Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Ο Ηρακλής στην μάχη του Μαραθώνα...


Ήταν τόσο μεγαλειώδες αυτό που συνέβη στην μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., ώστε οι Έλληνες απέδωσαν τη νίκη στην ανάμειξη των θεών. Μαζί με τον Μιλτιάδη, τον Καλλίμαχο και τους άλλους, στη γνωστή εικόνα της Ποικίλης Στοάς της Αγοράς των Αθηνών, ο Πάναινος κατέγραψε την παρουσία της Αθηνάς, του Πάνα, του Ηρακλή, του Θησέα, του Μαραθώνα, του Εχετλαίου.

Στην περιοχή της Τετραπόλεως, που απαρτίζεται από τους οικισμούς του Μαραθώνα, της Τρικορύθου, της Οινόης και της Προβαλίνθου, πιστοποιείται τόσο η λατρεία του Ηρακλή και του Πάνα όσο και της Αθηνάς. Ωστόσο, μόνο δύο είναι τα ταυτισμένα ιερά: το ρωμαϊκό ιερό της Ίσιδας στην Μπρεξίζα και η σπηλιά του Πάνα στην Οινόη.

Από επιγραφή του πρώιμου 5ου αιώνα π.Χ. πληροφορούμαστε ότι η γιορτή και οι αγώνες για τον Ηρακλή, που προσφωνείται και «εμπύλιος», τώρα αναβαθμίζονται.

Πολυθάλαμη σπηλιά, φορτωμένη σταλακτίτες και σταλαγμίτες, με έντονη χρήση από τα νεολιθικά ως τα υστεροελλαδικά χρόνια, γίνεται τόπος λατρείας του Πάνα από τον 5ο αιώνα π.Χ. Βρέθηκε μεγάλος αριθμός ειδωλίων του Πάνα και των Νυμφών που λατρεύονταν στη σπηλιά μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια.
Η τρίτη θεότητα που συσχετίζεται με τη μάχη του Μαραθώνα είναι η Αθηνά «Ελλωτίς».

Το ιερό του Διονύσου, όπου στήνονταν τα ψηφίσματα της Τετραπόλεως, τοποθετείται στην πεδιάδα. Εκεί κοντά βρισκόταν και ο τάφος του ήρωα ιατρού Αριστόμαχου. Ο Φιλόχωρος μας πληροφορεί για την ύπαρξη δύο ιερών του Απόλλωνα, ως Πυθίου στην Οινόη και ως Δηλίου στον Μαραθώνα. Τη λατρεία της Άρτεμης βεβαιώνει επιγραφή πάνω σε μαρμάρινα μέλη βωμού. Σύμφωνα με τον Παυσανία στα “ΑΤΤΙΚΑ” (Ι, 15,3) ο Ηρακλής έσπευσε οπλισμένος με το τρομερό του ρόπαλο να συμπαραταχθεί με τους Έλληνες οπλίτες....

Ο Ηρακλής είχε παλαιούς δεσμούς με τον Μαραθώνα, αφού, σύμφωνα με την παράδοση, εκεί είχαν βρει καταφύγιο οι Ηρακλείδες, οι απόγονοί του, όταν τους καταδίωκε ο βασιλιάς Ευρυσθέας. Μάλιστα οι Μαραθώνιοι, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, ήταν οι πρώτοι που τίμησαν τον Ηρακλή ως θεό.

Στον Μαραθώνα το ιερό του βρισκόταν στο στενό πέρασμα ανάμεσα στο βουνό Αγριλίκι (*) και τη θάλασσα και για το λόγο αυτό ο Ηρακλής ονομαζόταν Εμπύλιος, δηλαδή αυτός που βρίσκεται μπροστά από τις πύλες. Στο σημείο αυτό, κοντά στο ιερό του Ηρακλή, επέλεξαν να στρατοπεδεύσουν οι Αθηναίοι φθάνοντας στον Μαραθώνα.






Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχει ο αρχαίος ιστορικός Ηρόδοτος, η θέση του ελληνικού στρατεύματος το 490 π.Χ. είχε ως ορμητήριο το τέμενος του Ηρακλή κοντά στους πρόποδες, όπως υποθέτουμε, του υψώματος Βρανά και Αφορισμού. Η θέση των τύμβων Αθηναίων και Πλαταιέων δηλώνουν το επίκεντρο της περιοχής της μάχης. Γύρω από το σημείο αυτό θα πρέπει να εντοπισθεί το ιερό του Ηρακλή και η αφετηρία του αγγελιοφόρου της νίκης.

Ισως ο αγγελιοφόρος της κοσμοϊστορικής Νίκης του πνεύματος κατά του σκοταδισμού να χρησιμοποίησε τον πλέον σύντομο δρόμο, περίπου 34 χιλιόμετρα και όχι τον κατά 25 αιώνες μεταγενέστερο (περίπου 42 χιλιόμετρα), ο οποίος ήταν άγνωστος και ανύπαρκτος. Κατά πάσα πιθανότητα ανηφόρισε προς τη χαράδρα που σχηματίζουν τα υψώματα Βρανάς, Αγριλίκι, Αφορισμός και Κοτρώνι με προοπτική το ιερό του Διόνυσου και από εκεί προς την Εκάλη...


* Οι φωτογραφίες από την πρόσφατη επίσκεψη μου (13/2/17), στα εγκαταλελειμμένα λατομεία των αρχαίων Αθηναίων, στην θέση Αγριλίκη της Νέας Μάκρης (όπου οι Αθηναίοι αρχικά είχαν λάβει θέση πριν την μάχη του Μαραθώνα, καθώς η στρατηγική θέση του βουνού τους επέτρεπε να ελέγχουν τον δρόμο προς την Αθήνα και, αν ήταν ανάγκη, να τον αποκλείσουν).

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Τα Ουράνια φαντάσματα...





- Πιστεύεις πατέρα στα φαντάσματα;

- Ναι παιδί μου!

- Πιστεύεις ; Δεν το περίμενα αυτό...!.

- Ναι πιστεύω, αλλά όχι στα ανθρώπινα φαντάσματα παιδί μου. Καθόλου θα έλεγα. Για να δεις τα "δικά" μου φαντάσματα, θα πρέπει να κοιτάξεις ψηλά στον νυχτερινό γεμάτο αστέρια ουρανό, εκεί που λένε πως πάνε και έρχονται οι ψυχές.... .

- Τα αστέρια, πατέρα; Δεν σε καταλαβαίνω...

- Κάθε αστέρι που βλέπουμε στον νυχτερινό Ουρανό, είναι ένας ήλιος σαν το δικό μας. Και υπάρχουν άπειροι σαν αυτόν στο σύμπαν, παρόλο δεν τους βλέπουμε. Φαντάσου πόσο μακριά από εμάς βρίσκεται ο δικός μας ήλιος για να φαίνεται τόσο μικρός, σε σχέση με το πραγματικό του μέγεθος. Και σε διαβεβαιώ, δεν είναι ένα μεγάλο αστέρι σε σχέση με άλλα παρόμοια. Χάρη όμως σε αυτό τον ήλιο, εγώ και εσύ αυτή τη στιγμή υπάρχουμε, όπως και οτιδήποτε άλλο σε αυτό τον πλανήτη που ονομάζουμε γη.
Πάμε όμως στα φαντάσματα...
Το φως από τα αστέρια, ταξιδεύει πολύ γρήγορα στο διάστημα. Χρειάζεται όμως χρόνος ώστε να μας φτάσει το φως τους. Για τα κοντινότερα σε εμάς αστέρια, παίρνει πολλά χιλιάδες γήινα χρόνια. Για άλλα πολλά εκατομμύρια χρόνια. Για αυτό τον λόγο οι παππούδες μας, οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τη ζώνη του Γαλαξία μας «η γέφυρα του χρόνου», καθώς όταν κοιτάζουμε στο διάστημα, βλέπουμε τις εικόνες των διαφόρων ουράνιων σωμάτων, όπως ήταν στο παρελθόν και όχι όπως είναι την στιγμή που τα κοιτάμε. Οι αστρονόμοι αποκαλούν το φαινόμενο αυτό «χρόνο παρέλευσης», που σημαίνει ότι όλα όσα βλέπουμε στον ουρανό ανήκουν στο παρελθόν. Όταν λοιπόν το φως των άστρων αυτών φτάσει σε εμάς, κάποια από τα άστρα αυτά έχουν ήδη πεθάνει, για αυτό τον λόγο εμείς βλέπουμε μόνο τα φαντάσματα τους, το φως δηλαδή άστρων που δεν υπάρχουν πια...
Να λοιπόν γιατί πιστεύω στα φαντάσματα....! Είμαστε όλοι μας αστρόσκονη, και κάποια μέρα θα ξαναγυρίσουμε στα άστρα.


Διασκευή (με αρκετές προσθήκες) από τον γράφοντα διαλόγου του William Herschel

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς.


«Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων, όλων βασιλιάς.. Όλα γίνονται μέσα από αντιθέσεις και το σύνολο κυλά σαν ποτάμι…Πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι ο πόλεμος είναι κοινός και η διχόνοια δικαιοσύνη, και ότι τα πάντα γίνονται σύμφωνα με τη διχόνοια και την ανάγκη. Και ο κυκεώνας διαλύεται όταν δεν κινείται». (Τα πάντα υπάρχουν, γιατί συγκρούονται με τα ετερόσημα – αντίθετά τους).
Ηράκλειτος  


Κάποτε παλιά, τόσο παλιά,  που οι Θεοί ζούσαν μαζί με τους ανθρώπους πάνω στη γη, επισκέφθηκε ένας  αγρότης τον Βασιλιά των Θεών και του  είπε:

- Θεέ των θεών δημιούργησες το σύμπαν, αλλά πρέπει να σου πω, ότι εμείς τα παιδιά σας περνάμε δύσκολα, η γεωργία δεν μας εξασφαλίζει την ευημερία, η φτώχεια, οι  πόλεμοι γίνονται για ένα κομμάτι ψωμί, οι αρρώστιες κι οι στεναχώριες είναι οι μόνιμοι σύντροφοι μας.  Με όλο τον σεβασμό ίσως κάτι θα έπρεπε να αλλάξετε...

- Τι προτείνεις, τον ρώτησε ο  Θεός.

- Δώσε μου ένα χρόνο και αν όλα γίνουν έτσι όπως θα τα ζητήσω εγώ, θα δεις τι θα γίνει. Θα εξαφανίσω τη φτώχεια, και όλα τα άλλα κακά που την ακολουθούν..
Ο Θεός συμφώνησε και έδωσε στον αγρότη ένα χρόνο.Ο γεωργός είχε όλα αυτά που ζήτησε. Βροχή όποτε ήθελε, όχι θύελλες, αστραπές και χαλάζι, τίποτα επικίνδυνο για το σιτάρι. Ο αγρότης ήταν ευτυχισμένος, το σιτάρι φύτρωνε πολύ ψηλό! Ο ήλιος φώτιζε ή η βροχή διαρκούσε όσο ήθελε. Αυτό το χρόνο όλα ήταν σωστά με μαθηματική ακρίβεια και το σιτάρι ήταν ασυνήθιστα ψηλό. Και τότε ο αγρότης ήρθε στον Θεό και του είπε:

- Κοίτα, θα έχουμε τέτοια σοδειά, ώστε οι άνθρωποι για δέκα χρόνια θα μπορούν να μη δουλεύουν, γιατί θα έχουν ψωμί.

Όμως, όταν μαζέψανε τη σοδειά, είδανε πως τα στάχυα δεν είχαν κόκκους. Ο αγρότης έμεινε κατάπληκτος και με απορία ρωτούσε τον Θεό:

- Γιατί συμβαίνει αυτό; Πού είναι το λάθος μου;

Ο Βασιλιάς των Θεών τότε του είπε:


- Γιατί δεν υπήρχε αντίρρηση, δεν υπήρχε σύγκρουση, δεν υπήρχε τριβή, γιατί εσύ απομάκρυνες τα "κακά" φαινόμενα. Γι' αυτό το σιτάρι σου έμεινε άκαρπο. Χρειάζεται λίγη πάλη. Οι θύελλες, οι βροντές και οι αστραπές θα ξυπνούσαν την ψυχή του σιταριού…!

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία


Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Το φίδι και η πυγολαμπίδα



Μια φορά και έναν καιρό, ένα φίδι άρχισε να κυνηγάει μια πυγολαμπίδα. Ύστερα από αρκετές ώρες αδιάκοπης καταδίωξης, χωρίς δυνάμεις πια, η πυγολαμπίδα σταμάτησε και απευθύνθηκε στο φίδι:
 

- Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;

- Δε συνηθίζω ν’ ακούω τα θηράματά μου, αλλά μιας που θα σε καταβροχθίσω, μπορείς να ρωτήσεις
 

- Ανήκω στην τροφική σου αλυσίδα;
 

- Όχι
 

- Σου έκανα κανένα κακό;
 

- Όχι
 

- Τότε γιατί θέλεις να με σκοτώσεις;
 

Αφού σκέφτηκε για λίγο το φίδι, απάντησε:

- Γιατί δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις...!


 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Συνομιλία με τον Θεό…


Ονειρεύτηκα ότι πήγα στο παράδεισο και συνομίλησα με  τον Θεό.

«Λοιπόν θέλεις να με ρωτήσεις κάτι»; με ρώτησε ο Θεός

- «Εάν έχεις τον χρόνο», του απάντησα.

Ο Θεός χαμογέλασε.. «Χρόνος μου είναι η αιωνιότητα...Λοιπόν τι σκοπεύεις να με ρωτήσεις;»

- «Tι σε εκπλήσσει στην ανθρωπότητα;», ήταν η πρώτη μου ερώτηση.
-
Ο Θεός μου απάντησε: 

«Ότι βαριούνται γρήγορα την παιδική τους ηλικία, βιάζονται να μεγαλώσουν, και όταν πια μεγαλώσουν θέλουν να ξαναγίνουν παιδιά. Έχουν πολλαπλασιάσει τα αποκτήματά τους, αλλά έχουν μειώσει τις αξίες τους. Μιλάνε πολύ, αγαπάνε σπανιότατα και μισούνε συχνότατα. Έχουν  μάθει πώς να «κερδίζουνε το ψωμί τους», αλλά όχι πώς να κερδίζουνε τη ζωή, προσθέσανε χρόνια στη ζωή, αλλά όχι ζωή στα χρόνια. 

Ταξιδεύουν στο φεγγάρι, αλλά δυσκολεύονται να διασχίσουν τον δρόμο, ώστε να συναντήσουν ένα νέο γείτονα. Κατακτήσανε το κενό του διαστήματος, αλλά όχι εσωτερικό τους κενό. Έχουν καθαρές  λεωφόρους, αλλά βρώμισαν την ψυχή τους, διασπάσανε το άτομο, αλλά όχι την εμπάθεια και την προκατάληψή τους. 

Έχουνε υψηλότερα εισοδήματα, αλλά χαμηλότερη ηθική,  γίνανε πολλοί σε ποσότητα, αλλά λίγοι σε ποιότητα. Ζούνε στην εποχή των ψηλών ανθρώπων, αλλά των μικρών χαρακτήρων, του γρήγορου κέρδους, αλλά των ρηχών σχέσεων.

Ότι βλάπτουν την υγεία τους στην προσπάθεια τους να βγάλουν πολλά χρήματα, και όταν τα βγάλουν, τα ξοδεύουν στην προσπάθεια τους να ανακτήσουν την και πάλι την κατεστραμμένη τους υγεία . Ότι έχουν άγχος για το μέλλον, αλλά ξεχνούν το παρόν, έτσι ώστε να μην ζουν ούτε στο παρόν ούτε στο μέλλον. Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ, και πεθαίνουν σαν να μην έζησαν ποτέ.»

Ο Θεός σταμάτησε,  και μείναμε για λίγο σιωπηλοί…

- Μετά από λίγο τον ρώτησα : «Ποια είναι τα μαθήματα που θέλεις τα παιδιά σου να πάρουν κατά την διάρκεια της ζωή τους;»

Ο Θεός μου απάντησε:

«Να μάθουν ότι ΔΕΝ μπορούν να κάνουν κανένα να τους αγαπήσει.
Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αφήσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν. 

Να μάθουν ότι χρειάζονται λίγα λεπτά για να πληγώσουν κάποιον που αγαπούν , αλλά χρειάζονται χρόνια για να γιατρέψουν τις πληγές που άνοιξαν. Το να τους συγχωρούν όμως οι άλλοι δεν είναι αρκετό. πρέπει οι ίδιοι να μάθουν να συγχωρούν τον εαυτό τους..

Να μάθουν ότι δυο άνθρωποι μπορεί να βλέπουν το ίδιο πράγμα , και να το αντιλαμβάνονται διαφορετικά. Kάθε άνθρωπος με πλησιάζει με το δικό του τρόπο: ορισμένοι με βεβαιότητα, άλλοι με άρνηση και μερικοί με αμφιβολία. Κάντε το καλό και να είστε καλοί. Αυτό και μόνο θα σας οδηγήσει στην ελευθερία και σε όποια αλήθεια σχετικά με εμένα υπάρχει….»

Βασισμένο στο "συνέντευξη με τον Θεό" (με πολλές προσθήκες και αλλαγές), του James J. Lachard (Jim Brown).

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Σάτυροι, Σειληνοί, Διόνυσος και αποκριές





Είναι γνωστή και ευρέως αποδεκτή η σχέση της Αποκριάς με τα πανάρχαια Διονυσιακά Μυστήρια. Ο Διόνυσος γεννιέται στην Αρκαδία. Και μαζί του γεννιέται το θέατρο. Η τραγωδία έχει τις απαρχές της στους θρησκευτικούς θιάσους του Διονύσου. Με τη χρήση της μάσκας οι μύστες δεν παρίσταναν απλά τον Θεό, γινόντουσαν αυτός ο ίδιος ο Θεός.



Η Διονυσιακή λατρεία όρισε τη θρησκευτικότητα της Αρκαδίας. Ειδικό τάγμα ιερέων, οι Μελιαστές, ήταν επιφορτισμένο με το καθήκον να διαμοιράζει τον ιερό οίνο. Γυναικεία τάγματα, οι περίφημες Μαινάδες, από τις οποίες παίρνει το όνομά του και το Μαίναλο τιμούσαν με νύκτιες ιεροπραξίες τον λατρευτό Θεό.



Οι αρχαίοι Έλληνες γιορτάζανε τα "Διονύσια" για να τιμήσουν τον Διόνυσο, τον προστάτη στις γονιμοποιές δυνάμεις στη γη και ξεχωριστά στ' αμπέλι και στο κρασί, που φανερά συνδυάζει την ορμή που έχουν το υγρό στοιχείο και η φωτιά, σμίγουν και γονιμοποιούν. Ο θεός πίστευαν πως ζούσε σε σπηλιά, περιπλεγμένη με κληματαριά. Όταν ωριμάσανε τα σταφύλια, έκοψε και γεύτηκε τον χυμό τους.



Ευχαριστήθηκε γεύση και μέθυσε. Πρόσφερε στους αγρότες, στους βοσκούς, στις νύμφες - βοσκοπούλες. Ήπιανε και νιώσανε να λύνονται οι κόποι, οι θλίψεις, οι αγωνίες, οι φροντίδες τους. Ξεκίνησε ο ωραίος και εύθυμος θεός. Τον ακολούθησαν παράφορα, στεφανωμένοι με κλήματα, όσα γεύτηκαν τον μούστο. Χοροπηδούσαν και φώναζαν "ευοί, ευάν", χτυπούσαν κύμβαλα και τύμπανα, παίζανε σύριγγες κι αυλούς, γυρίζανε παντού και ξαπλώνανε την καλλιέργεια στ' αμπέλι. Σκορπούσαν την ευθυμία, τη χαρά και την ξεγνοιασιά



Κοινό χαρακτηριστικό σ' αυτά τ' αποκριάτικα "δρώμενα" είναι η συμβολική τέλεση της σεξουαλικής πράξης "αφροδισία", που προκαλεί το γενετήσιο ένστικτο με την αμοιβαία έλξη ανάμεσα στα δύο φύλα. Τα αιδοία, τα εξωτερικά γεννητικά όργανα στον άνδρα ή τη γυναίκα, έχουνε πρωταγωνιστικό ρόλο στον λόγο και στην πράξη, στ' αποκριάτικα "δρώμενα".


Τα Ανθεστήρια, η Γιορτή των Λουλουδιών πρός τιμή του Διόνυσου Άνθιου ή Εύανθιου, τελούνταν στην Αθήνα πρός τα τέλη του Φεβρουαρίου, την 11η, 12η και 13η ημέρα του μήνα Ανθεστηριώνα. Tελούνταν κατά την πανσέληνο, μετά δύο πανσέληνους από το Χειμερηνό Ηλιοστάσιο. Θεωρείτο η εποχή που ο Δίας ζευγάρωσε με τη Σεμέλη ή την Περσεφόνη,  και συνέλαβε το Διόνυσο. Γιορταζόταν δηλαδή τη σύλληψη του Διονύσου αφενός, αλλά και την άνοδο του απο τον Κάτω Κόσμο, η οποία συντελείτο στα Λήναια, περίπου στις 2 Φεβρουαρίου. Τότε ήταν η εποχή που το κρασί είχε ωριμάσει και ήταν έτοιμο για να το ποιούν, τότε προσέφεραν και τις πρώτες προσφορές καρπών για να έχουν καλή σοδειά. Ωστόσο, ήταν και η πιό σημαντική Γιορτή των Νεκρών, όχι μόνο επειδή είχε αναδυθεί από τον Άδη ο Διόνυσος, αλλά και επειδή η Μητέρα Γή μαζί με τους καρπούς που προσέφερε, αγκάλιαζε και στους κόλπους της τους νεκρούς. 

Συνδύαζαν λοιπόν τη γιορτή πρός τιμήν της ομορφιάς, και της καρποφορίας της γής, άνοιγαν τα νέα γιοματάρια και γεύονταν κάθε είδους ευχαρίστηση, χαιρετώντας με αυτόν τον τρόπο και τους νεκρούς τους. Τους μασκερεμένους, ο Αριστοφάνης ονομάζει "Ονοκώλες". Σ' όλους τους μύθους, ο Διόνυσος παρουσιάζεται ανάμεσα σε μια θορυβώδικη ακολουθία, όπου οι Μαινάδες αποτελούν το θηλυκό στοιχείο και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και ο Πάνας το αρσενικό.


Οι Μαινάδες, που ονομάζονταν επίσης και Βάκχες, ήταν Νύμφες. Οι Νύμφες είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο στο βουνό Νύσα. Έγιναν οι πιστές ακόλουθες και συντρόφισσες του θεού του αμπελιού και τις βλέπουμε να καταγίνονται πρόθυμα με τον τρύγο, μαζί με τους Σειληνούς συχνά. Εμψυχωμένες από τον Διόνυσο, από το πνεύμα του θεού, ρίχνονταν αναμαλλιασμένες σε τρελές ορμητικές και ακανόνιστες διαδρομές, σαν με πηδήματα ελαφίνας, που προσπαθεί να ξεφύγει από την καταδίωξη του κυνηγού. Βγάζουν δυνατές κραυγές, χτυπώντας κρόταλα σαν μανιασμένες. 



Στεφανωμένες με κληματόφυλλα ή με κισσό, φορούσαν, όπως ο Διόνυσος, νεβρίδα, φόρεμα ελαφρό που δεν θα τις εμπόδιζε να παραδίνονται στο χορό, το αγαπημένο τους γλέντι. Πολύ συχνά τις συνόδευαν ζώα. Γίδες, ελάφια, πάνθηρες, λιοντάρια, έχοντας κάποιες φορές στα χέρια τους και φίδια. Όπως ο ίδιος ο Διόνυσος κρατούν κι αυτές το θύρσο, που τον στολίζουν με κισσό ή και με κληματόφυλλα.



Δίπλα στις Μαινάδες ως συμπλήρωμά τους στη συνοδεία του Διονύσου υπήρχαν όντα ειδικού χαρακτήρα, μισο-άνθρωποι και μισο-ζώα, οι Σάτυροι και οι Σειληνοί,



Οι Σειληνοί ήταν δαίμονες των ρεόντων υδάτων και της ευφορίας της γης, σύντροφοι του Διόνυσου. Αν και συχνά συγχέονται με τους Σάτυρους, ήταν διαφορετικά πλάσματα. Έμοιαζαν αρκετά με Κένταυρους, έχοντας αυτιά, ουρά και οπλές αλόγου και κατάγονταν από τη Θράκη και τη Φρυγία.



Αρχηγός τους ήταν ο Σειληνός, που είχε διαπαιδαγωγήσει το θεό Διόνυσο και που χρησίμευε σαν μάντης στους ανθρώπους, μόνο όμως αφού αυτοί τον μεθούσαν. Οι Σειληνοί συνήθως διασκέδαζαν το Διόνυσο παίζοντας μουσική και χορεύοντας με τις Μαινάδες, ενώ κατά το μύθο είχαν πολεμήσει μαζί με το Διόνυσο εναντίον των Γιγάντων.



Οι Σειληνοί εμφανίζονται με αφτιά και ουρά αλόγων και πολλές φορές είναι οπλισμένοι. Ωστόσο, η αρχαία πλαστική τούς παρουσίαζε άλλοτε γέρους με πατρική έκφραση να κρατούν στην αγκαλιά τους τον Βάκχο σε νηπιακή ηλικία, και άλλοτε πάλι κοντόχοντρους και μεθυσμένους άντρες, αποκρουστικούς στην όψη, στεφανωμένους με κληματόφυλλα και σταφύλια να κρατούν θύρσο ή ραβδί. Πολλές φορές ήταν ξαπλωμένοι δίπλα σε ασκί και άλλοτε πάνω σε γάιδαρο, που ήταν και το ιερό τους ζώο.



Ο γνωστότερος από τους Σειληνούς ήταν, κατά τη μυθολογία, ο ομώνυμος βασιλιάς της Νίσας στη Λιβύη, ο οποίος ήταν γιος του Ερμή ή του Πάνα και κάποιας Νύμφης (Βλ. λ. Σειληνός). Οι Σειληνοί ήταν χθόνιες θεότητες με αμφίσημο χαρακτήρα. Αφενός εμφανίζονται να έχουν βίαιο και λάγνο χαρακτήρα που τους φέρνει σε προστριβές με τις Νύμφες. Ως τέτοιοι παρουσιάζονται σαν αποτρόπαιοι δαίμονες (όπως η Γοργώ, η Μέδουσα ή οι Ερινύες) αποτρέποντας το κακό που οι ίδιοι συμβολίζουν.

 Άγαλμα του Σειληνού, Θέατρο Διονύσου, Αθήνα 1882



Ωστόσο, οι εξατομικευμένες μορφές Σειληνών όπως ο Σειληνός ή ο Μαρσύας παρουσιάζονται ως ευεργετικοί δαίμονες. Παρουσιάζονταν ως σοφοί δάσκαλοι και μάντεις που είχαν στενή σχέση με τη μουσική. Αυτός ο διττός χαρακτήρας τους προκύπτει από το ότι οι Σειληνοί ήταν χθόνιες θεότητες (όπως ο Πάνας ή οι Κένταυροι) που μεσολαβούν μεταξύ του πάνω και του κάτω Κόσμου. Έτσι σχετίζονται τόσο με τη γονιμότητα όσο και με τον θάνατο.Είναι ακριβώς ο χθόνιος χαρακτήρας τους που τους συνδέει με τον Διόνυσο, επίσης χθόνια θεότητα.



Ο αλογόμορφος χαρακτήρας τους συνδέεται επίσης με τη βακχική μανία, καθώς το άλογο στην αρχαία Ελλάδα ήταν σύμβολο της επιληψίας και της θείας μανίας.
Ο Friedrich Nietzsche στην Γέννηση της Τραγωδίας ( μτφ Νίκου Καζαντζάκη) , αναφέρει την ακόλουθη ιστορία, με τίτλο «Tι είναι για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό και πιο πολύτιμο αγαθό;», και με πρωταγωνιστή τον Σειληνό και τον βασιλιά Μίδα.



Κάποια αρχαία ελληνική παράδοση, που διηγείται ο Νίτσε, λέει πως, ο βασιλιάς Μίδας, κάποτε, κυνήγησε πολλή ώρα στο δασός το γερο Σειληνό, τον σύντροφο του Διόνυσου, χωρίς να μπορέσει να τον φτάσει. Όταν επιτέλους κατόρθωσε να τον πιάσει, ο βασιλιάς τον ερώτησε τι είναι για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό και πιο πολύτιμο αγαθό. Ακίνητος και πεισμωμένος ο δαίμων έμενε άφωνος, έως ότου, εξαναγκασμένος από τον νικητή του, ξέσπασε στα γέλια και άφησε να του ξεφύγουν αυτά τα λόγια :



“φυλή άθλια κι εφήμερη , παιδί της τύχης και της οδύνης, γιατί με αναγκάζεις να σου αποκαλύψει πράγμα που θα ήταν καλύτερα για σένα να μη γνωρίσεις ποτέ; Ο,τι περισσότερο απ όλα πρέπει να επιθυμείς, σου είναι αδύνατον να τα αποκτήσεις: το καλύτερο για σένα είναι να μην έχεις ποτέ γεννηθεί , να μην υπάρχεις, να πέσεις στην ανυπαρξία. Ύστερα από αυτό ο,τι περισσότερο πρέπει να επιθυμείς, είναι να πεθάνεις το γρηγορότερο»



Από μιαν ορισμένη εποχή και ύστερα, η διάκριση ανάμεσα στους Σάτυρους και τους Σειληνούς εξαφανίστηκε και γενικά τους συγχέουν δίνοντάς τους αδιάφορα το ένα ή το άλλο όνομα. Στις καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις επικράτησε περισσότερο ο τύπος του Σάτυρου με αυτιά και ουρά αλόγου.



Ο αριθμός των Σειληνών είναι απροσδιόριστος. Ένας τους ωστόσο έχει ειδική θέση ο οποίος θεωρείται ότι διαπαιδαγώγησε τον Διόνυσο. Έλεγαν πως ήταν γιος του Πανός και μιας Νύμφης. Άλλοι όμως συγγραφείς θεωρούσαν πατέρα του τον Απόλλωνα.





Κατά έναν άλλο μύθο ότι είχε γεννηθεί όπως οι Γίγαντες, από τις σταλαγματιές του αίματος του ακρωτηριασμένου Ουρανού. Διέμενε στο βουνό Νύσα που, κατά το μύθο, ανατράφηκε από τις Νύμφες ο Διόνυσος. Αυτές εμπιστεύθηκαν τη μόρφωση του νέου θεού στο Σειληνό, που έγινε κατά κάποιο τρόπο αχώριστος σύντροφός του. 

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Σειληνός είχε πιαστεί πολλές φορές από θνητούς που ήθελαν να φωτιστούν από τη σοφία του. Στην έκτη "Εκλογή" του, ο Βιργίλιος διηγείται, πως δύο τσοπανόπουλα, που τους είχε στ' αστεία συχνά υποσχεθεί ο Σειληνός να τους πει ένα από τα τραγούδια του, βρήκαν το γερο-Σειληνό σε μια σπηλιά μέσα να κοιμάται. Τον έδεσαν με τη βοήθεια της Νύμφης Αίγλης με το στεφάνι που είχε γλιστρήσει μέσα στον ύπνο του από το κεφάλι του.



Σαν ξύπνησε, γέλασε με την πονηριά τους κι άρχισε ένα τραγούδι για το πως γεννήθηκε ο κόσμος και το κάθε τι που ζει, λέγοντάς τους πανάρχαιους μύθους του Κρόνου, της Πύρρας και του Προμηθέα. Έτρεξαν όλα τα γύρω ζωντανά κοντά του να τον ακούσουν.



Να ακούσουν το τραγούδι του γερο-Σειληνού, ακόμα κι οι βαλανιδιές σαλεύανε τις κορυφές τους. Στην Ακρόπολη της Αθήνας έδειχναν μια πέτρα όπου είχε καθίσει Σειληνός να ξαποστάσει, τότε που είχε έρθει μαζί με τον Διόνυσο στην πρωτεύουσα της Αττικής.



Στην αγορά της Ήλιδας, στην Πελοπόννησο, υπήρχε ένας ναός αφιερωμένος στον Σειληνό, με άγαλμα του θεού που η Μέθη του πρόσφερε ένα κύπελλο γεμάτο κρασί. Και στον Μαλέα της Λακωνίας τιμούσαν επίσης τον Σειληνό, όπου είχε εγκατασταθεί ο σύντροφος τούτος του Διονύσου, καθώς πίστευαν. Και στη Φολόη, ως έλεγαν είχε αποκτήσει ο Σειληνός από τη Νύμφη Μελία τον Κένταυρο τον Φόλο.



Σύμφωνα με κάποιο μύθο που αναφέρει ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας, πίστευαν οι Αρκάδες πως ο Σειληνός ήταν πατέρας του "Νομίου Απόλλωνος", του προστάτη των κοπαδιών δηλαδή. Σε μεταγενέστερη εποχή θεωρούσαν γιο του Σειληνού ένα μυθικό πρόσωπο, τον Στάφυλο, που πρώτος ανακάτεψε το κρασί με το νερό. Ένας Αιγύπτιος συγγραφέας, ο Νόννος, αναφέρει τρεις γιους του Σειληνού: τον Αστραίο, τον Μάρωνα και τον Ληνέο.



Οι Σειληνοί απεικονίζονται συχνά χορεύοντας με τις Μαινάδες, και ήταν και μουσικοί. Η λύρα δεν ήταν άγνωστη στους Σειληνούς, που συνόδευαν τα τραγούδια τους μ' αυτή. Παράδειγμα, ο μύθος του Σάτυρου Μαρσύα που προκάλεσε τον Απόλλωνα με τη λύρα του.Πριν να συσχετιστούν με τον Διόνυσο οι Σειληνοί και οι Σάτυροι υπήρχαν ως χωριστές οντότητες στη φαντασία των Ελλήνων.



Εξηγούσαν το συνδυασμό τους αυτό με το θεό, στην αρχαιότητα, με τη μεγάλη έλξη που ασκούσε η νέα, η διονυσιακή λατρεία που υιοθετεί σιγά σιγά τα δευτερεύοντα πνεύματα των νερών, των δασών και των πηγών. Οι Σάτυροι ξανάρχισαν για τον Διόνυσο τους τελετουργικούς χορούς, που είχαν άλλοτε εκτελέσει για την Κυβέλη. Οι εξωτικές τελετές αυτής της λατρείας προκαλούσαν στους πιστούς κρίσεις ενθουσιασμού: πίστευαν πως είχαν καταληφθεί απ' το θεό και πως μεταμορφώνονταν σε ιερά ζώα, τράγους και άλογα (Σάτυρους και Σειληνούς)



Οι Σειληνοί βοήθησαν τον Διόνυσο κατά τη Γιγαντομαχία, καβάλα σε γαϊδάρους, που τα γκαρίσματά τους τρομοκράτησαν τους αντίπαλους των Ολύμπιων. Ένα αγγείο αρχαϊκής εποχής δείχνει τον Διόνυσο να μπήγει το θύρσο του στο σώμα ενός Γίγαντα που είχε πέσει κάτω, ενώ ένας πάνθηρας χώνει τα δόντια του στο στήθος του.



Οι δυο Σειληνοί τρέχουν προς το μέρος του Γίγαντα, που ο ένας τους κρατάει στο δεξί του μπράτσο ένα δέρμα πάνθηρα και με το αριστερό του χέρι παίρνει από κάτω μια πέτρα για να τη ρίξει κατά του πεσμένου Γίγαντα, ενώ ο σύντροφός του κρατάει ασπίδα και δόρυ με την αιχμή του προς τα κάτω. Στην άλλη πλευρά του αγγείου απεικονίζεται ένας οπλισμένος Σειληνός πάνω σε πολεμικό άρμα, που δυο άλλοι το σέρνουν άοπλοι και πίσω από το άρμα ένας τέταρτος Σειληνός σαλπίζει.

Σύνθεση, κύρια πηγή: ellinis.blogspot.gr

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία



Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Ο Οιδίποδας αιώνιο σύμβολο της άγνοιας








Ο οιδιπόδειος κύκλος δεν είναι ένα δόγμα της μοίρας, ούτε απλά ένα δράμα χαρακτήρων, μια ηθικολογική τραγωδία. Είναι δράμα αποκάλυψης η αποκαλυπτική δράση οδηγεί τον ήρωα να μάθει την αλήθεια για τον εαυτό του και συγχρόνως τον οδηγεί στην καταστροφή του.

Είναι το σύμβολο του ανθρώπου που αγωνίζεται με πάθος να βρει τα μυστικά της ζωής. Ο αιώνιος αναζητητής της αλήθειας που ξεκινά την περιπέτεια της εξόδου από τον αμέριμνο κόσμο της άγνοιας. Ο τραγικός σοφόκλειος ήρωας αποτελεί το συνώνυμο της άγνοιας, της έλλειψης γνώσης. Όλη του η ζωή ήταν εγκλωβισμένη μέσα στη αγνωσία. Ο τραγικός του γάμος, η πρωτύτερη δολοφονία του πατέρα του, η απόκτηση παιδιών με τη μητέρα του, όλα δείχνουν την ποιητική αποτύπωση των συνεπειών της άγνοιας και το μυθολογικό φόβο των θνητών για το άγνωστο.

Πριν από την γέννηση του Οιδίποδα ο βασιλιάς της Θήβας Λάιος, αποφάσισε να μάθει το πεπρωμένο του σχετικά με την απόκτηση διαδόχου, επειδή η γυναίκα του, η Ιοκάστη δεν είχε κυοφορήσει ποτέ, παρά τις πολύχρονες προσπάθειες. Ο Θεός Απόλλωνας μέσω της Πυθίας του διεμήνυσε, πως θα αποκτούσε γιο και πως αυτός μάλιστα θα τον σκότωνε.

Ο Λάιος, έχοντας γνώση του χρησμού μόλις γεννήθηκε το παιδί, το έδεσε από τα πόδια (εξ ου και το όνομα Οιδίπους (οίδημα(=πρήξιμο) + πους(=πόδι)) και τον έδωσε σ΄ έναν δούλο, τον οποίο διέταξε να τον αφήσει έκθετο στο όρος Κιθαιρών. Με αυτόν τον τρόπο εναπόθετε την τύχη του βρέφους στα χέρια των Θεών ή της Τύχης, όπως αναφωνεί στην τραγωδία «Οιδίπους Τύρανος» του Σοφοκλή, ο ίδιος ο ήρωας. Ένας βοσκός όμως βρήκε το παιδί και το παρέδωσε στην γυναίκα του βασιλιά της Κορίνθου, την Μερόπη. Αυτοί μην έχοντας παιδιά, τον δέχτηκαν σαν «θείο δώρο». Έτσι ο Οιδίποδας έζησε και μεγάλωσε στα παλάτια της Κορίνθου, σαν γνήσιος και νόμιμος κληρονόμος του θρόνου.

Ο Οιδίποδας  κατευθύνεται στο Μαντείο των Δελφών για να μάθει την αλήθεια. Συνεχίζοντας το ταξίδι του και αποφεύγοντας να γυρίσει στην υποτιθέμενη πατρίδα του, επιστρέφει χωρίς να το ξέρει στην αληθινή πατρίδα του. Στη διαδρομή δολοφονεί τον πατέρα του για ασήμαντη αφορμή εν αμύνη. Κι όμως ο ήρωας που έμελλε να αλλάξει την πορεία της Θήβας δε γνώριζε ότι συμπλέκονταν με τον αληθινό του πατέρα. Είναι ο ίδιος ήρωας που κατορθώνει να λύσει το περίφημο αίνιγμα της σφίγγας που μέχρι τότε είχε οδηγήσει στο θάνατο τόσους νέους ανθρώπους. Λύνει το αίνιγμα για να καταστεί σύμβολο της σοφίας.

Ως δώρο της εξόντωσης του τέρατος ήταν ο γάμος του με τη χήρα πια βασίλισσα και ο ενθρονισμός του στην πατρογονική του πόλη -που ακόμη εξακολουθούσε να μην το γνωρίζει. Ο σοφός βασιλιάς φαίνεται να ζούσε για χρόνια ευτυχισμένος -οικογενειακά και πολιτικά- μέχρι να πέσει λοιμός στη Θήβα, να μάθει την αλήθεια και να φτάσει η ολοκληρωτική του πτώση στα μάτια θεών και θνητών μέσα στους επόμενους αιώνες. Χλευάστηκε. Ο Οιδίπους αυτοτυφλώνεται προτίμησε να ζήσει στη δική του ερμηνεία των πραγμάτων, στην οπτασία που τον έκλεισαν οι θεοί χωρίς να προσπαθεί να ξεφύγει.



Ο Οιδίπους, που έγινε τύραννος χάριν της γνώσης του, θα χάσει την εξουσία του μόλις μάθει την αλήθεια. Η αλήθεια εμφανίζεται πλέον ως ασύμβατη με τη σοφία. Ο βασιλιάς είναι αδαής, άπορος, έχει πλήρη άγνοια με τον ίδιο βαθμό πληρότητας που είχε η γνώση της απάντησης στο αίνιγμα της Σφίγγας. Κι όμως αυτή του η απάντηση που τον κατέστησε τον πλέον σοφό και τον οδήγησε στην αλαζονεία: ηύρηκεν ολομόναχος, την λύση και του αινίγματος και του χρησμού. Η άγνοια αυτή μέσω της γνώσης, δεν αντανακλά απλά την αλαζονεία του, αλλά την ύπαρξη τόσων πληροφοριών που τελικά δεν μπόρεσε να τις αξιολογήσει κατάλληλα και να οδηγηθεί στα σωστά συμπεράσματα. 





Είχε τις πληροφορίες που χρειάζονταν ώστε σύντομα να αντιληφθεί το παρελθόν και τον παρόν, αλλά προτίμησε να μείνει προσκολλημένος στο φαντασιακό που έπλασε για τις γνώσεις και την σοφία του. Είναι καταδικασμένος να ζει στο σκοτάδι της άγνοιας και του πόνου μέσα σ' έναν παράλογο και μυστηριώδη κόσμο, και, παλεύοντας συνεχώς, να οδηγείται παρά τη θέλησή του στη μοιραία κατάληξη, την a priori καταδίκη του σε θάνατο, που τη γνωρίζει, αφού είναι το μόνο από τα όντα που έχει επίγνωση του θανάτου.

Η άγνοια όμως αυτή του Οιδίποδα ήταν η ρίζα όλων των κακών. Προσηλωμένος στη μορφή και στην ύλη ο ήρωας οδηγείται στις δικές του αυταπάτες. Όπως επισημαίνει ο Blum η αναζήτηση της επίγνωσης – ενόρασης ήταν πάντα παράλληλη με την ευλογία της άγνοιας. Αυτό αντανακλάται στην ταλαιπωρία του Οιδίποδα μεταξύ του γνωρίζω – δεν γνωρίζω, μια αμφιταλάντευση η οποία παραπέμπει στην αμφιθυμία του. Η σύζευξη του ότι ο Οιδίποδας αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα τον μωρότερο και τον εξυπνότερο άνθρωπο, σηματοδοτείται στην επίλυση του αινίγματος της Σφίγγας:

Η Σφίγγα, με γυναικείο πρόσωπο και μπούστο, είχε πόδια και ουρά λιονταριού και έφερε φτερά. Έλεγαν ότι ήταν κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας, αλλά σύμφωνα με μια άλλη παράδοση ήταν νόθα κόρη του Λάϊου. Είχε διαλέξει για κατάλυμα ένα βράχο κοντά στη Θήβα, από όπου περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στην πόλη. Η Σφίγγα σταματούσε όλους τους περαστικούς και απαιτούσε να βρίσκουν λύση σε πολύπλοκους γρίφους. Όποιος δεν έβρισκε τη λύση έβρισκε τον θάνατο: η Σφίγγα τον έτρωγε.

Ο κίνδυνος ήταν τόσο μεγάλος, που η βασίλισσα Ιοκάστη, γυναίκα/χήρα του Λάϊου έφτασε στο σημείο να προσφέρει το θρόνο της Θήβας σε όποιον απαντούσε σωστά και εξολόθρευε το τέρας. Η Σφίγγα σταμάτησε τον Οιδίποδα και τον ρώτησε:

- «Ποιό είναι το πλάσμα που το πρωί περπατά με τέσσερα, το μεσημέρι με δύο και το βράδυ με τρία πόδια;»

Εκείνος απάντησε αμέσως: «Ο άνθρωπος. Περπατά στα τέσσερα όταν είναι μικρός, στα δύο όταν μεγαλώσει και στα τρία όταν γεράσει, αφού χρησιμοποιεί μπαστούνι».

Η Σφίγγα εκνευρισμένη ζήτησε να λυθεί και δεύτερος γρίφος:

- «Ποιές είναι οι δύο αδελφές που γεννούν η μία την άλλη και η δεύτερη γεννά με τη σειρά της την πρώτη;»

Και πάλι ο Οιδίπους απάντησε γρήγορα: «Η νύχτα και η ημέρα».

Η Σφίγγα απελπίστηκε, γκρεμίστηκε από τον βράχο και σκοτώθηκε.
Αυτό το πασίγνωστο επεισόδιο έχει ένα ολοφάνερο νόημα: η απάντηση στην ερώτηση της Σφίγγας (και στην αναζήτηση του Οιδίποδα, την οποία, σε μια καίρια στιγμή, συνοψίζει και συμβολίζει) είναι ο άνθρωπος. Για να ανακαλύψει τον εαυτό του ξεκίνησε την περιπλάνησή του ο Οιδίπους. Γύρευε τον πατέρα, τη μητέρα, γύρευε τις ρίζες του, δηλαδή, ο συμβολισμός εδώ είναι η γνώση της αληθινής του φύσης.





Ωστόσο, ο μύθος περικλείει κι άλλο ένα νόημα. Ο Οιδίπους συμβολίζει τον ίδιο τον άνθρωπο. Το μυστικό της ζωής του, της ασύνειδης και τραγικής, είναι το ίδιο με το μυστικό της ανθρώπινης φύσης, το οποίο η συνείδηση αγωνίζεται τις περισσότερες φορές να καταπνίξει, ενώ ο μύθος το φανερώνει με μεταφορικό λόγο. Επειδή ο Οιδίπους ήταν ο μόνος που εξιχνύασε το μυστικό της Σφίγγας και το μυστήριο του ανθρώπου, υπήρξε συγχρόνως ο μόνος που οδήγησε ως τα άκρα την ζήτηση της τρομερής, μα αναπόδραστης αλήθειας. Από τους αρχαίους ακόμη χρόνους θεωρήθηκε ως ένας ήρωας καθ’οδόν προς την επίγνωση.

Ο άνθρωπος είναι το ανώτερο ζώο,διότι μπορεί να μιμηθεί ΟΛΑ τα άλλα ζώα,μπορεί να κολυμπάει και να καταδύεται για ώρες,μπορεί να πετάξει,να περπατήσει,να τρέξει,και άμα τον πιάσουν τα μαζοχιστικά του αρχίζει να έρπεται σαν σκουλήκι στη γη.Έτσι είναι,ο άνθρωπος μπορεί να αφομοιώσει τη Γνώση όλων των υπόλοιπων ζωικών μορφών,συμπυκνώνοντας ό,τι πιο σιχαμένο και ό,τι πιο μεγαλειώδες κρύβει η Φύση,ό,τι πιο ισχυρό και ό,τι πιο αδύναμο.Αυτή είναι και η έννοια του άξονα Λέων-Υδροχόος,ο βασιλιάς ο Λέων συμβολίζει το ζενίθ του Μεγάλου Μεσημεριού,τη μέγιστη εξωτερίκευση όλης της ζωικής δύναμης και ο Υδροχόος την εσωτερίκευση όλης της Ζωικής Δύναμης,η Κατάφαση και Κατανόηση ΟΛΩΝ των μορφών.

Το γατί ο Οιδίπους τα κατάλαβε όλα,κατάλαβε τη Λογική Συνέχεια του Έργου,γιάυτό και υπέφερε τόσο,διότι η Γνώση είναι Αμαρτία απέναντι στη Ζωή.Οιδίπους σημαίνει Αυτός που Γνωρίζει,σημαίνει,όμως,και Αυτός που Υποφέρει,ο δύσμοιρος άντρας με τα τρυπημένα πόδια που από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε υπέφερε από τους Πόνους.

Οφείλουμε, έτσι, ερμηνεύοντας το Σοφοκλή ότι η οιδιπόδεια άγνοια για τον ποιητή ουδέποτε αποτέλεσε κάτι το θετικό. Δεν είναι προοπτική και στάση ζωής, αλλά αντίθετα αιτία για τραγικό τέλος, αφορμή και σύμβολο προκειμένου να διδάξει τη δύναμη της γνώσης και της κρίσης στους θεατές του. Γιατί ο Οιδίποδας δεν αποτελεί ένα τυχαίο πρόσωπο που έπεσε στη θεϊκή δίνη της άγνοιας, αλλά και το σύμβολο της σοφίας. Είναι εκείνος που γνώριζε όλες τις απαντήσεις, που είχε όλη τη σοφία να βρίσκει λύσεις κατατροπώνοντας τέρατα. Κι όμως ο σοφός άνθρωπος μέσα στον παραλογισμό της αλαζονείας του δεν ανακάλυψε το παιχνίδι των θεών. Και τούτο το ανακάλυψε πολύ μετά την ίδια τη μητέρα και σύζυγό του.

Έτσι, ο Οιδίποδας καθίσταται στη δραματική ποιητική γλώσσα το αιώνιο σύμβολο της ανειδημοσύνης που ενώ ζούσε μέσα σε ένα καταιγισμό πληροφοριών που αρνούνταν να τις αξιολογήσει ορθολογικά. Η άγνοια τον οδήγησε μόνο πρόσκαιρα στην ευτυχία και την επιτυχία, αλλά τελικά τον έφερε στην καταστροφή, στον αιώνιο χλευασμό των θνητών. Τιμωρήθηκε από τα ίδια του τα χέρια για εκείνα που γίνονταν μπροστά του, για εκείνα που πληροφορούνταν, αλλά δεν μπορούσε να το κρίνει. Προτιμούσε να ζει μέσα στην άγνοια της αλαζονείας

Ένα κεντρικό σημείο στον Οιδίποδα του Σοφοκλή είναι το αίτημα του Τειρεσία προς τον ήρωα μη ρωτάς. Ο τυφλός και αμφίφυλος άνθρωπος, γνώριζε ότι η περιέργεια του Οιδίποδα θα προκαλούσε μια τρομακτική απάντηση την οποία ο βασιλιάς της Θήβας δεν περίμενε και δεν θα έπρεπε να ξέρει. Το ίδιο όμως το μη ρωτάς είναι η παρότρυνση που ακούμε και σήμερα για την ευτυχία που προκαλεί η άγνοια, το να ζει δηλαδή κανείς μέσα στην παραίσθηση των απαντήσεων, αλλά όχι στα συμπεράσματα. Παραδόξως το "μη ρωτάς", είναι ο τρόπος ζωής μέσα στην ερώτηση. Στις μέρες μας, έχουμε φτάσει σε μια συνθήκη πολιτισμού κατά την οποία η συνειδητοποίηση έχει να κάνει με το αντικείμενο, αλλά όχι με το υποκείμενο. Το αντικείμενο ελεύθερο από υποκειμενικότητα και μετακινούμενο από κάθε άμεση σχετικότητα στον ορίζοντα του, βρίσκεται σε άμεση αντίληψη.

Επιμύθιο:
 
Σύμφωνα με τον Νίτσε: Ο Οιδίποδας είναι ο άνθρωπος που έχει αλλοτριωθεί από την υπόλοιπη φύση και, συνεπώς, έχει αποκοπεί από τη διανοητική του δύναμη, η οποία είναι σε θέση να διερευνήσει τα μυστικά της φύσης και ν’ αρπάξει απ’ αυτήν το μυστικό της θέσης του ανθρώπου μέσα σ’ αυτήν. Ο Νίτσε διακρίνει μια τριπλή μοίρα στον Οιδίποδα: -την απάντηση στο αίνιγμα -το φόνο του πατέρα -το γάμο με τη μητέρα
Αυτή η τριπλή μοίρα υπογραμμίζει την αφυσικότητα αυτής της φοβερής σοφίας. Πρόκειται για ένα βλέμμα στην άβυσσο. Ο τραγικός ήρωας βγαίνει από εκεί φέρνοντας τη «φωτεινή μεταεικόνα και γίνεται τέρας. Η ακραία αφυσικότητά του συμβολίζεται από την αιμομικτική ένωση.

Σύμφωνα με τον Φρόυντ: Η αμφισημία της γνώσης έγκειται στην αντίθεση ανάμεσα στα διανοητικά κατορθώματα του ήρωα και σε ένα είδος γνώσης που κατέληξε να γίνει άγνοια μέσα από την πίεση. Η κρυμμένη βία που υπάρχει στο παρελθόν δεν είναι τυχαία. Η αναγκαιότητα να παντρευτεί ο Οιδίποδας τη μητέρα του και να σκοτώσει τον πατέρα του, όπως διατυπώνεται στο χρησμό, είναι η μοίρα στην οποία υπόκειται ο καθένας μας, μέσα στις καταπιεσμένες επιθυμίες του ασυνείδητου.  Έτσι, αιμομιξία και πατροκτονία συμφωνούν με την ήρεμη αντικειμενικότητα του χρησμού, ο οποίος στο Σοφοκλή παρουσιάζεται ως περιγραφική διατύπωση του τι θα συμβεί.

 Στον Οιδίποδα διακρίνουμε:

* Την κοινή μοίρα, τον τραγικό κλήρο του ανθρώπου, που έρχεται στον κόσμο χωρίς να ερωτηθεί, είναι προορισμένος ν’ αγωνίζεται στα τυφλά και να λύνει αινίγματα που του επιβάλλονται μυστηριωδώς.
*Το αδιάλλακτο πείσμα του ανθρώπου που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει το μυστικό της ύπαρξής του, που το κρατούν, ωστόσο, ζηλόφθονα οι θεοί.
* Τον άνθρωπο που θέλει να δικαιώσει την ύπαρξή του, μα που αδυνατεί να προβλέψει τις συνέπειες των πράξεών του.
* Τον άνθρωπο πο υ είναι καταδικασμένος να ζει στο σκοτάδι της άγνοιας και του πόνου του.

Σύνθεση, κύρια πηγή chldimos.blogspot.gr
 

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία- Μυθαγωγία