Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Ετυμολογία της λέξεως "κλήρος"


Η λέξη κλήρος παράγεται από το "κλαράκι" (ηχοποίητον, από τον κρότο που ακούγεται oταν σπάμε ένα κλαδάκι).

Κατά την "κλήρωσιν" ό καθεις έθετε το κλαδάκι του, δηλ. το δικό του "ξυλαράκι" με χαραγμένα επάνω σημεία η γράμματα, εντός κοίλου σκεύους (στον πόλεμο εντός μιας περικεφαλαίας) και ακολούθως επαλλον μέχρις στου εκτιναχθη και πέση στην γη ό πρώτος "κλάρος" η "κληρος".

Ό Όμηρος εις το Γ της 'Ιλιάδος, όπου αφηγείται την μονομαχία Μενελάου-Πάριδος, περιγράφει παραστατικά πώς "πάλλουν κλήρους" δια να καθορισθεί από τύχη ποιος θα ρίξει πρώτος το ακόντιον. Τους κλήρους τους "επαλεν" εντός κράνους ό 'Έκτωρ "αψ όρών", δηλ. κοιτάζοντας προς τα πίσω και Όχι προς την " κληρωτιδα" , δι' ευνοήτους λόγους.

Και ο θεός "εξόρουσε" (=εκανε να εκπηδήση, να εξορμήση) πρώτος ο κλήρος του Πάριδος, πέφτοντας ακολούθως στην γη. 'Εξού και ή σημερινή έκφρασης "τού έπεσε ό κλήρος", "μου έπεσε το λαχείο " .

Με κλήρους εμοιράσθηκαν τα πρώτα αγροτεμάχια, εξου και κλήρος = περιουσία• "νέμειν κλήρον" σημαίνει ότι διανέμονται οι παίδες την πατρφαν κτησιν (εξ αυτου, τόσον το ρήμα κληρονομώ = λαμβάνω μερίδιον από την περιουσίαν, και το κληροδοτώ = δίδω τον "κληρον" μου).


Από το βιβλίο της Άννας Τζιροπούλου, "o εν τη λέξει Λόγος" 

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος