Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Καριοφίλι, το θρυλικό όπλο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821

«Θα πάρω το τουφέκι μου, τ΄ άγιο το καριοφίλι»


Το όπλο που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο στην Επανάσταση του 1821, και έγινε το "προσκεφάλι" καθώς και ο αχώριστος φίλος των αγωνιστών ήταν το γνωστό, σε όλους μας καριοφύλι.

Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, με λεπτή κάνη και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδότησης τους ήταν Ιταλικής προέλευσης.  

Η προέλευση της λέξης και ο χρόνος εισαγωγής του στην ελληνική γλώσσα αποτέλεσαν αντικείμενο ζωηρής διαμάχης στις ελληνικές εφημερίδες το 1865 και τη δεκαετία του 1960.* Η δημοφιλέστερη ελληνική άποψη ισχυρίζεται ότι προέρχεται από την επωνυμία Carlo e figli (Carlo και Υιοί). Τα όπλα «είχαν ένα ευφωνικό όνομα... καριοφίλια. Αυτή η παράξενη και μελωδική λέξη αποτελεί εξελληνισμό της επωνυμίας ενός ιταλικού οπλουργείου, του οποίου τα προϊόντα ήταν περίφημα σε όλη την Ανατολή: Carlo e figli».**

Ωστόσο δεν υπάρχει καταγεγραμμένος κατασκευαστής όπλων με αυτό το όνομα, ούτε ο συγγραφέας [σημ. εννοεί τον εαυτό του] κατάφερε να βρει κανέναν ο οποίος υπέγραφε “e figli”, παρόλο που ένας Έλληνας έμπορος είπε στον συγγραφέα ότι ο πατέρας του είχε πει πως το όνομα προερχόταν από Έλληνες λιανοπωλητές της Τεργέστης. Ίσως ένας Ιταλός λιανοπωλητής να έδωσε το όνομά του στο εμπόρευμα.

Πιο πιθανή είναι η εκδοχή που μετέφερε στον συγγραφέα ο Κώστας Γεωργόπουλος και ένας αργυροχόος από τα Ιωάννινα, ο Γιάννης Καριοφίλης. Ο κύριος Καριοφίλης είπε στον συγγραφέα ότι πριν από πέντε γενιές, το 1780, ένας πρόγονός του ήταν διάσημος αργυροχόος και γνωστός κατασκευαστής μακρύκαννων όπλων, γεννημένος στους Καλαρρύτες —ένα χωριό κοντά στα Ιωάννινα, με παράδοση στην επεξεργασία του ασημιού και του χρυσού. Φυσικά το όνομα μπορεί να σχετίζεται με το επάγγελμά του και ο όρος να υπήρχε πολύ πριν από τη γέννηση αυτού του ανθρώπου.


Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά την επανάσταση, είχαν αναπτυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα βιοτεχνίες και εργαστήρια παραγωγής όπλων με εισαγωγές μηχανισμών από την Ιταλία αλλά και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Προμηθευτής των όπλων της επανάστασης με πυρομαχικά ήταν κυρίως οι μπαρουτόμυλοι των Αφών Σπηλιοτόπουλου στη Δημητσάνα, που ήταν ουσιαστικά η έδρα της πρώτης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.


Οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη karanfil για να δηλώσουν το όπλο από τα τέλη του 16ου αιώνα. Δεν θα μπορούσαν να έχουν δανειστεί τον όρο από την ελληνική λέξη καριοφίλι (kariophili), καθώς οι Έλληνες είχαν αφοπλισθεί μετά την οθωμανική κατάκτηση. Στα τουρκικά karanfil σημαίνει επίσης γαρίφαλο, όπως και με μικρές παραλλαγές στα αλβανικά και στα σερβοκροατικά. Το γαρίφαλο, Dianthus caryophyllus, είναι ενδημικό στη Μεσόγειο και αναφέρεται από τον Θεόφραστο (περ. 371-περ. 287 π.Χ.), φιλόσοφο από την Ερεσό της Λέσβου. Ήταν διάδοχος του Αριστοτέλη στην Περιπατητική σχολή και σώζονται δύο από τα σημαντικά βοτανολογικά του έργα, Περί φυτικών ιστοριών και Φυτικών αιτίων. 

Δίανθος σημαίνει «το άνθος του Θεού», από το όνομα του θεού Δία, και το άνθος. Από την κλασική ελληνική λέξη καρυόφυλλον (karyophyllon) η λέξη πέρασε στα αραβικά (qaranful) και από εκεί στο τουρκικό karanfil (που σημαίνει επίσης μοσχοκάρφι, το οποίο έχει το ίδιο σχήμα). Οι τουρκικές κάννες του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα έχουν μεγάλα στόμια σε σχήμα αυγού, που θυμίζουν το μπουμπούκι του γαρίφαλου. Ορισμένοι προχωρούν ακόμα παραπέρα, προσθέτοντας εγχάρακτα ή ένθετα μπρούντζινα γαρίφαλα στον διάκοσμο του όπλου, όπως σε ένα δείγμα του [Μουσείου] Stibbert (εικόνα 214). Το άνθος ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές ως διακοσμητικό μοτίβο στα κεραμικά από το Iznik και σε υφάσματα του 16ου αιώνα. 

Οι ονομασίες των τουρκικών όπλων στα Βαλκάνια είναι συνήθως περιγραφικές, επομένως αυτή είναι η πιθανότερη προέλευση της λέξης καριοφίλι, η οποία πέρασε από τα τουρκικά στα ελληνικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χρήση της λέξης αποτελούσε δείγμα του μαύρου χιούμορ των στρατιωτικών της εποχής, παρόμοια με τη χρήση της λέξης zanburak ή 
zamburak (αραβικά, τουρκικά και περσικά), κυριολεκτικά «μικρή μέλισσα», που αναφερόταν αρχικά σε μια βαλλίστρα και στη συνέχεια σε ένα μικρό κανόνι το οποίο μεταφερόταν στην πλάτη μιας καμήλας, με το αστείο να φορά τον ήχο και το «τσίμπημα» του βλήματος.

*Τάκης Λάππας. «Η φορεσιά και τα άρματα των αγωνιστών», στο: Γύρω απ’ το Εικοσιένα (1970), 38-41.
** Patrick Leigh Fermor, Roumeli (1966), 148.



Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος - Μυσταγωγία-Μυθαγωγία