Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

Η Αρκαδία, ο Θεόκριτος και η Ελληνιστική εποχή


 «Υπάρχουν δύο Πύλες που οδηγούν στο δρόμο για την εσωτερική Αρκαδία. 
Η μία είναι ο «Καθαρισμός του Νου. Η δεύτερη είναι το «Άνοιγμα της Καρδιάς».
Αρκαδικός κύκλος 


Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής, ήταν ο Θεόκριτος. Αν και δεν γνωρίζουμε πολλές πληροφορίες για τη ζωή του, θεωρείται ότι γεννήθηκε στις Συρακούσες γύρω στο 304 π.χ. και εν συνεχεία έζησε στην Κω και την Αλεξάνδρεια, κατά την περίοδο του Πτολεμαίου Β΄. - Ο Θεόκριτος λογιάζεται ιδρυτής της Βουκολικής ποίησης, ο πρώτος κρίκος μιας αλυσίδας ποιητών και λογίων που έθρεψαν, μέχρι τα νεώτερα χρόνια, την Αρκαδική λογοτεχνική Παράδοση. Από το σύνολο του έργου του διασώζονται τριάντα ποιήματα, με θεματολογία που βασίζεται στον ποιμενικό βίο αλλά και σε θέματα μυθικού ή ερωτικού περιεχομένου. Τα ποιήματα αυτά, που αργότερα συγκεντρώθηκαν κάτω από το γενικό τίτλο «Ειδύλλια», χαρακτηρίζονται από ευθυμία και φυσικότητα και είναι γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο. 

Θεματολογικά, τα ποιήματα του Θεόκριτου διαδραματίζονται στην ύπαιθρο, σε ένα επίγειο Παράδεισο, που ταυτίζεται με την Αρκαδία. - Έχουν ως ήρωες ποιμένες ή γεωργούς που συμμετέχουν σε μουσικούς και ποιητικούς αγώνες τραγουδώντας τον έρωτα ή τα πάθη, τα δικά τους ή των άλλων. 

Στο πρώτο  ειδύλλιο (Θύρσις ιδή), για παράδειγμα, οι ήρωες είναι δυο βοσκοί, ο ποιμένας Θύρσης κι ένας ανώνυμος αιγοβοσκός, που συναντιούνται σ ένα τοπίο επίγειου παράδεισου την ώρα της μεσημεριανής ανάπαυσης. -  Ο Θύρσης επαινεί τον αιγοβοσκό για το παίξιμο της σύριγγας, και εκείνος με τη σειρά του εγκωμιάζει τον Θύρση για τις επιδόσεις του στο τραγούδι και τον πείθει να τραγουδήσει "τα πάθη του Δάφνη", υποσχόμενος να του δώσει ως έπαθλο ένα ξυλόγλυπτο ποτήρι (κισσύβιον) που το κοσμούν θαυμάσιες παραστάσεις. Ο αιγοβοσκός περιγράφει λεπτομερώς το κισσύβιον (στ. 27-61), το ταπεινό αντικείμενο με την περίτεχνη διακόσμηση, και ο Θύρσης τραγουδάει την τραγική μοίρα του ερωτευμένου βουκόλου Δάφνη. Το ποίημα κλείνει με την παράδοση του επάθλου.

Ήδη, βλέπουμε από την αρχή ότι το κεντρικό θέμα της Βουκολικής ποίησης και γενικότερα του Αρκαδισμού, είναι ο Έρωτας. Όμως, όταν μιλάμε για Έρωτα δεν αναφερόμαστε απλά σε ένα προσωπικό εφήμερο συναίσθημα αλλά στην κοσμογονική δύναμη που βρίσκεται στο κέντρο της Ύπαρξης, καλλιεργεί την ηθική και πνευματική ανάταση της ψυχής και ενώνει τον άνθρωπο με το Σύμπαν. - Είναι αυτού του είδους ο Έρωτας, που ανέπτυξε η Διοτίμα, στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, και πάνω στον οποίο θεμελιώνεται η επιστήμη της συνείδησης. - Είναι ο Έρωτας που όταν κάποιος τον βιώσει, εμβαθύνει στη Γνώση της αρμονίας ανάμεσα στα στοιχεία του Κόσμου, αλλά και στην κατανόηση της ομορφιάς όλων των μορφών ζωής. 

Ο Έρωτας που υπάρχει στη Βουκολική Ποίηση, και που ουσιαστικά συνθέτει και τη βάση της Αρκαδικής Φιλοσοφίας, ξεκινά από τον Έρωτα του ανθρώπινου σώματος, περνάει κατόπιν στο δεύτερο ανάβαθμο, που περιλαμβάνει τον Έρωτα για το κάλλος της ψυχής και καταλήγει στην αισθητική ενατένιση και την κατανόηση της ομορφιάς στο κάθε τι που υπάρχει. - Στόχος του, ο μετασχηματισμός του ανθρώπινου πνεύματος, το άνοιγμα της καρδιάς και η ανάπτυξη των δυνατοτήτων του Νου, στον τομέα της προσοχής, της μνήμης, της άμεσης γνώσης και της σύνθεσης. 

Θεματολογικά, η ποίηση του Θεόκριτου και γενικότερα η σύνδεση του Έρωτα με τη Φύση δεν ξεκινά από την Αλεξάνδρια. Αντίθετα, θεμελιώνεται πάνω στα λυρικά επιτεύγματα των Στησίχορου, Σαπφώς, Αλκαίου, Αλκμάνα και άλλων λυρικών ποιητών της Αρχαϊκής Εποχής. – Ας δούμε περιληπτικά το ποιοι ήταν αυτοί και τι είδους ποιήματα έγραψαν. 

Ο Στησίχορος (632-556 π.χ.) κατάγονταν από την πόλη Ιμέρα της Σικελίας, άλλοι όμως πιστεύουν ότι αρχικά ζούσε στο Παλάντιο της Αρκαδίας και όταν εξορίστηκε από εκεί, έφτασε στην Κατάνη όπου και πέθανε. - Τα ποιήματα του ήταν γραμμένα σε δωρική διάλεκτο και σε 26 βιβλία. – Λένε ότι όταν έγραψε ένα προσβλητικό έργο για την Ελένη τυφλώθηκε και μετά, αφού έγραψε ένα εγκώμιο για την Ελένη, την «Παλινωδία», ανέκτησε και πάλι την όραση του. – Ονομάστηκε Στησίχορος επειδή ήταν ο πρώτος που οργάνωσε χορωδία για να συνοδέψει τον ήχο της λύρας. Πριν από αυτό ονομάζονταν Τισίας. 

Ο Αιλιανός (Ποικ. Ιστ. Ι 18) αναφέρει ότι ήταν πρώτος ο Στησίχορος που συνέθεσε τραγούδια για τον Δάφνη, τρεις αιώνες πριν από το Θεόκριτο και την Αλεξανδρινή σχολή. Ο ποιητής έγραψε ότι ο Δάφνης έβοσκε τα βόδια του στη Σικελία, όταν τον ερωτεύθηκε μια νύμφη και πλάγιασε μαζί του. -        Η νύμφη τον έβαλε να της υποσχεθεί ότι δεν θα πλησιάσει καμία άλλη και τον απείλησε ότι αν παραβεί το λόγο του θα χάσει την όραση του. Και έδωσαν όρκο γι αυτό. - Μετά από πολύ καιρο η κόρη ενός βασιλιά ερωτεύθηκε τον Δάφνη και αυτός, μεθυσμένος, παρέβη το λόγο του και πλάγιασε με την κοπέλα. Έτσι, τυφλώθηκε και τα βουκολικά τραγούδια που πρωτογράφτηκαν από το Στησίχορο είχαν σαν θέμα το πάθημα και την τύφλωση του.

Η Σαπφώ (630-570 π.χ) ήταν σύγχρονη του Αλκαίου και του Στησίχορου. Για τη ζωή της ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Πιθανόν είχε γεννηθεί στην Ερεσό της Λέσβου, Σύμφωνα με το βυζαντινό λεξικό Σούδα, παντρεύτηκε έναν πλούσιο από την Άνδρο, τον Κερκύλα, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, που ονομάστηκε Κλεΐδα. - Λόγω πολιτικών αναταραχών στη Λέσβο που οδήγησαν την αριστοκρατία του νησιού σε εξορία η Σαπφώ κατέφυγε στη Σικελία. - Αργότερα, μετά την κατάλυση της τυραννίας, γύρισε στη Μυτιλήνη και συγκέντρωσε γύρω της νεαρές όμορφες φίλες από την αριστοκρατία του νησιού και των μικρασιατικών πόλεων, για να τους διδάξει τις τέχνες της μουσικής και της ποίησης. - Η σχέση της Σαπφούς με τις μαθήτριές της θεωρήθηκε αργότερα απρεπής, επειδή είχε και ερωτικές διαστάσεις και γι' αυτό έμεινε στην ιστορία ως «λεσβιακός έρως» - Μάλιστα αναφέρεται ότι η Σαπφώ είχε ερωτευθεί την Ατθίδα, την Τελέσιππα και τη Μεγάρα.

Ένας μεταγενέστερος θρύλος λέει ότι η Σαπφώ, λόγω του ανεκπλήρωτου έρωτά της για τον όμορφο νέο Φάωνα, που την απέρριψε και την εγκατέλειψε, έπεσε από τα βράχια της Λευκάδας στη θάλασσα. Δεν είναι όμως γνωστό, αν υπήρξε πρόσωπο με αυτό το όνομα ή αν πρόκειται για παρερμηνεία κάποιου ποιήματός της, όπου η Σαπφώ εξυμνεί την ομορφιά του Φάωνα, ακόλουθου της Αφροδίτης
Η Σαπφώ έγραψε ερωτικά ποιήματα, ύμνους στους θεούς και επιθαλάμια (τραγούδια του γάμου). Η ποίησή της δονείται από αυθορμητισμό και έντονα αισθήματα. Αρκετοί από τους στίχους της μαρτυρούν έντονο ερωτισμό και λυρισμό. - Από τα ποιήματά της, που συνέλεξαν οι Αλεξανδρινοί και τα δημοσίευσαν σε βιβλία, τα πιο διάσημα ήταν οι Ύμνοι και τα Επιθαλάμια. 

Ίσως κανένας άλλος λογοτέχνης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Σαπφώ στην ομορφιά της σκέψης, στον μελωδικό της στίχο και στην ένταση των αισθημάτων της. - Εκτός από μικρά αποσπάσματα, έχουν διασωθεί ολόκληρα μόνο ένας Ύμνος στην Αφροδίτη («Ποικιλόθρον' αθάνατ' Αφροδίτα»), η Ωδή «Ότωι τις έραται» και ένα αναφερόμενο στο μύθο της Ηούς (Αυγής) και του Τιθωνού.
Ο Αλκαίος ήταν και αυτός από τη Μυτιλήνη. Γεννήθηκε περίπου το 620 π.χ. την ίδια δηλαδή εποχή με τη Σαπφώ. Όταν ήταν νέος, οι αδελφοί του, μαζί με τον Πιττακό, ανέτρεψαν τον τύραννο Μέλαγχρο κι αργότερα συνωμότησαν, με τη συμμετοχή του, ενάντια και στον νέο τύραννο Μύρσιλο. Ο Πιττακός όμως πρόδωσε τους συντρόφους του κι όλη η οικογένεια του ποιητή εξορίστηκε στη μικρή πόλη Πύρρα, κοντά στη Μυτιλήνη. 

Μετά το θάνατο του Μύρσιλου ο Αλκαίος επέστρεψε για λίγο στην Μυτιλήνη, καθώς την εξουσία πήρε ο Πιττακός, κι έπειτα έφυγε ξανά. Αρχικά πήγε πρώτα στην πόλη Αίνο της Θράκης (παλιά αποικία της Μυτιλήνης), ύστερα στην Κύζικο κι αργότερα στην Αίγυπτο. 

Τα ποιήματα του Αλκαίου, Ύμνοι, Ερωτικά και Συμποσιακά, συγκεντρώθηκαν σε δέκα βιβλία και σχολιάστηκαν εκτενέστατα από τους εκπροσώπους της Αλεξανδρινής Σχολής, ιδιαίτερα τον Αριστοφάνη από το Βυζάντιο (257-180/85 π.χ.) και τον Αρίσταρχο από τη Σαμοθράκη (220-143 π.χ.). - Ο Αλκαίος επηρέασε και τους μεταγενέστερους ποιητές. Ο Θεόκριτος τον μιμείται στα «Ειδύλλιά» του, το ίδιο κι ο Λατίνος ποιητής Οράτιος, ενώ στην Αθήνα, στην ακμή του 5ου αιώνα π.Χ., τραγουδούσαν στα συμπόσια τραγούδια του. 

Ο Αλκμάν, που έζησε κατά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., ήταν σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες, Έλληνας ιωνικής καταγωγής που είχε γεννηθεί στις Σάρδεις της Λυδίας. Από εκεί πήγε στη Σπάρτη όπου και έμεινε μέχρι τα βαθιά γεράματά του. - Υπήρχαν δύο εκδοχές για την έλευσή του εκεί. Κατά την πρώτη διατάχτηκε με κάποιο χρησμό, κατά τη δεύτερη πουλήθηκε δούλος από τις Σάρδεις. – Ο Αριστοτέλης αναφέρει μάλιστα ότι αρχικά ήταν οικιακός δούλος του Αγησίδου και έπειτα κέρδισε την ελευθερία του και έγινε ποιητής. - Σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας ο Αλκμάν ήταν Λακεδαιμόνιος, γεννήθηκε στη Μεσσόα και άκμασε κατά την 27η Ολυμπιάδα (672- 668 π.Χ.). Ο Ευσέβιος στο σωζόμενο στα Λατινικά «Χρονικό» του τοποθετεί την ακμή του το 658 π.χ. και ο Παυσανίας ( Λακωνικά 15, 2-3) αναφέρει ότι στην τοποθεσία Σέβρικον, ανατολικά της Σπάρτης υπήρχε στη Ρωμαϊκή Εποχή, μνημείο του Αλκμάνος.

Οι αλεξανδρινοί γραμματικοί χώρισαν τα έργα του σε έξι βιβλία, τα οποία περιείχαν ύμνους, παιάνες, υπορχήματα, σκόλια και παρθένεια.  Ο Αλκμάν ήταν εκείνος που διαμόρφωσε τη χορική ποίηση σε ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος στη Σπάρτη. Δε συνέθετε μόνο το κείμενο των ποιημάτων του, αλλά καθόριζε και τη μουσική και τις χορευτικές και μιμητικές κινήσεις τους. – Στη Σπάρτη, την εποχή εκείνη, συνέρεαν με επίσημη πρόσκληση του κράτους διάφοροι μουσικοί, από κυρίως δύο κατευθύνσεις. Από τον δωρικό κόσμο της Κρήτης και από τον Ιωνικό και Αιολικό κόσμο της Μικράς Ασίας και των νησιών του Αιγαίου. Το αποτέλεσμα αυτής της σύνθεσης ήταν να καταστεί η Σπάρτη σε κέντρο των σπουδαιότερων μουσικών εξελίξεων. 

Το έργο του Αλκμάνος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου χαμένο. Σώζονται μόνο μερικά αποσπάσματα. - Ο ποιητικός του λόγος, γραμμένος σε ένα διαλεκτικό ιδίωμα της Δωρικής, χρησιμοποιεί και ομηρικά, κυρίως αιολικά στοιχεία, συνταιριάζοντας τη χάρη της Ιωνίας με τη δωρική βαρύτητα. - Αναφέρεται στον έρωτα και τις χαρές της ζωής και περιγράφει την ομορφιά της φύσης και του Έρωτα. 

Το 1855 ο Γάλλος αιγυπτιολόγος August Mariette βρήκε σε τάφο κοντά στη δεύτερη πυραμίδα της Γκίζας έναν πάπυρο με εκατό στίχους από παρθένειο του Αλκμάνος «εις Άρτεμιν ορθίαν». Το παρθένειο αρχικά αποτελούσαν δέκα ή δώδεκα στροφές, από τις οποίες σώθηκαν μόνον επτά. Στην αρχή ο χορός από ένδεκα παρθένες, με κορυφαία την Αγησιχόρα, έψελνε άσμα, το οποίο εξιστορούσε τα ηρωικά κατορθώματα του Ηρακλή κατά των Ιπποκωντιδών. Στο κύριο μέρος του ποιήματος επαινεί και προβάλλει το κάλλος των νεανίδων Αγησιχόρας και Αγιδούς που μετέχουν στο χορό. 

Στους τέσσερις αυτούς λυρικούς ποιητές μπορούμε να προσθέσουμε και άλλους που δυστυχώς το έργο τους χάθηκε στο χρόνο, όπως ο  Αρίων από τη Μήθυμνα της Λέσβου που έζησε την ίδια εποχή με τον Αλκαίο και την Σαπφώ. Ο Αρίων έζησε στην αυλή του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου και η ποιητική του φήμη συνδέθηκε με τις καινοτομίες που επέφερε στο διθύραμβο και που του έδωσαν εξέχουσα θέση ανάμεσα στους προδρόμους της τραγωδίας. – Από το έργο του Αρίωνα δεν σώζεται απολύτως τίποτα. . Μια άλλη θρυλική μορφή της εποχής ήταν και o Τέρπανδος από την Άντισσα της Λέσβου που η γέννηση του τοποθετείται γύρω στο 700 π.χ. - Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν τη νίκη του στα Κάρνεια της Σπάρτης το 676 π.χ. καθώς και τις τέσσερεις νίκες του στα Πύθια, τα οποία κατά τον 7ο αιώνα τελούνταν κάθε οκτώ χρόνια. 

Ο Τέρπανδος αναφέρεται ως επινοητής του Μιξολύδιου μουσικού τόνου αλλά και της βαρβίτου, μιας μεγάλης επτάχορδης λύρας. –– Άλλες μορφές λυρικών ποιητών ήταν και ο Θάλητας από τη Γόρτυνα της Κρήτης που έζησε στη Σπάρτη και επινόησε το «υπόρχημα» με έντονο το οργιαστικό και το μιμητικό στοιχείο, ο Αρκάδας ποιητής Εχέμβροτος που αναφέρεται νικητής στο τραγούδι με τη συνοδεία αυλού, κατά την πρώτη Πυθιάδα του 586 π.χ., ο Αργείος ποιητής Σακάδας που αναφέρετα ότι νίκησε στο παίξιμο του αυλού κατά την πρώτη και αυτός Πυθιάδα του 586 π.χ. και διαμόρφωσε μαζί με τον Θάλητα μια μεγάλη μουσική σχολή στη Σπάρτη και τέλος ο ποιητής Ξάνθος, για τον οποίο έχουμε ελάχιστες πληροφορίες  και τον οποίο μιμήθηε σε πολλά άσματα του και ο Στησίχορος. 

Η ιστορία των λυρικών της Αρχαίας Ελλάδας δεν εξαντλείται όμως εδώ. Υπάρχουν και άλλες μεγάλες μορφές όπως ο Πίνδαρος, ο Ανακρέοντας, ο Βακχυλίδης, η Ήριννα, η Τελέσιλλα, ο Φρύνιχος, η Κόριννα, η Μυρτίς, ο Ερμόδορος, ο Πρατίνας και πολλοί άλλοι.

Όλοι αυτοί σμίλευσαν το Ελληνικό φυσιολατρικό πνεύμα και δημιούργησαν ένα κόσμο βαθιά πνευματικό αλλά και συγχρόνως γήινο, πάνω στον οποίο θεμελιώθηκε η αγάπη για τη Φύση και η Λατρεία του Έρωτα. Η Βουκολική Ποίηση και γενικότερα η διαχρονική ποίηση του Αρκαδισμού ήταν η φυσική μετεξέλιξη αυτών των αρχαϊκών ζυμώσεων.

Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο το οποίο πρέπει να αναφέρουμε, είναι ότι η Σχολή της Αλεξάνδρειας και η Βουκολική ποίηση του Θεόκριτου, δεν περιορίζονται στη σφαίρα του Έρωτα. Έχουν και μια κοινωνική διάσταση. Στο κοινωνικό επίπεδο η νοσταλγία της Φύσης που εκφράζει, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τον πολιτικό συγκεντρωτισμό και την ανάπτυξη της μεγαλούπολης. Κι αυτό ακριβώς το σημείο έχει μεγάλη σημασία για την κατανόηση του Αρκαδισμού. 

Οι Έλληνες των προηγούμενων αιώνων ζούσαν σε «Πόλεις», όπου το αστικό περιβάλλον βρίσκονταν σε αρμονία με τα αγροκτήματα και την εξοχή. Ο πληθυσμός μίας Πόλης, τόσο στην Αρχαϊκή όσο και στην Κλασική εποχή,  επεδίωκε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη τροφική αυτάρκεια καθώς και την εκμετάλλευση των τοπικών παραγωγικών πόρων. - Αυτή ήταν η διαχρονική πολιτική του Ελληνισμού και πάνω στην αρχή του μικρού μεγέθους και της εντοπιότητας θεμελιώνονταν και η πολιτική του ανεξαρτησία. - Η ισορροπία αυτή διαταράσσεται μετά το θάνατο του Αλέξανδρου όταν η αποκεντρωμένη, τοπική κοινωνία αντικαθίσταται από γιγαντιαία κέντρα εξουσίας που ελέγχουν την οικονομία, τους θεσμούς διακυβέρνησης και το στρατό. – Στο χώρο της Ασίας και της Αφρικής είναι κυρίως η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια που αντιπροσωπεύουν αυτή την κοινωνική αλλαγή. 

Όταν ο Αλέξανδρος κατέκτησε τη Περσική Αυτοκρατορία, το Ελληνικό Θέατρο, η Φιλοσοφία, η τεχνολογία, η αρχιτεκτονική, οι τέχνες και ο Ελληνικός τρόπος σκέψης εξαπλώθηκαν στην Ανατολή επηρεάζοντας καθοριστικά την πορεία του Ασιατικού Πολιτισμού.

Συγχρόνως όμως πολλά απ’ τα πολιτικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά στοιχεία των Ασιατικών κοινωνιών εισχώρησαν και έγιναν αναπόσπαστο μέρος των Ελληνιστικών Βασιλείων Η εξουσία για παράδειγμα απομακρύνθηκε από το λαό και μετατράπηκε σε μια μοναρχία απομονωμένη σε τεράστια παλάτια που περιστοιχίζονταν από μια πολύπλοκη και πολυάριθμη γραφειοκρατία. 

Παρόμοια και η έννοια του θεού απομακρύνθηκε από την καθημερινότητα της Φύσης και της ανθρώπινης ζωής και έγινε μια απόμακρη μορφή εξουσίας που ελέγχει τις δημιουργίες του από τον Ουρανό. Η θρησκεία της Ελληνικής Πόλης όπου ο καθένας μπορούσε να έχει άμεση επαφή με το Θείο αντικαταστάθηκε από μια κάστα ιερέων διαμεσολαβητών που κατείχαν την «αλήθεια» αλλά και το αποκλειστικό  προνόμιο πρόσβασης στη θεία βούληση. 

Αν εξετάσουμε προσεκτικά τη λειτουργία και τη δομή της Αλεξάνδρειας των Ελληνιστικών χρόνων, θα δούμε ότι έχει πολλά κοινά με τις μεγαλουπόλεις που δημιουργήθηκαν στους τελευταίους αιώνες, μετά από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Στο 2ο και 3ο π.χ. αιώνα, καθώς με τους αδιάκοπους εμφύλιους των διαδόχων του Αλεξάνδρου η ύπαιθρος ερημώνονταν, μετανάστες από όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας κατέφυγαν σ’ αυτήν για να βρουν προστασία αλλά και για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Σαν αποτέλεσμα, διάφορες φυλές, θρησκευτικά πιστεύω αλλά και πολιτιστικά στοιχεία συγχωνεύθηκαν. 

Αυτό όμως που αποτελεί τον καταλυτικό παράγοντα για την κατάλυση της δημοκρατίας είναι το γεγονός ότι, όταν μια πόλη αυξάνεται πάνω από ένα ορισμένο μέγεθος τότε ο πληθυσμός της αδυνατεί να τραφεί από τις καλλιέργειες που γίνονται στον περίγυρο της Πόλης. - Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: Το πρώτο είναι ότι ο κάθε πολίτης δεν έχει πλέον άμεση πρόσβαση στην τροφή.  Τα τρόφιμα πρέπει να μεταφερθούν από μακρινές αποστάσεις, κάτι που συνεπάγεται όλο και περισσότερα εμπορικά πλοία και εμπορικά καραβάνια.
Πλοία και καραβάνια χρειάζονται όμως μεγάλα κεφάλαια. 

Η εμπορική και η μεγαλοαστική τάξη της αριστοκρατίας και των τραπεζιτών αρχίζουν να συνεργάζονται στενά και σε πολλές περιπτώσεις να συγχωνεύονται.
Το αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών είναι ότι στο εσωτερικό της μεγαλούπολης, η οικονομική εξουσία περνάει στα χέρια της εμπορικής τάξης, η οποία κερδίζει, κερδοσκοπεί και μετατρέπει σταδιακά τις άλλες τάξεις σε σύνολα ανθρώπων που εξαρτώνται από αυτήν. - Συγχρόνως η εμπορική τάξη αλλά και η τάξη των τραπεζιτών, αποκτούν σταδιακά, λόγω της εξαγοράς και του δανεισμού των αξιωματούχων, πρόσβαση στην πολιτική εξουσία. 

Το δεύτερο πράγμα που συμβαίνει στις μεγαλουπόλεις, είναι ο ταξικός διαχωρισμός των καλλιεργητών και η απομάκρυνση τους, λόγω της γεωγραφικής απόστασης από τη ζωή της Πόλης.  Η γεωργική τάξη με αυτό τον τρόπο περιθωριοποιείται κοινωνικά και μετατρέπεται σε ένα είδος σκλάβων που ζουν αποκλειστικά για την τροφοδοσία της πρωτεύουσας στην οποία ανήκουν.  Αυτή η πορεία απαιτεί και τη δημιουργία στρατιωτικών τμημάτων που σκοπός ύπαρξης τους δεν είναι πλέον ο εξωτερικός εχθρός αλλά η υπακοή, ο έλεγχος, η υποταγή και συχνά η τιμωρία των καλλιεργητών.

Ο Οπλίτης δεν είναι πλέον ο γεωργός της ελεύθερης Πόλης, που παίρνει τα όπλα για να υπερασπίσει την οικογένεια, τις καλλιέργειες και την κοινότητα του. - Είναι πλέον μισθοφόρος που χρηματοδοτείται από την εμπορική τάξη για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της και να καταπνίξει κάθε προσπάθεια αυτονομίας των καλλιεργητών. 

Αυτό σημαίνει ότι διαχρονικά οι μεγαλέμποροι επιζητούν τη δημιουργία μεγαλουπόλεων για να αυξήσουν την πρόσβαση τους στην εξουσία. Επιζητούν τον διαχωρισμό των πολιτών της πόλης από τους καλλιεργητές της υπαίθρου, έτσι ώστε να μπορούν να ενεργούν σαν μεσάζοντες, παίζοντας το παιχνίδι της έλλειψης των τροφών, της ανόδου των τιμών και του πολιτικού εκβιασμού. - Σημαίνει επίσης ότι όταν μια κοινωνία αφήσει ανεξέλεγκτη την τάση των εμπόρων και των τραπεζιτών, τότε οδηγείται αναπόφευκτα στο δρόμο της εξάρτησης και της σκλαβιάς.)

Από την άλλη πλευρά, η μεγαλούπολη είναι ένας παρασιτικός οργανισμός, ένα καρκινικό κύτταρο που διαρκώς μεγαλώνει καταστρέφοντας τα πάντα γύρω του. Η εξαφάνιση της εντοπιότητας και των διαπροσωπικών σχέσεων που μια μικρή κοινότητα αναπτύσσει, σηματοδοτεί την αντικατάσταση της συλλογικότητας από την ηθική του κέρδους, οδηγεί στην ανεξέλεγκτη άνοδο της εμπορικής τάξης και στην ενίσχυση των ιεραρχικών δομών σε βάρος της κοινοτικής άμεσης δημοκρατίας. 

Αυτό ακριβώς συνέβη στην Αλεξάνδρεια και μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα «Ειδύλλια» προσφέρουν έμμεσα μια λύση αλλά και μια πνευματική παρηγοριά σε όσους έχουν ταλαιπωρηθεί από τη ζωή της μεγαλούπολης. Εκφράζουν την ανάγκη επανασύνδεσης του ανθρώπου με ένα ιδεατό παράδεισο, που συνταυτίζεται με την ευδαιμονία, την αθωότητα, την ευαισθησία και τη χαρά της ζωής. – Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Αρκαδισμός αναζωπυρώνεται πάντα στις εποχές που η ζωή στις μεγαλουπόλεις τείνει να γίνει αφόρητη και η πολιτική και θρησκευτική εξουσία μετατρέπονται σε τυραννία.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση. Σε φιλοσοφικό επίπεδο, η βουκολική πραγματικότητα παρουσιάζεται σαν πύλη που συνδέει την καθημερινότητα με την διάσταση του ονείρου. Οι ποιμένες δεν είναι άνθρωποι της πόλης που ακολουθούν μια κοινότυπη λογική αλλά σχεδόν πνεύματα της Φύσης, γεμάτα ευαισθησία. Ουσιαστικά, νοιώθουν τον κόσμο χάρη στην άμεση συναισθηματική εμπειρία, βιώνοντας την αρμονία και τη συμπληρωματικότητα ανάμεσα σε όλα όσα υπάρχουν.  Ζουν στην αμεσότητα της αντιληπτικής συνείδησης. Αυτό το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία καθώς οι ποιμένες του επίγειου παράδεισου έχουν αντικαταστήσει την γνώση που αποτελείται από ένα σύστημα αφηρημένων εννοιών και συμβόλων, με μια εσωτερική διάσταση που αποτελεί κτήμα του καθενός και βρίσκεται πέρα απ τα όρια του ορθολογισμού. 

Στην πραγματικότητα, τόσο με το Θεόκριτο όσο κι αργότερα με τους Λατίνους ποιητές, ο Αρκαδισμός αντιπροσωπεύει πριν απ’ όλα ένα επίπεδο συνείδησης, όπου ο άνθρωπος βιώνει αυθόρμητα τη ρέουσα πραγματικότητα. Κατά συνέπεια, σαν Κοσμοθέαση, συνδέεται με τις ανάλογες μεγάλες παραδόσεις όπως η φιλοσοφία του Ηράκλειτου, ο Ταοϊσμός και το Ζεν. Παράλληλα, έχει κι ένα ηθικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Γίνεται δηλαδή ένας «Δρόμος». Αυτό το τελευταίο θα γίνει περισσότερο κατανοητό όταν δούμε την εξέλιξη του σε μια άλλη μεγαλούπολη, στην ίδια την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 

Είπαμε πριν για την αλλαγή των Ελληνικών θρησκευτικών πεποιθήσεων μέσα από την επαφή με τις Ασιατικές πνευματικές Παραδόσεις, ιδιαίτερα μετά από τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου. Ας δούμε αυτό το θέμα λίγο πιο προσεκτικά καθώς η πνευματικότητα συνδέεται άμεσα με τη διάρθρωση της κοινωνίας, την πολιτική αντίληψη αλλά και γενικότερα με τον τρόπο που ο νους διαμορφώνει την πραγματικότητα

Όταν μιλάμε για την αρχαιοελληνική θρησκευτική παράδοση, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κατανοήσουμε, είναι ότι στη διάρκεια των αιώνων αυτή δεν είχε ενιαία μορφή. - Από την προϊστορία έως τους Ελληνιστικούς χρόνους υπήρξαν, μέσα στα πλαίσια μιας γενικότερης κοινής αντίληψης, πολλές διαφοροποιήσεις και παραλλαγές.

Η θρησκεία που εκφράζεται μέσα από τις παραστάσεις της Μητέρας Θεάς στην εικονογραφία του Μινωικού κόσμου, οι μύθοι της Γαίας και των Τιτάνων, οι νεολιθικές λατρείες και οι διάφορες τοπικές Θεότητες που προστάτευαν τις κοινότητες των νησιών του Αιγαίου, αντιπροσωπεύουν έναν πολύμορφο κόσμο που διαμορφώνονταν από γενιά σε γενιά. Στη μικρή αυτή χώρα της Μεσογείου υπήρχε μια αδιάκοπη ζύμωση μέσα από την έρευνα του αληθινού, της φιλοσοφίας και της γνώσης. 

 Ο Ελληνισμός ήταν ανέκαθεν, ένα σύνολο ιδεών και ποιοτικών συλλήψεων, όχι ένα νεκρό δόγμα με τυποποιημένα χαρακτηριστικά.Το Δωδεκάθεο, που επιβλήθηκε μεταγενέστερα, ήταν προϊόν συγκρητισμού και δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικός εκπρόσωπος της Αρχαιοελληνικής θρησκευτικότητας. – Πολλοί από τους σημερινούς ερευνητές επικεντρώνονται στη μορφή της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, όπως αυτή οριοθετείται κατά τον 9ο/8ο αι. ή τουλάχιστον μετά από τις καταστροφές που συνέβησαν περί το 1200 π.χ. 

Πολύ συχνά ο όρος «Αρχαίο Ελληνικό» χρησιμοποιείται μόνο για τον πολιτισμό που αρχίζει μετά από την κάθοδο των Δωριαίων – σε αντίθεση με τον Μινωικό ή Μυκηναϊκό που προϋπήρχαν. Αυτού του είδους η αντίληψη είναι επικίνδυνη, καθώς περιορίζει το ζωτικό χώρο της αρχαιοελληνικής πνευματικότητας μέσα σε λίγους μόνο αιώνες και απαλείφει τις προ-πατριαρχικές παραδόσεις της Νεολιθικής Εποχής ή της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού που ήταν εξίσου σημαντικές. 

Από την άλλη πλευρά έχει θεμελιώδη σημασία το γεγονός ότι παρόλες τις διαφοροποιήσεις η αρχαιοελληνική θρησκευτικότητα θεμελιώνεται σε κάποια βασικά χαρακτηριστικά που παρέμειναν αναλλοίωτα κατά τη διάρκεια των αιώνων. Ένα από αυτά είναι η σχέση του ανθρώπου με τη Φύση. 

Aυτό έχει και τη μεγαλύτερη σημασία για σήμερα. Όχι τόσο ο αριθμός και οι ιδιότητες των θεοτήτων που υπήρχαν στην αρχαία Ελλάδα, αλλά η επανάκτηση της ιερότητας της Φύσης και της Γης.  Η πνευματικότητα της Ελληνικής Πόλης βρίσκονταν πριν απ’ όλα στην εναρμόνιση και συνταύτιση του κάθε Πολίτη με το χώμα, το νερό, τα δάση και τα βουνά της. 

Το Θείο στην Ελληνική αντίληψη δεν ήταν απλά μια σειρά από νοητικές συλλήψεις αποχωρισμένες από τον κόσμο των αισθήσεων. Δεν ήταν η ιδέα της Φύσης αλλά η ίδια η Φύση, η ίδια η απτή και υλική πραγματικότητα.  Το δένδρο και η Αμαδρυάδα ήταν ένα και το αυτό.  Οι Αρχαίοι Έλληνες δεν πίστευαν απλώς σε κάποια αόρατη, μεταφυσική αρχή, αλλά αντιλαμβάνονταν και ένιωθαν ότι γύρω τους υπήρχε ένα αυτοεκφραζόμενο και διαρκώς μεταβαλλόμενο Σύμπαν, στο οποίο κάθε τι ήταν ενωμένο με το κάθε τι.

Η πολιτιστική δημιουργία τους στηρίχτηκε στην κατανόηση και την αυθόρμητη συνταύτιση του «εγώ» με αυτό που ονομάζουμε «εξωτερικό κόσμο».  Υπήρχε μια επικοινωνία, γεμάτη αποκαλύψεις, κάθε στιγμή, ανάμεσα στον υποκειμενικό και τον αντικειμενικό κόσμο.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια γίνεται πιο εύκολα κατανοητό το ότι ο παρασιτισμός της μεγαλούπολης γίνεται ακόμα πιο καρκινογόνος γιατί απομονώνοντας τον άνθρωπο μέσα σε ένα ανώνυμο πλήθος, τον απομακρύνει συγχρόνως και από την άμεση επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Ο άνθρωπος της μεγαλούπολης δεν βιώνει την πραγματικότητα του δάσους.  Ο σπόρος που φυτρώνει από τη γη, τα λουλούδια που ανθίζουν, οι ρυθμοί των εποχών, γίνονται έννοιες μακρινές που συνεχίζουν να υπάρχουν σαν ιδέες στο νου, αλλά δεν έχουν πλέον συναισθηματικό βάρος, καθώς δεν συνοδεύονται από τις εμπειρίες της καθημερινότητας. 

Σε μια μεγαλούπολη ο άνθρωπος χάνει σταδιακά την επαφή με τις ρίζες του, όχι μόνο σε πρακτικό επίπεδο - έχοντας χάσει την αίσθηση της αυτάρκειας και της αυτοδυναμίας που του δίνει η συμμετοχή του στην πρωτογενή παραγωγή - αλλά και σε διανοητικό επίπεδο. Χαμένος σε επουσιώδη και άχρηστα πράγματα κι έχοντας χάσει την άμεση επαφή με τη Φύση, έχει χάσει και την ίδια του την καρδιά.  Έχει χάσει την ουσία της πραγματικής πνευματικότητας. 

Έχοντας αναλύσει όλα αυτά, μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε καλύτερα το νόημα της Βουκολικής Ποίησης. – Η θεματολογία της θεμελιώνεται στη νοσταλγία για ένα Κόσμο πληρότητας που υπήρχε πριν από τον ψυχικό ακρωτηριασμό. Η Βουκολική Ποίηση όχι μόνο υπενθυμίζει το τι υπάρχει πέρα από το τεχνητό περιβάλλον της μεγαλούπολης αλλά χρησιμεύει και σαν υπενθύμιση για το τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος για να ξεφύγει από αυτό. 

 Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Σπυρόπουλου Ιωάννη, "Αρκαδικός κύκλος"


Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια 
δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου